
Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΔΕΛΑΣΤΙΚ*
Απελπισία και αίσθημα αδιεξόδου κυριαρχούν στην ελληνική κοινωνία. Για την τεράστια πλειοψηφία του ελληνικού λαού, όχι για όσους είναι αριστερότερα του ΣΥΡΙΖΑ, η πολιτική που ακολουθεί εδώ και ένα χρόνο η κυβέρνηση Τσίπρα σκότωσε την ελπίδα ότι η Αριστερά μπορεί να βελτιώσει την κατάσταση, αλλάζοντας τα πράγματα υπέρ των πιο αδύναμων κοινωνικών στρωμάτων. Όσο περισσότερο κυβερνάει ο ΣΥΡΙΖΑ τόσο ταυτίζεται σταδιακά η Αριστερά στη λαϊκή συνείδηση με τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ που άλλα υπόσχονταν προεκλογικά και άλλα έκαναν μετεκλογικά.
Αυτό αντανακλάστηκε και στην απεργία. Η συμμετοχή στην απεργία της Πέμπτης ήταν εντυπωσιακή. Αντιθέτως, η συμμετοχή στις αντικυβερνητικές συγκεντρώσεις ήταν σαφώς κατώτερη από τις ελπίδες της ΝΔ. Το μήνυμα είναι διπλό. Πρώτον, ο λαϊκός κόσμος στη χώρα μας είναι εντελώς απογοητευμένος από τον τρόπο που ασκεί τη διακυβέρνηση ο ΣΥΡΙΖΑ και την πολιτική της κυβέρνησης Τσίπρα. Δεύτερον, σε καμιά περίπτωση δεν θέλει η πλειοψηφία του ελληνικού λαού να ανατρέψει με νέες εκλογές τον Αλέξη Τσίπρα και να βάλει στη θέση του πρωθυπουργού τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Δεν βλέπει ο λαός μας ως εναλλακτική επιλογή ελπίδας τον Κυριάκο Μητσοτάκη για να τον βάλει στη θέση του Τσίπρα. Προτιμάει τον Τσίπρα πρωθυπουργό που το παλεύει, αλλά δεν κατορθώνει απολύτως τίποτα, υποκύπτοντας διαρκώς στο Γερμανό Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και τους ομοίους του στην ΕΕ, παρά τον Μητσοτάκη που είναι ένθερμος υποστηρικτής της γερμανικής γραμμής και συμφωνεί απολύτως με τη γερμανική πολιτική. Αυτό αποτυπώνει και το πολιτικό αδιέξοδο για το οποίο κάναμε λόγο ευθύς εξαρχής.
Ο κόσμος προτιμάει να έχει πρωθυπουργό τον Τσίπρα, ο οποίος έχει αποδειχθεί ένα χρόνο τώρα ότι είναι παντελώς ανίκανος να υλοποιήσει έστω και μια από τις προεκλογικές του υποσχέσεις, αλλά και τις προγραμματικές δηλώσεις της πρώτης κυβέρνησής του, παρά τον Μητσοτάκη, ο οποίος συμφωνεί σε όλα με τους Γερμανούς. Αυτή η κατάσταση ισχύει σήμερα. Πόσο όμως μπορεί να διαρκέσει; Αδύνατον να το προβλέψουμε αυτή την ώρα. Αυτό που μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα είναι μόνο ότι μια τέτοια αλλαγή δεν βρίσκεται επί θύραις, δεν είναι επικείμενη. Από εκεί και πέρα, ο χρόνος θα δείξει. Εμείς πάντως οφείλουμε να υπενθυμίσουμε ότι παρά την παρέλευση ενός χρόνου από τότε που άρχισε να κυβερνάει ο ΣΥΡΙΖΑ, υπάρχει μεν συζήτηση για τη ζημιά που θα πάθει ο κοσμάκης όταν υλοποιηθούν οι προβλέψεις του Μνημονίου Τσίπρα, αλλά ακόμη το χέρι της κυβέρνησης δεν έχει μπει στην τσέπη των κατοίκων της χώρας για να αρπάξει λεφτά. Επειδή ο κόσμος πείθεται από την πείρα του, όσο καθυστερεί η κυβέρνηση να βουτήξει τα λεφτά του κοσμάκη τόσο θα παρατείνεται η λαϊκή ανοχή απέναντί της. Μόνο όταν βάλει ο Τσίπρας το χέρι του στην τσέπη των λαϊκών ανθρώπων, θα έχουμε αξιοσημείωτες πολιτικές εξελίξεις. Μέχρι τότε, αυτοί που θα κινητοποιούνται εναντίον της κυβέρνησης θα είναι πρωτίστως οι πολιτικοί της αντίπαλοι.
Παρ’ όλα αυτά, το περιθώριο που έχει η κυβέρνηση μέχρι να αρχίσει να υλοποιείται το Μνημόνιο Τσίπρα είναι μόνο μερικοί μήνες. Μέχρι δηλαδή να ψηφιστεί το συμφωνημένο με τους δανειστές ασφαλιστικό και να περικοπούν τα χρήματα που θα παίρνουν στα χέρια τους οι συνταξιούχοι, μέχρι να ψηφιστεί το φορολογικό και να αρχίσει ο κόσμος να πληρώνει περισσότερους φόρους με χαμηλότερα εισοδήματα, μέχρι να αρχίσει ο λαός μας να πληρώνει περισσότερες ασφαλιστικές εισφορές. Όλα αυτά είναι ζητήματα λίγων μηνών, αλλά μέχρι να λάβουν χώρα αυτές οι αρνητικές αλλαγές δεν μπορούμε να περιμένουμε σοβαρές πολιτικές ανακατατάξεις. Από τη στιγμή όμως που θα συμβούν αυτές οι αλλαγές, υπάρχει μια ιδιομορφία. Ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν ένα κόμμα που το Μάιο του 2012, προ τετραετίας, είχε πάρει μόνο 17% και είχε πρωτίστως αριστερούς ψηφοφόρους στο πλευρό του. Πέρυσι υπερδιπλασίασε τις ψήφους του τόσο τον Ιανουάριο όσο και το Σεπτέμβριο παίρνοντας 35%. Αυτό σημαίνει ότι εμφάνισε αυτό το ποσοστό το 2015, όταν ψηφοφόροι άλλων κομμάτων και πάνω απ’ όλα του ΠΑΣΟΚ είχαν πιστέψει ότι ο Τσίπρας θα άλλαζε τα πράγματα. Αυτό πρακτικά σημαίνει πως όταν αρχίσουν οι πολιτικές ανακατατάξεις, δεν αποκλείεται καθόλου να προσλάβουν κατακλυσμιαίο χαρακτήρα, αφού ο ΣΥΡΙΖΑ έχει μόνο πρόσφατους ψηφοφόρους.
Το σίγουρο πάντως είναι ότι με τον Μητσοτάκη αρχηγό, η ΝΔ θα ψηφιστεί μόνο από τους ακραιφνείς δεξιούς ψηφοφόρους. Αποκλείεται να προσελκύσει νέους ψηφοφόρους πιο δημοκρατικών πεποιθήσεων, ακόμη και αν ο Σταύρος Θεοδωράκης, η Φώφη Γεννηματά και ο Βασίλης Λεβέντης πάνε μαζί του. Τι θα σημαίνει κάτι τέτοιο, θα το δούμε, αν και όταν συμβεί.
*Δημοσιεύθηκε στο ΠΡΙΝ την Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2016
Προσφυγικό: Η χρήση του στρατού ακραία ποιοτική όξυνση της καταστολής
Γράφτηκε από τον Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
του Νίκου Χαραλαμπόπουλου*
Μετά το διήμερο των κινητοποίησεων ενάντια στο Φράχτη του Έβρου (23-24/1) ένας πρώτος κύκλος αγώνων και αλληλεγγύης κλείνει κι ένας νέος κύκλος ανώτερων δυνατοτήτων, αλλά και μιας βάρβαρης πραγματικότητας, ανοίγει.
Μόνο το δίμηνο Δεκεμβρίου-Ιανουαρίου πνίγηκαν στο Αιγαίο τα 2/3 των προσφύγων που είχαν πνιγεί τους 11 προηγούμενους μήνες. Οι αλληλέγγυοι που επιχείρησαν να διασώσουν ανθρώπους, διώκονται ποινικά, όταν τα κυκλώματα διακινητών «συνεργάζονται» άτυπα με τις αρχές σε Ελλάδα και Τουρκία. Ένας πόλεμος διεξάγεται στο Αιγαίο, από το λιμενικό, το στρατό και τη Frontex κατά των προσφύγων, συνέχεια του πολέμου/καταστολής που διεξάγει η ΕΕ από τη Λιβύη ως τη Συρία ενάντια σε λαούς που γίνονται νομάδες.
Το Συμβούλιο της ΕΕ επιχειρεί να ποινικοποιήσει την αλληλεγγύη χιλιάδων ανθρώπων, εξισώνοντάς τη με το trafficking. Για να βοηθήσεις θα σε καταγράφουν-εγκρίνουν οι αρχές. Αλλιώς, διώκεσαι ως εγκληματίας. Πρωτεργάτης η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Ήδη, όσοι αλληλέγγυοι/ες προσεγγίζουν το λιμάνι του Πειραιά, πρέπει να έχουν διαπιστεύσεις από την ΕΛ.ΑΣ.
Με απόφαση του υπουργικού συμβουλίου, ο στρατός φτιάχνει και λειτουργεί τα hotspots. Μετατρέπει δύο στρατόπεδα σε «κέντρα μετεγκατάστασης» μεταναστών. Αναλαμβάνει συντονιστής στα «κέντρα υποδοχής» και τη σίτιση. Η αντιμεταναστευτική πολιτική της ΕΕ και της κυβέρνησης, δημιουργεί απέραντα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Εκεί οι πρόσφυγες θα ελπίζουν την διαλογή τους ως φτηνό εργατικό δυναμικό στην ΕΕ. Κυρίως, όμως πλέον, θα απελαύνονται. Η κυβέρνηση δίνει διάσταση «εθνικής κρίσης» στο «προσφυγικό», φιλοξενώντας το Κεντρικό Συντονιστικό Όργανο Μετανάστευσης στο Εθνικό Κέντρο Επιχειρήσεων των ενόπλων δυνάμεων! Ο στρατός νομιμοποιείται κοινωνικά ως ο μόνος μηχανισμός που μπορεί να υποκαθιστά το καταρρέον κοινωνικό κράτος, αφού η πρόνοια μεταλλάσσεται σε ζήτημα ασφάλειας.
Όχι μόνο δεν αναγνωρίζουν σε χιλιάδες ανθρώπους το δικαίωμα σε περίθαλψη, φροντίδα και ίσων δικαιωμάτων στη διαβίωση και τη μετακίνηση, αλλά τους αντιμετωπίζουν ταυτόχρονα ως εθνική απειλή και επικίνδυνα απόβλητα. Η αλληλεγγύη διώκεται ποινικά ως «παράνομη διευκόλυνση». Την πρόνοια υποκαθιστά ο κρατικός αυταρχισμός, ο στρατός, η καταστολή και η «απώθηση».
Τα Μνημόνια, το κοινοβουλευτικό πραξικόπημα ενάντια στο μεγαλειώδες «ΟΧΙ», το ασφαλιστικό και το ξεπούλημα δημόσιας περιουσίας, βρίσκουν τη συνέχεια τους στον πόλεμο κατά των μεταναστών. Η αντιμετώπισή τους αποτελεί ταυτόχρονα προπομπό για το γενικευμένο καθεστώς εργασιακής βαρβαρότητας και διάλυσης κάθε δικαιώματος και την ίδια ώρα γύρω τους -και πάνω τους- στήνεται ένας χορός δισεκατομμυρίων.
Στον πόλεμο αυτό, η Ε.Ε. αναλαμβάνει φακέλωμα και απελάσεις. Σκάβει τα πρώτα χαρακώματα εναντίον των προσφύγων στην Τουρκία, την οποία χρηματοδοτεί με δις ευρώ. Ορθώνει τείχη του ναυτικού και του λιμενικού, με συνδρομή της FRONTEX. Τελευταίο εμπόδιο, τα σύνορα Ελλάδας-ΠΓΔΜ είτε με στρατιωτικό νόμο και ΜΑΤ στην Ειδομένη είτε με ευρωπαίους μισθοφόρους. Η δαιμονοποίηση των μεταναστών ως ισλαμοφοβία δικαιολογεί στους ευρωπαϊκούς λαούς την βαρβαρότητα, αιτιολογεί τα μέτρα έκτακτης ανάγκης και την περιστολή των δικαιωμάτων, ετοιμάζει την επόμενη μέρα. Δεν είναι επιστροφή στο φασιστικό παρελθόν, αλλά το απάνθρωπο πρόσωπο του σύγχρονου κοινοβουλευτικού ολοκληρωτισμού ενάντια σε εσωτερικούς και εξωτερικούς εχθρούς.
Στην πολιτική αυτή, την κυβέρνηση στηρίζουν όλα τα μνημονιακά κόμματα. Η ΝΔ «εξαιρεί το Μεταναστευτικό από την αντιπολιτευτική τακτική» της και όλοι μαζί θέτουν ξανά ζήτημα «εθνικών κινδύνων». Αν το καλοκαίρι η απειλή της εξόδου από ευρώ-Ε.Ε. δικαιολόγησε το πραξικόπημα του 3ου Μνημονίου, τώρα, προβάλλουν την απειλή εξόδου από το Σέγκεν! Βέβαια, η ίδια η Κομισιόν δηλώνει ότι δεν υπάρχει τέτοιο ζήτημα, ούτε ζήτημα κοινών περιπολιών Ελλάδας-Τουρκίας. Για την ΕΕ, η κυβέρνηση οφείλει μόνο να υλοποιήσει πλήρως αυτά που πρότεινε και δεσμεύτηκε στις προηγούμενες συνόδους!
Αφού δηλώνουν ανοιχτά πλέον ότι κάθε κοινωνικό κίνημα που θα αμφισβητεί -έστω ανθρωπιστικά- τις κεντρικές επιλογές τους, θα βρεθεί αντιμέτωπο με όλες τις δυνάμεις τους, η απάντηση μάλλον πρέπει να είναι ανάλογη.
Ο Συντονισμός για το προσφυγικό, δίνοντας ταξικό περιεχόμενο στην αλληλεγγύη, ενοποιώντας το εργατικό και το αντιπολεμικό κίνημα, χρειάζεται να συμβάλλει στην αναγκαία εργατική απάντηση. Η διακήρυξη της Κεσσάνης, ελληνικών και τουρκικών συνδικάτων, μπορεί να αποτελέσει ένα πρώτο βήμα διεθνιστικής ενοποίησης των αγώνων ενάντια στους ιμπεριαλιστικούς σχεδιασμούς, τους στρατούς, τους μηχανισμούς ασφάλειας και καταστολής και στα μέτρα ξεπεράσματος της κρίσης εις βάρος των λαών.
Να μπλοκάρουμε τη μηχανή του πολέμου και της καπιταλιστικής ομαλότητας, με ήττα και ανατροπή κάθε κυβέρνησης που υλοποιεί αυτή την πολιτική και της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ και όλου του μνημονιακού μπλοκ, της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ, ανοίγοντας το δρόμο για τις τάσεις της χειραφέτησης και στις δύο πλευρές του Αιγαίου, συναντώντας τα κινήματα στην ευρύτερη περιοχή.
Μας λένε: οι μετανάστες ή εμείς. Είναι καιρός να τους πούμε: εμείς ή εσείς!
* Ο Νίκος Χαραλαμπόπουλος είναι μέλος της ΑΝΤΙΠΟΛΕΜΙΚΗΣ ΔΙΕΘΝΙΣΤΙΚΗΣ ΚΙΝΗΣΗΣ και του ΣΥΝΤΟΝΙΣΜΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΠΡΟΣΦΥΓIΚΟ/ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΟ ΣΩΜΑΤΕΙΩΝ/ΦΟΙΤΗΤΙΚΩΝ ΣΥΛΛΟΓΩΝ/ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΤΗΤΩΝ
Πηγή: diktiospartakos.blogspot.gr
Υπάρχει και «συμβολική» επανάσταση;
Γράφτηκε από τον Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Γράφει ο Αμετανόητος.
Στα «παλιά τα χρόνια» θα ήταν αδιανόητη ακόμα και η σκέψη να διαπραγματεύεται εκπρόσωπος μιας αγωνιζόμενης ομάδας του λαού με τον πολιτικό αντίπαλο για οτιδήποτε πέρα από την επίλυση των αιτημάτων του κλάδου του. «Από πότε το κίνημα ενημερώνει ή παίρνει την άδεια από υπουργό αστικής κυβέρνησης για τις κινήσεις που θα κάνει;» θα αναρωτιόνταν οι «παλιοί». Στους σημερινούς «μοντέρνους» καιρούς θεωρείται «πολιτικά ορθό» να διαπραγματεύονται οι εκπρόσωποι των αγωνιζόμενων αγροτών με την κυβέρνηση την πραγματοποίηση «συμβολικών» κινητοποιήσεων που θα τροφοδοτήσουν τους μηχανισμούς του θεάματος και της εντύπωσης χωρίς να λύσουν τίποτα!
Αλγεινή εντύπωση προκάλεσαν οι δηλώσεις του υπουργού Εσωτερικών Παναγιώτη Κουρουμπλή μετά τη συνάντησή του με τον επικεφαλής των αγροτικών συλλόγων Καρδίτσας Βαγγέλη Μπούτα. Ο υπουργός ισχυρίστηκε ότι του τέθηκε «το αίτημα να υπάρχει μια συμβολική παρουσία τρακτέρ την Παρασκευή στην Αθήνα» κι ανέφερε μάλιστα και τον προτεινόμενο αριθμό (από 20 ως 30) των τρακτέρ που θα περάσουν τις πύλες των Αθηνών με τις ευλογίες της κυβέρνησης η οποία κάνει τη δύσκολη και δεν έχει απαντήσει ακόμα στο αίτημα.
Κρατήσαμε μια επιφύλαξη πως οι παραπάνω δηλώσεις ήταν ψευδείς και προβοκατόρικες. Ωστόσο, δεν διαψεύστηκαν. Θα πρέπει λοιπόν να αληθεύει ότι ένας εκπρόσωπος των αγωνιζόμενων αγροτών συναντιέται με τον υπουργό και του θέτει το θέμα της «συμβολικής» κινητοποίησης.
Επειδή σε κανένα εγχειρίδιο επαναστατικής θεωρίας αλλά και σε καμιά νικηφόρα επανάσταση δεν έχουμε συναντήσει τη λογική του «συμβολισμού», ας αποπειραθούμε να την ερμηνεύσουμε με άλλους όρους. Βλέπουμε λοιπόν ότι «ο Συμβολισμός αποτελεί καλλιτεχνικό ρεύμα που αναπτύχθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα στη Γαλλία. Ο όρος προέρχεται από τη λέξη "σύμβολο". Αναπτύχθηκε κυρίως στην ποίηση ωστόσο συναντάται και στις εικαστικές τέχνες» (..). «Μπορούμε να ορίσουμε τον Συμβολισμό ως την τέχνη που εκφράζει ιδέες και συναισθήματα, όχι όμως με την άμεση περιγραφή τους ούτε προσδιορίζοντάς τα με φανερές παρομοιώσεις ή με συγκεκριμένες εικόνες, αλλά με την υποβολή αυτών των ιδεών και συναισθημάτων, με την ανασύνταξή τους στο νου του αναγνώστη» (...) «Εκείνο που θέλει να κατορθώσει ο ποιητικός συμβολισμός είναι να προκαλέσει ειδικής μορφής συγκινησιακή κατάσταση, να πραγματοποιήσει την αισθητική απόλαυση που ο ποιητικός λόγος έχει τη δύναμη να μας χαρίσει με τη χρησιμοποίηση του συμβόλου» (… ) «Μέσα σε κάθε συμβολική μορφή περιέχεται ένα πνευματικό νόημα που μας ανοίγει αμέσως το δρόμο για να επικοινωνήσουμε με κάτι που ευρίσκεται σε μια περιοχή που κείται έξω από τα αισθησιακά δεδομένα».
Από τα παραπάνω φαίνεται πως ο συμβολισμός δεν έχει πολλά κοινά με την πραγματικότητα. Εκφράζει κάτι ιδεατό που συνήθως δεν υπάρχει κι απ’ ό,τι φαίνεται θα συνεχίσει να μην υπάρχει όσο ο πραγματισμός θα δίνει τη θέση του στον «συμβολισμό». Σε απλά… «καρδιτσώτικα», είναι άλλο πράγμα να κατεβάζεις τα τρακτέρ στην Αθήνα για να διεκδικήσεις μια δυναμική λύση στον αγώνα σου κι άλλο να κατεβάζεις «ολίγη από τρακτέρ» (όπως λέγανε «ολίγη από γιουβέτσι») για να μπορείς μετά να λες πως «κάναμε ό,τι μπορούσαμε, αλλά….». Στην πρώτη περίπτωση είσαι έτοιμος για σκληρό αγώνα μέχρι τη νίκη. Στη δεύτερη κάνεις ένα «χάπεννιγκ» για την τιμή των όπλων, με μοναδικούς κερδισμένους τα ΜΜΕ που θα πάρουν «αποκλειστικά πλάνα» από το καραγκιοζιλίκι κι επιστρέφεις στον τόπο σου ευχαριστημένος που ο «αγώνας συνεχίζεται» και του χρόνου.
Μετά απ’ αυτά, αναρωτιέται κανείς: «υπάρχει και συμβολική επανάσταση;». Ας αναλογιστούμε τι θα συνέβαινε αν οι μπολσεβίκοι διαπραγματευόταν με τον Κερένσκι μια «συμβολική» κατάληψη των χειμερινών ανακτόρων… Ή, αν ο Άρης διαπραγματευόταν με τους κατακτητές ένα «συμβολικό» κλείσιμο της γέφυρας του Γοργοποτάμου... Ή, αν ο Φιντέλ κι ο Τσε διαπραγματευόταν με τον Μπατίστα μια «συμβολική» είσοδο στην Αβάνα… Ας μας συγχωρήσει ο αναγνώστης την ιεροσυλία. Τη χρησιμοποιήσαμε μόνο για να δείξουμε το ασυμβίβαστο τέτοιων «συμβολισμών» με την ταξική πάλη.
Μήπως άραγε αυτή η «συμβολική» πρόταση είναι μια προσωπική ιδέα του Βαγγέλη Μπούτα; Αδυνατούμε να το πιστέψουμε γιατί κανένα στέλεχος του ΚΚΕ δεν «κάνει του κεφαλιού του» χωρίς συνεννόηση με την «καθοδήγηση». Είναι στρατηγική της ηγεσίας του ΚΚΕ που τα τελευταία χρόνια –για δικούς της λόγους- αρέσκεται σε «comme il fault» εκδηλώσεις που «δεν ξεπερνούν τα όρια» και δεν προβληματίζουν την εκάστοτε κυβέρνηση. Ποιος ξέχασε τις δηλώσεις Παπαρήγα πως «η πραγματική λαϊκή εξέγερση δεν πρόκειται να σπάσει ένα τζάμι»; Κι αυτός ο καθωσπρεπισμός της ηγεσίας του ΚΚΕ ανταμείβεται από τους κυβερνώντες οι οποίοι ουδόλως ενοχλούνται από «συμβολικές» ενέργειες που αφήνουν τελικά τα πράγματα ως έχουν.
Ο «συμβολισμός» είναι, σε τελική ανάλυση, η έμμεση παραδοχή της ηγεσίας του ΚΚΕ πως δεν μπορεί ή δεν θέλει να καθοδηγήσει αγώνες μέχρι τη νίκη και αρκείται σε κινήσεις εντυπωσιασμού. Δικαίωμά της. Δικαίωμα και υποχρέωση των εργαζόμενων και του κινήματος είναι να βγάλουν συμπεράσματα για το πού οδηγούν την πάλη του λαού τέτοιοι συμβολισμοί. Και να πράξουν αναλόγως.
ΠΗΓΗ: ergatikosagwnas.gr
Άρθρο - βόμβα Τόμσεν: Ζητεί περικοπές στις συντάξεις και νέα μέτρα, ύψους 9 δισ. ευρώ
Γράφτηκε από τον Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Μέτρα που να αντιστοιχούν στο 4-5% του ελληνικού ΑΕΠ, ποσοστό που μεταφράζεται σε περίπου 8-9 δισ. ευρώ, ζητεί ο διευθυντής του Ευρωπαϊκού Τμήματος του ΔΝΤ Πολ Τόμσεν, ενώ αναφέρεται κατηγορηματικά στην ανάγκη περικοπής των συντάξεων τις οποίες μάλιστα χαρακτηρίζει εξαιρετικά «γενναιόδωρες».
Σε άρθρο του που αναρτήθηκε αργά το βράδυ της Πέμπτης στην ιστοσελίδα του IMF, o Τόμσεν επιχειρεί σε τρεις σελίδες να αποσαφηνίσει τη στάση του ΔΝΤ επί του ελληνικού ζητήματος. Μεταξύ άλλων τάσσεται υπέρ της ελάφρυνσης του χρέους ενώ θεωρεί επιβεβλημένη την περικοπή της συνταξιοδοτικής δαπάνης.
Υποστηρίζει επίσης ότι η κοινωνική προστασία δεν μπορεί να γίνεται μέσα από το συνταξιοδοτικό και ότι γι’ αυτό το σκοπό απαιτείται ένα βιώσιμο κοινωνικό πρόγραμμα. Ουσιαστικά, εκτιμά ότι τα περιθώρια αύξησης της φορολογίας έχουν εξαντληθεί ενώ εκτιμά ότι το επόμενο χρονικό διάστημα τόσο η ελληνική κυβέρνηση όσο και οι ευρωπαίοι εταίροι θα πρέπει να πάρουν δύσκολες αποφάσεις.
Ολόκληρο το άρθρο του Πολ Τόμσεν έχει ως εξής:
Έχοντας τραβήξει την Ελλάδα με επιτυχία από το χείλος του γκρεμού πέρυσι το καλοκαίρι, και ακόλουθα αφού σταθεροποίησε την οικονομία, η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα τώρα συζητά με τους Ευρωπαίους εταίρους της και με το ΔΝΤ ένα περιεκτικό πολυετές πρόγραμμα που μπορεί να εξασφαλίσει μια διαρκή ανάκαμψη και να καταστήσει βιώσιμο το χρέος. Ενώ οι συζητήσεις συνεχίζονται, υπήρξαν ορισμένες παρανοήσεις σχετικά με τις απόψεις και το ρόλο του ΔΝΤ στην όλη διαδικασία. Θεώρησα λοιπόν χρήσιμο να αποσαφηνίσω τα θέματα αυτά.
Υπάρχουν ισχυρισμοί ότι το ΔΝΤ έχει συνδέσει τη συμμετοχή του με δρακόντειες κοινωνικές μεταρρυθμίσεις, ιδιαίτερα στο ασφαλιστικό. Αυτό δεν αντανακλά την πραγματικότητα. Σε τελική ανάλυση, τα νούμερα ενός προγράμματος πρέπει να βγαίνουν: ο συνδυασμός των μεταρρυθμίσεων συν την ελάφρυνση του χρέους πρέπει να δίνουν σε εμάς και στη διεθνή κοινότητα εύλογες διασφαλίσεις ότι στο τέλος του επόμενου ελληνικού προγράμματος, σχεδόν μετά από μια δεκαετία εξάρτησης από τη βοήθεια της Ευρώπης και του ΔΝΤ, η Ελλάδα θα μπορέσει τελικά να σταθεί στα πόδια της. Αυτό προϋποθέτει μια αντίστροφη εξισορρόπηση της φιλοδοξίας των μεταρρυθμίσεων και του ύψους της ελάφρυνσης του χρέους -μπορούμε σίγουρα να υποστηρίξουμε ένα πρόγραμμα με λιγότερο φιλόδοξες μεταρρυθμίσεις, όμως αυτό αναπόφευκτα θα ενείχε μια μεγαλύτερη ελάφρυνση του χρέους.
Με αυτό κατά νου, όσες μεταρρυθμίσεις και να γίνουν, δεν θα μπορέσουν να καταστήσουν το ελληνικό χρέος βιώσιμο χωρίς την ελάφρυνση του, και από την άλλη μεριά, όσες ελαφρύνσεις του χρέους και να γίνουν δεν θα μπορέσουν να καταστήσουν βιώσιμο το ελληνικό ασφαλιστικό σύστημα χωρίς ασφαλιστικές μεταρρυθμίσεις. Πρέπει να γίνουν και τα δύο. Αναμφίβολα, η Ελλάδα και οι Ευρωπαίοι εταίροι της θα πρέπει να πάρουν δύσκολες πολιτικές αποφάσεις στους επόμενους μήνες, ώστε να καταλήξουν σε ένα πρόγραμμα που είναι βιώσιμο -ένα πρόγραμμα με νούμερα που βγαίνουν.
Τέτοιες δύσκολες αποφάσεις δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται επιδερμικά κάνοντας μη ρεαλιστικές υποθέσεις. Αν και υπάρχει μεγάλο περιθώριο για την αύξηση της παραγωγικότητας με μεταρρυθμίσεις, η τελευταία εξαετία έδειξε ότι το εύρος και ο ρυθμός των μεταρρυθμίσεων που μπορεί να αποδεχτεί η Ελληνική κοινωνία δεν συνάδει με την πρώιμη βελτίωση της παραγωγικότητας και με τη βιώσιμη ανάπτυξη. ‘Έτσι λοιπόν, οι υποθέσεις ότι η Ελλάδα μπορεί απλά να ξεπεράσει το πρόβλημα του χρέους της χωρίς την ελάφρυνσή του -με μια γρήγορη μετάβαση από τη χαμηλότερη στην υψηλότερη αύξηση της παραγωγικότητας μέσα στην Ευρωζώνη- δεν είναι αξιόπιστες. Ομοίως, η κατά πολύ περιορισμένη επιτυχία στην καταπολέμηση της περιβόητης φοροδιαφυγής στην Ελλάδα - για να πληρώσουν οι ευκατάστατοι το δίκαιο μερίδιό τους- σημαίνει ότι οι μεταρρυθμίσεις στο ασφαλιστικό δεν μπορούν να αποφευχθούν κάνοντας απλά υποθέσεις ότι θα γίνουν υψηλότερες εισπράξεις φόρων στο μέλλον.
Γιατί τόση μεγάλη επικέντρωση στις ασφαλιστικές μεταρρυθμίσεις; Παρά τις ασφαλιστικές μεταρρυθμίσεις του 2010 και του 2012, το Ελληνικό ασφαλιστικό σύστημα παραμένει σε οικονομικά- απλησίαστα και γενναιόδωρα επίπεδα. Για παράδειγμα, οι τυπικές συντάξεις σε ονομαστικούς όρους Ευρώ, είναι σε γενικές γραμμές παρόμοιες στην Ελλάδα και στη Γερμανία, αν και η Γερμανία -με μέτρο το μέσο μισθό- είναι δύο φορές πιο πλούσια από την Ελλάδα. Πρέπει επίσης να προσθέσουμε ότι οι Έλληνες εξακολουθούν να συνταξιοδοτούνται πολύ πιο νωρίς από τους Γερμανούς, και ότι οι Γερμανία είναι πιο αποτελεσματική στην είσπραξη των ασφαλιστικών εισφορών. Το αποτέλεσμα είναι ότι ο Ελληνικός προϋπολογισμός χρειάζεται να μεταφέρει περίπου το 10% του ΑΕΠ για να καλύψει το μεγάλο κενό στο ασφαλιστικό σύστημα, σε σύγκριση με τον Ευρωπαϊκό μέσο όρο που είναι 2½ τοις εκατό. Σαφώς, αυτό δεν είναι βιώσιμο.
Δεν μπορεί όμως η Ελλάδα να προστατέψει τους συνταξιούχους κάνοντας περικοπές αλλού ή αυξάνοντας τους φορολογικούς συντελεστές; Υπάρχει κάποιο περιθώριο για τα μέτρα αυτά, όμως είναι πολύ περιορισμένο. Το μεγαλύτερο μέρος των άλλων δαπανών έχει ήδη κοπεί δραστικά στην προσπάθεια να προστατευτούν οι συντάξεις και οι κοινωνικές παροχές, ενώ η δυστοκία στη διεύρυνση της βάσης και στη βελτίωση της συμμόρφωσης έχει ήδη προκαλέσει μεγάλη εξάρτηση από υψηλούς φορολογικούς συντελεστές. Για να πετύχει τον φιλόδοξο μεσοπρόθεσμο στόχο της για πρωτογενές πλεόνασμα 3½ τοις εκατό του ΑΕΠ, η Ελλάδα θα πρέπει να πάρει μέτρα της τάξης περίπου του 4-5 τοις εκατό του ΑΕΠ. Δεν μπορούμε να δούμε πώς μπορεί να το πετύχει αυτό η Ελλάδα χωρίς σημαντικές εξοικονομήσεις στις συντάξεις.
Βέβαια, οι μεταρρυθμίσεις στο ασφαλιστικό θα είναι κοινωνικά δύσκολες για τον Ελληνικό λαό, ο οποίος έχει αντιμετωπίσει σημαντικές δυσκολίες τα τελευταία χρόνια. Στην πράξη, οι κοινωνικές πιέσεις έχουν ήδη εξαναγκάσει τόσο τις προηγούμενες όσο και την τωρινή κυβέρνηση να κάνουν αναστροφές στην πορεία και, δυστυχώς, η Ελλάδα έχει απομακρυνθεί περισσότερο από την επίτευξη των μεσοπρόθεσμων στόχων της συγκριτικά με τα μέσα του 2014, πριν από την εξάλειψη ενός πρωτογενούς πλεονάσματος που αποδείχθηκε προσωρινό, από μια σημαντική δημοσιονομική χαλάρωση. Από την άποψη αυτή, η Κυβέρνηση έχει δίκιο να επισημαίνει ότι οι συντάξεις στην Ελλάδα έχουν μια ευρύτερη κοινωνική λειτουργία. Όμως, η χρήση των συντάξεων με τον τρόπο αυτό δεν αποτελεί βιώσιμη λύση. Αυτό που χρειάζεται -και που είναι κάτι που το ΔΝΤ υποστηρίζει- είναι ένα σύγχρονο κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας που είναι μεσοπρόθεσμα βιώσιμο.
Θα μπορούσε ένας στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα πολύ χαμηλότερος από το 3½ τοις εκατό του ΑΕΠ να κάνει την απαραίτητη ασφαλιστική μεταρρύθμιση λιγότερο απαιτητική; Αυτό εύλογα αποτελεί ένα επίμαχο θέμα ανάμεσα στους Ευρωπαίους εταίρους της Ελλάδας, κατά ένα μέρος γιατί αρκετοί εταίροι είναι αναγκασμένοι να έχουν παρόμοια υψηλά πλεονάσματα για να διατηρήσουν τη βιωσιμότητα του χρέους τους, και κατά ένα άλλο μέρος γιατί ορισμένες από τις χώρες που στην πραγματικότητα θα κληθούν να πληρώσουν την ελάφρυνση του Ελληνικού χρέους είναι πιο φτωχές από την Ελλάδα και πληρώνουν λιγότερο γενναιόδωρες συντάξεις στους δικούς τους λαούς. Με την Ευρωζώνη να βρίσκεται ακόμη μακριά από την επίτευξη μιας πολιτικής ένωσης, ένας συμβιβασμός θα πρέπει να αντανακλά αυτούς τους πολιτικούς περιορισμούς. Το ΔΝΤ είναι διατεθειμένο να εργαστεί με το συνδυασμό μεταρρυθμίσεων και ελάφρυνσης του χρέους που μπορεί να συμφωνηθεί μεταξύ της Ελλάδας και των Ευρωπαίων εταίρων της. Όμως, και πάλι τα νούμερα πρέπει να βγαίνουν.
Το ΔΝΤ δεν θέλει να εφαρμόσει η Ελλάδα μια δρακόντεια δημοσιονομική προσαρμογή σε μια οικονομία που ήδη βρίσκεται σε σοβαρή ύφεση. Στην πράξη έχουμε επανειλημμένα υποστηρίξει μια πορεία δημοσιονομικής προσαρμογής που στηρίζει περισσότερο μια πιο βραχυπρόθεσμη ανάκαμψη η οποία μεσοπρόθεσμα είναι πιο ρεαλιστική. Ακόμη δεν έχουμε δει ένα αξιόπιστο σχέδιο για τον τρόπο που η Ελλάδα θα πετύχει τον πολύ φιλόδοξο μεσοπρόθεσμο στόχο του πλεονάσματος, που είναι το κλειδί στα τα σχέδια της Κυβέρνησης για την αποκατάσταση της βιωσιμότητας του χρέους. Αυτή η έμφαση στην αξιοπιστία έχει καίρια σημασία για τη δημιουργία εμπιστοσύνης στους επενδυτές, που είναι ζωτική για την αναζωογόνηση της Ελλάδας. Ένα σχέδιο που είναι βασισμένο σε υπερβολικά αισιόδοξες παραδοχές σύντομα θα προκαλέσει την επανεμφάνιση φόβων για την έξοδο της Ελλάδας από την Ευρωζώνη και θα καταπνίξει το επενδυτικό κλίμα.
Ο απώτερος στόχος της συνεργασίας του ΔΝΤ με την Ελλάδα είναι να βοηθήσει τη χώρα να ξαναμπεί στο δρόμο της βιώσιμης ανάπτυξης, που θα ωφελήσει τον Ελληνικό λαό. Το ΔΝΤ θα υποστηρίξει τις Ελληνικές Αρχές και τους Ευρωπαίους εταίρους τους στην κατάρτιση ενός προγράμματος μεταρρυθμίσεων και ελάφρυνσης του χρέους στο οποίο τα νούμερα θα βγαίνουν. Υπάρχουν δύσκολες επιλογές που πρέπει να γίνουν, όμως είναι σημαντικό να γίνουν για να μην χαθούν οι προσπάθειες που έκανε η Ελλάδα τα τελευταία έξι χρόνια.
ΠΗΓΗ: ergasianet.gr
Ο ΑΦΑΝΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΑΓΡΟΤΩΝ ΩΣ ΑΝΑΓΚΑΙΟΤΗΤΑ ΕΦΑΡΜΟΓΗΣ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΙΚΩΝ ΤΗΣ ΕΕ
Γράφτηκε από τον Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

Των ΒΑΓΓΕΛΗ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ* και ΚΑΛΛΙΝΙΚΟΥ ΝΙΚΟΛΑΚΟΠΟΥΛΟΥ**
Στο θέμα της φορολόγησης των αγροτών, παρατηρείται έντονη συσκότιση και στρεψοδικία από διάφορους κυβερνητικούς ‘κύκλους’, για να αποφευχθεί να δοθεί μία σαφής απάντηση στο αν οι αγρότες μπορούν να επιβιώσουν στοιχειωδώς με το νέο προβλεπόμενο σύστημα. Η ποσοτική εφαρμογή των δεδομένων σύμφωνα με το νέο σύστημα φορολόγησης λογιστικού εισοδήματος, με βάση την υποχρεωτική τήρηση βιβλίων όπου όλοι οι αγρότες αντιμετωπίζονται ως ατομικοί επιχειρηματίες, είναι σαφής. Εφόσον τα φορολογικά και ασφαλιστικά ποσοστά είναι αυτά που προβλέπονται από το σχέδιο νόμου, τότε αν Ψ τα μικτά λογιστικά κέρδη οποιουδήποτε αγρότη (πριν τις ασφαλιστικές εισφορές, που εκπίπτουν μόνο αν πληρωθούν εμπρόθεσμα αφού έχουν πληρωθεί όλα τα άλλα κόστη) ο φόρος και οι εισφορές συνολικά είναι: 0,2Ψ [20% ασφαλιστικές εισφορές για σύνταξη] + 0,07Ψ [7% εισφορές για περίθαλψη] + (0,26 Χ 0,73)Ψ [26% για φόρο εισοδήματος, όπου 0,73Ψ είναι το φορολογητέο καθαρό εισόδημα μετά την αφαίρεση εισφορών] + 0,25 Χ (0,26 Χ 0,73)Ψ [το 25% είναι η 100% προκαταβολή φόρου για την επόμενη χρονιά που συμψηφίζεται με την προκαταβολή προηγούμενου έτους στο 75%] +650 [το χαμηλότερο τέλος επιτηδεύματος]= 0,507Ψ + 650.
Συμπερασματικά κάθε αγρότης, ασχέτως μεγέθους παραγωγής, τζίρου και λογιστικών κερδών θα πληρώσει άνω του 50% !!!!! των μεικτών εισοδημάτων του συν 650 ευρώ ως τέλος επιτηδεύματος (ως μεικτά νοούνται τα εισοδήματα προ ασφαλιστικών εισφορών, δηλαδή ότι απομένει τελικά για ατομικές δαπάνες κάθε είδους, εκτός της παραγωγικής δραστηριότητάς του ως επαγγελματία, ενώ οι ασφαλιστικές εισφορές θα εκπίπτουν για τον υπολογισμό του φόρου μόνο αν πληρωθούν εμπρόθεσμα, αφού έχουν πληρωθεί όλα τα άλλα κόστη). Προκύπτει με απόλυτη σαφήνεια ότι φορολογούνται με το ΙΔΙΟ πολύ υψηλό ποσοστό ΟΛΟΙ οι αγρότες, κάτι που σημαίνει ότι μόνο από ένα μέγεθος τζίρου και κερδών και πάνω θα έχουν ένα διαθέσιμο εισόδημα, μετά από φόρους και εισφορές, για να επιβιώσουν. Θεωρώντας ως όριο οικογενειακής επιβίωσης το ποσό των 12.000 ευρώ, για μια αγροτική πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησης 4μελή οικογένεια με 2 παιδιά, πρέπει να ισχύει το Ψ – 0,507Ψ – 650 >= 12.000 (το απομένον για επιβίωση μετά την επιβολή κάθε είδους φορολόγησης και εισφοράς). Λύνοντας την απλή εξίσωση, προκύπτει ότι θα επιβιώσουν μόνο οι τετραμελής αγροτικές οικογένειες με δηλωμένα λογιστικά κέρδη από περίπου 25.672 ευρώ και πάνω, όταν το μέσο δηλωθέν αγροτικό εισόδημα είναι 2.500 ευρώ*1. Άρα όντως οδηγούνται στον αφανισμό οι μικροί και η συντριπτική πλειοψηφία των μικρομεσαίων αγροτών και επιβιώνουν οι μεγάλοι, με το πρόσχημα ότι επιτέλους φορολογούνται και αυτοί ειδικά οι ‘μεγαλοαγρότες’ (κάτι που αν όντως συνέβαινε δεν θα θεωρούνταν κακό).
Κατανοώντας ότι δεν ταυτίζονται τα δηλωθέντα με τα πραγματικά εισοδήματα, υποθέτουμε ότι όταν ο μέσος αγρότης δηλώνει 2.500 ευρώ υποκρύπτει εισοδήματα, που μαζί με τις αφορολόγητες επιδοτήσεις του δίνουν έναν συντελεστή επί 2 με μέγιστο το 4 στο συνολικό του εισόδημα από γεωργικές εργασίες, δηλαδή το πραγματικό συνολικό ετήσιο μέσο εισόδημά του κυμαίνεται μεταξύ 5.000 και 10.000 ευρώ, με δεδομένο ότι η μάζα των αγροτικών επιδοτήσεων δεν υπερβαίνει τις 2.000 ευρώ για τη συντριπτική πλειοψηφία των αγροτών*2,*3. Φυσικά το νέο σύστημα, ως σύνηθες, θα έχει ΚΑΙ τη δυνατότητα φορολόγησης με τεκμήρια*2, «τιμωρώντας» με ακόμα υψηλότερο φόρο την αληθινή ή θεωρητική (και άδικα καταλογιζόμενη) απόκρυψη εισοδήματος, ώστε η καταγραφή των λογιστικών κερδών θα είναι πια συνήθως κοντά στην πραγματικότητα, ως προτιμητέα.
Προφανέστατα η λογική είναι ο εξαναγκασμός του αγρότη να πληρώσει περισσότερα και από αυτά που δεν δηλώνει, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είτε με τον τεκμαρτό υπολογισμό είτε με τον λογιστικό και τις υψηλές ασφαλιστικές εισφορές και φόρο, τον οδηγείς στα όρια της μη επιβίωσης, σε ένα περιβάλλον αυξανόμενου κόστους παραγωγής και ζωής και μη ελέγχου τιμών των παραγόμενων προϊόντων του (που είναι οι βασικότεροι λόγοι επιδότησης των αγροτών σε όλες τις αναπτυγμένες κοινωνίες). Θεωρώντας ότι για τους μικρούς και μικρομεσαίους αγρότες τα εισοδήματα, έστω και τα αποκρυπτόμενα, είναι τα διαθέσιμα για την προσωπική και επαγγελματική τους επιβίωση, εξαναγκάζεις τον μικρό και μικρομεσαίο αγρότη να αποχωρήσει από το αγροτικό επάγγελμα, όπου ακόμα και βραχυπρόθεσμα πλέον με αυτές τις αλλαγές θα επιβιώσουν οι μεγαλύτεροι ‘παίκτες’, κάτι που είναι σαφής και ξεκάθαρη επιλογή της ΕΕ για την συγκεντροποίηση της παραγωγής και του κεφαλαίου σε λίγους, ως τη μόνη απάντηση στην ενδημική παγκόσμια καπιταλιστική κρίση και κατ’ επέκταση κρίση της ΕΕ και της ευρωζώνης.
Επίσης οι επιδοτήσεις για την πλειοψηφία των αγροτών, παρά τους γνωστούς μύθους για το αντίθετο, είναι ιδιαίτερα χαμηλές αφού σύμφωνα με στοιχεία του 2011 το 57% των δικαιούχων έλαβαν χρηματικές επιδοτήσεις από 0 έως 2.000 ευρώ/έτος και ένα άλλο 17,6% από 2.000 έως 5.000 ευρώ/έτος (σύνολο 75% των δικαιούχων)*3. ‘Επίσης οι σχετικοί κοινοτικοί πόροι για την Ελλάδα ανέρχονταν στην προηγούμενη περίοδο 2007-2013 στα 2,22 δισ. ευρώ/έτος (2013), ενώ την περίοδο 2014-2020 θα μειωθούν κατά 12% (σε σταθερές τιμές) για να φτάσουν το 2020 περίπου 1,95 δισ. ευρώ/έτος’*3. ‘Σε γενικές γραμμές από αυτούς τους πόρους της ΚΑΠ, στους μικρούς και μεσαίους αγρότες κατέληγε ένα μικρό μόνο μέρος. Αν δούμε την κατανομή των πόρων αυτών στην Ελλάδα ανά κλίμακα π.χ. για το 2011 (δεν διαφέρει ουσιαστικά από χρονιά σε χρονιά), θα διαπιστώσουμε ότι το 74,6% από το σύνολο των δικαιούχων παίρνει μέχρι 5.000 ευρώ και αντιστοιχεί στο 17% των συνολικών πόρων. Συνεπώς, το μεγαλύτερο ποσοστό των επιδοτήσεων κατευθύνεται στους λίγους, μεγαλοκληρούχους και μεταποιητές, ενώ αντίστοιχη είναι και η εικόνα σε επίπεδο ΕΕ, όπου υπολογίζεται ότι το 80% των επιδοτήσεων αποδίδεται στο 20% των αγροτών και το υπόλοιπο 20% στο 80% των αγροτών’*3. Σαφώς λοιπόν οι επιδοτήσεις είναι χαμηλές και θα συνεχίσουν να είναι ακόμη χαμηλότερες, συγκριτικά με αυτές του 2011, ενώ φυσικά επιμερίζονται ως ποσά ανάλογα με το είδος του παραγόμενου προϊόντος και σε ευθεία αναλογία, ανάλογα με το μέγεθος, με την παραγωγή και κυρίως τα δηλωμένα στρέμματα του κάθε αγρότη, ενώ η νέα Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) της ΕΕ αποσυνδέει πλήρως τις επιδοτήσεις από την παραγωγή.
Ο φτωχός αγρότης θα είναι σαφώς χειρότερα από έναν, ήδη εξαθλιωμένο, φτωχό μισθωτό ιδιωτικό υπάλληλο των 500 ευρώ/μήνα με ετήσιο καθαρό εισόδημα 7.000 ευρώ, από το οποίο έχουν ήδη αφαιρεθεί στην πηγή οι ασφαλιστικές εισφορές του και θα πληρώσει ως φόρο εισοδήματος 0 ευρώ. Ο αντίστοιχος, επίσης εξαθλιωμένος, αγρότης με 7.000 ευρώ εισόδημα, αναγκαστικά λόγω νομοθεσίας, ως δηλωμένα ‘κέρδη’ προ ασφαλιστικών εισφορών, θα καταβάλει 4.150 ευρώ, δηλαδή 3.500 ευρώ φόρο και ασφαλιστικές εισφορές συν 650 ευρώ επιτηδεύματος και θα του απομείνουν 2.850 ευρώ για ΕΝΦΙΑ, ΔΕΗ, ΟΤΕ, οικογενειακές δαπάνες διαβίωσης κλπ, ενώ θα λάβει κατά μέσο όρο 2.000 ευρώ επιδότηση, έχοντας ως τελικό ποσό 4.850 ευρώ συνολικά, μετά από κάθε φόρο και εισφορά, για την ικανοποίηση των λοιπών και βιοτικών αναγκών του, όντας σε κατάσταση σαφώς χειρότερη από την περίπτωση του φτωχού εξαθλιωμένου μισθωτού.
Θεωρητικά ο μισθωτός, του παραδείγματός μας, των 7.000 ευρώ/έτος λαμβάνει κανονικά τις ροές εισοδημάτων του ενώ ο αντίστοιχος αγρότης, τον οποίο αντιμετωπίζουν ως ‘επιχειρηματία’ με τα 7.000 ευρώ ‘κέρδη’ , εισπράττει συνήθως με μεγάλη καθυστέρηση τις πληρωμές από τους χονδρέμπορους και τις επιδοτήσεις και υπάρχει και ρίσκο να μην τις λάβει καν, με αποτέλεσμα η καθαρή παρούσα αξία των εισοδημάτων του να μειώνεται περισσότερο από ότι του μισθωτού. Ταυτόχρονα αναλαμβάνει και ρίσκο ρευστότητας, γιατί πρέπει να ξαναγοράσει αναγκαστικά κάποιες βασικές πρώτες ύλες κάθε νέου κύκλου εργασιών για την παραγωγή, ενώ συνήθως ταυτόχρονα εκκρεμούν και προστίθενται σταθερά και απειλητικά οι μόνιμοι-έκτακτοι ατομικοί φόροι όπως ο ΕΝΦΙΑ, δόσεις εξυπηρέτησης παλιών τραπεζικών δανείων, ρυθμίσεις χρεών στο Δημόσιο κλπ. Βέβαια στην πραγματικότητα, τα πάντα είναι υπό διάλυση, λόγω των ‘μνημονιακών’ πολιτικών, και ο μισθωτός συνήθως πληρώνεται με σημαντική ως μεγάλη καθυστέρηση. Με την εφαρμογή αυτής της φορολογικής πολιτικής, καταστρέφεται συνειδητά το ανθρώπινο κεφάλαιο στον αγροτικό κλάδο που είναι ένας κλάδος στρατηγικής σημασίας, από κάθε άποψη, και προστίθεται στα άλλα συντελεσθέντα κοινωνικά εγκλήματα.
Έτσι πληρώνουν ΟΛΟΙ το ίδιο πολύ υψηλό ποσοστό εισοδήματος και από ένα εισόδημα και κάτω, που αφορά τους περισσότερους, δεν θα μπορούν να επιβιώσουν. Εκεί που έπρεπε να υπάρχει γενικό αφορολόγητο ποσό για τα χαμηλά εισοδήματα, χαμηλότερος φόρος στα μεσαία εισοδήματα και υψηλότερος φόρος στα μεγάλα εισοδήματα, υπάρχει ΙΔΙΟΣ ΦΟΡΟΣ για όλους. Μια δίκαιη αναδιανεμητική φορολογική πολιτική, βασιζόμενη στις γενικές αρχές της Δημόσιας Οικονομικής, θα επέβαλε πέραν του γενικού αφορολόγητου για όλους, ανεξαρτήτως προέλευσης και πηγής του εισοδήματος, προσδιοριζόμενου σε ένα ποσό απαραίτητο για τη διαβίωση, και προοδευτική φορολόγηση στη συνέχεια, για το επιπλέον ποσό, με αρκετές κλίμακες στα ποσοστά επιπλέον φορολόγησης. Η ακραία νεοφιλελεύθερη λογική, αντιμετωπίζει μικροεπαγγελματίες και αυτοπασχολούμενους ως μεγάλες επιχειρήσεις και επιχειρηματικούς ομίλους, με δυνατότητες αυτοχρηματοδότησης, αποθέματα και κεφάλαια, προσβλέποντας στην όξυνση και μεγέθυνση της εισοδηματικής ανισοκατανομής.
Οι εφαρμοζόμενες πολιτικές της ΕΕ, συντείνουν στην εξαθλίωση της μεγάλης πλειοψηφίας των εργαζομένων και μετατροπή τους σε μισθωτούς πολυεθνικών επιχειρήσεων και ομίλων υψηλής συγκέντρωσης κεφαλαίου, με περιορισμένα εργασιακά δικαιώματα και υψηλή ανασφάλεια, ως το κυρίαρχο εργασιακό και παραγωγικό μοντέλο. Η επιμονή επιβολής καταστροφικών ‘μεταρρυθμίσεων’, που ουσιαστικά απορυθμίζουν την αγορά εργασίας, καταργώντας εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα δεκαετιών, υπηρετείται από τη σημερινή ελληνική κυβέρνηση που αποδεικνύεται στην πράξη πιο αποφασισμένη και αποτελεσματική από τις προηγούμενες εθελόδουλες ‘μνημονιακές’ κυβερνήσεις. Η επιλογή αφανισμού των μικρών και μικρομεσαίων αγροτών θεωρείται σκόπιμη, απαραίτητη για την επιβίωση κυρίως των μεγάλων αγροτών, που ουσιαστικά είναι εποχιακοί μεγαλο-εργοδότες επιχειρήσεων υψηλής έντασης εργασίας, και λίγων μεγάλων εταιρειών αγροτικής εκμετάλλευσης που θα έχουν πρόσβαση σε Ελληνικά και Ευρωπαϊκά κεφάλαια. Κάτι τέτοιο έχει ήδη συμβεί σε άλλες χώρες της ΕΕ και είναι πιθανό, μετά την επίτευξη του επιθυμητού τους στόχου, η επαναφορά των φορολογικών και ασφαλιστικών ποσοστών στα πρότερα επίπεδα, για τους γνωστούς λόγους της δήθεν “ανταγωνιστικότητας και φορολογικής δικαιοσύνης”.
Οι υπολογισμοί βασίζονται στο φετινό εισόδημα του 2016 που θα φορολογηθεί το 2017 ή στο εισόδημα του 2017 με φορολόγησή του το 2018 ή το μέγιστο στο εισόδημα του 2018 με αποπληρωμή φορολογικών υποχρεώσεων το 2019, σύμφωνα με άλλες πηγές, ανάλογα με το πότε θα οριστικοποιηθούν οι προβλεπόμενες φορολογικές και ασφαλιστικές ‘μεταρρυθμίσεις’ ουσιαστικού θανάτου για την πλειοψηφία των αγροτών. Όταν η προκαταβολή φόρου σταθεροποιηθεί στο 100%, το συνολικό ποσοστό εισφορών και φόρων θα είναι λίγο κάτω από το 50% για τα υψηλότερα εισοδήματα και αρκετά πάνω από το 50% για τα χαμηλότερα και από 60% και πάνω για τα εισοδήματα κάτω των 5.000 ευρώ λόγω τέλους επιτηδεύματος. . Είναι πασιφανές ότι η τωρινή κυβέρνηση Σύριζα-ΑΝΕΛ ακολουθεί και εφαρμόζει τις πολιτικές της ΕΕ, σκληρότερα από ότι έπραξαν οι προηγούμενες κυβερνήσεις, που αντιμετώπιζαν σθεναρές κοινωνικές αντιδράσεις.
*2 Φορολογικός-Λογιστικός κόμβος ενημέρωσης Taxheaven: ΦΟΡΟΛΟΓΙΑ ΑΓΡΟΤΩΝ- 2015
*3 Μανωλάκου Διαμάντω : ‘Η νέα ΚΑΠ 2014-2020’, Κομμουνιστική Επιθεώρηση 2/2014, διαθέσιμο στο http://www.komep.gr/2014-teyxos-2/h-nea-kap-2014-2020
* Άνεργος οικονομολόγος (πτυχιούχος λογιστικής και χρηματοοικονομικής, μεταπτυχιακό δίπλωμα στα οικονομικά) και μπλόγκερ, website: www.everythingispolitics.wordpress.com
** Οικονομολόγος (πτυχιούχος οικονομικών επιστημών, 2ετές μεταπτυχιακό διοίκησης επιχειρήσεων στην τραπεζική/χρηματοοικονομική, μεταπτυχιακός φοιτητής oικονομικών και διοίκησης μονάδων υγείας) – Αναλυτής Πληροφοριακών Συστημάτων (2ετές μεταπτυχιακό δίπλωμα ειδίκευσης στα πληροφοριακά συστήματα), email: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε., website: www.kallinikosnikolakopoulos.blοgspot.com
ΠΗΓΗ: ISKRA.GR
ΟΙ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ ΕΔΩΣΑΝ ΗΧΗΡΟ ΠΑΡΩΝ ΣΤΗΝ ΑΠΕΡΓΙΑ ΣΤΙΣ 4 ΦΛΕΒΑΡΗ. ΤΩΡΑ ΤΙ;
Γράφτηκε από τον Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Του ΓΕΡΑΣΙΜΟΥ ΑΡΑΒΑΝΗ, ΠΡΩΗΝ ΒΟΥΛΕΥΤΗ ΚΑΙ ΜΕΛΟΥΣ ΤΗΣ ΚΕ ΤΟΥ ΚΚΕ*
Η απεργιακή κινητοποίηση της 4 Φλεβάρη είχε σημαντική επιτυχία. Μετά από τρία χρόνια που το εργατικό και το λαϊκό κίνημα περνούσε περίοδο μεγάλης ύφεσης φαίνεται ότι μπροστά στη νέα επίθεση που επιχειρεί εναντίον των εργαζομένων με το τρίτο μνημόνιο η κυβέρνηση, η αστική αντιπολίτευση και η ΕΕ, μπροστά στον κίνδυνο της οριστικής συντριβής ευρύτατων στρωμάτων του λαού, εργατοϋπαλληλικών και μικροαστικών, έχουμε μια αναζωογόνηση των αγωνιστικών διαθέσεων.
Η μεγάλη αυτή κινητοποίηση είχε κατά βάση αυθόρμητο χαρακτήρα. Όχι ότι έλειψαν οι συνειδητές προσπάθειες και η δράση συνδικαλιστικών και πολιτικών δυνάμεων για την επιτυχία της, αλλά τα ευρύτερα λαϊκά τμήματα τα κινητοποίησε η ίδια η επίθεση της κυβέρνησης, η αγανάκτησή τους και ο φόβος μπροστά στα νέα μέτρα που έρχονται, καθώς και το κλίμα που καλλιεργήθηκε από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης για τους δικούς τους λόγους. Αυτά τα στοιχεία προσδιόρισαν και το χαρακτήρα της κινητοποίησης αυτής που κατά βάση ήταν ένας αμυντικός αγώνας. Ο βασικός προσανατολισμός ήταν η απόσυρση των αντεργατικών μέτρων. Αυτό είναι κατανοητό, αλλά στην πορεία πρέπει να μπολιαστούν τα αμυντικά αιτήματα με διεκδικήσεις που θα δώσουν και άλλο περιεχόμενο στους αγώνες.
Μια σύντομη αναφορά σε ορισμένα ακόμη βασικά χαρακτηριστικά της κινητοποίησης αυτής. Για το ποσοστό των απεργών γενικά και κατά κλάδο δεν υπάρχουν ακόμη, δεν έχουν δημοσιοποιηθεί, συγκεκριμένα στοιχεία. Ίσως το επόμενο διάστημα υπάρξουν, αν και πολύ αμφιβάλλουμε. Φαίνεται όμως ότι, το ποσοστό των απεργών εργατοϋπαλλήλων ήταν σημαντικά μεγαλύτερο από τις προηγούμενες απεργίες, στους περισσότερους κλάδους όμως και τις μεγάλες επιχειρήσεις κυμάνθηκε σε χαμηλά επίπεδα. Η μαζική συμμετοχή στα απεργιακά συλλαλητήρια, ασυνήθιστη τα τελευταία, χαρακτηρίζει τα συλλαλητήρια σε όλες τις πόλεις της χώρας. Σημαντικό παρόν έδωσε η εργατική τάξη, οι άνεργοι, γενικά οι μισθωτοί και οι δημόσιοι υπάλληλοι, μεγάλη για τα δεδομένα τους ήταν η συμμετοχή των μικροαστικών στρωμάτων της πόλης και των αγροτών. Πρέπει να σημειωθεί το συντριπτικό ποσοστό των καταστημάτων και μικρών επιχειρήσεων που απέργησαν και των επιστημόνων ελεύθερων επαγγελματιών. Να σημειώσουμε επίσης το μεγάλο αγώνα των αγροτών που σε μεγάλο βαθμό έδωσε και δίνει τον τόνο στην κινητοποίηση.
Το στοιχείο αυτό φανερώνει την μεγάλη αγωνιστική διάθεση των μικροαστικών στρωμάτων, φέρνει στην επιφάνεια τη μεγάλη κρίση παραδοσιακών συμπεριφορών τους και κυρίως του σταθερού προσανατολισμού τους στη συμμαχία με την αστική τάξη. Οι βάσεις της συμμαχίας αυτής έχουν κλονιστεί. Αυτό δεν σημαίνει ότι διέρρηξαν ολοκληρωτικά τους δεσμούς τους με την αστική τάξη και τον αστικό πολιτικό κόσμο, αλλά ένα μεγάλο κλονισμό των σταθερών πεποιθήσεων και των συμπεριφορών τους, πάνω στις οποίες το εργατικό κίνημα και η Αριστερά μπορούν να παρέμβουν και να διαμορφώσουν θετικά αποτελέσματα.
Ως σχετική αδυναμία επισημαίνουμε τη μικρή συμμετοχή της εργαζόμενης νεολαίας. Ήταν εμφανής η παρουσία των φοιτητών και των κομματικών νεολαιών, αλλά έλειπαν οι νέοι εργάτες και εργαζόμενοι μέσα από το σωματεία τους, που δείχνει και τους δεσμούς των νέων με τα συνδικάτα και την επίδραση γενικότερα στη νεολαία.
Το συμπέρασμα που βγαίνει είναι ότι στη φάση αυτή η εργατική τάξη και συνολικά ο εργαζόμενος λαός και η νεολαία δείχνουν ετοιμότητα να αγωνιστούν μαζικά, να αντισταθούν στα σχέδια της κυβέρνησης και των συμμάχων της, να αποκρούσουν τα νέα αντιλαϊκά μέτρα. Ο αγώνας αυτός μπορεί να αποτελέσει παρακαταθήκη για ένα κίνημα που δεν θα έχει παροδικό χαρακτήρα, αλλά βάθος, συνέχεια και προοπτική αποτελεσματικής αντίστασης και ρήξης.
Και σε αυτή τη φάση οι εργαζόμενοι βγαίνουν μπροστά, δείχνουν διάθεση να κάνουν το καθήκον τους. Αυτό όμως δεν φτάνει, όπως δεν έφθασε και η μεγάλη έξαρση των αγώνων του 2010-2012, την εποχή του πρώτου μνημονίου για να αμφισβητηθούν οι αστικοί σχεδιασμοί. Πρέπει, όπως και τότε, να σμίξει η αγωνιστική διάθεση των εργαζομένων με την ετοιμότητα της πολιτικής καθοδήγησης τους να διαμορφώσει ολοκληρωμένο πολιτικό σχέδιο και όχι αμυντικά αιτήματα μόνο, ολοκληρωμένο σχέδιο αντιμετώπισης της κρίσης υπέρ του λαού και στην κατεύθυνση βαθύτερων αλλαγών στην προοπτική του σοσιαλισμού.
Από τη σκοπιά των δυνάμεων της κομμουνιστικής και ριζοσπαστικής αριστεράς, οι οποίες μπορούν να ηγηθούν αυτού του αγώνα οι ενδείξεις μέχρι στιγμής δεν είναι ενθαρρυντικές. Φαίνεται ότι βαδίζουν περίπου στον ίδιο με προηγούμενα δρόμο. Μια ξεχωριστή παράλληλη πορεία, στηριγμένη καθεμιά στη δική της αλήθεια και με επίκεντρο τις δικές της επιδιώξεις. Ενδεικτική είναι η πρόσκληση από πλευράς ΑΝΤΑΡΣΥΑ για συζήτηση και συνεννόηση των δυνάμεων της αριστεράς για συντονισμό και στήριξη των αγώνων πάνω σε συγκεκριμένο πλαίσιο με άξονα το ασφαλιστικό, το συντονισμό τους μέσα στους εργαζόμενους και τα συνδικάτα τους, που θα μπορούσε να διαμορφώσει το έδαφος για συνεργασία με μεγαλύτερο πολιτικό βάθος στην πορεία. Το ΚΚΕ απάντησε μέσω του Ριζοσπάστη ότι η πρωτοβουλία αυτή δεν έχει βάση, δεν εκφράζει πραγματικές ανάγκες. Αντίθετα τείνει να υποκαταστήσει το εργατικό και λαϊκό κίνημα, τα όργανα και τις διαδικασίες του, ενώ η ΛΑΕ δεν παραβρέθηκε στην κοινή συνάντηση, δεν υπέγραψε την κοινή ανακοίνωση και προτίμησε την έκδοση κοινής ανακοίνωσης με την ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Στο άμεσο μέλλον δεν φαίνεται κάτι να αλλάζει τη στάση των κομμάτων και κυρίως του ΚΚΕ και αναφερόμαστε σε αυτό γιατί πρόκειται για τη μεγαλύτερη πολιτική δύναμη με σημαντική αναφορά στο εργατικό κίνημα και το λαό και με τις περισσότερες δυνατότητες. Αυτό βεβαίως δεν πρέπει να εμποδίσει όλες τις άλλες δυνάμεις, οργανώσεις και συλλογικότητες να προχωρήσουν τη συζήτηση και συνεργασία τους, να αρχίσει να διαμορφώνεται μια ορισμένη πολιτική βάση με την αντίστοιχη επίδραση στο λαό και στους μαζικούς αγώνες.
Απ` ό,τι φαίνεται οι όροι και οι σχεδιασμοί της κυβέρνησης δεν αλλάζουν. Θα προωθήσει την επιβολή των μέτρων αυτών, κάνοντας ορισμένους ελιγμούς για να διαιρέσει τους εργαζόμενους και να διασπάσει το αγωνιστικό μέτωπο. Οι προσπάθειες αυτές είναι πλέον εμφανείς κυρίως στους αγρότες αλλά και στους επαγγελματίες και επιστήμονες της πόλης. Κατά συνέπεια τίθεται επιτακτικά η ανάγκη να δυναμώσουν και να κλιμακωθούν οι αγώνες. Αυτή είναι και η πρώτη προτεραιότητα αυτή τη στιγμή, να σχεδιαστεί η κλιμάκωση των αγώνων.
Θεωρούμε ότι για να είναι επιτυχής αυτή η προσπάθεια πρέπει η παρέμβαση να προωθεί ορισμένους στόχους:
Τη διαμόρφωση συγκεκριμένου σχεδίου ανάπτυξης και κλιμάκωσης των αγώνων με βασικά του σημεία την πλατιά κινητοποίηση των εργαζομένων, να ξεκαθαριστεί ως μοναδικός στόχος του κινήματος η σύγκρουση με όλα τα μέσα για την απόκρουση των μέτρων και σε αυτή τη βάση να καθοριστούν οι μορφές πάλης. Δεν μπορούν πλέον να είναι οι εικοσιτετράωρες σποραδικές απεργίες, οι αποσπασματικές ενέργειες και ακόμη περισσότερο δράσεις που διαχωρίζουν αντί να ενώνουν τους εργαζόμενους. Βασική διεκδίκηση είναι η ανατροπή των αντιασφαλιστικών μέτρων, η συνολική ακύρωση της αντιλαϊκής πολιτικής και να τεθούν στο κίνημα και τη μαζική διεκδίκηση μεγάλα πολιτικά αιτήματα με κεντρικό τον αγώνα εναντίον της ΕΕ με στόχο την αποδέσμευση από αυτή.
Δεύτερος στόχος πρέπει να είναι η εργατική τάξη να παίξει τον καθοδηγητικό και πρωτοπόρο ρόλο της στο ευρύτατο κίνημα που αναπτύσσεται. Προϋπόθεση φυσικά για αυτό είναι να διαμορφώσει η ίδια η εργατική τάξη την ενότητα δράσης της, ώστε η παρέμβαση της να βοηθά τμήματα των ενδιάμεσων μικροαστικών στρωμάτων, ιδιαίτερα των ταξικά χαμηλότερων, να αποκολληθούν από τους δεσμούς και τη συμμαχία με την αστική τάξη και να προσεγγίσουν πιο σταθερά την εργατική τάξη και το κίνημα της. Βασική προϋπόθεση γι` αυτό είναι η προσέγγιση των στρωμάτων αυτών όπως πραγματικά είναι και όχι να αντιμετωπίζονται συλλήβδην ως αντίπαλοι και πολλές φορές ως οι χειρότεροι αντίπαλοι.
Πρόκειται για κοινωνικές δυνάμεις με μεγάλη ταξική διαφοροποίηση και φυσικά διαφοροποιημένα συμφέροντα. Πρέπει να κατανοηθεί ότι τα συμφέροντα του μεγαλογιατρού, του κλινικάρχη, των ιδιοκτητών των διαγνωστικών κέντρων, λίγη σχέση έχουν με αυτά των νέων συνοικιακών γιατρών. Αντίστοιχα αυτό ισχύει για τους μηχανικούς, για τα λογιστικά γραφεία, για τα συνοικιακά μαγαζιά κ.λπ. Η εργατική τάξη και η εργατική πολιτική πρέπει να κάνουν με συνέπεια αυτή τη διάκριση και σε αυτή τη βάση να οργανώνει την πολιτική συμμαχιών της.
Η ίδια η φύση των στρωμάτων αυτών διαμορφώνει και την πολιτική συμπεριφορά τους, την τάση τους να ταλαντεύονται και να προσεγγίζουν είτε την εργατική τάξη είτε συνηθέστατα την αστική τάξη. Σε συνθήκες όμως μεγάλης οικονομικής και πολιτικής κρίσης και γενικότερα όταν ο ταξικός συσχετισμός διαφοροποιείται και η αστική τάξη αντιμετωπίζει σημαντικά προβλήματα και κυρίως όταν είναι αναγκασμένη να πάρει σοβαρά μέτρα εναντίον των στρωμάτων αυτών που οδηγούν στο ξεκλήρισμα ευρύτερων τμημάτων τους, όπως στη σημερινή συγκυρία, οι συνθήκες είναι οι καλύτερες δυνατές για το εργατικό κίνημα.
Η πλατιά συμπαράταξη εργατοϋπαλλήλων, επαγγελματιών, εργαζομένων επιστημόνων, αγροτών στην τελευταία απεργία έγινε δυνατή, διότι από κοινού αντιπάλεψαν το αντιασφαλιστικό νομοσχέδιο, τη βαριά φορολογία και γενικότερα την αντιλαϊκή πολιτική. Η συμπαράταξη ευρύτερων κοινωνικών δυνάμεων δεν μπορεί να επιδιωχθεί, ούτε να έχει αποτελέσματα στη βάση των όποιων παραχωρήσεων είναι διατεθειμένη να κάνει η αστική τάξη, ούτε και πάνω στο στόχο της διεκδίκησης του σοσιαλισμού, αλλά πάνω στον αγώνα για την επιβίωση εναντίον των μονοπωλίων και του κράτους, εναντίον ιμπεριαλισμού. Αυτό έδειξε η τελευταία κινητοποίηση αλλά και η μεγαλειώδεις αγώνες την εποχή του πρώτου μνημονίου.
Τρίτος στόχος είναι η επιδίωξη ενωτικού αγωνιστικού συντονισμού των αγωνιζόμενων δυνάμεων μέσω των σωματείων και των συλλόγων τους, η δημιουργία συντονιστικών επιτροπών αγώνα ανοιχτών σε κάθε ενδιαφερόμενο, σε κάθε χώρο και περιοχή που θα ηγηθούν και θα οργανώσουν τον αγώνα αυτόν με μέτωπο στην αντιλαϊκή πολιτική και στον κυβερνητικό και εργοδοτικό συνδικαλισμό.
*Πηγή: ergatikosagwnas.gr
Ξεφούσκωμα και κλείσιμο των κινητοποιήσεων ή κλιμάκωση τους με στόχο τη νίκη;
Γράφτηκε από τον Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Γράφει ο Δ. Δημητριάδης.
Μια βδομάδα πέρασε από τη μεγάλη πανελλαδική απεργία και τα ογκώδη συλλαλητήρια της εργατικής τάξης και γενικότερα των εργαζομένων και η κυβέρνηση φαίνεται να είναι σε δύσκολη θέση. Από τη μια το μνημόνιο που υπέγραψε και θέλει να το εφαρμόσει και οι δανειστές που δεν είναι διατεθειμένοι να κάνουν σκόντο και από την άλλη ο εργαζόμενος λαός που θα συντριβεί ολοκληρωτικά από τα μέτρα που το 3ο μνημόνιο προβλέπει και θα προωθηθούν προς ψήφιση. Οι συνθήκες αυτές καθιστούν αναγκαία τη συνέχιση και κλιμάκωση των αγώνων χωρίς καμιά καθυστέρηση.
Οι προσπάθειες της κυβέρνησης να κάμψει ένα τμήμα των αγροτών και να αρχίσει η αποκλιμάκωση των μπλόκων, ως την οριστική εγκατάλειψη τους είναι συνεχείς. Κινήθηκαν όλοι οι μηχανισμοί και οι θεσμοί του κράτους και των αστικών πολιτικών κομμάτων με κορυφαία την πρόσφατη παρέμβαση του πρωθυπουργού. Δεν φαίνεται ότι η κυβέρνηση είναι διατεθειμένη για ουσιαστικές αλλαγές στο περιεχόμενο του προσχεδίου, εξάλλου διαμηνύθηκε πρόσφατα από κορυφαίο κυβερνητικό στέλεχος ότι η κυβέρνηση δεν έχει τίποτε να δώσει, παρά μόνο ορισμένες ελάχιστες ελαφρύνσεις που θα ισχύσουν ως το 2018 και παράλληλα συνυπολογίζει την κόπωση των αγροτών από τις πολυήμερες κινητοποιήσεις τους.
Τα πρώτα σημάδια και οι διαθέσεις συμβιβασμού έχουν ήδη φανεί σε ορισμένα αγροτικά μπλόκα. Η μεγάλη πλειοψηφία, όμως, των αγροτικών μπλόκων οργανώνει την κάθοδο στην Αθήνα. Μετά τι θα επακολουθήσει, πώς θα συνεχίσουν οι αγρότες; Το αγροτικό συλλαλητήριο στο Σύνταγμα που προετοιμάζεται με τη συνδρομή και τη στήριξη των εργαζομένων της πρωτεύουσας θα αποτελέσει ένα βήμα για την παραπέρα κλιμάκωση των αγώνων ή το προοίμιο του κλεισίματος αυτού του κύκλου των αγροτικών κινητοποιήσεων χωρίς ουσιαστική επιτυχία και αποτέλεσμα;
Οι επαγγελματίες, οι μικρέμποροι και οι επιστήμονες, εργαζόμενοι και ελεύθεροι επαγγελματίες φαίνεται να απέρριψαν τις προσπάθειες της κυβέρνησης για συνδιαλλαγή και συμβιβασμό τους, δεν είναι όμως καθόλου σίγουρο πόσο θα το τραβήξουν.
Έχει γίνει πλέον σαφές ότι την υπόθεση του ασφαλιστικού, των ισοπεδωτικών φορολογικών μέτρων, την απόκρουση γενικότερα του 3ου μνημονίου πρέπει να πάρει στα χέρια της η εργατική τάξη και γενικότερα οι μισθωτοί. Μια βδομάδα όμως μετά τη μεγάλη κινητοποίηση καμία συζήτηση για κλιμάκωση των αγώνων με ένα συγκεκριμένο σχέδιο δεν φαίνεται να εξελίσσεται. Η επανάληψη πρακτικών προηγούμενων φάσεων με μια εικοσιτετράωρη κατά την κατάθεση του νόμου στη βουλή και ένα συλλαλητήριο κατά τη συζήτηση του θα είναι η χαριστική βολή στην οποία αξιοπιστία του εργατικού κινήματος απέμεινε στα μάτια της εργατικής τάξης και πρέπει να έχουμε όλοι ξεκάθαρο ότι αυτή την αξιοπιστία δεν θα τη σώσει η ηγεσία της ΓΣΕΕ και οι διάφοροι Παναγόπουλοι, αλλά τα συνδικάτα και οι δυνάμεις, πολιτικές και συνδικαλιστικές, που μάχονται για την εργατική τάξη, το δίκιο και συνολικά για την υπόθεση της.
Όταν λέμε κλιμάκωση εννοούμε άμεσα προκήρυξη μιας απεργίας μεγαλύτερης διάρκειας από την προηγούμενη τουλάχιστον μιας νέας πανελλαδικής πανεργατικής 48ωρης απεργίας, η οποία θα γίνει υπόθεση όχι των ηγετικών ομάδων και των ηγετικών γραφειοκρατικών, αλλά θα εμπλακούν ευρύτατα οι εργατοϋπάλληλοι στην απόφαση και τη διοργάνωση της. Εννοούμε μια πολύμορφη δράση με διαδηλώσεις, καταλήψεις κρατικών κτιρίων, δράση στις συνοικίες και στους χώρους δουλειάς και άλλες μορφές που θα κορυφωθεί στη νέα πανελλαδική απεργία, ογκώδη συλλαλητήρια με αποκλεισμούς των κέντρων των πόλεων και ιδίως της Αθήνας.
Μέχρι σήμερα, δυστυχώς, η δράση της εργατικής τάξης και των μισθωτών, τουλάχιστον η προκήρυξη των απεργιών τους, κρέμεται από τη θέληση και τις διαθέσεις της ηγεσίας της ΓΣΕΕ, η οποία όμως υπηρετεί τα συμφέροντα των επιχειρηματιών και όχι των εργαζομένων. Έχουμε κατ' επανάληψη επισημάνει την ανάγκη τα συνδικάτα και οι δυνάμεις που αναφέρονται στους εργαζόμενους και θέλουν να υπηρετήσουν τα συμφέροντα τους να διαρρήξουν άμεσα αυτή την παρά φύση «συμπόρευση» με την ηγεσία της ΓΣΕΕ. Αυτή τη στιγμή όμως είναι ανάγκη να πιεσθεί για άμεση προκήρυξη απεργίας με τα χαρακτηριστικά που προαναφέραμε. Αν δεν ανταποκριθεί ή κωλυσιεργήσει πρέπει να προκηρύξουν την απεργία τα συνδικάτα, οι ομοσπονδίες και τα εργατικά κέντρα που θα ανταποκριθούν σε ένα πλατύ κάλεσμα γι' αυτό το σκοπό.
Είναι η ώρα της δράσης για να αντιστραφεί η δύσκολη κατάσταση στην οποία εργαζόμενος λαός και το εργατικό κίνημα έχουν περιέλθει.
ΠΗΓΗ: ergatikosagwnas.gr
Μια ενδιαφέρουσα διάσκεψη στη Μαδρίτη: Πανευρωπαϊκός συντονισμός ενάντια στη λιτότητα
Γράφτηκε από τον Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Στις 19, 20 και 21 του Φλεβάρη στη Μαδρίτη θα πραγματοποιηθεί μια ενδιαφέρουσα πανευρωπαϊκή διάσκεψη, «με κύριο στόχο τη ρήξη με το καθεστώς λιτότητας της ΕΕ…».
Η Διάσκεψη της Μαδρίτης έρχεται σε συνέχεια της συνάντησης στο Παρίσι, με τίτλο «Για ένα Σχέδιο Β στην Ευρώπη», που συγκλήθηκε με πρωτοβουλία των: Ζαν Λυκ Μελανσόν (ευρωβουλευτή και συνιδρυτή του Γαλλικού Κόμματος της Αριστεράς), Όσκαρ Λαφοντέν (συνιδρυτή της Die Linke), Στέφανο Φασίνα (βουλευτή της Ιταλικής Αριστεράς), της Ζωής Κωνσταντοπούλου και του Γ. Βαρουφάκη.
Το κάλεσμα για τη Μαδρίτη έχει διευρυνθεί. Μιλώντας για τους πολιτικούς «χώρους», διακρίνουμε την Αριστερά των Podemos (Anticapitalistas), στελέχη του NPA (Γαλλία) και της 4ης Διεθνούς, του πορτογαλικού Μπλόκο (Φραντσίσκο Λούσα), του CUP (Καταλονία), της Λαϊκής Ενότητας (Ν. Χουντής) από την Ελλάδα, του Σοσιαλιστικού Κόμματος Ιρλανδίας (Πολ Μέρφι), στελέχη της Ελληνικής Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου του Χρέους, αλλά και διανοούμενους της ριζοσπαστικής Αριστεράς όπως η Σούζαν Τζορτζ, ο Ερίκ Τουσαίν, ο Κεν Λόουτς, ο Νόαμ Τσόμσκι, ο Ζιλμπέρ Ασκάρ, ο Τζέιμς Πέτρας, ο Ταρίκ Αλί, όπως και οι Στάθης Κουβελάκης, Κώστας Λαπαβίτσας, Σταύρος Τομπάζος κ.ά. Την πρόσκληση έχει επίσης υπογράψει η ευρωβουλευτής Σοφία Σακοράφα.
Κρίση
Η πρωτοβουλία έρχεται σε μια κρίσιμη στιγμή, όπου σε όλη την Ευρώπη έχουν ξαμολυθεί τα «κακά σκυλιά». Η λιτότητα τσακίζει κόκαλα παντού, ενώ η μόνη στρατηγική που θεωρείται «νόμιμη» απέναντι στην κρίση είναι η ακόμα σκληρότερη λιτότητα.
Όμως τα πλήγματα δεν αφορούν μόνο την οικονομία. Με αφορμή το κύμα προσφύγων από τη Συρία και την Ανατολή (κύμα που πυροδότησε η ιμπεριαλιστική επιθετικότητα και οι πόλεμοι), ένας άνεμος ρατσισμού σαρώνει την Ευρώπη. Αντιδραστικές ιδέες, κυβερνητικές πολιτικές και ακροδεξιά επιθετικότητα, απαιτούν να αποδεχθούμε την αθλιότητα να πνίγονται χιλιάδες άνθρωποι με μικρά παιδιά, να σακατεύονται προσπαθώντας να διασχίσουν διαδοχικούς «φράχτες», «σύρματα» και σύνορα από τον Έβρο μέχρι το Καλαί.
Καθόλου τυχαία, όλα αυτά συνδυάζονται με μια όλο και πιο φανερή βαθύτατη στροφή ενάντια στις δημοκρατικές ελευθερίες και κατακτήσεις: στη Γαλλία η κυβέρνηση Ολάντ επιχειρεί να μονιμοποιήσει το καθεστώς «έκτακτης ανάγκης», στις σκανδιναβικές χώρες ψηφίζονται πρωτοφανείς νόμοι θεσμοθέτησης της ξενοφοβίας, ενώ στο κέντρο της Ευρώπης αναπτύσσεται μια γραβατοφορεμένη ακροδεξιά που νομιμοποιεί τη νεοναζιστική εγκληματικότητα ενάντια στους πρόσφυγες και τους μετανάστες.
Είναι σίγουρο ότι περισσότερο από ποτέ στις σύγχρονες συνθήκες είναι αναγκαίος ένας συντονισμός στην πάλη της ριζοσπαστικής Αριστεράς και των κοινωνικών κινημάτων σε πανευρωπαϊκή κλίμακα.
Πολιτική
Όλα αυτά ξεδιπλώνονται σε ιδιόμορφες πολιτικές συνθήκες. Η βαθιά μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ προς το σοσιαλφιλελευθερισμό έχει σπείρει απογοήτευση στην Ελλάδα και στην Ευρώπη. Το πολιτικό σχέδιο για ανατροπή της λιτότητας στην Ελλάδα, στον «αδύναμο κρίκο» του καπιταλισμού στην Ευρώπη, μέσα από τη διεκδίκηση μιας κυβέρνησης της Αριστεράς, ηττήθηκε με την κατάπτυστη συμφωνία της 13ης Ιουλίου. Όμως ένα μεγάλο τμήμα των μελών και στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ αντέδρασε και διαχωρίστηκε, ενώ –κυρίως– ελάχιστους μήνες μετά τον εκλογικό θρίαμβο του Τσίπρα στις 20 Σεπτέμβρη, η κοινωνική αντίσταση στο 3ο Μνημόνιο είναι ξανά παρούσα, με τους μεγάλους αγώνες ενάντια στην κατεδάφιση του Ασφαλιστικού. Η κυβέρνηση Τσίπρα παραπαίει και στη δημόσια συζήτηση έρχονται όλο και πιο έντονα τα σενάρια κεντροαριστερής διεύρυνσης (προς τον Λεβέντη, ή το Ποτάμι, ή το ΠΑΣΟΚ), ενώ στο βάθος βρίσκεται η κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας.
Αυτή η παταγώδης αποτυχία αποτελεί «μήνυμα» προς όλη την Αριστερά στην Ευρώπη και κυρίως προς την «καυτή» Ιβηρική Χερσόνησο. Στην Πορτογαλία ήδη το Μπλόκο και το Κομουνιστικό Κόμμα έχουν δώσει «υποστήριξη» σε μια κυβέρνηση του Σοσιαλιστικού Κόμματος, ενώ στην Ισπανία ο ηγετικός κύκλος του Ιγγλέσιας έχει προτείνει κυβερνητική «λύση» συμμαχίας με τους σοσιαλδημοκράτες.
Κατανοούμε όλα τα προβλήματα τακτικής που μπορεί να δημιουργεί ένας περίπλοκος πολιτικός συσχετισμός και δεν έχουμε την πρόθεση να δώσουμε «μαθήματα» σε κόμματα και οργανώσεις της Ιβηρικής Αριστεράς, που αυτοί μόνο –γνωρίζοντας με ακρίβεια τις συνθήκες– μπορούν να απαντήσουν. Όμως η εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ είναι πικρή. Δείχνει ότι ο χωρίς όρους κυβερνητισμός και η στροφή προς την κεντροαριστερά οδηγούν σε εγκατάλειψη των δεσμεύσεων για ανατροπή της λιτότητας, σε προδοσία των εργατικών και λαϊκών προσδοκιών προς την Αριστερά.
Προϋποθέσεις
Επτά χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης γνωρίζουμε ότι η πάλη για την ανατροπή της λιτότητας έχει συγκεκριμένες πολιτικές προϋποθέσεις. Συνδέεται άμεσα με την απόρριψη του χρέους, την απαίτηση διαγραφής του, την άμεση παύση πληρωμών τόκων και χρεολυσίων προς τους ντόπιους και διεθνείς τοκογλύφους. Συνδέεται με τη δέσμευση για επιβολή δημόσιου, δημοκρατικού, εργατικού ελέγχου στις τράπεζες. Συνδέεται με την απόρριψη των ιδιωτικοποιήσεων και την επανακρατικοποίηση των μεγάλων δημόσιων οργανισμών και επιχειρήσεων που ιδιωτικοποιήθηκαν. Συνδέεται με τη βαριά φορολόγηση των καπιταλιστών και την κατάργηση των «ελευθεριών» δραπέτευσης των κεφαλαίων. Συνδέεται, δηλαδή, με ένα αντίστροφο μνημόνιο, σε βάρος του κεφαλαίου και υπέρ των εργαζομένων και των λαϊκών τάξεων.
Μετά την ελληνική εμπειρία γνωρίζουμε πλέον ότι ένα τέτοιο πρόγραμμα δεν μπορεί να επιβληθεί ειρηνικά, μέσω του κοινοβουλευτικού δρόμου (θυμίζουμε το 62% του ΟΧΙ στο δημοψήφισμα) μέσα στα πλαίσια της ευρωζώνης και του ευρώ. Η δέσμευση για ανατροπή της λιτότητας χρειάζεται να υπηρετηθεί με κάθε αναγκαίο μέσο και σε αυτά πλέον πρέπει να περιλαμβάνεται η ρήξη με το ευρώ και η σύγκρουση με τις ευρωηγεσίες.
Αυτή η κατεύθυνση δεν αποτελεί «αναδίπλωση στο εθνικό πεδίο». Αντίθετα, μια τέτοια ολοκληρωμένη πολιτική σύγκρουσης με τη γραμμή του νεοφιλελευθερισμού, τη γραμμή του σήμερα υπαρκτού καπιταλισμού, αποτελεί προϋπόθεση για διεθνιστική πολιτική, για ξεδίπλωμα του διεθνικού συντονισμού και της αλληλεγγύης μεταξύ των αγωνιζόμενων τμημάτων της Αριστεράς και του εργατικού κινήματος.
Στον ένα ή στον άλλο βαθμό, τα ζητήματα αυτά θα είναι στο κέντρο της συζήτησης στη Μαδρίτη. Πρόκειται για την αναζήτηση ενός «μεταβατικού προγράμματος» αντιμετώπισης μιας εξαιρετικά δύσκολης συγκυρίας. Και όπως κάθε φορά, στη συζήτηση για μεταβατική πολιτική έχει ιδιαίτερη σημασία η στρατηγική κατεύθυνση: για εμάς δεν μπορεί να είναι άλλη από τη σοσιαλιστική απελευθέρωση της κοινωνίας, σε κάθε χώρα, αλλά και σε ολόκληρη την Ευρώπη και τον κόσμο.
Γι’ αυτό θα παρακολουθήσουμε τη συζήτηση στη Μαδρίτη, ελπίζοντας ότι θα κάνει ένα σημαντικό βήμα προς τη συνεργασία της ριζοσπαστικής Αριστεράς.
Από το Κόκκινο Δίκτυο το κάλεσμα στη Μαδρίτη υπέγραψαν οι Μαρία Μπόλαρη, Ιωάννα Γαϊτάνη, Αντώνης Νταβανέλος και Κατερίνα Σεργίδου.
ΠΗΓΗ: rproject.gr

Του ΚΩΣΤΑ ΛΑΠΑΒΙΤΣΑ*
Έξι χρόνια μετά το ξέσπασμα της κρίσης, με την κοινωνία και την πολιτική ζωή σε συνεχή αναστάτωση, η Ελλάδα όχι μόνο δεν σταθεροποιείται, αλλά φαίνεται να μπαίνει σε συνθήκες τέλειας καταιγίδας.
Η πρώτη ένδειξη είναι ότι στις 9 Φεβρουαρίου το Χρηματιστήριο Αθηνών έκλεισε στις 450 μονάδες, όταν στις 31 Δεκεμβρίου 2015 ήταν στις 631 μονάδες. Η γιγαντιαία πτώση έχει επίκεντρο την κατακρήμνιση των τραπεζικών μετοχών λόγω της αποχώρησης ξένων κεφαλαίων. Τα χρηματιστήρια βέβαια υποχωρούν παγκοσμίως, καθώς αρχίζουν να εμφανίζονται και πάλι συνθήκες παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης. Ο δείκτης Ντάου Τζόουνς της Νέας Υόρκης, για παράδειγμα, έχει πέσει από 17500 μονάδες το Δεκέμβριο του 2015 σε 16000 μονάδες σήμερα. Οι ευρωπαϊκές τράπεζες βρίσκονται σε εξαιρετικά εύθραυστη κατάσταση. Η αθηναϊκή κατάρρευση όμως εκφράζει και την ξεχωριστή αδυναμία της ελληνικής οικονομίας.
Η ελληνική αδυναμία φαίνεται και από τη γρήγορη άνοδο του σπρεντ των δεκαετών ομολόγων σε σχέση με τα γερμανικά. Στις 8 Ιουλίου 2015, λίγο μετά το δημοψήφισμα, το σπρεντ ήταν πάνω από 19%. Η συνθηκολόγηση Τσίπρα και το νέο Μνημόνιο έφερε καθοδική πορεία μέχρι τα μέσα Νοεμβρίου 2015, με το σπρεντ να πέφτει κάτω από το 7%. Μετά το Νοέμβριο το σπρεντ ανέβηκε συστηματικά, ενώ τις τελευταίες μέρες έχει εκτιναχθεί πάνω από 10%. Η ελληνική κυβέρνηση θεωρείται ολοένα και πιο επίφοβη από τις διεθνείς αγορές.
Η εκτίμηση των αγορών είναι λογική διότι η περιβόητη αξιολόγηση που θα επιτρέψει την εκταμίευση ποσών από τη δανειακή σύμβαση δεν φαίνεται ότι θα ολοκληρωθεί σύντομα. Συγκεκριμένα, η μείωση συνταξιοδοτικών δαπανών κατά 1,8 δις είναι αδύνατον να επιτευχθεί με το σχέδιο Κατρούγκαλου, πράγμα που σημαίνει περικοπές σε επικουρικές και ίσως και σε κύριες συντάξεις. Η ευρύτερη δομική αλλαγή του συνταξιοδοτικού έχει ήδη συναντήσει τεράστιες κοινωνικές αντιδράσεις και πολύ δύσκολα θα επιβληθεί. Η αλλαγή του φορολογικού συστήματος με την αύξηση του ανώτατου συντελεστή δεν φαίνεται να γίνεται αποδεκτή από τους δανειστές. Η χειρότερη νάρκη ίσως αποδειχθεί η ρύθμιση των «κόκκινων δανείων», καθώς οι τράπεζες έχουν αρχίσει να πιέζουν δραματικά τους δανειολήπτες. Πως θα τακτοποιηθούν αυτές οι εκκρεμότητες σε εύλογο διάστημα για να ολοκληρωθεί η αξιολόγηση;
Η ολοκλήρωση της αξιολόγησης πρέπει οπωσδήποτε να γίνει σε εύθετο χρόνο γιατί το επιβάλλουν οι επερχόμενες πληρωμές του χρέους. Ο Πίνακας 1 είναι από τον οδηγό των Φαϊνάνσιαλ Τάιμς και άρα απαιτεί σχετική προσοχή, αλλά είναι ενημερωτικός:
Πίνακας 1: Πληρωμές δημόσιου χρέους, 2016 (δις ευρώ)
| Μήνας | Φεβ | Μαρ | Απρ | Μαϊ | Ιουν | Ιουλ | Αυγ | Σεπ | Οκτ | Νοε | Δεκ |
| Ποσό | 2,4 | 5,5 | 2,7 | 1,4 | 2,3 | 4,4 | 0 | 0,5 | 0 | 0 | 0,3 |
Ο κύριος όγκος των πληρωμών είναι βραχυπρόθεσμα γραμμάτια που συνήθως αναχρηματοδοτούνται από τις ελληνικές τράπεζες, έστω κι αν δημιουργούν προβλήματα ρευστότητας στην αγορά. Τον Μάρτιο η πίεση των γραμματίων θα είναι μεγάλη και πρέπει επίσης να πληρωθούν 0,9 δις στο ΔΝΤ. Τον Ιούλιο θα απαιτηθούν 3,2 δις για το ΔΝΤ και την ΕΚΤ που θα χρειαστούν εξωτερική χρηματοδότηση. Αυτό είναι το απόλυτο όριο για την αξιολόγηση.
Όσο θα πλησιάζει το καλοκαίρι και θα καθυστερεί η αξιολόγηση, τόσο θα ορθώνεται το φάσμα της έλλειψης ρευστότητας, όπως το 2015. Αυτό χωρίς καν να υπολογίσουμε ότι η Κομισιόν, δηλαδή ο υποτιθέμενος «μαλακός εταίρος», μόλις έκανε αναφορά σε επιπλέον δημοσιονομικά μέτρα που πρέπει να πάρει η Ελλάδα. Την ίδια στιγμή η ελληνική οικονομία είναι εξουθενωμένη και σε πορεία ύφεσης, όπως έχει αναλυθεί σε προηγούμενη ανάρτηση. Οι τράπεζες είναι τραυματισμένες και δεν έχουν δυνατότητα γρήγορης επέκτασης της πίστωσης. Απορεί κανείς με τους κυβερνώντες και τους διάφορους μνημονιακούς που προσπαθούν να μας πείσουν ότι η Ελλάδα θα καταπλήξει την υφήλιο. Η κατάσταση μάλλον θα επιδεινωθεί, καθώς θα εφαρμόζεται το Μνημόνιο.
Πως λοιπόν θα αντιμετωπίσει η κυβέρνηση Τσίπρα την κοινωνική αναταραχή που ξεδιπλώνεται ολοένα και πιο έντονη; Τι θα δώσει στους αγρότες; Τι θα πει στους ελεύθερους επαγγελματίες; Πως θα καθησυχάσει του μικρομεσαίους επιχειρηματίες; Με ποιόν ακριβώς τρόπο θα δεχθούν τα μέτρα, ώστε να προσπαθήσει η κυβέρνηση να ολοκληρώσει την αξιολόγηση; Αντίστοιχα, τι θα πει στους δανειστές που ήδη πιέζουν για επιπλέον μέτρα; Ποια μεγαλοφυή «πολιτική διαπραγμάτευση» θα επιχειρήσει τώρα;
Στο πλαίσιο αυτό είναι πιθανόν να ξανακάνει την εμφάνισή της η προοπτική εξόδου από το ευρώ, ο ελέφαντας στο δωμάτιο της ελληνικής πολιτικής ζωής. Η αποτυχημένη και εμμονική παραμονή στην ΟΝΕ αποκαλύπτει τη χρεοκοπία και το αδιέξοδο του πολιτικού συστήματος. Όταν θα τεθεί ξανά το ζήτημα του νομίσματος θα πρέπει να αντιμετωπιστεί με ψυχραιμία και προετοιμασία άλλων δυνάμεων. Το πρόβλημα έχει πλέον πάρει διαστάσεις εθνικής επιβίωσης.
Η συνθήκη όμως που απειλεί να φέρει την τέλεια καταιγίδα είναι το μεταναστευτικό. Οι όροι του είναι εξαιρετικά σύνθετοι, κυρίως γιατί η ΕΕ δεν έχει συνεκτική πολιτική. Η Γαλλία απλώς κρύβεται και η Γερμανία, μετά από ένα μεγάλο κύμα εισδοχής, προσπαθεί να δημιουργήσει «υγειονομικές ζώνες» στα σύνορα της ΕΕ. Η ελληνική κυβέρνηση, χωρίς μεταναστευτική πολιτική, άγεται και φέρεται από τους ισχυρούς και τους γείτονες. Από τη μια, δεν τολμάει να ανοίξει τα χερσαία σύνορα για ασφαλή δίοδο των κατατρεγμένων. Από την άλλη, επιλέγει να μη στείλει το ναυτικό στα θαλάσσια περάσματα γιατί – πολύ σωστά – θα υπάρξει διεθνής κατακραυγή. Ούτε μπρος, ούτε πίσω. Έτσι προδιαγράφεται μια ακόμη πανωλεθρία.
Καθώς θα καλυτερεύει ο καιρός, οι ροές θα εκτοξευθούν, γιγαντώνοντας τις πιέσεις από τα χόσποτ. Ο δρόμος μπροστά εμπεριέχει τον κίνδυνο ευθείας αμφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας στο Αιγαίο, κλειστών συνόρων, αποβολής από τη συνθήκη Σένγκεν, ακόμη και δημιουργίας στρατοπέδων μεταναστών που θα είναι αδύνατον για το ελληνικό κράτος να διαχειριστεί με αξιοπρεπείς όρους. Οι εντάσεις από το συνδυασμό λιτότητας, ύφεσης, έλλειψης ρευστότητας, αδυναμίας ολοκλήρωσης της αξιολόγησης, εκτεταμένων κοινωνικών αντιδράσεων και εθνικής ανυποληψίας θα είναι κολοσσιαίες.
Μετά από έξι χρόνια μνημονιακών πολιτικών με στόχο να εξυπηρετείται το χρέος και να παραμείνει η χώρα στην ΟΝΕ, ώστε να προστατευτούν τα εγχώρια συμφέροντα με οποιοδήποτε κόστος, η Ελλάδα παρουσιάζει εικόνα τραγική. Η χώρα έχει φτωχύνει δραματικά, το κράτος είναι υπό διάλυση, η κοινωνία έχει τραυματιστεί βαρύτατα, η ανεργία είναι τεράστια, η εκπαιδευμένη νεολαία μεταναστεύει και δεν υπάρχει προοπτική ταχύρρυθμης ανάπτυξης. Οι κυρίαρχες τάξεις και μαζί το πολιτικό σύστημα έχουν χρεοκοπήσει, χωρίς καμία πρόταση εναλλακτικής πορείας. Πρόκειται για ιστορική αποτυχία που μεταφράζεται σε γεωπολιτική αδυναμία και εθνική ασημαντότητα. Εκτός από αποικία χρέους, είναι υπαρκτός ο κίνδυνος να μετατραπεί η χώρα και σε δορυφόρο ισχυρότερων τοπικών δυνάμεων της Ανατολικής Μεσογείου.
Το 2010 η επιθυμητή λύση για την Ελλάδα ήταν σχετικά απλή, αρκεί να γινόταν παύση πληρωμών και έξοδος από το ευρώ, με τη συνεπακόλουθη κοινωνική και παραγωγική ανασυγκρότηση. Σήμερα αυτά δεν είναι παρά ημίμετρα. Η κρίση πλέον παίρνει διαστάσεις εθνικής συμφοράς και απαιτεί ολοκληρωτικές αλλαγές σε όλα τα επίπεδα. Οι κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που μπορούν να φέρουν τις αλλαγές θα συζητηθούν σε επόμενη ανάρτηση.
*Πηγή: costaslapavitsas.blogspot.gr
ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΛΙΜΑΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΟΜ.Υ.Λ.Ε.) ΕΝΩΣΗ ΜΟΝΙΜΩΝ & ΔΟΚΙΜΩΝ ΛΙΜΕΝΕΡΓΑΤΩΝ Ο.Λ.Π. ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΕΠΟΠΤΩΝ ΚΑΙ ΑΡΧΙΕΡΓΑΤΩΝ Ο.Λ.Π.
Γράφτηκε από τον Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Πειραιάς 8.2.16
ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ - ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ
Το ΔΣ/ΟΜΥΛΕ στις 28.01.2016 και τα ΔΣ της Ένωσης Λιμενεργατών ΟΛΠ και του Συνδέσμου Εποπτών-Αρχιεργατών ΟΛΠ στις 08.02.2016 σε συνεδρίασή τους εκτίμησαν την κατάσταση που έχει δημιουργηθεί σχετικά με την απόφαση του ΤΑΙΠΕΔ για την αποδοχή της μοναδικής οικονομικής προσφοράς για την πώληση του 51%+16% του μετοχικού κεφαλαίου του ΟΛΠ, την δρομολόγηση της ίδιας πολιτικής για τον ΟΛΘ, αλλά και την ιδιωτικοποίηση όλων των Λιμανιών.
Συγκεκριμένα :
- Εκτίμησαν ότι η εμμονή της Κυβέρνησης και του ΤΑΙΠΕΔ στην ακραία νεοφιλελεύθερη πολιτική πώλησης του πλειοψηφικού πακέτου μετοχών δεν αποτελεί αναπτυξιακό λιμενικό μοντέλο, αλλά πολιτικό και οικονομικό ξεπούλημα των Λιμανιών. Αυτό θα έχει καταστροφικές συνέπειες για την οικονομία, την κοινωνία και τους επιλιμένιους Δήμους, αλλά και για την εργασιακή προοπτική των εργαζομένων.
- Η Κυβέρνηση και το ΤΑΙΠΕΔ, στην προσπάθειά τους να ολοκληρώσουν το εγχείρημα ξεπουλήματος των ΟΛΠ και ΟΛΘ και των άλλων Λιμανιών, μετέρχονται ακραίων πολιτικών και νομικών ακροβασιών. Η τροποποίηση της Σύμβασης Παραχώρησης μεταξύ ΟΛΠ και Ελληνικού Δημοσίου έγινε αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ ΤΑΙΠΕΔ και COSCO, με αποτέλεσμα η κατάθεση των οικονομικών προσφορών να έχει γίνει σε ανύπαρκτο νομικά κείμενο, χωρίς υπογραφές του ΟΛΠ και των αρμοδίων Υπουργείων.
- Η Κυβέρνηση δεν έχει προσδιορίσει και δεν έχει θεσμοθετήσει την αναγκαία Δημόσια Αρχή Λιμένος και η οποιαδήποτε θεσμοθέτηση μετατίθεται στις ορέξεις της COSCO, καταλύοντας έτσι την κυριαρχία της Ελληνικής Βουλής και του Ελληνικού Κράτους.
- Προκλητικά και απροκάλυπτα ξεπουλάνε την κυριαρχία επί του ΟΛΠ, αντί του ευτελούς τιμήματος των 280 εκ. ευρώ, ενώ ταυτόχρονα χαρίζουν στην COSCO, σύμφωνα με υπολογισμούς του ΤΑΙΠΕΔ, ενοίκια Καθαρής Παρούσας Αξίας πλέον του ενός (1) δις ευρώ.
- Μιλάνε γενικά και αόριστα, Κυβέρνηση και ΤΑΙΠΕΔ, για επενδύσεις, όταν είναι γνωστό ότι στοχεύουν στις χρηματοδοτήσεις από τα ΕΣΠΑ, τις οποίες έχει εξασφαλίσει ο Δημόσιος ΟΛΠ (π.χ. Κρουαζιέρα).
- Δεν έχουν την πολιτική ευθιξία να αναμένουν την έκδοση της απόφασης του ΣτΕ σε προσφυγή που έχει εκδικαστεί από τον Οκτώβριο του 2015 για τους ΟΛΠ και ΟΛΘ.
- Τέλος η Κυβέρνηση αδιαφορεί για τους εργαζόμενους και το κορυφαίο θέμα των εργασιακών σχέσεων και απαντάει με γενικόλογες αναφορές στα συγκεκριμένα θέματα που θέτουν οι εργαζόμενοι.
Μπροστά σ’ αυτή την κατάσταση τα ΔΣ της ΟΜΥΛΕ, της Ένωσης Λιμενεργατών ΟΛΠ καιΣυνδέσμου Εποπτών-Αρχιεργατών ΟΛΠ αποφάσισαν να δώσουν αγωνιστική απάντηση και να αναδείξουν τις θέσεις του Συνδικαλιστικού Κινήματος απέναντι στα προπαγανδιστικά τεχνάσματα Κυβέρνησης και ΤΑΙΠΕΔ.
Συγκεκριμένα αποφάσισαν :
- 48ωρη απεργιακή κινητοποίηση στις 16 & 17 Φεβρουαρίου σε όλα τα Λιμάνια της χώρας.
- Την Τρίτη 16 Φεβρουαρίου θα πραγματοποιηθούν δυναμικές πολύμορφες κινητοποιήσεις στον Πειραιά και στην Θεσσαλονίκη.
- Την Τετάρτη 17 Φεβρουαρίου θα πραγματοποιηθεί συγκέντρωση στην Αθήνα και πορεία. Θα απαιτήσουμε συνάντηση με την Κυβέρνηση, προκειμένου να δοθούν απαντήσεις στα αναπάντητα ερωτήματα που αφορούν το μεγάλο ΞΕΠΟΥΛΗΜΑ.
- Την Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου και ώρα 13:00 στο Μέγαρο του ΟΛΠ (αίθουσα εκδηλώσεων) θα πραγματοποιηθεί πανλιμενική συγκέντρωση των εργαζομένων στον ΟΛΠ, προκειμένου να οργανώσουν και να προετοιμάσουν τις απεργιακές κινητοποιήσεις.
Ο ΑΓΩΝΑΣ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ
- Τελευταια
- Δημοφιλή