Σήμερα: 14/05/2026
Τετάρτη, 01 Ιουνίου 2016 08:09

Η «έφοδος στον ουρανό» και η κληρονομιά της

Γράφτηκε από τον

_έφοδος_στον_ουρανό_και_η_κληρονομιά_της.jpg

Στις 28  του έμφορτου από μνήμες για το κομμουνιστικό και εργατικό κίνημα μήνα Μάη, κλείνουν 145 χρόνια από τη συμπλήρωση ενός έπους και μιας τραγωδίας: από την ήττα και την ηρωική θυσία των ηρωικών Κομμουνάρων του Παρισιού. Οι άνθρωποι αυτοί, εργάτες και εργάτριες, φορείς και συνεχιστές των καλύτερων αγωνιστικών παραδόσεων του γαλλικού λαού, βλέποντας τα πρωσικά στρατεύματα να παρελαύνουν στο Παρίσι, μετά τη ντροπιαστική ήττα της Γαλλίας στο γαλλοπρωσσικό πόλεμο και την προδοσία της αστικής τάξης της χώρας, πήραν επάνω τους τη μοίρα της πατρίδας, αποδεικνύοντας, για πρώτη φορά στην ιστορία, τί σημαίνει να αναδεικνύεται το προλεταριάτο σε ηγέτιδα τάξη.

                Η Κομμούνα του Παρισιού υπήρξε το πρώτο εργατικό κράτος στην ιστορία της ανθρωπότητας, η πρώτη «έφοδος στον ουρανό» όχι απλώς των υπάλληλων τάξεων, αλλά των ίδιων των άμεσων παραγωγών, αυτών που δημιουργούν τον πλούτο του κόσμου. Η σύντομη, δίμηνη εξουσία της λειτουργώντας προς όφελος των καταπιεσμένων, ανέδειξε νέες αξίες και πρότυπα: την αλληλεγγύη, τη συλλογικότητα, τον ηρωισμό της εργατικής τάξης, αυτής της τάξης που «είναι δουλεύτρα και δεν έχει κανέναν ανάγκη». Κληροδότησε, τόσο με τα επιτεύγματα, όσο και με τις αποτυχίες της, μια σειρά από παρακαταθήκες και εμπειρίες που αποτελούν σημαντική κληρονομιά για το – χειμαζόμενο σήμερα – εργατικό και κομμουνιστικό κίνημα. Κληροδότησε ζητήματα προς συζήτηση και άντληση εμπειρίας:

-          Τη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στην υπεράσπιση της πατρίδας και την υπεράσπιση των συμφερόντων της τάξης.

-          Τους όρους και τις προϋποθέσεις συγκρότησης της εργατικής – λαϊκής εξουσίας και της ρήξης με το αστικό – καπιταλιστικό καθεστώς και τις δομές του.

-          Την εκ των ων ουκ άνευ σπουδαιότητα της ύπαρξης και της σωστής λειτουργίας του συνειδητού συλλογικού επαναστατικού υποκειμένου, του κόμματος της εργατικής τάξης.

Ο «Εργατικός Αγώνας» λοιπόν, τιμώντας τις μνήμες και τις παρακαταθήκες της Κομμούνας του Παρισιού, δίνει το λόγο σε κάποιον «πολλά αξιότερο» να μιλήσει για όλα αυτά, δημοσιεύοντας τρία κείμενα του Βλ. Ίλιτς Λένιν.

Κείμενο πρώτο:

Στη μνήμη της Κομμούνας

Πέρασαν σαράντα χρόνια από τον καιρό της ανακήρυξης της Παρισινής Κομμούνας. Σύμφωνα με τα καθιερωμένα, το γαλλικό προλεταριάτο τίμησε με συγκεντρώσεις και διαδηλώσεις τη μνήμη των αγωνιστών της επανάστασης της 18 Μάρτη 1871 και στο τέλος του Μάη θα καταθέσει ξανά στεφάνια στους τάφους των κομμουνάρων που εκτελέστηκαν, των θυμάτων της φοβερής «βδομάδας του Μάη» κι επάνω στους τάφους τους θα δώσει και πάλι όρκο να παλέψει ακούραστα ως τον πλήρη θρίαμβο των ιδεών τους, ως την πλήρη αποπεράτωση του έργου που μας κληροδότησαν.

Αλλά γιατί το προλεταριάτο, όχι μόνο το γαλλικό, αλλά και όλου του κόσμου, τιμά στο πρόσωπο των αγωνιστών της παρισινής Κομμούνας τους προδρόμους του; Και ποια είναι η κληρονομιά της Κομμούνας;

Η Κομμούνα γεννήθηκε αυθόρμητα. Κανένας δεν την είχε προετοιμάσει συνειδητά και σχεδιασμένα. Ο αποτυχημένος πόλεμος με τη Γερμανία, τα βάσανα τον καιρό της πολιορκίας, η ανεργία στις γραμμές του προλεταριάτου και η καταστροφή της μικροαστικής τάξης, η αγανάκτηση των μαζών ενάντια στις ανώτερες τάξεις και ενάντια στις αρχές που είχαν δείξει πλήρη ανικανότητα, ο υπόκωφος αναβρασμός στους κόλπους της εργατικής τάξης, που ήταν δυσαρεστημένη με την κατάστασή της και επιδίωκε ένα άλλο κοινωνικό σύστημα, η αντιδραστική σύνθεση της Εθνοσυνέλευσης, που αποτελούσε κίνδυνο για την τύχη της δημοκρατίας, όλα αυτά και πολλά άλλα μαζεύτηκαν, με αποτέλεσμα να σπρώξουν τον πληθυσμό του Παρισιού στην επανάσταση της 18ης Μάρτη, η οποία παρέδωσε απροσδόκητα την εξουσία στα χεριά της Εθνοφρουράς, στα χέρια της εργατικής τάξης και της μικροαστικής τάξης, που είχε προσχωρήσει σ' αυτήν.

Αυτό ήταν ένα γεγονός πρωτοφανές στην ιστορία. Ως τότε η εξουσία βρισκόταν συνήθως στα χέρια των τσιφλικάδων και των καπιταλιστών, δηλαδή σε εντολοδόχους τους, που συγκροτούσαν τη λεγόμενη κυβέρνηση. Υστερα όμως από την επανάσταση της 18ης Μάρτη, όταν η κυβέρνηση του κ. Θιέρσου με το στρατό της, την αστυνομία και τους υπαλλήλους της έφυγε από το Παρίσι, ο λαός έμεινε κύριος της κατάστασης και η εξουσία πέρασε στο προλεταριάτο. Στη σημερινή όμως κοινωνία, το προλεταριάτο, που οικονομικά είναι υποδουλωμένο στο κεφάλαιο, δεν μπορεί να κυριαρχήσει πολιτικά, αν δε σπάσει τις αλυσίδες του που το κρατούν δεμένο στο κεφάλαιο. Και να γιατί το κίνημα της Κομμούνας όφειλε να πάρει αναπόφευκτα σοσιαλιστική χροιά, δηλαδή να επιδιώξει την ανατροπή της κυριαρχίας της αστικής τάξης, της κυριαρχίας του κεφαλαίου, την καταστροφή των ίδιων των θεμελίων του σημερινού κοινωνικού καθεστώτος.

Στην αρχή το κίνημα αυτό ήταν πάρα πολύ μπερδεμένο και ακαθόριστο. Προσχώρησαν σ' αυτό και πατριώτες που έλπιζαν ότι η Κομμούνα θα ξαναρχίσει τον πόλεμο ενάντια στους Γερμανούς και θα τον φέρει σε νικηφόρο τέρμα. Το υποστήριξαν και οι μικροί καταστηματάρχες που τους απειλούσε η καταστροφή αν δε δινόταν αναστολή στην εξόφληση των γραμματίων και στην καταβολή των ενοικίων (η κυβέρνηση δεν ήθελε να δώσει αυτή την αναστολή, όμως η Κομμούνα την έδωσε). Τέλος, στις αρχές το συμπαθούσαν εν μέρει και οι αστοί δημοκράτες που φοβούνταν ότι η αντιδραστική Εθνοσυνέλευση («η χωριατιά», οι άξεστοι τσιφλικάδες) θα επαναφέρει τη μοναρχία. Τον κύριο όμως ρόλο στο κίνημα αυτό τον έπαιζαν, φυσικά, οι εργάτες (ιδίως οι χειροτέχνες του Παρισιού), ανάμεσα στους οποίους τα τελευταία χρόνια της Δεύτερης αυτοκρατορίας είχε γίνει δραστήρια σοσιαλιστική προπαγάνδα και πολλοί απ' αυτούς ανήκαν και στη Διεθνή.

Μόνον οι εργάτες έμειναν ως το τέλος πιστοί στην Κομμούνα. Οι αστοί δημοκράτες και οι μικροαστοί γρήγορα ξέκοψαν απ' αυτήν: τους πρώτους τους φόβισε ο επαναστατικοσοσιαλιστικός, ο προλεταριακός χαρακτήρας του κινήματος, οι δεύτεροι ξέκοψαν, όταν είδαν ότι ήταν καταδικασμένο σε αναπόφευκτη ήττα. Μόνο οι Γάλλοι προλετάριοι υποστήριζαν άφοβα και ακούραστα τη δική τους κυβέρνηση, μόνο αυτοί μάχονταν και πέθαιναν γι' αυτήν, δηλαδή για την υπόθεση της απελευθέρωσης της εργατικής τάξης, για ένα καλύτερο μέλλον όλων των εργαζομένων.

Εγκαταλειμμένη από τους χτεσινούς της συμμάχους και χωρίς καμιά υποστήριξη, η Κομμούνα έμελλε αναπόφευκτα να ηττηθεί. Ολη η αστική τάξη της Γαλλίας, όλοι οι τσιφλικάδες, οι χρηματιστές, οι εργοστασιάρχες, όλοι οι μεγάλοι και οι μικροί κλέφτες, όλοι οι εκμεταλλευτές ενώθηκαν εναντίον της. Η αστική αυτή συμμαχία, που υποστηριζόταν από τον Βίσμαρκ (αυτός απελευθέρωσε από τη γερμανική αιχμαλωσία 100.000 Γάλλους φαντάρους για να υποτάξουν το επαναστατημένο Παρίσι), πέτυχε να ξεσηκώσει τους καθυστερημένους αγρότες και την επαρχιακή μικροαστική τάξη ενάντια στο παρισινό προλεταριάτο και να κυκλώσει το μισό Παρίσι μ' ένα σιδερένιο κλοιό (το άλλο μισό ήταν μπλοκαρισμένο από το γερμανικό στρατό). Σε μερικές μεγάλες πόλεις της Γαλλίας (Μασσαλία, Λυών, Σεντ - Ετιέν, Ντιζόν κ.ά) οι εργάτες έκαναν επίσης απόπειρες όμως αυτές κατέληξαν γρήγορα σε αποτυχία. Και το Παρίσι, που ύψωσε πρώτο τη σημαία της προλεταριακής εξέγερσης, αφέθηκε στις δικές του μόνο δυνάμεις και καταδικάστηκε σε σίγουρη καταστροφή.

Για να νικήσει η κοινωνική επανάσταση πρέπει να υπάρχουν τουλάχιστον δύο όροι: υψηλή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και κατάλληλη προετοιμασία του προλεταριάτου. Το 1871 όμως και οι δύο αυτοί όροι δεν υπήρχαν. Ο γαλλικός καπιταλισμός ήταν ακόμη αδύνατα αναπτυγμένος και η Γαλλία ήταν τότε χώρα κυρίως των μικροαστών (βιοτέχνες, αγρότες, μικροκαταστηματάρχες κ.ά). Από την άλλη μεριά, δεν υπήρχε εργατικό κόμμα, δεν υπήρχε προετοιμασία και μακρόχρονη εξάσκηση της εργατικής τάξης που στη μεγάλη πλειοψηφία της δεν καταλάβαινε και πολύ καθαρά τα καθήκοντά της και τους τρόπους της πραγματοποίησής τους. Δεν υπήρχε ούτε σοβαρή πολιτική οργάνωση του προλεταριάτου, ούτε μαζικά συνδικάτα και συνεταιριστικές ενώσεις...

Το βασικό όμως που έλειψε από την Κομμούνα ήταν ο χρόνος, η ελευθερία να εξετάσει προσεκτικά την κατάσταση και να καταπιαστεί με την εφαρμογή του προγράμματός της. Δεν πρόφτασε η Κομμούνα ν' αρχίσει το έργο της, και η κυβέρνηση, που είχε εγκατασταθεί στις Βερσαλίες, άρχισε, με την υποστήριξη όλης της αστικής τάξης, τις πολεμικές επιχειρήσεις ενάντια στο Παρίσι. Και η Κομμούνα έπρεπε να σκεφτεί πρώτ' απ' όλα για την αυτοάμυνά της. Και ως το τέλος, που επήλθε στις 21 - 28 του Μάη, δεν είχε καιρό να σκεφτεί σοβαρά για τίποτε άλλο.

Ωστόσο, παρά τις τόσο δυσμενείς συνθήκες, παρά την ολιγόχρονη ύπαρξή της, η Κομμούνα πρόφτασε να πάρει κάμποσα μέτρα, που είναι αρκετά για να χαρακτηρίσουν το πραγματικό της νόημα και τους πραγματικούς της σκοπούς (...).

Ολα αυτά τα μέτρα έδειχναν αρκετά καθαρά ότι η Κομμούνα αποτελεί θανάσιμη απειλή για τον παλιό κόσμο, το θεμελιωμένο στην υποδούλωση και στην εκμετάλλευση. Γι' αυτό η αστική κοινωνία δεν μπορούσε να κοιμηθεί ήσυχα όσο στο δημαρχείο του Παρισιού ανέμιζε η κόκκινη σημαία του προλεταριάτου. Και όταν τελικά η οργανωμένη κυβερνητική δύναμη κατόρθωσε να καταβάλει την άσχημα οργανωμένη δύναμη της επανάστασης, οι βοναπαρτικοί στρατηγοί, που τις έφαγαν από τους Γερμανούς και έκαναν το γενναίο απέναντι στους νικημένους συμπατριώτες τους, οι Γάλλοι αυτοί Ρενενκάμπφ και Μέλερ - Ζακομέλσκι, οργάνωσαν μια σφαγή που δεν είχε ξαναδεί το Παρίσι. Περίπου 30.000 κάτοικοι του Παρισιού σκοτώθηκαν από την εξαγριωμένη φανταρία, 45.000 περίπου πιάστηκαν και αργότερα πολλοί απ' αυτούς εκτελέστηκαν, χιλιάδες στάλθηκαν στα κάτεργα και στην εξορία. Γενικά το Παρίσι έχασε περίπου 100.000 από τα παιδιά του και ανάμεσα σ' αυτά τους καλύτερους εργάτες απ' όλα τα επαγγέλματα.

Η αστική τάξη ικανοποιήθηκε. «Με το σοσιαλισμό ξοφλήσαμε τώρα για πολύν καιρό!», έλεγε ο αρχηγός της, ο αιμοδιψής νάνος, ο Θιέρσος, ύστερα από το αιματηρό λουτρό που έκανε με τους στρατηγούς του στο παρισινό προλεταριάτο. Του κάκου όμως έκρωζαν τα αστικά αυτά κοράκια. Υστερα από έξι περίπου χρόνια από την καταστολή της Κομμούνας, όταν πολλοί μαχητές της έλιωναν ακόμα στα κάτεργα και στις εξορίες, στη Γαλλία άρχιζε κιόλας ένα νέο εργατικό κίνημα. Η καινούρια σοσιαλιστική γενιά, πλουτισμένη με την πείρα των προδρόμων της, που δεν ήταν όμως καθόλου απογοητευμένη από την ήττα τους, άρπαξε τη σημαία που έπεσε από τα χέρια των μαχητών της Κομμούνας και την έφερε με πεποίθηση και τόλμη μπροστά με τα συνθήματα: «Ζήτω η κοινωνική επανάσταση! Ζήτω η Κομμούνα!». Και ύστερα από άλλα δύο χρόνια, το νέο εργατικό κόμμα, με τη ζύμωση που ανέπτυξε στη χώρα, υποχρέωσε τις κυρίαρχες τάξεις να απελευθερώσουν τους αιχμαλώτους κομμουνάρους που βρίσκονταν ακόμη στα χέρια της κυβέρνησης.

Τη μνήμη των μαχητών της Κομμούνας την τιμούν όχι μόνο οι Γάλλοι εργάτες, αλλά και το προλεταριάτο όλου του κόσμου. Γιατί η Κομμούνα δεν πάλευε για κάποιο τοπικό, είτε στενά εθνικό σκοπό, αλλά για την απελευθέρωση όλης της εργαζόμενης ανθρωπότητας, όλων των ταπεινών και καταφρονεμένων. Η Κομμούνα, σαν πρωτοπόρος μαχητής της κοινωνικής επανάστασης, απέσπασε τη συμπάθεια του προλεταριάτου παντού όπου αυτό υποφέρει και αγωνίζεται. Η εικόνα της ζωής και του θανάτου της, η μορφή της εργατικής κυβέρνησης, που πήρε και κράτησε στα χέρια της πάνω από δύο μήνες την πρωτεύουσα του κόσμου, το θέαμα της ηρωικής πάλης του προλεταριάτου και τα μαρτύριά του μετά την ήττα, όλα αυτά ανέβασαν το ηθικό εκατομμυρίων εργατών, αναπτέρωσαν τις ελπίδες τους, και τράβηξαν τη συμπάθειά τους προς το μέρος του σοσιαλισμού. Η βροντή των κανονιών του Παρισιού αφύπνισε τα πιο καθυστερημένα στρώματα του προλεταριάτου, που ήταν βυθισμένα σ' ένα βαθύ ύπνο και έδωσε παντού ώθηση στο δυνάμωμα της επαναστατικής - σοσιαλιστικής προπαγάνδας. Να γιατί το έργο της Κομμούνας δεν πέθανε, ζει μέχρι σήμερα στον καθένα από μας.

Η υπόθεση της Κομμούνας είναι υπόθεση της κοινωνικής επανάστασης, υπόθεση της ολοκληρωτικής πολιτικής και οικονομικής απελευθέρωσης των εργαζομένων, είναι υπόθεση του παγκόσμιου προλεταριάτου. Και με την έννοια αυτή το έργο της Κομμούνας είναι αθάνατο.

ΑΠΑΝΤΑ ΛΕΝΙΝ, τόμος 20ός, σελ. 224 - 229, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»

Κείμενο δεύτερο:

Τα διδάγματα της Κομμούνας

Ύστερα από το πραξικόπημα, που έβαλε τέρμα στην Επανάσταση του 1848, η Γαλλία έπεσε 18 χρόνια κάτω από το ζυγό του καθεστώτος του Ναπολέοντα. Το καθεστώς αυτό οδήγησε τη χώρα όχι μόνο στην οικονομική καταστροφή, αλλά και στην εθνική ταπείνωση. Το προλεταριάτο, που εξεγέρθηκε ενάντια στο παλιό καθεστώς, επωμίστηκε δύο καθήκοντα, ένα πανεθνικό και ένα ταξικό: Την απελευθέρωση της Γαλλίας από τους Γερμανούς εισβολείς και τη σοσιαλιστική απελευθέρωση των εργατών από τον καπιταλισμό. Το πιο πρωτότυπο χαρακτηριστικό γνώρισμα της Κομμούνας βρίσκεται σ' αυτήν ακριβώς τη συνένωση των δύο καθηκόντων.

Η αστική τάξη είχε σχηματίσει τότε «κυβέρνηση εθνικής άμυνας» και το προλεταριάτο βρέθηκε υποχρεωμένο να παλέψει για την πανεθνική ανεξαρτησία κάτω από την ηγεσία της κυβέρνησης αυτής. Στην πραγματικότητα, η κυβέρνηση αυτή ήταν κυβέρνηση «προδοσίας του λαού», που αποστολή της θεωρούσε την πάλη ενάντια στο προλεταριάτο του Παρισιού. Το προλεταριάτο, όμως, τυφλωμένο από πατριωτικές αυταπάτες, δεν το καταλάβαινε αυτό. Η πατριωτική ιδέα έχει προέλευσή της ακόμη από τη μεγάλη επανάσταση του XVIII αιώνα. Η ιδέα αυτή είχε υποτάξει τα μυαλά των σοσιαλιστών της Κομμούνας και ο Μπλανκί, λόγου χάρη, αναμφισβήτητα επαναστάτης και θερμός οπαδός του σοσιαλισμού, δε βρήκε πιο κατάλληλη ονομασία για την εφημερίδα του από την αστική κραυγή: «Η πατρίδα σε κίνδυνο!».

Το μοιραίο λάθος των Γάλλων σοσιαλιστών βρισκόταν στη συνένωση αυτή των αντιφατικών καθηκόντων, του πατριωτισμού και του σοσιαλισμού. Ο Μαρξ ακόμη στο μανιφέστο της Διεθνούς, το Σεπτέμβρη του 1870, έκανε προσεκτικό το γαλλικό προλεταριάτο, τονίζοντάς του ότι δεν πρέπει να παρασύρεται από την ψεύτικη εθνική ιδέα: Βαθιές αλλαγές έχουν συντελεστεί από τον καιρό της μεγάλης επανάστασης, οι ταξικές αντιθέσεις έχουν οξυνθεί, κι αν τότε ο αγώνας ενάντια στην αντίδραση ολόκληρης της Ευρώπης είχε συνενώσει ολόκληρο το επαναστατικό έθνος, τώρα το προλεταριάτο δεν μπορεί πια να συνδέει τα συμφέροντά του με τα συμφέροντα των άλλων, των εχθρικών του τάξεων. Η αστική τάξη ας έχει την ευθύνη για την εθνική ταπείνωση, έργο του προλεταριάτου είναι ν' αγωνιστεί για τη σοσιαλιστική απελευθέρωση της εργασίας από το ζυγό της αστικής τάξης.

Και πραγματικά, δεν άργησε να αποκαλυφθεί το αληθινό βαθύτερο περιεχόμενο του αστικού «πατριωτισμού». Η κυβέρνηση των Βερσαλλιών, αφού έκλεισε μια επαίσχυντη συνθήκη ειρήνης με τους Πρώσους, πέρασε στον άμεσό της σκοπό, ανάλαβε δηλαδή την επίθεση για να αφαιρέσει από το προλεταριάτο του Παρισιού τα όπλα που της προκαλούσαν το φόβο και τον τρόμο. Οι εργάτες απάντησαν με την ανακήρυξη της Κομμούνας και τον εμφύλιο πόλεμο.

Παρά το γεγονός ότι το σοσιαλιστικό προλεταριάτο ήταν χωρισμένο σε πολλές αιρέσεις, η Κομμούνα αποτέλεσε ένα λαμπρό υπόδειγμα της ικανότητας του προλεταριάτου να πραγματοποιεί ομόθυμα τα δημοκρατικά καθήκοντα που η αστική τάξη ήξερε μόνο να τα διακηρύσσει. Χωρίς καμιά ιδιαίτερη πολύπλοκη νομοθεσία, απλά, στην πράξη, το προλεταριάτο που κατέλαβε την εξουσία εφάρμοσε τον εκδημοκρατισμό του κοινωνικού καθεστώτος, κατάργησε τη γραφειοκρατία και πραγματοποίησε την αιρετότητα των δημοσίων υπαλλήλων από το λαό.

Δυο όμως λάθη κατάστρεψαν τους καρπούς της λαμπρής νίκης. Το προλεταριάτο σταμάτησε στη μέση του δρόμου: Αντί να αρχίσει την «απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών», παρασύρθηκε από το όνειρο να εγκαθιδρύσει ανώτερη Δικαιοσύνη σε μια χώρα που να την ενώνει το πανεθνικό καθήκον. Δεν κατέλαβε, λ.χ., τέτοια ιδρύματα, σαν την Τράπεζα, οι θεωρίες των προυντονιστών για «δίκαιη ανταλλαγή» κτλ. επικρατούσαν ακόμα ανάμεσα στους σοσιαλιστές. Το δεύτερο λάθος είναι η υπερβολική μεγαλοψυχία του προλεταριάτου: Επρεπε να εξοντώσει τους εχθρούς του. Απεναντίας, το προλεταριάτο του Παρισιού προσπαθούσε να επιδράσει ηθικά επάνω τους, περιφρόνησε τη σημασία των καθαρά πολεμικών ενεργειών στον εμφύλιο πόλεμο και, αντί να στεφανώσει τη νίκη του στο Παρίσι με αποφασιστική επίθεση ενάντια στις Βερσαλλίες, αργοπόρησε κι έδωσε στην κυβέρνηση των Βερσαλλιών τον καιρό να συγκεντρώσει τις σκοτεινές δυνάμεις και να προετοιμαστεί για τη ματωμένη εβδομάδα του Μάη.

Παρ' όλα όμως τα λάθη της, η Κομμούνα αποτελεί το πιο υψηλό παράδειγμα του πιο περίλαμπρου προλεταριακού κινήματος του ΧΙΧ αιώνα. Ο Μαρξ εκτιμούσε εξαιρετικά την ιστορική σημασία της Κομμούνας. Αν τον καιρό που η συμμορία των Βερσαλλιών έκανε την προδοτική επιδρομή για ν' αφαιρέσει από το προλεταριάτο του Παρισιού τα όπλα οι εργάτες τα παράδιναν χωρίς μάχη, η καταστροφική πτώση του ηθικού, που θα προκαλούσε μια τέτοια αδυναμία στο προλεταριακό κίνημα, θα ήταν πολλές φορές πιο βαριά, παρά η ζημιά από τις απώλειες που είχε η εργατική τάξη στον αγώνα, υπερασπίζοντας τα όπλα της. Οσο μεγάλες και αν ήταν οι θυσίες της Κομμούνας, αυτές εξαγοράζονται με τη σημασία που έχει για τον καθολικό προλεταριακό αγώνα: Η Κομμούνα έδειξε τη δύναμη του εμφυλίου πολέμου, διέλυσε τις πατριωτικές αυταπάτες κι έκανε θρύψαλα την απλοϊκή πίστη ότι οι επιδιώξεις της αστικής τάξης είναι πανεθνικές. Η Κομμούνα έμαθε στο ευρωπαϊκό προλεταριάτο να βάζει συγκεκριμένα τα καθήκοντα της σοσιαλιστικής επανάστασης.

Το δίδαγμα που πήρε το προλεταριάτο δε θα ξεχαστεί. Η εργατική τάξη θα χρησιμοποιήσει αυτό το δίδαγμα, όπως το χρησιμοποίησε κιόλας στη Ρωσία κατά την εξέγερση του Δεκέμβρη.

Η εποχή που προηγήθηκε από τη ρωσική επανάσταση και που προετοίμασε την επανάσταση έχει μια κάποια ομοιότητα με την εποχή του ζυγού του Ναπολέοντα στη Γαλλία. Και στη Ρωσία η απολυταρχική κλίκα έφερε τη χώρα ως τη φρίκη της οικονομικής καταστροφής και της εθνικής ταπείνωσης. Πολύ καιρό όμως δεν μπορούσε να ξεσπάσει η επανάσταση, όσο η κοινωνική ανάπτυξη δεν είχε δημιουργήσει τις συνθήκες για ένα μαζικό κίνημα και οι απομονωμένες επιθέσεις ενάντια στην κυβέρνηση στην προεπαναστατική περίοδο, παρ' όλο τον ηρωισμό τους, τσακίζονταν πάνω στην αδιαφορία των λαϊκών μαζών. Μόνο η σοσιαλδημοκρατία με επίμονη και συστηματική δουλιά διαπαιδαγώγησε τις μάζες ως τις ανώτερες μορφές πάλης, τις μαζικές εκδηλώσεις και τον εμφύλιο ένοπλο πόλεμο.

Η σοσιαλδημοκρατία μπόρεσε να διαλύσει «τις πανεθνικές» και «πατριωτικές» πλάνες που είχε το νεαρό προλεταριάτο και όταν με την άμεση επέμβασή της κατόρθωσε να αποσπαστεί από τα χέρια του τσάρου το μανιφέστο της 17 του Οχτώβρη, το προλεταριάτο πέρασε στη δραστήρια προετοιμασία για το επόμενο αναπόφευκτο στάδιο της επανάστασης, την ένοπλη εξέγερση. Ελευθερωμένο από τις «πανεθνικές» αυταπάτες, συγκέντρωνε τις ταξικές του δυνάμεις στις μαζικές του οργανώσεις, τα Σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών κτλ. Και παρ' όλες τις διαφορές των σκοπών και των καθηκόντων που έμπαιναν μπροστά στη ρωσική επανάσταση, σε σύγκριση με την επανάσταση του 1871, το ρωσικό προλεταριάτο ήταν υποχρεωμένο να καταφύγει στον ίδιο τρόπο πάλης, στον εμφύλιο πόλεμο, που την αρχή του την έκανε η Κομμούνα του Παρισιού. Το προλεταριάτο της Ρωσίας θυμόταν τα διδάγματά της και ήξερε ότι δεν πρέπει να περιφρονεί τα ειρηνικά μέσα πάλης - τα μέσα αυτά εξυπηρετούν τα τρέχοντα, τα καθημερινά συμφέροντα και είναι απαραίτητα στην περίοδο της προετοιμασίας της επανάστασης - ποτέ όμως δεν πρέπει να ξεχνά ότι η ταξική πάλη κάτω από ορισμένες συνθήκες παίρνει τη μορφή του ένοπλου αγώνα και του εμφύλιου πολέμου. Υπάρχουν στιγμές που τα συμφέροντα του προλεταριάτου απαιτούν αμείλικτη εξόντωση των εχθρών του σε ανοιχτές πολεμικές συγκρούσεις. Για πρώτη φορά το έδειξε αυτό το γαλλικό προλεταριάτο στην Κομμούνα και το επικύρωσε περίλαμπρα το ρωσικό προλεταριάτο με την εξέγερση του Δεκέμβρη.

Ας καταπνίγηκαν οι δυο αυτές μεγαλειώδεις εξεγέρσεις της εργατικής τάξης, θα γίνει νέα εξέγερση που μπροστά της θ' αποδειχτούν ανίσχυρες οι δυνάμεις των εχθρών του προλεταριάτου και από την εξέγερση αυτή το σοσιαλιστικό προλεταριάτο θα βγει με ολοκληρωμένη τη νίκη.

ΑΠΑΝΤΑ ΛΕΝΙΝ, τόμος 16ος, σελ. 475-478, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή»

Κείμενο τρίτο:

Η πείρα της Παρισινής Κομμούνας του 1871: Η Μαρξιστική ανάλυση

1. Γιατί είναι ήρωες οι οπαδοί της Κομμούνας

Είναι γνωστό ότι το φθινόπωρο του 1870, λίγους μήνες πριν από την δημιουργία της Κομμούνας, ο Μαρξ προειδοποιούσε τους εργάτες των Παρισίων, αποδεικνύοντας τους ότι κάθε απόπειρα για την ανατροπή της Κυβέρνησης θα ήταν απεγνωσμένη παραφροσύνη. Όταν όμως τον Μάρτιο τον 1871 η αποφασιστική μάχη ετέθη προ των εργατών και αυτοί την δέχθηκαν, όταν η εξέγερση ήταν πια τετελεσμένο γεγονός ο Μαρξ υποδέχτηκε την προλεταριακή επανάσταση με τον μεγαλύτερο ενθουσιασμό, παρ' όλους τους κακούς οιωνούς. Ο Μαρξ δεν έπεσε στη σχολαστικότητα να καταδικάζει ένα «πρόωρο» κίνημα, εντελώς αντίθετα από τον πασίγνωστο Ρώσο προδότη του μαρξισμού Πλεχάνωφ, ο οποίος τον Νοέμβριο του 1905, έγραφε ενθαρρύνοντας τον αγώνα των εργατών και χωρικών, αλλά ύστερα από τον Δεκέμβριο 1905 προσχώρησε στο φιλελεύθερο σύνθημα : «δεν έπρεπε να καταφύγετε στα όπλα».

Και ο Μαρξ δεν έδειξε, μόνο ενθουσιασμό για τον ηρωισμό των οπαδών της Κομμούνας «που ζητούσαν να κατακτήσουν τον ουρανό» όπως έλεγε. Στο επαναστατικό κίνημα των μαζών, αν και δεν πέτυχε το σκοπό του, είδε ο Μαρξ μια ιστορική απόπειρα τεράστιας σημασίας, μια συγκεκριμένη πρόοδο στην παγκόσμια προλεταριακή επανάσταση, ένα πρακτικό βήμα σπουδαιότερο από εκατό προγράμματα και συζητήσεις. Το πρόβλημα που παρουσιάστηκε στον Μαρξ ήταν να αναλύσει την απόπειρα αυτή, να βγάλει απ' αυτήν μαθήματα τακτικής, να ξαναεξετάσει τη θεωρία του με το νέο φως πού του έφερνε. Η μόνη «διόρθωση» που ο Μαρξ σκέφθηκε ότι ήταν αναγκαίο να κάνει στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο στηρίχθηκε πάνω στην επαναστατική πείρα της Παρισινής Κομμούνας.

Ο τελευταίος πρόλογος σε μια νέα Γερμανική έκδοση του κομμουνιστικού Μανιφέστου, υπογεγραμμένη και από τους δύο συγγραφείς του, χρονολογείται από τις 24 Ιουνίου 1872. Στον πρόλογο αυτόν οι συγγραφείς Καρλ Μαρξ και Φρειδερίκος Ένγκελς γράφουν ότι το πρόγραμμα του Κομμουνιστικού Μανιφέστου είναι τώρα «αρκετά παράκαιρο».

«Ιδιαιτέρως», εξακολουθούν, η Κομμούνα αποδεικνύει ότι η εργατική τάξη δεν μπορεί «απλώς να καταλάβει τον έτοιμο Κρατικό μηχανισμό και να τον βάλει σε ενέργεια για τους δικούς της σκοπούς!».

Τα λόγια που τονίζονται στο κομμάτι αυτό είναι παρμένα από τους συγγραφείς του από το βιβλίο του Μαρξ «Ο εμφύλιος πόλεμος στην Γαλλία». Βλέπουμε ότι ο Μαρξ και ο Ένγκελς έδιναν τόσο μεγάλη σημασία σε ένα θεμελιώδες και κύριο δίδαγμα της Παρισινής Κομμούνας, ώστε το έβαλαν ως ουσιώδη διόρθωση στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο.

Είναι χαρακτηριστικότατο ότι ακριβώς αυτή η διόρθωση παραμορφώθηκε από τους οπορτουνιστές, και η σημασία της, προφανώς, είναι ακατάληπτη, για τα εννέα δέκατα, αν όχι για τα ενενήντα εννέα εκατοστά, των αναγνωστών του Κομμουνιστικού Μανιφέστου. Θα μιλήσομε περισσότερο, γι αυτό σε ειδικό κεφάλαιο αφιερωμένο σαυτές τις διαστροφές. Αρκεί εδώ να σημειώσομε, ότι η συνηθισμένη και χυδαία «ερμηνεία» του περίφημου αξιώματος του Μαρξ που αναφέραμε, είναι ότι ο Μαρξ, όπως λένε, τονίζει εδώ την ιδέα της βαθμιαίας εξέλιξης, κατ' αντιδιαστολή προς την βίαιη κατάληψη της εξουσίας!

Στην πραγματικότητα όμως, αληθεύει ακριβώς το αντίθετο. Ο Μαρξ θέλει να πει ότι η εργατική τάξη πρέπει να συντρίψει, να κομματιάσει τον «έτοιμο μηχανισμό του Κράτους και όχι απλώς να προσαρμοσθεί μαυτόν παίρνοντας τον στην κατοχή της.

Στις 12 Απριλίου 1871, -δηλαδή ακριβώς στην εποχή της Κομμούνας -ο Μαρξ έγραφε στον Κούγκελμαν :

«Αν κοιτάξετε στο τελευταίο κεφάλαιο του έργου μου «Η Δεκάτη Ογδόη Μπρυμαίρ» θα δείτε ότι διακηρύσσω πως η προσπάθεια της Γαλλικής Επανάστασης πρέπει να είναι όχι η κατάληψη της γραφειοκρατικής και στρατιωτικής μηχανής -όπως έγινε έως σήμερα αλλά η συντριβή της (στα γερμανικά ο Μαρξ γράφει zerbrechen) -και αυτό ακριβώς είναι ο προκαταρκτικός όρος κάθε πραγματικής λαϊκής επανάστασης στην Ευρώπη. Και ακριβώς αυτή είναι η προσπάθεια των ηρωικών Παρισινών συντρόφων μας».

Μέσα σαυτά τα λόγια: «να συντρίψει τον γραφειοκρατικό και στρατιωτικό Κρατικό μηχανισμό εκφράζεται με συντομία, η κυριότερη διδασκαλία του Μαρξισμού σχετικά με τα προβλήματα του Κράτους, που μια επανάσταση θα προβάλει στο προλεταριάτο. Και αυτή ακριβώς η διδασκαλία, όχι μόνον λησμονήθηκε, αλλά και παραμορφώθηκε τελείως από την επικρατούσα μαρξική «ερμηνεία» του Κάουτσκυ!

Όσον αφορά την παραπομπή του Μαρξ στην «Δεκάτη Ογδόη Μπρυμαίρ» παραθέσαμε παραπάνω ολόκληρο το σχετικό κείμενο.

Είναι όμως εξαιρετικά ενδιαφέρον, να σημειώσομε δυο σημεία από το απόσπασμα αυτό. Πρώτον ότι αναφέρει τα συμπεράσματά του στην ηπειρωτική Ευρώπη. Αυτό ήταν φυσικό στα 1871, όταν η Αγγλία ήταν ακόμα το πρότυπο μιας καθαρά καπιταλιστικής χώρας, χωρίς την στρατιωτική μηχανή, και σε μεγάλο βαθμό, χωρίς την γραφειοκρατία.

Ο Μαρξ απέκλειε την 'Αγγλία, σύμφωνα με τη γνώμη του ότι η πραγματική λαϊκή επανάσταση είναι αδύνατη, χωρίς τον προαπαιτούμενο όρο της καταστροφής του έτοιμου Κρατικού μηχανισμού».

Σήμερα, στα 1917, στην εποχή του πρώτου μεγάλου ιμπεριαλιστικού πολέμου, η διάκριση αυτή του Μαρξ δεν εφαρμόζεται, και η Αγγλία και η Αμερική, οι μεγαλύτεροι και οι τελευταίοι αντιπρόσωποι της Αγγλοσαξονικής «ελευθερίας» που εννοείται με την έλλειψη του μιλιταρισμού και της γραφειοκρατίας, κύλησαν σήμερα τελείως μέσα στον ακάθαρτο, ματωμένο βόρβορο των στρατιωτικο-γραφειοκρατικών θεσμών όλης της Ευρώπης, που υποτάσσουν και συντρίβουν τα πάντα. Σήμερα, και στην Αγγλία και στην Αμερική, ο «προαπαιτούμενος όρος για την πραγματική λαϊκή επανάσταση, είναι η συντριβή, το κομμάτιασμα του έτοιμου Κρατικού μηχανισμού» (ο οποίος τελειοποιήθηκε και σ αυτές τις χώρες από το 1914 έως το 1917, σύμφωνα με τον «Ευρωπαϊκό» γενικό ιμπεριαλιστικό κανόνα).

Δεύτερον, η βαθύτατη αυτή παρατήρηση του Μαρξ αξίζει ιδιαίτερη προσοχή εκεί που τονίζει, ότι η καταστροφή του στρατιωτικού και γραφειοκρατικού Κρατικού μηχανισμού είναι «ο προαπαιτούμενος όρος μιας πραγματικής λαϊκής επανάστασης».

Η ιδέα αυτή της «λαϊκής» επανάστασης φαίνεται παράξενη στα χείλη του Μαρξ. Και οι Ρώσοι φίλοι του Πλεχάνωφ και μενσεβίκοι, οι οπαδοί αυτοί του Στρούβε, που θέλουν να λέγονται μαρξιστές, μπορούν να θεωρούν την έκφραση αυτή ως παραδρομή της γλώσσας. Έχουν εφαρμόσει στον Μαρξισμό μια τόσο χυδαία. «φιλελεύθερη» διαστροφή, ώστε δεν υπάρχει γι αυτούς τίποτε άλλο εκτός από την διάκριση της προλεταριακής και της καπιταλιστικής επανάστασης: και τις περισσότερες φορές η διάκριση αυτή γίνεται γι' αυτούς μια άψυχη θεωρία.

Αν πάρουμε το παράδειγμα των επαναστάσεων του 20ου αιώνα θα αναγκαστούμε να παραδεχθούμε ότι η Πορτογαλική και η Τουρκική επανάσταση ήταν μικροαστικές. Και ούτε μπορεί να υπάρξει μια «λαϊκή» επανάσταση όταν η μάζα του λαού, η μεγάλη πλειοψηφία δεν εμφανίζεται πραγματικά, ανεξάρτητα, με τις δικές της πολιτικές και, οικονομικές απαιτήσεις, πράγμα που δεν έγινε στις δυο αυτές επαναστάσεις. Απεναντίας η Ρωσική αστική επανάσταση του 1905-1907 χωρίς να έχει τόσο «λαμπρές» επιτυχίες σαν την πορτογαλική και την τουρκική επανάσταση, υπήρξε αναντιρρήτως μια πραγματικά λαϊκή επανάσταση. Η λαϊκή μάζα, η πλειοψηφία του λαού, τα κατώτερα κοινωνικά στρωματά που συντρίβονταν υπό τον ζυγό της εκμετάλλευσης, εξεγέρθηκαν αυτόματα και σε όλη την διάρκεια της επανάστασης έδωσαν την σφραγίδα των «δικών τους» απαιτήσεων, των «δικών τους» προσπαθειών για την δημιουργία της νέας κοινωνίας που θα αντικαθιστά την παλαιά που καταστρεφόταν.

Σε καμιά χώρα της Ευρωπαϊκής ηπείρου στα 1871, το προλεταριάτο δεν αποτελούσε την πλειοψηφία του λαού.

«Λαϊκή» επανάσταση, ικανή να τραβήξει στο κίνημα της την πλειοψηφία, θα μπορούσε να είναι μόνο η επανάσταση που θα περιελάμβανε το προλεταριάτο και την αγροτική τάξη. Και οι δυο αυτές τάξεις αποτελούσαν τότε τον «λαό». Και οι δυο τάξεις είναι ενωμένες αφού ο «στρατιωτικός και γραφειοκρατικός μηχανισμός του Κράτους» τις καταπιέζει, τις συντριβή και τις εκμεταλλεύεται. Το κομμάτιασμα αυτού του μηχανισμού, η συντριβή του -αυτό είναι το πραγματικό συμφέρον του «λαού», της πλειοψηφίας του -δηλαδή το συμφέρον των εργατών και των περισσοτέρων αγροτών -αυτός είναι ο «προαπαιτούμενος όρος» για την ένωση των φτωχών χωρικών με το προλεταριάτο. Χωρίς αυτήν την ένωση η δημοκρατία δεν μπορεί να κρατηθεί και η σοσιαλιστική αναδημιουργία είναι αδύνατη.. Αυτήν την ένωση προσπάθησε να πραγματοποιήσει και η Παρισινή Κομμούνα. Δεν πέτυχε όμως τον σκοπό της, εξ αιτίας των εσωτερικών και εξωτερικών περιστάσεων.

Κατά συνέπεια, μιλώντας ο Μαρξ για μια «πραγματική λαϊκή επανάσταση δεν ξεχνούσε τα χαρακτηριστικά -γνωρίσματα της μικροαστικής τάξεως (μίλησε γιαυτή πολύ και συχνά) και είχε πολύ καλά υπ' όψη του τις σχέσεις των τάξεων που υπήρχαν στα κράτη της ηπειρωτικής Ευρώπης του 1871. Είπε επίσης ο Μαρξ ότι η «συντριβή» του Κρατικού μηχανισμού, επιβάλλεται από τα συμφέροντα των εργατών και των χωρικών, που πρέπει να είναι ενωμένοι στον κοινό αγώνα για την καταστροφή του «παρασίτου» αυτού και την αντικατάσταση του από κάτι καινούργιο.

Από τι όμως ακριβώς;

2. Τι θα αντικαταστήσει τον μηχανισμό του Κράτους;

Στα 1847, στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο ο Μαρξ μπορούσε ν' απαντήσει σ' αυτό το ερώτημα με εντελώς απόλυτο τρόπο, διατυπώνοντας περισσότερο το πρόβλημα παρά την λύση του. Η αντικατάσταση αυτού του μηχανισμού από το προλεταριάτο ανυψωμένο σε κυβερνώσα τάξη», «με την κατάκτηση της Δημοκρατίας» -αυτή ήταν η απάντηση τον Κομμουνιστικού Μανιφέστου.

Αποφεύγοντας την ουτοπία, ο Μαρξ περίμενε από την πείρα ενός κινήματος των μαζών να δώσει την απάντηση του προβλήματος και να καθορίσει τις μορφές που θα πάρει αυτή η οργάνωση του προλεταριάτου σε κυρίαρχη τάξη, και τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε αυτή ή οργάνωση να πραγματοποιήσει τελειότερα και στερεότερα την «κατάκτηση της Δημοκρατίας». Ο Μαρξ εξήγησε την πείρα της Κομμούνας, όσο μικρή και αν ήταν, με λεπτότατη ανάλυση στο έργο του «Ο εμφύλιος πόλεμος στη Γαλλία». Θα παρουσιάσουμε στον αναγνώστη τα σπουδαιότερα μέρη αυτού τον έργου.

Στον 19ον αιώνα άρχισε η γοργή ανάπτυξη της συγκεντρωμένης κρατικής εξουσίας, που προέρχεται από τον μεσαίωνα «με τα εξυπηρετικά της όργανα : μόνιμο στρατό, αστυνομία, γραφειοκρατία, κλήρο και δικαστές.» Όσο προχωρεί η εξέλιξη του ανταγωνισμού μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, ντο κράτος παίρνει ολοένα περισσότερο τον χαρακτήρα ενός δημοσίου οργανισμού για. την καταπίεση της εργασίας, δηλαδή μηχανής για την κυριαρχία μιας τάξεως. Ύστερα από κάθε επανάσταση που σημειώνει κάποια πρόοδο στον αγώνα των τάξεων, ο καθαρά καταπιεστικός χαρακτήρας της κρατικής εξουσίας φαίνεται ολοένα καθαρότερα». Το κράτος ύστερα από την επανάσταση του 1848-49, γίνεται «το εθνικό όπλο του κεφαλαίου στον πόλεμο τον εναντίον της εργασίας». Η Δευτέρα Αυτοκρατορία το ενισχύει περισσότερο.

«Η Κομμούνα ήταν η τελεία αντίθεση της Αυτοκρατορίας. Ήταν μια ορισμένη μορφή δημοκρατίας που θα καταργούσε όχι μόνο την μορφή του μοναρχικού καθεστώτος αλλά και κάθε καθεστώς τάξεων».

Ποια ήταν αυτή η «ορισμένη» μορφή της προλεταριακής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας; Ποιο ήταν το Κράτος που είχε αρχίσει να δημιουργείται ;

 «Το πρώτο διάταγμα της Κομμούνας ήταν η κατάργηση του μόνιμου στρατού και η αντικατάσταση του από το ένοπλο έθνος».

Η απαίτηση αυτή βρίσκεται σήμερα στο πρόγραμμα κάθε κόμματος που ονομάζεται σοσιαλιστικό. Η αξία όμως αυτών των προγραμμάτων φαίνεται καλύτερα με την διαγωγή των σοσιαλ-επαναστατών μας και των Μενσεβίκων, που αρνήθηκαν να εφαρμόσουν τις θεωρίες των και ύστερα από την επανάσταση της 12 Μαρτίου 1917.

«Το Συμβούλιο της Κομμούνας αποτελείτο από δημοτικούς αντιπροσώπους εκλεγόμενους με καθολική ψηφοφορία στα διάφορα διαμερίσματα του Παρισιού. Ήταν υπεύθυνοι και μπορούσαν να ανακληθούν σε κάθε στιγμή. Η πλειοψηφία αποτελείτο φυσικά από εργάτες η αναγνωρισμένους αντιπροσώπους της εργατικής τάξης...»             

«..Η αστυνομία που έως τότε ήταν μάλλον ένα όργανο της Κυβέρνησης αποστερήθηκε αμέσως από όλες της τις πολιτικές λειτουργίες και έγινε ένα υπεύθυνο και ανακαλούμενο όργανο της Κομμούνας..»

«..Το ίδιο εφαρμόσθηκε και για τους αξιωματούχους όλων των άλλων διοικητικών κλάδων. Από τα μέλη του Συμβουλίου της Κομμούνας, έως τον τελευταίο εργάτη, όλοι στις δημόσιες υπηρεσίες πληρώνονταν με τον ίδιο μισθό ως απλοί εργάτες. Όλα τα προνόμια και οι ιδιαίτερες επιχορηγήσείς που προσφέρονταν στις υψηλές θέσεις του Κράτους εξηφανίσθησαν μαζί με τις θέσεις αυτές ....Αφού κανόνισε έτσι τον μόνιμο στρατό και την αστυνομία, τα υλικά αυτά όπλα της παλιάς Κυβέρνησης, η Κομμούνα έστρεψε την προσοχή της χωρίς αναβολή στην καταπολέμηση των όπλων της πνευματικής καταπίεσης, της εξουσίας του κλήρου... Οι δικαστικοί λειτουργοί έχασαν την ψευτοανεξαρτησία τους Στο μέλλον έπρεπε να εκλέγονται φανερά, να είναι υπεύθυνοι και να μπορούν να ανακληθούν»

Και έτσι η Κομμούνα φαίνεται ότι αντικατέστησε τον κομματιασμένο κρατικό μηχανισμό, «μόνον» με μια τελειότερη κυριαρχία του λαού : δηλαδή με την κατάργηση του μονίμου στρατού και την μεταβολή όλων των αρχόντων σε εκλεγόμενους και, ανακαλούμενους υπάλληλους του κράτους. Αλλά στην πραγματικότητα αυτό το «μόνον» αντιπροσωπεύει μια γιγάντια αντικατάσταση ενός τύπου θεσμών από άλλους με θεμελιώδη διαφορά. Έχουμε εδώ ακριβώς μια περίπτωση «μετατροπής ποσού εις ποιόν».

Η Δημοκρατία, που έφτασε στην μεγαλύτερη τελειότητα, μεταμορφώνεται από καπιταλιστική σε προλεταριακή; Από Κράτος (δηλαδή μια ειδική δύναμη για την καταπίεση μιας τάξεως) σε «κάτι» που πραγματικά δεν είναι πια Κράτος,

Αυτό το «κάτι» είναι ακόμη αναγκαίο για να εξαφανίσει την καπιταλιστική τάξη και να συντρίψει την αντίσταση της. Και ήταν εξαιρετικά αναγκαίο για την Κομμούνα.

Ένας δε από τους λόγους της αποτυχίας της είναι ότι δεν το έκανε αυτό με αρκετή αποφασιστικότητα. Η διαφορά όμως είναι ότι τώρα το όργανο αυτό για την εξαφάνιση είναι η πλειοψηφία του πληθυσμού και όχι η μειοψηφία, όπως συνέβαινε στην εποχή της δουλείας, της δουλοπαροικίας και της μισθοδουλείας. Και όταν η πλειοψηφία του έθνους μόνη της εξαφανίζει τους τυράννους της, δεν χρειάζεται πια μια ειδική καταπιεστική δύναμη. Έτσι το Κράτος αρχίζει να χάνεται. Αντί των ειδικών θεσμών μιας προνομιούχου μειοψηφίας (προνομιούχων αρχόντων και αξιωματικών του μονίμου στρατού), η πλειοψηφία μπορεί μόνη της αμέσως να εκπληρώσει όλες αυτές τις λειτουργίες και όσο περισσότερο οι κρατικές λειτουργίες ανατίθενται στην μάζα του λαού, τόσο λιγότερο είναι αναγκαία η ύπαρξη του Κράτους.

Στο σημείο αυτό τα ειδικά μέτρα, που εφήρμοσε η Κομμούνα και τονίζει ο Μαρξ, είναι ιδιαιτέρως αξιοσημείωτα : κατάργηση όλων των επιχορηγήσεων και όλων των ειδικών μισθών για τους ανωτέρους υπαλλήλους, εξίσωση της πληρωμής όλων των δημοσίων υπαλλήλων στο επίπεδο του εργατικού ημερομισθίου. Εδώ φαίνεται πιο καθαρά από κάθε άλλη φορά το πέρασμα από την αστική δημοκρατία στην προλεταριακή, από την δημοκρατία των καταπιεστών στην δημοκρατία των καταπιεζομένων, από την κυριαρχία μιας «ειδικής δύναμης για την καταπίεση ορισμένης τάξης, στην κατάργηση των καταπιεστών από ολόκληρη την δύναμη της πλειοψηφίας τον έθνους, το προλεταριάτο και τους αγρότες. Και σαυτό ακριβώς το σαφέστατο σημείο, το σπουδαιότατο ίσως για το πρόβλημα του Κράτους, η διδασκαλία του Μαρξ λησμονήθηκε. Παραμελείται τελείως σε όλες τις αναρίθμητες λαϊκές ερμηνείες δεν θεωρείται σωστό να μιλάει κανείς για το ζήτημα αυτό που χαρακτηρίζεται σαν μια παλιά «απλοϊκότητα». Έτσι ακριβώς και οι χριστιανοί όταν πέτυχαν να επιβάλουν την θρησκεία τους ως κρατική, «λησμόνησαν» την «απλοϊκότητα» του παλαιού χριστιανισμού με το επαναστατικό δημοκρατικό του πνεύμα.

Η ελάττωση της πληρωμής των ανωτάτων υπαλλήλων του Κράτους φαίνεται ότι είναι μόνο ένα απλοϊκό, πρωτόγονο δημοκρατικό αίτημα. Ένας από τους «ιδρυτές» του νεωτέρου οπορτουνισμού, ο πρώην σοσιαλδημοκράτης Ε. Μπερνστάιν, εξάσκησε πολλές φορές το ταλέντο του επαναλαμβάνοντας τις κοινές καπιταλιστικές αστειότητες για την «πρωτόγονη» Δημοκρατία. Όπως όλοι οι οπορτουνιστές, όπως και οι σημερινοί οπαδοί του Κάουτσκυ, δεν μπόρεσε να καταλάβει ότι, πρωτίστως, η μετάβαση από τον Καπιταλισμό στον Σοσιαλισμό, είναι αδύνατη χωρίς την «επιστροφή», έως ένα ορισμένο σημείο, στην «πρωτόγονη» Δημοκρατία. Πώς αλλιώς μπορούμε να περάσουμε στην ανάληψη όλων των Κυβερνητικών λειτουργιών από την πλειοψηφία του πληθυσμού και από κάθε άτομο του πληθυσμού ; Και έπειτα, λησμονεί ότι η «πρωτόγονη Δημοκρατία» ύστερα από τον Καπιταλισμό και από τον καπιταλιστικό πολιτισμό, δεν είναι σαν την πρωτόγονη Δημοκρατία των προϊστορικών ή των προκαπιταλιστικών χρόνων. Ο καπιταλιστικός πολιτισμός δημιούργησε την μεγάλη βιομηχανία με τη μορφή εργοστασίων, σιδηροδρόμων, ταχυδρομείων, τηλεφώνων κτλ. και πάνω σαυτή τη βάση οι περισσότερες λειτουργίες του «παλιού Κράτους» απλοποιούνται καταπληκτικά, και γίνονται πραγματικά απλές λειτουργίες διαχείρισης και έλέγχου. Έτσι δεν απαιτούν την παρουσία «διανοουμένων» και είναι δυνατό να υποβληθούν σε ένα κοινό «εργατικό ημερομίσθιο». Το γεγονός αυτό τις απογυμνώνει από την παλιά τους αίγλη ως «κυβερνητικών», και επομένως, προνομιούχων υπηρεσιών.

Ο έλεγχος όλων των αρχόντων, χωρίς εξαίρεση, με την γενική εφαρμογή της αρχής της εκλογής και της ανάκλησης σε κάθε στιγμή, καθώς και η ελάττωση των μισθών τους στο κοινό εργατικό ημερομίσθιο, όλα αυτά είναι απλά και «επιβεβλημένα» δημοκρατικά μέτρα, που εναρμονίζουν τελείως τα συμφέροντα των εργατών και της πλειοψηφίας των χωρικών, και συγχρόνως χρησιμεύουν ως γέφυρα που φέρνει από τον Καπιταλισμό στον Σοσιαλισμό. Τα μέτρα αυτά αναφέρονται στο Κράτος, δηλαδή στην καθαρά πολιτική αναδημιουργία της κοινωνίας αποκτούν όμως την τέλια τους σημασία και σπουδαιότητά, τότε μόνον όταν συνοδεύονται από την «απομάκρυνση της αστικής τάξης» ή τουλάχιστον από τα προαπαιτούμενα βήματα προς αυτή την απομάκρυνση, δηλαδή με το πέρασμα από την καπιταλιστική ατομική ιδιοκτησία των μέσων της παραγωγής, στην κοινή ιδιοκτησία.

«Η Κομμούνα (έγραφε ο Μαρξ) πραγματοποίησε το σύνθημα αυτό όλων των αστικών επαναστάσεων, να αποκτήσει δηλαδή μια Κυβέρνηση με μικρά έξοδα καταργώντας δυο από τα σπουδαιότερα ελαττώματα της-τον στρατό και τη γραφειοκρατία».

Από την τάξη των χωρικών, και από τα άλλα στρώματα τής μικροαστικής τάξης, μόνο μια ασήμαντη μερίδα «επιπλέει» και «μπαίνει στην κοινωνία», κάνει μια καριέρα όπως λένε οι αστοί, δηλαδή πηδάει στην αστική τάξη και κατακτά μερικές ασφαλείς και προνομιούχους θέσεις. Η μεγάλη πλειοψηφία των αγροτών σε όλες τις καπιταλιστικές χώρες που υπάρχει αγροτική τάξις (και τέτοιες είναι οι περισσότερες καπιταλιστικές χώρες) καταπιέζεται απ' την Κυβέρνηση και επιθυμεί την ανατροπή της, με την ελπίδα μιας «φθηνής» κυβερνήσεως. Η ελπίδα αυτή μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο από το προλεταριάτο και με την πραγματοποίηση της, το προλεταριάτο κάνει ένα βήμα προς τα εμπρός, προς την σοσιαλιστική αναδημιουργία του Κράτους.

3. Η κατάργηση του Κοινοβουλευτισμού.

«Η Κομμούνα (έγραφε ο Μαρξ) δεν ήταν κοινοβουλευτικός, αλλά εργατικός οργανισμός, νομοθετικός και εκτελεστικός συγχρόνως. Ενώ πρώτα απεφασίζετο κάθε τρία ή κάθε έξι χρόνια ποιο από τα μέλη της κυρίαρχης τάξης θα «αντιπροσώπευε» και θα «καταπίεζε τον λαό μέσα στο Κοινοβούλιο, η καθολική ψηφοφορία χρησιμεύει τώρα στον λαό, που ήταν οργανωμένος σε κομμούνες, ως μέσο για την εξεύρεση των απαιτούμενων εργατών, ελεγκτών και λειτουργών για τις ανάγκες του, όπως ακριβώς ένα άτομο εκλέγει τους ατομικούς υπαλλήλους για τις δικές του ανάγκες».

Η αξιοσημείωτη αυτή κριτική του κοινοβουλευτισμού στα 1871 είναι από τα λόγια εκείνα του Μαρξ που «λησμονήθηκαν» χάρις στην κυριαρχία του σοσιαλιστικού σωβινισμού και οπορτουνισμού. Υπουργοί και εξ επαγγέλματος πολιτικοί, «ημιμαθείς» σοσιαλιστές και προδότες του προλεταριάτου, εγκατέλειψαν σήμερα κάθε κριτική του κοινοβουλευτισμού στους αναρχικούς και με το έξυπνο αυτό τέχνασμα διακηρύσσουν ότι κάθε κριτική του κοινοβουλευτισμού είναι «αναρχισμός». Και, έτσι δεν είναι καθόλου παράξενο ότι το προλεταριάτο των πιο προχωρημένων κοινοβουλευτικών χωρών, απογοητευμένο από τέτοιους «σοσιαλιστές» όπως είναι οι κ. κ. Σάϊντμαν Δαβίδ, Λέγκιν, Σαμπά, Ρενωντέλ, Χέντερσον, Βαντερβέλντε, Στάουνιγκ, Μπράντιγκ, Μπισσολάτι και Σία, στρέφει τη συμπάθειά του ολοένα περισσότερο προς τον Αναρχο­συνδικαλισμό, αν και αυτός είναι δίδυμος αδελφός του οπορτουνισμού.

Αλλά στην επαναστατική σκέψη του Μαρξ δεν υπήρχε ποτέ η κενή και πομπώδης φρασεολογία, τα λογοπαίγνια, όπως την μετέτρεψαν οι Πλεχάνωφ, Κάουτσκυ και λοιποί. Ο Μαρξ ήξερε πολύ καλά να μαστιγώνει αλύπητα τον Αναρχισμό για την ανικανότητά του να εκμεταλλευθεί τουλάχιστον τον «στάβλο» του καπιταλιστικού κοινοβουλευτισμού όταν η κατάσταση δεν ήταν επαναστατική, αλλά συγχρόνως ήξερε πως να υποβάλλει τον κοινοβουλευτισμό σε μια πραγματικά επαναστατική προλεταριακή κριτική.

Να αποφασίζεται μια φορά κάθε τόσα χρόνια ποιο από τα μέλη της κυρίαρχης τάξης θα καταπιέσει τον λαό δια μέσου του κοινοβουλίου -αυτή είναι η πραγματική ουσία τον μικροαστικού κοινοβουλευτισμού, όχι μόνο μέσα στις κοινοβουλευτικές και συνταγματικές Μοναρχίες αλλά και στα πιο δημοκρατικά πολιτεύματα.

Αφού όμως στο ζήτημα τού κράτους ο κοινοβουλευτισμός πρέπει να θεωρείται σαν ένας από τους θεσμούς του, τι δρόμο έξω από τον κοινοβουλευτισμό έχει να ακολουθήσει το προλεταριάτο αντιμετωπίζοντας τις υποχρεώσεις που θα του παρουσιασθούν ; Πώς μπορεί να διοικηθεί μια χώρα χωρίς τον κοινοβουλευτισμό;

Επαναλαμβάνουμε άλλη μια φορά : Η διδασκαλία του, Μαρξ, στηριζομένη στη μελέτη της Κομμούνας, ξεχάστηκε σε τέτοιο βαθμό ώστε κάθε κριτική τον κοινοβουλευτισμού όταν δεν είναι αναρχική ή αντιδραστική είναι τελείως ακατάληπτη στους σημερινούς «σοσιαλ-δημοκράτες» (λέγε : προδότες τού σοσιαλισμού).

Ο δρόμος έξω από τον κοινοβουλευτισμό θα βρεθεί όχι με την κατάργηση των αντιπροσωπευτικών θεσμών και της αρχής της εκλογής, αλλά με την μετατροπή των αντιπροσωπευτικών αυτών θεσμών από «αερολογικούς» οργανισμούς σε οργανισμούς θετικής εργασίας : «Η Κομμούνα δεν ήταν ένας κοινοβουλευτικός θεσμός, αλλά ένας θετικός οργανισμός, νομοθετικός και εκτελεστικός συγχρόνως».

«Όχι κοινοβουλευτικός, αλλά θετικός» οργανισμός -αυτό αναφέρεται κατ' ευθείαν στους σημερινούς κοινοβουλευτικούς και σοσιαλδημοκράτες που εκτελούν χρέη «υπηρετικών σκύλων» του κοινοβουλευτισμού. Πάρτε μια κοινοβουλευτική χώρα, από την Αμερική έως την Ελβετία, από την Γαλλία έως την 'Αγγλία, Νορβηγία κ.τ.λ. η αληθινή κρατική λειτουργία γίνεται μέσα στα παρασκήνια και εξωτερικεύεται με τις διάφορες υπηρεσίες, συμβούλια και επιτελεία. Το κοινοβούλιο έχει αποκλειστικό του σκοπό να παράγει λόγια για την εξαπάτηση του «κοσμάκη». Αυτό είναι τόσο αληθινό ώστε ακόμη και στην πρώτη Ρωσική Δημοκρατία με το μικροαστικό δημοκρατικό καθεστώς, ο κοινοβουλευτισμός φανέρωσε καθαρά τον αληθινό του σκοπό πριν ακόμη δημιουργηθεί ένα πραγματικό κοινοβούλιο. Οι ήρωες της διαφθοράς, όπως είναι ο Σκομπέλιεφ και ο Τσερετέλλι, ο Τσέρνωφ και ο Αφξέντιεφ κατόρθωσαν να μολύνουν και τα Σοβιέτ ακόμη με το παράδειγμα τον πιο σιχαμερού μικροαστικού κοινοβουλευτισμού, μετατρέποντας τα σε αερολογικούς οργανισμούς. Μέσα στα Σοβιέτ οι αξιότιμοι Δεξιοί Σοσιαλιστές υπουργοί κοροϊδεύουν τους ευκολόπιστους με φράσεις και εκφράσεις. Μέσα στην ίδια την Κυβέρνηση ένα είδος καντρίλιας παίζεται συνεχώς, και από το ένα μέρος οι σοσιαλεπαναστάτες και οι μενσεβίκοι αρπάζουν τις πιο «καλές» και «ωραίες» θέσεις, ενώ από το άλλο μέρος προσπαθούν να απασχολήσουν την προσοχή του λαού. Στο μεταξύ η πραγματική λειτουργία του κράτους γίνεται από τις υποδιοικήσεις και τα διάφορα επιτελεία.

Η «Ντιέλο Ναρόντα», το όργανο τον κυβερνώντος κόμματος των σοσιαλεπαναστατών ομολογούσε τελευταία σένα κύριο άρθρο της με την αμίμητη αφέλεια των ανθρώπων της «καλής κοινωνίας», ότι ακόμη και σε εκείνα τα υπουργεία που ανήκουν στους «σοσιαλιστές» (συγγνώμη για τη λέξη) ολόκληρος ο επίσημος οργανισμός μένει κατ' ουσία ο ίδιος με τον παλιό, λειτουργώντας όπως πριν και πολεμώντας κάθε επαναστατική πρωτοβουλία χωρίς εξαιρέσεις και προσχήματα. Και πραγματικά, αν ακόμη δεν είχαμε αυτή την ομολογία, η σημερινή ιστορία της συμμετοχής των σοσιαλεπαναστατών και των μενσεβίκων στην κυβέρνηση δεν το αποδεικνύει αυτό;

Είναι μόνο χαρακτηριστικό ότι στην υπουργική συνεργασία τους με τους Καντέ, οι κ. κ. Τσέρνωφ, Ρουσσάνωφ, Ζενζίνωφ και άλλοι από το επιτελείο της «Ντιέλο Ναρόντα» έχασαν τελείως κάθε ντροπή ώστε διακηρύσσουν με αναίδεια σαν να ήταν μια αστειότητα, ότι στα υπουργεία τους όλα μένουν όπως ήταν πριν. Επαναστατικές και δημοκρατικές φράσεις για να εξαπατούν τους απλοϊκούς γραφειοκρατία και διαφθορά στις κυβερνητικές υπηρεσίες για το «όφελος» των καπιταλιστών-αυτή είναι η ουσία του σημερινού «φιλόνομου» συνασπισμού.

Στη θέση του αργυρωνήτου και διεφθαρμένου κοινοβουλευτισμού της καπιταλιστικής κοινωνίας, η Κομμούνα φέρνει θεσμούς στους οποίους η ελευθέρια της γνώμης και της συζητήσεως δεν είναι πια μια απάτη, γιατί οι αντιπρόσωποι πρέπει να δουλεύουν πραγματικά, πρέπει μόνοι τους να εκτελούν τους δικούς τους νόμους, πρέπει μόνοι τους να ελέγχουν τα αποτελέσματά τους στην πράξη, πρέπει να είναι απ' ευθείας υπεύθυνοι μπροστά στους εκλογείς τους. Οι αντιπροσωπευτικοί θεσμοί μένουν, αλλά ο κοινοβουλευτισμός ως ξεχωριστό σύστημα, σαν μια διαίρεση της εργασίας σε νομοθετικές και εκτελεστικές λειτουργίες, ως θεσμός που δημιουργεί μια προνομιούχο θέση για τους βουλευτές του δεν υπάρχει πια.

Χωρίς τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς δεν μπορούμε να φαντασθούμε μια δημοκρατία, ακόμη ούτε μια προλεταριακή δημοκρατία. Αλλά μπορούμε και πρέπει να σκεφθούμε για μια δημοκρατία χωρίς κοινοβουλευτισμό, αν η κριτική μας κατά της καπιταλιστικής κοινωνίας δεν είναι απλώς κούφια λόγια, αν η ανατροπή της καπιταλιστικής κυριαρχίας είναι σοβαρός και ειλικρινής σκοπός μας, και όχι απλό «εκλογικό σύνθημα» για το ψάρεμα των εργατικών ψήφων- όπως συμβαίνει με τους μενσεβίκους και τους σοσιαλεπαναστάτες, με τους Σάιντμαν, τους Λέγκιν, τους Σαμπά και τους Βαντερβέλντε.

Είναι σκόπιμο να σημειώσουμε ότι, μιλώντας ο Μαρξ για τις λειτουργίες για τις οποίες οι υπάλληλοι χρειάζονται και στην Κομμούνα και στην Προλεταριακή Δημοκρατία, τους παραβάλλει με τους εργάτες «οποιουδήποτε εργοδότη», δηλαδή με την συνηθισμένη καπιταλιστική σχέση του προς τους επιστάτες και τους υπαλλήλους τους. Δεν υπάρχει εδώ κανένα ίχνος ουτοπίας στη σκέψη του Μαρξ, ο οποίος ούτε εφευρίσκει, ούτε φαντάζεται την «νέα» κοινωνία. Απεναντίας ο Μαρξ μελετά σε μια επιστημονική εξέλιξη, την γέννηση της νέας κοινωνίας από την παλιά, τον τρόπο της μετάβασης από το παρελθόν στο μέλλον. Παίρνει την θετική, πείρα ενός προλεταριακού κινήματος των μαζών και προσπαθεί να βγάλει απ' αυτήν πρακτικά διδάγματα. «Διαβάζει» μέσα στην Κομμούνα, όπως όλοι οι μεγάλοι επαναστάτες φιλόσοφοι δεν φοβήθηκαν να διαβάσουν μέσα στην πείρα των μεγάλων κινημάτων των καταπιεζομένων τάξεων ποτέ δεν διακήρυξε σχολαστικούς «αφορισμούς» (όπως ο Πλεχάνωφ, «δεν έπρεπε να καταφύγετε στα όπλα», ή ο Τσερετέλι, «μια τάξη πρέπει να ξέρει έως που μπορεί να φθάσει»).

Για την άμεσο και τελεία καταστροφή των κρατικών τύπων δεν μπορεί να γεννηθεί ζήτημα. Αυτό είναι ουτοπία. Αλλά η συντριβή του παλιού γραφειοκρατικού μηχανισμού και η άμεση έναρξη της αναδημιουργίας του νέου, που θα μάς κάμει σιγά-σιγά ικανούς να καταργήσουμε τελείως την γραφειοκρατία - αυτό δεν είναι ουτοπία, είναι η πείρα της Κομμούνας είναι το άμεσο και αναγκαίο καθήκον του επαναστατικού προλεταριάτου. Ο καπιταλισμός απλοποιεί τις «κυβερνητικές» λειτουργίες. Μάς επιτρέπει την κατάργηση των τυραννικών μεθόδων και την οργάνωση του προλεταριάτου (σε κυβερνώσα τάξη) που διορίζει «εργάτες και υπαλλήλους» εν ονόματι του συνόλου της κοινωνίας. Δεν είμαστε ουτοπιστές, δεν ξεγελιόμαστε με «όνειρα» ότι θα απαλλαγούμε αμέσως από κάθε τυραννία και κάθε υποταγή : αυτά είναι όνειρα των αναρχικών που στηρίζονται στην άγνοια του έργον της δικτατορίας του προλεταριάτου. Είναι ξένα από την μαρξική θεωρία, και στην πραγματικότητα δεν χρησιμεύουν παρά για να επιβραδύνουν την σοσιαλιστική επανάσταση «έως ότου ν' αλλάξει η φύση του ανθρώπου»: Όχι, εμείς θέλουμε την σοσιαλιστική επανάσταση με την ανθρώπινη φύση όπως είναι τώρα : και η ανθρώπινη φύση δεν μπορεί να κάμει χωρίς πειθαρχία, χωρίς έλεγχο, χωρίς διαχειριστές και λειτουργούς.

Υποταγή όμως πρέπει να υπάρχει στην οπλισμένη, πρωτοπορία όλων των πιεζόμενων και εργαζόμενων τάξεων -στο προλεταριάτο. Οι ειδικές «αυταρχικές» μέθοδοι των αρχόντων του Κράτους μπορούν και πρέπει αμέσως ν αντικατασταθούν με τις απλές λειτουργίες των εκτελεστικών υπαλλήλων -λειτουργίες που μπορούν τώρα να εκτελεσθούν πολύ καλά από κάθε πολίτη κοινής ικανότητος και μπορούν θαυμάσια να υποβληθούν σε ένα εργατικό ημερομίσθιο.

Πρέπει να οργανώσουμε την παραγωγή σε μεγάλη κλίμακα, αρχίζοντας απ' αυτό που έκαμε ο Καπιταλισμός. Μόνοι μας, εμείς οι εργάτες, στηριζόμενοι στην εργατική μας πείρα, πρέπει να δημιουργήσουμε μιαν ακλόνητη και σιδερένια πειθαρχία που θα υποστηρίζεται από την δύναμη των οπλισμένων εργατών -πρέπει να περιορίσουμε τον ρόλο των αρχόντων του Κράτους σε ρόλο απλών εκτελεστών των δικών μας οδηγιών -πρέπει να γίνουν υπεύθυνοι, ανακαλούμενοι και με μέτρια πληρωμή «εκτελεστικοί υπάλληλοι» (φυσικά με κάθε είδους, τύπου και βαθμού τεχνικές γνώσεις). Αυτό είναι το δικό μας προλεταριακό καθήκον. Αυτό μπορεί και πρέπει να μάς οδηγεί όταν θα πραγματοποιήσουμε την προλεταριακή επανάσταση. Η αρχή αυτή, επάνω στη βάση της μεγάλης βιομηχανίας, θα φέρει μόνη της την βαθμιαία εξαφάνιση της γραφειοκρατίας, την βαθμιαία δημιουργία ενός νέου συστήματος, που δεν θα έχει καμιά ομοιότητα με την μισθοδουλεία, ενός συστήματος στο οποίο η απλοποίηση των λειτουργιών της διαχειρίσεως και του ελέγχου θα τις καταντήσει στο τέλος μια συνήθεια, και τέλος θα τις εξαφανίσει ως ειδικές λειτουργίες μιας ειδικής τάξεως.

Ένας έξυπνος Γερμανός σοσιαλδημοκράτης που έζησε στα εβδομήντα του περασμένου αιώνος, έλεγε ότι η υπηρεσία των ταχυδρομείων είναι το πρότυπο του Σοσιαλιστικού συστήματος. Αυτό είναι πολύ αληθινό. Σήμερα η ταχυδρομική υπηρεσία είναι οργανωμένη επί τη βάσει ενός Κρατικού καπιταλιστικού μονοπωλίου. Ο ιμπεριαλισμός μεταμορφώνει σιγά-σιγά όλες τις επιχειρήσεις σε οργανώσεις αυτού του τύπου. Επάνω στους «κοινούς» εργάτες που δουλεύουν και πεινούν, στηρίζεται και αυτή η αστικά γραφειοκρατία. Αλλά ο μηχανισμός της κοινωνικής διοίκησης είναι εδώ ευκολότατος. δεν έχουμε παρά να ανατρέψουμε τους καπιταλιστές, να συντρίψουμε με το σιδερένιο χέρι των οπλισμένων εργατών την αντίσταση αυτών των εκμεταλλευτών, να κομματιάσουμε την γραφειοκρατική μηχανή του νεώτερου κράτους και έχουμε μπροστά μας μια τελειότατη μηχανή, ελεύθερη από παράσιτα, η οποία μπορεί θαυμάσια να τεθεί σε λειτουργία από τους ίδιους ενωμένους εργάτες, που θα διορίζουν μόνοι τους τούς τεχνικούς υπαλλήλους, τους επιθεωρητές τους, και θα τους πληρώνουν όλους σαν υπαλλήλους του κράτους με ένα κοινό ημερομίσθιο. Αυτό είναι ένα συγκεκριμένο έργο που μπορεί να εφαρμοσθεί και να πραγματοποιηθεί αμέσως σε όλες τις επιχειρήσεις, που θα απήλλασε τους εργάτες από την εκμετάλλευση και θα ήταν μια πρακτική εφαρμογή της πείρας (ειδικά στο ζήτημα της αναδημιουργίας του κράτους) που μάς έχει δώσει η Κομμούνα. Η οργάνωση ολόκληρης της εθνικής μας οικονομίας σύμφωνα με το σύστημα των ταχυδρομείων, αλλά σε τρόπο που οι τεχνικοί υπάλληλοι, οι επόπτες, και εν γένει όλα τα χρησιμοποιούμενα πρόσωπα δεν θα παίρνουν μεγαλύτερο ημερομίσθιο από έναν εργάτη και όλο αυτό κάτω από την διεύθυνση του οπλισμένου προλεταριάτου -αυτός είναι ο άμεσος σκοπός μας. Αυτή είναι η μορφή του κράτους και η οικονομική βάση του που μας χρειάζεται. Αυτό θα φέρει την κατάργηση του κοινοβουλευτισμού, ενώ θα διατηρεί τους αντιπροσωπευτικούς θεσμούς. Αυτό θα ελευθερώσει τις εργαζόμενες τάξεις από την υποδούλωση τους στους θεσμούς της καπιταλιστικής τάξης.

4. Η οργάνωση της Ενότητας του Έθνους.

«Από το μικρό σχέδιο της εθνικής οργάνωσης που η Κομμούνα δεν πρόφθασε να αναπτύξει, φαίνεται καθαρά ότι η Κομμούνα θα γινόταν η πολιτική μορφή και του μικρότερου χωριού.... Από τις Κομμούνες αυτές θα εκλεγόταν η Εθνική Αντιπροσωπεία στο Παρίσι

Οι λίγες αλλά σημαντικότατες λειτουργίες που θα έμεναν ακόμη για την Κεντρική Κυβέρνηση, δεν θα καταργούνταν η ιδέα αυτή είναι εκ προμελέτης εσφαλμένη -αλλά θα εκτελούνταν από κοινοτικούς, δηλαδή, αυστηρά υπεύθυνους υπαλλήλους

Η ενότητα του έθνους, δεν θα καταστρεφόταν, αλλά απεναντίας θα οργανωνόταν με το σύστημα της κομμούνας. Η ενότητα του έθνους θα γινόταν πραγματικότητα με την καταστροφή του Κράτους, που διακήρυσσε ότι ήταν η ενσαρκώσει της ενότητας και ήθελε συγχρόνως να είναι ανεξάρτητο και υπέρτερο από το έθνος. Πραγματικά αυτό το Κράτος δεν ήταν παρά μια παρασιτική απόφυση στο κορμί του έθνους..

Ο σκοπός, με τον ακρωτηριασμό των καθαρά πιεστικών οργάνων της παλιάς εξουσίας της Κυβέρνησης, ήταν να αποσπασθούν οι καθιερωμένες λειτουργίες από την εξουσία αυτή που έχει την αξίωση να είναι κυρίαρχη στην κοινωνία, και να δοθούν στους υπεύθυνους υπαλλήλους της κοινωνίας».

Από το βιβλίο του προδότη Μπερνστάιν «Τα θεμέλια του Σοσιαλισμού και τα Προβλήματα της Σοσιαλδημοκρατίας», που είναι τόσο διαβόητο σαν το έργο του Ηρόστρατου, φαίνεται καθαρά έως ποιο βαθμό οι οπορτουνιστές της σύγχρονης Σοσιαλδημοκρατίας είναι ανίκανοι να καταλάβουν, -ή ίσως είναι πιο σωστό να πούμε, δεν θέλουν να καταλάβουν-τα λόγια αυτά του Μαρξ. Ακριβώς για το παραπάνω μέρος του Μαρξ μιλώντας ο Μπερνστάιν, γράφει ότι το πρόγραμμα αυτό «στην πολιτική του σημασία, σε όλα του τα ουσιώδη γνωρίσματα φανερώνει την μεγαλύτερη ομοιότητα με τον Φεντεραλισμό του Προυντόν ... «Παρ' όλα τα άλλα διαφορετικά σημεία μεταξύ του Μαρξ και του «μικροϊδιοκτήτη» Προυντόν (ο Μπερνστάϊν βάζει την λέξη «μικροϊδιοκτήτης» εντός εισαγωγικών, για να της δώσει ειρωνικό τόνο) στα σημεία αυτά οι σκέψεις του είναι όμοιες σε αφάνταστο βαθμό.

Και εξακολουθεί ο Μπερνστάϊν ότι η σημασία των κοινοτήτων αυξάνει κάθε μέρα, αλλά «μου φαίνεται απίθανο ότι το πρώτο έργο της Δημοκρατίας θα ήταν μια τέτοια κατάλυση (Auflosung) των νεωτέρων μορφών του κράτους, και μια τέτοια τέλεια μεταμόρφωση (Umwandlung) της οργάνωσης τους, όπως την φαντάσθηκαν ο Μαρξ και ο Προυντόν, δηλαδή ο σχηματισμός μιας εθνοσυνελεύσεως από αντιπροσώπους των επαρχιακών ή τοπικών συνελεύσεων, οι οποίες πάλι θα αποτελούνταν από αντιπροσώπους των κοινοτήτων, ώστε να εξαφανισθεί τελείως ολόκληρο το προηγούμενο σύστημα της εθνικής αντιπροσωπείας! (Μπερνστάϊν, Τα Θεμέλια).

Είναι πραγματικά τερατώδες να συγχέονται οι απόψεις του Μαρξ για την «καταστροφή του κράτους ως παρασίτου», με τον Φεντεραλισμό του Προυντόν. Αυτό όμως δεν είναι παράξενο γιατί ο οπορτουνιστής δεν μπορεί να καταλάβει ποτέ ότι ο Μαρξ δεν μιλάει εδώ καθόλου για τον Φεντεραλισμό εν αντιθέσει προς τον Συγκεντρωτισμό, αλλά για την καταστροφή του παλιού καπιταλιστικού μηχανισμού που υπάρχει σε όλες τις αστικές χώρες.

Ο οπορτουνιστής δεν μπορεί να δει πιο μακριά από τις «δημαρχίες» που βρίσκει γύρω του μέσα σε μια κοινωνία μικροαστικής υποκρισίας και μια «μεταρρυθμιστικής» στασιμότητας. Την προλεταριακή επανάσταση, ο οπορτουνιστής λησμόνησε και να την φαντάζεται ακόμη. Αυτό είναι κωμικό. Αλλά είναι αξιοσημείωτο ότι το σημείο αυτό του Μπερνστάιν δεν αμφισβητήθηκε καθόλου. Για τον Μπερνστάϊν μίλησαν συχνά και ειδικά ο Πλεχάνωφ στη Ρωσική φιλολογία και ο Κάουτσκυ στην Ευρωπαϊκή, αλλά κανείς τους δεν κάνει καμιά παρατήρηση για την διαστροφή αυτή του Μαρξ από τον Μπερνστάϊν.

Ο οπορτουνιστής λησμόνησε σε τέτοιο βαθμό πώς να σκέπτεται επαναστατικά και πώς να αποβλέπει στην επανάσταση, ώστε αποδίδει στον Μαρξ τον «Φεντεραλισμό», συγχέοντας τον με τον ιδρυτή του αναρχισμού Προυντόν.

Και αν και αγωνίζονται να φανούν ορθόδοξοι μαρξιστές, και να υπερασπίσουν την διδασκαλία του επαναστατικού μαρξισμού, ο Κάουτσκυ και ο Πλεχάνωφ δεν βγάζουν λέξη γιαυτό το σημείο. Εδώ βρίσκεται μια αιτία για τις χυδαίες και ανόητες θεωρίες που αναπτύσσονται για τη διαφορά μεταξύ μαρξισμού και αναρχισμού, αιτία που είναι κοινή και στους οπαδούς του Κάουτσκυ και στους οπορτουνιστές και για την οποία θα μιλήσουμε παρακάτω.

Στην ανάλυση του Μαρξ για την πείρα της Κομμούνας που αναφέραμε προηγουμένως; δεν υπάρχει ούτε ίχνος φεντεραλισμού ο Μαρξ συμφωνεί με τον Προυντόν ακριβώς στο σημείο εκείνο που διέφυγε εντελώς από τον οπορτουνιστή Μπερνστάϊν, και διαφωνεί με τον Προυντόν ίσα-ίσα στο σημείο που ο Μπερνστάϊν βλέπει την συμφωνία τους. Ο Μαρξ και ο Προυντόν είναι σύμφωνοι για την «καταστροφή» του σύγχρονου κυβερνητικού μηχανισμού· ούτε οι οπορτουνιστές, ούτε οι οπαδοί του Κάουτσκυ θέλουν να δουν το κοινό αυτό σημείο Μαρξισμού και Αναρχισμού, (όπως τον διετύπωσαν ο Προυντόν και ο Μπακούνιν) γιατί στο σημείο αυτό δεν είναι ούτε οι ίδιοι σύμφωνοι με τον μαρξισμό. Ο Μαρξ διαφωνεί και με τον Προυντόν και με τον Μπακούνιν στο σημείο του Φεντεραλισμού (για να μη μιλήσουμε για τη δικτατορία του προλεταριάτου). Ο Φεντεραλισμός προκύπτει ως αρχή από την αναρχική μικροαστική άποψη.. Ο Μαρξ είναι συγκεντρωτικός και στο απόσπασμα που αναφέραμε παραπάνω από την μελέτη του, δεν βγαίνει έξω από την κεντρική αυτήν ιδέα. Μόνον άνθρωποι ποτισμένοι από τις μικροαστικές προλήψεις για το κράτος, μπορούν να νομίσουν ότι τη καταστροφή τον αστικού κράτους είναι καταστροφή του συγκεντρωτικού συστήματος.

Δεν θα είναι συγκεντρωτισμός, όταν το προλεταριάτο και οι πτωχοί αγρότες πάρουν στα χέρια τους την εξουσία του Κράτους, όταν οργανωθούν ελεύθερα σε κομμούνες και συνδυάσουν την δράση όλων των κοινοτήτων με το σκοπό να χτυπήσουν το Κεφάλαιο, με το σκοπό να συντρίψουν την αντίσταση των κεφαλαιοκρατών για να πραγματοποιήσουν την μεταβίβαση της ατομικής ιδιοκτησίας των σιδηροδρόμων, εργοστασίων, της γης κ.λ.π., στα χέρια τού έθνους, του συνόλου της κοινωνίας; Αυτό δεν θα είναι ο πιο ουσιαστικός δημοκρατικός συγκεντρωτισμός ; Αυτό δεν θα είναι προλεταριακός συγκεντρωτισμός;

Ο Μπερνστάιν βέβαια δεν μπορεί να καταλάβει ότι είναι δυνατόν να έλθει αυτός ο ακούσιος συγκεντρωτισμός, η εκούσια ένωση των κοινοτήτων σε ένα έθνος, η εκούσια συγχώνευση των προλεταριακών κοινοτήτων στο έργο της καταστροφής της καπιταλιστικής κυριαρχίας και του καπιταλιστικού κυβερνητικού μηχανισμού. Όπως όλοι οι υποκριτές, έτσι και ο Μπερνστάιν, φαντάζεται τον συγκεντρωτισμό σαν κάτι που προέρχεται εκ των άνω, που επιβάλλεται και διατηρείται μόνο δια μέσου της γραφειοκρατίας και του μιλιταρισμού.

Ο Μαρξ σαν να προέβλεπε την πιθανή διαστροφή των ιδεών του, ιδιαιτέρως τονίζει ότι η κατηγορία κατά της Κομμούνας ότι επεδίωκε να καταστρέψει την ενότητα του έθνους, να καταργήσει την κεντρική εξουσία, ήταν ένα προμελετημένο ψέμα. Γιαυτό ακριβώς χρησιμοποιεί την φράση «να οργανώσουν την ενότητα του έθνους» αντιτάσσοντας έτσι τον συνειδητό, δημοκρατικό, προλεταριακό συγκεντρωτισμό στον καπιταλιστικό, στρατιωτικό, γραφειοκρατικό συγκεντρωτισμό.

Δεν υπάρχει όμως χειρότερος κουφός από εκείνον που δεν θέλει νάκουσει. Και οι οπορτουνιστές της νεώτερης Σοσιαλδημοκρατίας, δεν θέλουν, με κανένα λόγο, νακούσουν για την καταστροφή του Κράτους, για την απομάκρυνση αυτού του παρασίτου.

5. Η καταστροφή του Κράτους - παρασίτου.

Αναφέραμε παραπάνω τα λόγια του Μαρξ γιαυτό το ζήτημα -δεν μένει τώρα παρά να τα συμπληρώσουμε.

«Είναι μοιραίο (έγραφε ο Μαρξ) όλες οι νέες δημιουργίες της Ιστορίας να θεωρούνται σαν παλιές και μάλιστα νεκρές μορφές της κοινωνικής ζωής, με τις οποίες οι νέοι θεσμοί δείχνουν και πάλι ομοιότητα. Έτσι, η νέα Κομμούνα, που συντρίβει το νεώτερο Κράτος, θεωρήθηκε σαν μια ανάσταση των μεσαιωνικών κοινοτήτων, σαν μια ομοσπονδία μικρών κρατών (Μοντεσκιέ, Γιρονδίνοι), σαν μια μεγαλοποιημένη μορφή του παλιού αγώνα εναντίον της υπερσυγκέντρωσης. Οι θεσμοί της Κομμούνας θα αποκαθιστούσαν στο σώμα της κοινωνίας όλες αυτές τις δυνάμεις που έως τότε είχε καταβροχθίσει η παρασιτική απόφυση πού λέγεται «Κράτος», πού τρέφεται σε βάρος της κοινωνίας και την εμποδίζει να προχωρήσει ελεύθερα. Η αναγέννηση της Γαλλίας θα πραγματοποιούταν έτσι.

Ο θεσμός της Κομμούνας θα έφερνε τις αγροτικές επιχειρήσεις υπό την διανοητική αρχηγία της πρωτεύουσας κάθε διαμερίσματος και θα τους εξασφάλιζε έτσι, στο πρόσωπο των εργατών της πόλης, τους πραγματικούς αντιπροσώπους των συμφερόντων τους. Η ύπαρξη της Κομμούνας θα προκαλούσε βέβαια μια τοπική αυτοδιοίκηση, ως αντιστάθμισμα της Κρατικής εξουσίας, η οποία καταντά πια περιττή...»

«Εκμηδένιση της Κρατικής εξουσίας», που είναι μια «παρασιτική απόφυση», «ακρωτηριασμός», «καταστροφή» της εξουσίας αυτής «η Κρατική εξουσία καταντά πια περιττή»- αυτές είναι οι εκφράσεις του Μαρξ για το Κράτος όταν εκτιμά και αναλύει τα διδάγματα της Κομμούνας.

Κοντεύουν εκατό χρόνια από τότε που γράφηκαν αυτά και σήμερα δεν έχει κανείς παρά να τα ξεθάψει, ας πούμε έτσι, για να παρουσιάσει στις μάζες τον αγνό μαρξισμό. Τα συμπεράσματα που βγαίνουν από την παρατήρηση της τελευταίας μεγάλης επανάστασης, μέσα στην οποία έζησε ο Μαρξ, λησμονήθηκαν ακριβώς την στιγμή που έφθασε ο καιρός για τις προσεχείς μεγάλες προλεταριακές επαναστάσεις.

«Οι διάφορες ερμηνείες που δόθηκαν στην Κομμούνα και η ποικιλία των συμφερόντων που εκδηλώθηκαν μ αυτήν, αποδεικνύουν ότι ήταν μια πολύ ελαστική πολιτική μορφή, ενώ όλες οι προηγούμενες μορφές της Κυβέρνησης ήταν ουσιαστικά καταπιεστικές. Το πραγματικό της μυστικό είναι ότι όταν κατ' ουσία η κυβέρνηση- της εργατικής τάξης, το αποτέλεσμα του αγώνα της τάξης που παράγει εναντίον της τάξεως που επωφελείται -ήταν ή πολιτική μορφή, με την οποία η Εργασία μπορούσε να πραγματοποιήσει την οικονομική της απελευθέρωση.

Χωρίς τον τελευταίο αυτόν όρο, ο θεσμός της Κομμούνας θα ήταν απραγματοποίητος και ψεύτικος».

Οι Ουτοπιστές ασχολήθηκαν με την «εφεύρεση» των πολιτικών μορφών με τις οποίες θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί η Σοσιαλιστική αναδημιουργία. Οι Αναρχικοί απέρριψαν το ζήτημα οποιασδήποτε πολιτικής μορφής. Οι οπορτουνιστές της νεώτερης Σοσιαλδημοκρατίας παραδέχονται ότι οι καπιταλιστικές πολιτικές μορφές ενός κοινοβουλευτικού δημοκρατικού Κράτους είναι το όριο που δεν μπορεί να υπερβληθεί -έσπασαν το κεφάλι τους κάνοντας μετάνοιες μπροστά σαυτό το είδωλο και αποκηρύσσουν ως 'Αναρχισμό κάθε προσπάθεια για την καταστροφή των θεσμών αυτών.

Ο Μαρξ από όλη την ιστορία του Σοσιαλισμού και του πολιτικού αγώνα, έβγαλε το συμπέρασμα ότι το Κράτος είναι προορισμένο να εξαφανισθεί και ότι η μεταβατική μορφή της εξαφάνισης του (της μετάβασης από το Κράτος στο μη - κράτος) θα είναι το προλεταριάτο ανυψωμένο σε κυβερνώσα τάξη». Ο Μαρξ όμως δεν επιχείρησε να «ανακαλύψει» τους πολιτικούς «τύπους» στην μελλοντική αυτήν περίοδο. Περιορίσθηκε σε μια ακριβή παρατήρηση της Γαλλικής ιστορίας, στην ανάλυση της και στο συμπέρασμα που μας δίνει το έτος 1851, δηλαδή ότι τα πράγματα οδηγούν προς την καταστροφή του καπιταλιστικού κρατικού μηχανισμού.

Και όταν το επαναστατικό κίνημα των προλεταριακών μαζών εξερράγη, ο Μαρξ, παρά την αποτυχία του κινήματος αυτού, παρά την εφήμερη ζωή του και την φανερή αδυναμία του, άρχισε να μελετά τους πολιτικούς τύπους που μας αποκάλυψε.

Η Κομμούνα ήταν ο τύπος που «απεκαλύφθη επί τέλους» από την προλεταριακή επανάσταση με τον οποίον μπορούσε να πραγματοποιηθεί η οικονομική απελευθέρωση της Εργασίας. Η Κομμούνα ήταν η πρώτη προσπάθεια της προλεταριακής επανάστασης, να συντρίψει το αστικό Κράτος και να εγκαταστήσει τον πολιτικό τύπο που «απεκαλύφθη επί τέλους», που μπορεί και πρέπει να αντικαταστήσει την κομματιασμένη μηχανή. Θα δούμε παρακάτω ότι οι Ρωσικές επαναστάσεις του 1905 και 1917, σε πολλά σημεία και σε διάφορες περιστάσεις, εξακολούθησαν το έργο της Κομμούνας και βεβαίωσαν την φωτεινή ιστορική ανάλυση του Μαρξ.

ΑΠΑΝΤΑ ΛΕΝΙΝ, τόμος 33ος, σελ. 36-56

πηγη: ergatikosagwnas.gr

_προεδρεία.jpg

Σημασία λοιπόν για το ΠΑΜΕ δεν έχουν οι συσχετισμοί που ορίζει η τάξη, αλλά οι συσχετισμοί που ορίζουν  τα εκλογικά συστήματα και διαμέσω των οποίων εκφράζονται  οι κομματικές παρατάξεις.  

 

 

 Σε ανακοίνωση του το ταξικό αγωνιστικό σχήμα ΕΝΩΤΙΚΟ ΚΙΝΗΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΤΡΟΠΗ στην ΕΙΝΑΠ σημειώνει: «  Με σύμπραξη των παρατάξεων ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΣΥΡΙΖΑ αλλά και ΔΗΠΑΚ-ΠΑΜΕ, ΑΙΚ («Ανεξάρτητη» Ιατρική Κίνηση) , η ΕΙΝΑΠ κατά πλειοψηφία εξέλεξε προεδρείο με πρόεδρο πάλι την Μ. Παγώνη (ΝΔ)…. Η σύμπραξη όμως της ΔΗΠΑΚ-ΠΑΜΕ με αυτούς στο προεδρείο (για πρώτη φορά μετά από 6 χρόνια) αποτελεί ΑΡΝΗΤΙΚΗ εξέλιξη….. Και επέλεξε να «μπει» τώρα, που το συνδικαλιστικό μπλοκ ΝΔ–ΣΥΡΙΖΑ-ΠΑΣΟΚ είναι ΜΕΙΟΨΗΦΙΑ (4+2+1 = 7 έδρες στις 15) στο ΔΣ της ΕΙΝΑΠ και που η παράταξη της κ. Παγώνη έχει 4 έδρες αντί για 5 που είχε την προηγούμενη φορά … Όσον αφορά το προεδρείο λοιπόν, η μειοψηφία έγινε πλειοψηφία και η προεδρία «χαρίστηκε» πάλι στην Μ. Παγώνη (ΝΔ) με την σύμπραξη και της ΔΗΠΑΚ-ΠΑΜΕ, όποιο «σκεπτικό» και να προβάλλεται για να δικαιολογηθεί αυτή η σύμπραξη.» 

 

 Το γεγονός ότι θα μπορούσε να σχηματιστεί αγωνιστικό ταξικό προεδρείο με προγραμματικό περιεχόμενο από τις δυνάμεις του ΠΑΜΕ  και τις δυνάμεις  της αντικαπιταλιστικής και ριζοσπαστικής αριστεράς, με δυνάμεις ανεξάρτητων αγωνιστικών σχημάτων που πλειοψηφούσαν, το οποίο θα μπορούσε να δώσει αγωνιστική διέξοδο σχεδιάζοντας από κοινού το πώς δεν θα περάσουν τα μέτρα ισοπέδωσης στην υγεία,  στο πως θα μπει ξανά στην μάχη το μαχόμενο κομμάτι γιατρών και νοσηλευτών που παραμένει καθηλωμένο και απογοητευμένο, φαίνεται ότι δεν απασχόλησε το ΠΑΜΕ.  

 

Σημασία λοιπόν για το ΠΑΜΕ δεν έχουν οι συσχετισμοί που ορίζει η τάξη, αλλά οι συσχετισμοί που ορίζουν  τα εκλογικά συστήματα και διαμέσω των οποίων εκφράζονται  οι κομματικές παρατάξεις.   Όπως λοιπόν  στο   αστικό κοινοβούλιο οι θέσεις του προεδρείου της Βουλής μοιράζονται αναλόγως της δύναμης των κομμάτων, με τον έλεγχο φυσικά και την απόλυτη πλειοψηφία του κάθε φορά κυβερνητικού κόμματος,  έτσι και στα όργανα του συνδικαλιστικού κινήματος οι θέσεις του προεδρείου κατανέμονται σύμφωνα με τις εκλογικές επιδόσεις της κάθε παράταξης, καταλήγοντας στην ηγεμονία του αστικοποιημένου γραφειοκρατικού υποταγμένου συνδικαλισμού.

 

 Αυτή την ψευδοδημοκρατική αστική  λογική αποδέχεται το ΠΑΜΕ και για τα σωματεία.

 

 Την λογική των λεγόμενων αντιπροσωπευτικών προεδρείων με αυτή τη μορφή δεν την συναντάμε στην ιστορία του εργατικού κινήματος  παρά μόνο μετά το 1981 με την ψήφιση του νόμου 1264. Μέχρι τότε εξελισσόταν  η διαπάλη των δυο γραμμών στο εργατικό κίνημα, αυτή του χουντοδεξιού  κρατικού εξαρτημένου συνδικαλισμού από την μια και από την άλλη των δυνάμεων ενός ανερχόμενου  εργατικού ρεύματος την δεκαετία του ’60 που ανακόπηκε από την δικτατορία, αλλά συνέχισε με μεγαλύτερη ορμή μετά το ’74. Το ρεύμα αυτό συγκροτούσαν ταξικές δυνάμεις, δυνάμεις του μαχητικού ρεφορμισμού αλλά και δυνάμεις που έφταναν μέχρι τον εκδημοκρατισμό του συνδικαλιστικού κινήματος, με όλη την διαφορετικότητα τους.  Αυτές οι δυο γραμμές εκφράζονταν και στα προεδρεία είτε με πλειοψηφικούς  είτε με μειοψηφικούς όρους.

 

  Στο 22ο συνέδριο της ΓΣΕΕ, το συνέδριο του «εκδημοκρατισμού» όπως το ονομάζουν,  αφού έχει προηγηθεί μια μακρά περίοδος διαπάλης,  οι διάφορες παρατάξεις της δεξιάς και της χουντοδεξιάς απέχουν, προετοιμάζοντας έτσι  την αποχώρηση τους και την δημιουργία άλλης Γενικής Συνομοσπονδίας.

 

 Αυτό οι συνδικαλιστικές παρατάξεις της αριστεράς  ΕΣΑΚ  και ΑΕΜ θέλουν να το αποτρέψουν πάση θυσία. Προτείνουν σαν αντίβαρο στην απλή αναλογική και την εγγραφή στην δύναμη της ΓΣΣΕ νέων  σωματείων  που ο 1264  έχει κατοχυρώσει, τα αντιπροσωπευτικά προεδρεία ως  δέλεαρ  για να μη δημιουργηθεί άλλη συνομοσπονδία.

 

Οι χουντοδεξιοί συνδικαλιστές,  γνωρίζοντας ότι  δεν θα είχαν καμιά τύχη στην όλο και ανερχόμενη επιρροή της ταξικής πτέρυγας εκείνη την εποχή, αδράχνουν την ευκαιρία, αντιλαμβανόμενοι συνάμα ότι στην ΠΑΣΚΕ είχε ηττηθεί το ρεύμα του αγωνιστικού ρεφορμισμού και θα μπορούσαν στο άμεσο μέλλον να ξαναμπούν με άλλους όρους στο παιχνίδι της αστικής ηγεμονίας στο συνδικαλιστικό κίνημα, όπως και έγινε.

 

Η στάση του ΚΚΕ  εκείνης της εποχής εξηγείται, ήταν το ΚΚΕ του αθροίσματος των δημοκρατικών δυνάμεων, του ΚΚΕ που προετοίμαζε τον συμβιβασμό με την αστική πολιτική το 89.

 

Για το ΚΚΕ όμως του σήμερα,  όσο και να ψάξει κανείς δεν θα βρει κάποιες αντιστοιχήσεις με την σημερινή πολιτική του γραμμή στο εργατικό κίνημα.  Γιατί λοιπόν  εξακολουθεί να επιμένει στην λογική των αντιπροσωπευτικών προεδρείων;

 

  Το ΚΚΕ, και το ΠΑΜΕ,  στην πραγματικότητα με την πολιτική του αυτή συμβάλλει στο να παγιωθούν οι συσχετισμοί που έχει επιβάλει η αστική ηγεμονία στο εργατικό κίνημα. Σε αυτούς τους συσχετισμούς επιδιώκει  να πιάνει στασίδι στο αριστερό άκρο τους (μη αρνούμενο παράλληλα και τα προνόμια που παρέχονται)  και να πυροβολεί με άσφαιρα πυρά (π.χ η τελευταία σαρανταοκτάωρη με ανοιχτή ημερομηνία) τους Παναγόπουλους και σια, αφού όμως τους έχει παραδώσει ακόμη μια φορά την ηγεμονία όπως έγινε στην ΕΙΝΑΠ.

 

 Αυτή η στάση εξυπηρετεί τους γενικότερους σχεδιασμούς του, που είναι η απαξίωση  οποιασδήποτε άλλης συνδικαλιστικής οργάνωσης  όπου δεν διαθέτει την απολυτή πλειοψηφία το ίδιο, αρνούμενο ακόμη και σε βάρος της ταξικής πάλης και των αγώνων για την ανατροπή της επίθεσης την κοινή δράση και την αγωνιστική ταξική ενότητα, καθώς «οι εργαζόμενοι θα βγάλουν συμπεράσματα» και θα ενταχτούν στο ΠΑΜΕ.

 

Είναι τεράστια η ευθύνη που έχει για την κατάσταση της ταξικής πτέρυγας του κινήματος, για το κλίμα ήττας και απογοήτευσης που διαχέεται στους εργαζομένους και τις πρωτοπορίες τους. Για το εκφυλισμό που υπάρχει σε μεγάλες ομοσπονδίες και Εργατικά Κέντρα, όπου, ενώ υπάρχουν ταξικές πλειοψηφίες και θα μπορούσαν να προχωρήσουν σε προγραμματική ταξική συγκρότηση, τα προεδρεία τους παραδίδονται  στον υποταγμένο εργοδοτικό συνδικαλισμό. Αυτή η κατάσταση πρέπει να αναστραφεί από τους ιδίους τους αγωνιστές του ΠΑΜΕ που παρά της παλινωδίες της ηγεσίες του παραμένουν στην πρωτοπορία των ταξικών αγώνων.

 

 Τέλος πρέπει να σημειώσουμε και να συμφωνήσουμε μέχρι τελείας σε αυτό που οι  αγωνιστικές ταξικές δυνάμεις στο χώρο της ΕΙΝΑΠ σημειώνουν στην ανακοίνωση τους που είναι διέξοδος στις συνθήκες ήττας και οπισθοχώρησης που βρίσκεται σήμερα το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα.

 

«Το Ενωτικό Κίνημα για την Ανατροπή, οι ανεξάρτητοι μαχόμενοι νέοι γιατροί, οι ανεξάρτητοι ειδικευμένοι, οι δυνάμεις της αντισυστημικής - ριζοσπαστικής –αντικαπιταλιστικής αριστεράς, θα συνεχίσουμε, όπως όλα τα προηγούμενα χρόνια,  να ρίχνουμε το βάρος στις νοσοκομειακές συνελεύσεις, στους συλλόγους ειδικευόμενων, και στον συντονισμό των αγώνων από τα κάτω. Θα συνεχίσουμε ασυμβίβαστα και μαχητικά να εκπροσωπούμε τόσο το δικαίωμα όλου του πληθυσμού στην δημόσια – δωρεάν – σύγχρονη – ισότιμη – καθολική περίθαλψη όσο και τα δικαιώματα της μεγάλης πλειοψηφίας των υγειονομικών στην εργασιακή και επιστημονική αξιοπρέπεια. Θα συνεχίσουμε ασυμβίβαστα και μαχητικά να είμαστε «ανυπάκουοι» τόσο στην καταστροφική πολιτική του μαύρου μετώπου κεφαλαίου – ΕΕ – ΔΝΤ όσο και στο μεγαλοδιευθυντικό – μεγαλοκαθηγητικό κατεστημένο της διαπλοκής…... Θα συνεχίσουμε λοιπόν να είμαστε «ανυπάκουοι» στον συμβιβαστικό καθωσπρεπισμό της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας ακριβώς όπως κάνουμε τόσα χρόνια με κάθε λογής Τσούκαλο, Λαοπόδη ή Παγώνη από όποια δεκανίκια κι αν στηρίζονται. Ας το χαίρονται το προεδρείο τους για μια ακόμα φορά!»

 Ν.Γ

ΠΗΓΗ:  kommon.gr

Δευτέρα, 30 Μαϊος 2016 10:20

Τα ταμεία φεύγουν, οι ασφαλιστικές έρχονται!

Γράφτηκε από τον

_ταμεία_φεύγουν_οι_ασφαλιστικές_έρχονται.jpg

Της Αργυρώς Κ. Μαυρούλη

«Βόμβα» στα θεμέλια του κοινωνικού κράτους βάζουν οι δανειστές, ζητώντας επιτακτικά την εδραίωση της ιδιωτικής ασφάλισης στην Ελλάδα.

Υπό την απειλή της μη ολοκλήρωσης της αξιολόγησης και της καταβολής της δόσης των 7,5 δισ. ευρώ, το κουαρτέτο μέσω της αποστολής 20σέλιδου προς την ηγεσία του υπουργείου Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης επιβάλλει τα ιδιωτικά ασφαλιστήρια συμβόλαια, απαιτώντας από το κράτος να πάψει να καταβάλλει εκείνο σύνταξη αναπηρίας σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος του ασφαλισμένου ή σύνταξη θανάτου στα μέλη της οικογένειάς του.

Από την πλευρά της η κυβέρνηση, μέσω του υπουργού Εργασίας Γιώργου Κατρούγκαλου, έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν είναι διατεθειμένη να προχωρήσει στην κατάργηση του άρθρου, καθώς η ένταξη ιδιωτικών εταιρειών θα οδηγήσει σε σταδιακή μετατροπή του κοινωνικού χαρακτήρα του ασφαλιστικού συστήματος.

Σύμφωνα με αποκλειστικές πληροφορίες της Realnews, οι δανειστές ζητούν την απόσυρση του άρθρου 31 του νέου νόμου, που προβλέπει ότι σε περίπτωση εργατικού ατυχήματος το κράτος θα καταβάλλει στον ασφαλισμένο σύνταξη που θα ισούται τουλάχιστον με το διπλάσιο της εθνικής σύνταξης για την ασφάλιση 20 ετών, δηλαδή 768 ευρώ. 


Πατήστε πάνω στη φωτογραφία και διαβάστε το πρωτοσέλιδο δημοσίευμα της Realnews

         

ΠΗΓΗ: enikos.gr

tarpagkos.jpg

Του ΑΝΕΣΤΗ ΤΑΡΠΑΓΚΟΥ

Η επίκληση της οικονομικής ανάπτυξης αποτελεί κοινό τόπο όλου του κοινοβουλευτικού και μη πολιτικού φάσματος, τόσο στις προηγούμενες περιόδους όσο και πολύ περισσότερο στην σημερινή. Κι’ αυτό γιατί στην τελευταία οκταετία, μετά την έκρηξη της καπιταλιστικής κρίσης, σε διεθνές και ελληνικό επίπεδο, επήλθε μία εκτενής καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων (παγίων κεφαλαίων και εργασίας), υφεσιακοί ρυθμοί εξέλιξης της οικονομικής δραστηριότητας και συρρίκνωση του ΑΕΠ κατά το ένα τέταρτο. Επόμενο είναι λοιπόν ως κεντρικός κοινωνικός στόχος όλων των πολιτικών σχηματισμών να τίθεται η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων : Οι όποιες διαφοροποιήσεις μπορούν να καταγραφούν αφορούν από τη μια πλευρά τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να επιτευχθεί αυτή η ανάπτυξη, και από την άλλη πλευρά του ποιος επωφελείται από την οποιαδήποτε αυξητική πορεία της εθνικής οικονομίας.

ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΓΚΟΝΤΟ (ΤΟΥ ΜΠΕΚΕΤ) ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΡΧΕΤΑΙ

Βέβαια μέχρι σήμερα, κάθε χρόνο στην τελευταία μνημονιακή εξαετία, όπου καταγράφονταν υφεσιακοί ρυθμοί και αρνητική εξέλιξη (μείωση) του ΑΕΠ, η κάθε φορά αστική κυβέρνηση (αρχικά του ΠΑΣΟΚ, στη συνέχεια της ΝΔ και τελευταία του ΣΥΡΙΖΑ), υπόσχονταν ότι από την επόμενη χρονιά η ελληνική οικονομία θα έμπαινε σε αναπτυξιακή χρονιά, αφήνοντας πίσω την βαθειά υφεσιακή περίοδο. Ωστόσο αυτή η ετήσια πρόβλεψη κάθε φορά διαψεύδονταν, και κάθε φορά δίνονταν η υπόσχεση ότι η επόμενη οικονομική χρήση θα ήταν ανοδική. Και σήμερα η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει ότι επέτυχε να φτάσει στο επίπεδο μηδενικής ανάπτυξης, και υπόσχεται να οδηγήσει την οικονομία από το 2017 σε πορεία ανάταξης. Και προφανέστατα όλοι οι πολιτικοί σχηματισμοί που επικαλούνται την ανάπτυξη εξυπονοούν ότι μ’ αυτό θα προκύψουν θετικά αποτελέσματα για ολόκληρη την κοινωνία.

Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις εκδοχών της οικονομικής ανάπτυξης τα πράγματα τοποθετούνται εντός των πλαισίων των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και της αστικής ταξικής κυριαρχίας. Προτείνεται έτσι ένα σύνολο μέτρων που με την εφαρμογή τους προσδοκάται αυτή η ανάταξη, η οποία εφόσον επιτευχθεί, θα δώσει τη δυνατότητα στην αύξηση της απασχόλησης και στην βελτίωση των κοινωνικών δεδομένων. Άλλωστε ο αστικός μνημονιακός πολιτικός κόσμος δεν θα μπορούσε να προτείνει τίποτα διαφορετικό από την παραπέρα ανάπτυξη του ελληνικού καπιταλισμού, της ελεύθερης επιχειρηματικής πρωτοβουλίας, της απελευθέρωσης των αγορών κλπ. Ωστόσο μια παραλλαγή αυτού του πολιτικού προσανατολισμού καταγράφεται στους προσανατολισμούς της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και σε δυνάμεις της Ριζοσπαστικής Αριστεράς. Ότι δηλαδή ο ελληνικός καπιταλισμός δεν είναι αρκούντως αναπτυγμένος, βασίζεται σε «πήλινα πόδια», και έτσι χρειάζεται μια ισχυρή αναπτυξιακή ώθηση με εργαλείο την παραγωγική ανασυγκρότηση και τις δημόσιες επενδύσεις.

Σε μια πρώτη περίπτωση, που είναι σχεδόν καθολικά αποδεκτή, επιδιώκεται η προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων στην ελληνική οικονομία, πράγμα ωστόσο που δεν φαίνεται στον ορίζοντα, και με τις τρεις τελευταίες μνημονιακές κυβερνήσεις. Ωστόσο για να πραγματοποιηθεί μια τέτοια επιδίωξη χρειάζεται η παραγωγή νέων προϊόντων και η προσφορά καινούριων υπηρεσιών, να μπορεί να απορροφηθεί από την εγχώρια αγορά. Αυτό όμως δεν μπορεί να συμβεί γιατί η αδιάλειπτη εισοδηματική λιτότητα της τελευταίας εξαετίας έχει εξαερώσει σε σημαντικό βαθμό τους μισθούς και τις συντάξεις, και άρα έχει συρρικνώσει την καταναλωτική ζήτηση. Από την άλλη πλευρά, τα όποια διεθνή κεφάλαια έχουν την απαίτηση της ολοσχερούς πλέον καταστροφής της εργατικής δύναμης (υψηλή ανεργία, μείωση των μισθών και συντάξεων), πράγμα που ακόμη δεν έχει ολοκληρωθεί και παραμένει αβέβαιο. Κατά συνέπεια η μοναδική κίνηση αυτών των επιχειρηματικών κεφαλαίων στρέφεται στην απόκτηση των δημόσιων επιχειρήσεων, που ούτε νέες θέσεις εργασίας δημιουργεί, εφόσον αυτές οι κοινωφελείς επιχειρήσεις βρίσκονται σε λειτουργία, ούτε συμβάλει στην προσαύξηση της προστιθέμενης υπεραξίας, και δεν αναλαμβάνεται και κανένα επιχειρηματικό ρίσκο, στο μέτρο που οι κρατικές επιχειρήσεις διαθέτουν ήδη μία εκτενή αγορά καταναλωτών.

ΑΥΤΟΔΥΝΑΜΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΜΕ ''ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΗ ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ'';

Η δεύτερη μεθοδολογία που επιχειρείται να χρησιμοποιηθεί είναι η επιστράτευση της αντίληψης της «παραγωγικής ανασυγκρότησης» και των δημόσιων επενδύσεων. Στο μέτρο που θα δρομολογηθούν αυτά θα επέλθει μια αναπτυξιακή αναγέννηση της ελληνικής οικονομίας, και θα απαντηθούν δευτερογενώς και ορισμένα κοινωνικά ζητήματα που αφορούν τις λαϊκές τάξεις. Εντούτοις, τόσο οι δημόσιες επενδύσεις όσο και η «παραγωγική ανασυγκρότηση», ως απαντήσεις στην «υπανάπτυξη» χαρακτηρίζονται από τον κλασικό αριστερό «οικονομισμό» με βάση τον οποίο εκείνο που χρειάζεται σε μια οικονομία όπως η ελληνική είναι πρωτίστως η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και ταυτόχρονα η θέση στο απυρόβλητο των αστικών παραγωγικών σχέσεων. Από εδώ και η αντίληψη μιας εθνικά ανεξάρτητης και κυρίαρχης πολιτικής, απαλλαγμένης από τις δρακόντειες ρυθμίσεις της ευρωζώνης, που θα προσφέρει στο ελληνικό επιχειρηματικό κεφάλαιο (είτε μεγάλο είτε μικρομεσαίο) τη δυνατότητα να ανοίξει τα αναπτυξιακά του φτερά, τη στιγμή που αυτό αντιπροσωπεύει μια «φαντασίωση», γιατί η ανάπτυξη του επιχειρηματικού κεφαλαίου στις σημερινές συνθήκες απαιτεί : Αφενός την μέγιστη συμπίεση του κόστους εργασίας και την διατήρηση του εφεδρικού στρατού της ανεργίας, δηλαδή τη συνέχιση της μνημονιακής πολιτικής και της σταθεροποίησης εξαγωγής μορφών της απόλυτης υπεραξίας. – Αφετέρου την συστηματική και ακλόνητη πρόθεση και προσανατολισμό του επιχειρηματικού κεφαλαίου στην ευρωπαϊκή νομισματική ολοκλήρωση, γιατί μόνον μ’ αυτό τον τρόπο μπορεί να αναπαράγεται στις σημερινές συνθήκες της καπιταλιστικής διεθνοποίησης.

Από την άλλη πλευρά προωθείται τόσο από την σημερινή κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, όσο και από δυνάμεις της Ριζοσπαστικής Αριστεράς, η αντίληψη της πρωταρχικής ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων δια μέσου της «παραγωγικής ανασυγκρότησης». Έτσι εξαγγέλλονται επενδυτικές δράσεις του κράτους προς διάφορες κατευθύνσεις με την προσδοκία της επιστροφής σε θετικούς ρυθμούς αύξησης του ΑΕΠ και στοιχειακής αντιμετώπισης της υπερμεγέθους ανεργίας. Η χρηματοδότηση αυτών των δράσεων προέρχεται από το τρέχον ΕΣΠΑ 2014 – 20, από το Πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων και από το Πακέτο Γιουνγκέρ, πράγμα που αθροιστικά φτάνει στα 13,6 δισεκατ. ευρώ για το 2016. [ Γ. Αγουρίδης «10 παρεμβάσεις – εργαλεία για την τόνωση της πραγματικής οικονομικής ανάπτυξης», Αυγή 14-Μαίου-2016 ]. Για ποιες δράσεις πρόκειται και με ποια αποτελέσματα :

α) Πρόκειται κατ’ αρχήν για την ανοιχτή κρατική επενδυτική ενίσχυση του ιδιωτικού επιχειρηματικού κεφαλαίου, προκειμένου να μπορέσει να σταθεροποιήσει τη θέση του στον διεθνή ανταγωνισμό, και μ’ αυτή την έννοια επιχορηγούνται ευθέως : Η ΕΛΒΑΛ στον τομέα της παραγωγής προϊόντων έλασης αλουμινίου, η ΒΙΟΧΑΛΚΟ για την παραγωγή σιδηροκραμάτων, η Nova Hellas στον τομέα παραγωγής χαρτοκιβωτίων και άλλων ιδιωτικών. Πέραν τώρα από τις άμεσες κρατικές χρηματοδοτήσεις προς το βιομηχανικό κεφάλαιο, χορηγούνται σε ολόκληρο τον επιχειρηματικό τομέα της οικονομίας φορολογικά κίνητρα με το νέο Αναπτυξιακό Νόμο που πρόκειται να ψηφιστεί στο αμέσως προσεχές διάστημα, ενώ διασφαλίζεται παράλληλα και η χρηματοδοτική στήριξη της μικρής και μεσαίας εργοδοσίας. Από το «να πληρώσουν οι πλούσιοι» φτάνουμε έτσι στο «να πληρώνουμε τους πλούσιους».

β) Κατόπιν οι κρατικές αυτές επενδύσεις κατευθύνονται στην υποστήριξη των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στον ενεργειακό τομέα, όπως της μεγάλης τεχνικής εταιρίας ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, αναφορικά με την θυγατρική της ΤΕΡΝΑ Ενεργειακή, του Ομίλου Κοπελούζου για τον τερματικό σταθμό υγροποιημένου φυσικού αερίου κ.α. Παράλληλα χρηματοδοτείται η κατασκευή έργων υποδομής για τις μεταφορές και τις επικοινωνίες, που αποτελούν δημόσιες επενδύσεις για τον εκσυγχρονισμό κα την εξυπηρέτηση της ευχερέστερης λειτουργίας της καπιταλιστικής παραγωγής.

γ) Τέλος γίνεται λόγος για την χρηματοδοτική στήριξη της «κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας», που μάλιστα θεωρείται ως παράγοντας τροποποίησης του συσχετισμού των δυνάμεων προς όφελος των λαϊκών τάξεων και αναδιανομής του παραγόμενου εισοδήματος. Εντούτοις πρόκειται για περιθωριακού τύπου παρεμβάσεις, εφόσον αφορούν ελάχιστες και μικρού μεγέθους συνεταιριστικές δραστηριότητες. Άλλωστε περιπτώσεις όπως της Ενωμένης Κλωστοϋφαντουργίας (ΕΝ.ΚΛΩ.) στην Βόρεια Ελλάδα, που χρεοκόπησε με την ιδιωτική καπιταλιστική διαχείριση, και που θα μπορούσαν να επαναλειτουργήσουν με την ενεργό παρέμβαση των εκατοντάδων απασχολουμένων που έχουν απολυθεί, σκοντάφτουν κυριολεκτικά στις ευρωπαϊκές κοινοτικές απαιτήσεις και στην προφανή απροθυμία του τραπεζικού συστήματος, με την κυβέρνηση να αδυνατεί να παρέμβει και να γίνεται δέσμια των ευρωπαϊκών υπαγορεύσεων που απαιτούν την πλήρη εκκαθάριση και του τραπεζικού κεφαλαίου [ Κ. Παπαντωνίου « ΕΝ.ΚΛΩ. : Ευρωπαϊκή Ένωση και τράπεζες εμποδίζουν τους εργαζόμενους να πάρουν τον έλεγχο», Αυγή 13-Μαίου-2016 ].

Προκύπτει αβίαστα ότι το σύνολο αυτών των μέτρων της μνημονιακής κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, των δημόσιων επενδύσεων στα πλαίσια της διαδικασίας «παραγωγικής ανασυγκρότησης» της ελληνικής οικονομίας, εξυπηρετούν πρωτίστως την ανάπτυξη μιας σειράς καπιταλιστικών επιχειρήσεων, τόσο με τις άμεσες χορηγίες, όσο και με τις φοροαπαλλαγές. Αντίστοιχα οι δημόσιες επενδύσεις σε υποδομές μεταφορών ή επικοινωνιών, αποσκοπούν στην διαμόρφωση των γενικότερων όρων αναπαραγωγής του κεφαλαίου. Τέλος οι παρεμβάσεις στο πεδίο της «κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας» έχουν εξαιρετικά περιθωριακά χαρακτηριστικά, αποτελώντας το φύλο συκής που επιχειρεί να συγκαλύψει το κυρίαρχο : Η αναπτυξιακή δραστηριότητα που επιχειρείται, με χρηματοδοτήσεις και αναδιαρθρώσεις οδηγούν ευθέως στην βελτίωση των όρων επιχειρηματικής εξέλιξης των ιδιωτικών βιομηχανιών. Το αστικό κράτος και η σημερινή κυβέρνηση στην υπηρεσία υποστήριξης της καπιταλιστικής ανάπτυξης, γιατί ακριβώς εκεί καταλήγει κάθε μορφή αναπτυξιολογίας που χρησιμοποιεί τις δημόσιες επενδύσεις και την «παραγωγική ανασυγκρότηση» για την ανόρθωση της χώρας.

ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ:

ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΗ ΤΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΤΩΝ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΩΝ ΔΥΝΑΜΕΩΝ

Άλλωστε με τέτοιες επενδυτικές δράσεις δεν επέρχεται παρά μια απειροελάχιστη αύξηση της απασχόλησης για δύο λόγους : Στην περίπτωση των ιδιωτικών επιχειρήσεων που χρηματοδοτούνται, η απασχόληση παραμένει σταθερή, γιατί υπάρχει ήδη το εργαζόμενο δυναμικό, και η δημόσια χρηματοδότηση αφορά σε εκσυγχρονισμούς και αναδιαρθρώσεις βελτίωσης της ανταγωνιστικότητας παραγωγικότητας, πράγμα που δεν αυξάνει το μέγεθος του απασχολούμενου δυναμικού. -Στην περίπτωση των δημόσιων επενδύσεων σε έργα υποδομής προκύπτουν ορισμένες θέσεις εργασίας, ωστόσο αυτές έχουν πολύ περιορισμένο χρονικό ορίζοντα (το πολύ μιας διετίας), μέχρι την ολοκλήρωση των σχετικών έργων, και προφανώς μετά ακολουθεί εκ νέου η απώλεια αυτών των προσωρινών θέσεων εργασίας.

Η λογική της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων όπως εκφράζεται και υλοποιείται από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ (όπως και από τις προηγούμενες μνημονιακές κυβερνήσεις), μέσα στη συνεχιζόμενη κρίση υπερσυσσώρευσης, και σε ένα περιβάλλον ισχυρής μείωσης της ζήτησης, αποδεικνύεται ανέφικτη στη σημερινή περίοδο. Εκείνο που επιτυγχάνουν οι όποιες δημόσιες επενδυτικές παρεμβάσεις αφορούν σε διαδικασίες εκσυγχρονισμού και βελτίωσης των επιχειρηματικών μεγεθών, χωρίς αύξηση της προστιθέμενης αξίας και διεύρυνση της απασχόλησης. Και βέβαια το ζήτημα δεν είναι η απουσία ξένων επενδυτικών κεφαλαίων, γιατί διαθέσιμα κεφάλαια υπάρχουν και στον ελληνικό καπιταλισμό, και δεν επενδύονται αλλά λιμνάζουν σε τραπεζικούς λογαριασμούς, γιατί η αποδοτικότητα του κεφαλαίου βρίσκεται σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα. Το ζήτημα είναι η ολοσχερής συρρίκνωση της λαϊκής κατανάλωσης, που προέρχεται αφενός από την μαζική ανεργία των εκκαθαρίσεων ζημιογόνων επιχειρήσεων, και αφετέρου από την παρατεταμένη εισοδηματική λιτότητα των μνημονιακών πολιτικών.

Οι πολιτικές των μνημονίων εφαρμόστηκαν πρωτίστως για την κατακόρυφη μείωση του κόστους εργασίας καθώς και του έμμεσου κοινωνικού μισθού, Σκοπός τους ήταν και παραμένει η συγκράτηση της ζημιογόνου πορείας επιχειρηματικών κλάδων και η δρομολόγηση της υπέρβασης της κρίσης προς όφελος του κεφαλαίου και σε βάρος της μισθωτής εργασίας. Και πραγματικά στην τελευταία εξαετία, όπου ο ελληνικός καπιταλισμός βρισκόταν στην κόψη του ξυραφιού, κατόρθωσαν να επιφέρουν στην τελευταία διετία 2014 – 15, σαφή μείωση των ζημιογόνων αποτελεσμάτων στο σύνολο του επιχειρηματικού τομέα και μετάβαση στην κερδοφορία του 60% περίπου των ιδιωτικών εταιριών. Ανακόπηκε η πτωτική πορεία του κύκλου εργασιών (τζίρου) της προηγούμενης πενταετίας φτάνοντας στο ετήσιο μέγεθος των 148,9 δισεκατ. ευρώ, και το ενεργητικό τους εξίσου σημείωση μικρή άνοδο, φτάνοντας στα 236,9 δισεκατ. ευρώ. Και ενώ το συνολικό καθαρό αποτέλεσμα ήταν ζημιογόνο, εντούτοις οι ζημίες μειώθηκαν αισθητά και ταπεινώθηκαν στα 467,2 εκατομ. ευρώ [ ICAP «40 κορυφαίοι κλάδοι της ελληνικής οικονομίας», Μάιος 2016 ].

Οι μνημονιακές πολιτικές λιτότητας (σε μισθούς, συντάξεις και κρατικές κοινωνικές δαπάνες), επέφεραν τη συρρίκνωση της ζήτησης και αυτή με την σειρά της ανατροφοδοτεί την στασιμότητα της παραγωγής. Έτσι διαμορφώνεται και αναπαράγεται ένας φαύλος κύκλος : Το επιχειρηματικό κεφάλαιο, προκειμένου να ξεπεράσει την κρίση του, υποβοηθάται από τα εγχώρια και ευρωπαϊκά αστικά κέντρα, και εφαρμόζει σε σημαντικό βαθμό εξαγωγή μορφών απόλυτης υπεραξίας, αυτό όμως ταυτόχρονα φρενάρει την ίδια του την ανάπτυξη, εφόσον αντιμετωπίζει χαμηλή ζήτηση των προϊόντων και υπηρεσιών του. Έτσι, η μοναδική δυνατότητα ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων, αντιμετώπισης της υπερμεγέθους ανεργίας, και εξασφάλισης μέτρων κοινωνικής δικαιοσύνης, διέρχεται από τον δρόμο ρηξικέλευθων τομών και παρεμβάσεων στις ίδιες τις σχέσεις παραγωγής : Εγκαινιάζοντας μια πολιτική ριζικής αναδιανομής του εισοδήματος, κοινωνικοποίησης δηλαδή ενός μέρους της παραγόμενης υπεραξίας, που θα ενισχύσει τη ζήτηση και θα κινήσει επενδυτικές διαδικασίες και αντιμετώπιση της ανεργίας. – Θεσμοθετώντας έναν δραστικό εργατικό έλεγχο στο σύνολο των επιχειρήσεων του ιδιωτικού τομέα της οικονομίας, που περιορίζουν την άσκηση του απολυταρχικού διευθυντικού δικαιώματος σε εργοστάσια και υπηρεσίες. - Τροφοδοτώντας μια κρατική κοινωνική πολιτική με άντληση πόρων από την ισχυρή φορολόγηση της αστικής τάξης και των ανώτερων μικροαστικών στρωμάτων κλπ. - Θέτοντας σε παραγωγική κίνηση τις επιχειρήσεις που έχει εκκαθαρίσει η κρίση υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου, με δημόσιο χαρακτήρα και κοινωνικοποιημένες λειτουργίες κλπ.

ΠΗΓΗ: iskra.gr

Δευτέρα, 30 Μαϊος 2016 10:17

ΕΝΑ ΑΚΟΜΗ ΒΗΜΑ ΣΤΟ ΔΡΟΜΟ ΤΗΣ ΑΝΟΗΣΙΑΣ

Γράφτηκε από τον

lapavitsas.jpg

Του ΚΩΣΤΑ ΛΑΠΑΒΙΤΣΑ*  

Με τη συνεδρίαση του Γιούρογκρουπ στις 24 Μαΐου ολοκληρώθηκε η παράδοση του πάλαι ποτέ ριζοσπαστικού ΣΥΡΙΖΑ στην Κομισιόν και το ΔΝΤ. Η συμφωνία οδηγεί την Ελλάδα ακόμη πιο κοντά στην κατάπτωση.  

Εν συντομία, το Γιούρογκρουπ αποφάσισε να αποδεσμεύσει 10,3 δις προς την Ελλάδα σε δύο δόσεις, μία τον Ιούνιο, έως και 7,5 δις και μία μετά το καλοκαίρι, μέχρι 2,8 δις. Το ελληνικό κράτος θα έχει επαρκή κονδύλια για να καλύψει τις υποχρεώσεις του εξωτερικού χρέους του για το 2016 και θα είναι σε θέση να διευθετήσει μέρος των ληξιπρόθεσμων οφειλών του. Το Γιούρογκρουπ αποφάσισε επίσης να προσφέρει στην Ελλάδα μια ήσσονος σημασίας "βραχυπρόθεσμη" ελάφρυνση του χρέους, όπως την εξομάλυνση των άμεσων αποπληρωμών χρέους προς τον EFSF, ενώ ανέβαλε τη συζήτηση για πιο ουσιαστική "μεσοπρόθεσμη" ελάφρυνση για το 2018, δηλαδή μετά τις επόμενες βουλευτικές εκλογές στη Γερμανία.  

Για να απολαύσει τη γαλαντομία της ΕΕ, ο κ. Τσίπρας και η κυβέρνησή του υποχρεώθηκαν να νομοθετήσουν τα εξής:

i) Δημοσιονομική συρρίκνωση ύψους 5,4 δις, που ανέρχεται στο 3% του ΑΕΠ, για την περίοδο 2016-18. Περιλαμβάνει μειώσεις στις συντάξεις, καθώς και αυξήσεις στους άμεσους και εμμέσους φόρους.

ii) Πώληση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και γενικότερα των προβληματικών περιουσιακών στοιχείων από τις τράπεζες σε ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια.

iii) Μαζικές ιδιωτικοποιήσεις της δημόσιας περιουσίας, οι οποίες θα γίνουν υπό την αιγίδα των δανειστών. Τα έσοδα θα διατεθούν ουσιαστικά προς την αποπληρωμή του δημόσιου χρέους.

iv) Έναν μηχανισμό "αυτόματης δημοσιονομικής προσαρμογής», ο οποίος θα περικόπτει τις δημόσιες δαπάνες, εάν η Ελλάδα κινδυνεύει να μην πιάσει τους καθορισμένους στόχους για το πρωτογενές πλεόνασμα.    

Η συμφωνία αυτή εδράζεται στα οικονομικά της ανοησίας. Η Ελλάδα βρίσκεται και πάλι σε ύφεση που ξεκίνησε το τελευταίο τρίμηνο του 2015. Η αρχική εκτίμηση της ΕΛΣΤΑΤ για το ΑΕΠ του πρώτου τριμήνου του 2016 εμφανίζει συρρίκνωση 1,3% από το τελευταίο τρίμηνο του 2015. Όλοι οι επιμέρους δείκτες για το 2016 απεικονίζουν αυξανόμενες υφεσιακές πιέσεις:

Τον Μάρτιο η βιομηχανική παραγωγή μειώθηκε κατά 4% σε ετήσια βάση, από μία πολύ χαμηλή αρχική βάση, αποτέλεσμα της συρρίκνωσης κατά 35% της βιομηχανικής παραγωγής μετά το 2008.

Το πρώτο τρίμηνο του 2016 το χονδρικό εμπόριο μειώθηκε κατά 8% από το τελευταίο τρίμηνο του 2015.

Τον Φεβρουάριο οι λιανικές πωλήσεις μειώθηκαν περαιτέρω κατά 7,3% σε ετήσια βάση.

Τον Φεβρουάριο η ανεργία διαμορφώθηκε στο 24,2%, αντιστρέφοντας την ελαφρά πτωτική τάση της το 2015.

Τον Μάρτιο οι εξαγωγές μειώθηκαν κατά 11,4% (περιλαμβανομένων των πετρελαιοειδών) ή κατά 0,3% (εξαιρουμένων των πετρελαιοειδών).

Και ούτω καθεξής.  

Οι υφεσιακές πιέσεις αντανακλούν την εξαιρετικά αδύναμη ζήτηση και την κατάρρευση της πίστωσης, εν μέρει λόγω της αβεβαιότητας που προκλήθηκε από τις άσκοπες πολιτικές του ΣΥΡΙΖΑ το 2015, οι οποίες τελικά οδήγησαν στην άνευ όρων συνθηκολόγηση. Με τη συμφωνία του Γιούρογκρουπ η κυβέρνηση θα εφαρμόσει περαιτέρω υφεσιακά μέτρα σε αυτή την ήδη ετοιμόρροπη οικονομία. Η Ελλάδα σχεδόν σίγουρα θα έχει σημαντική ύφεση το 2016. Η χώρα θα μπορούσε ενδεχομένως να επιστρέψει στην ανάπτυξη το 2017, αλλά οι μακροπρόθεσμες προοπτικές της είναι εξαιρετικά φτωχές.  

Οι πολιτικές «διάσωσης» που εφαρμόζονται από το 2010 είχαν ως κύριο στόχο τη σταθεροποίηση του πρωτογενούς ισοζυγίου, καθώς και του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών. Ακολουθώντας την κλασική μέθοδο του ΔΝΤ, οι ελληνικές κυβερνήσεις και η «τρόικα/κουαρτέτο/θεσμοί» επέβαλαν γιγαντιαία συρρίκνωση των δημοσίων δαπανών, τεράστιες αυξήσεις στη φορολογία και απότομη πτώση των μισθών. Δυστυχώς για την Ελλάδα, δεν μπορούσε να γίνει υποτίμηση του νομίσματος, καθώς η ηγεσία της χώρας την κράτησε πεισματικά στην Ευρωζώνη. Οποιαδήποτε ανάπτυξη θα έπρεπε να προκύψει από τις περίφημες «μεταρρυθμίσεις», δηλαδή τα μέτρα απελευθέρωσης των αγορών και τις ιδιωτικοποιήσεις.  

Η κλασική αυτή η «θεραπεία» έχει όντως επιφέρει ένα βαθμό σταθεροποίησης της ελληνικής οικονομίας μέσω της βαθύτατης ύφεσης, της καταστροφής του παραγωγικού ιστού και της αυξανόμενης φτώχειας του ελληνικού λαού. Όπως ήταν αναμενόμενο από όσους έχουν μελετήσει τις «επιτυχίες» του ΔΝΤ στον υπόλοιπο κόσμο, αυτού του είδους η σταθεροποίηση έχει αφήσει τη χώρα με άθλιες προοπτικές ανάπτυξης:

Ο ελληνικός πληθυσμός μειώνεται και η άρτια καταρτισμένη νεολαία εγκαταλείπει τη χώρα για να εργαστεί στο εξωτερικό.

Οι επενδύσεις έχουν καταρρεύσει τελείως, πέφτοντας μόλις στο 12% του ΑΕΠ. Υπάρχει συρρίκνωση των επενδύσεων κατά περίπου 30 δις ετησίως από το υψηλό σημείο του 2007-8.

Οι δαπάνες για την έρευνα και την τεχνολογία είναι αμελητέες.

Η αποτελεσματικότητα και οι δεξιότητες του δημόσιου τομέα, οι οποίες ποτέ δεν ήταν υψηλές, βαίνουν μειούμενες.

Τελευταίο αλλά πολύ σημαντικό, οι ελληνικές ιδιωτικές τράπεζες έχουν αποτύχει πλήρως να στηρίξουν τη ζήτηση και συνεχίζουν να λειτουργούν ως τροχοπέδη στην ανάπτυξη.  

Ακόμη και σύμφωνα με το ΔΝΤ, η μακροπρόθεσμη δυναμική ανάπτυξης της Ελλάδας είναι μόλις πάνω από 1%. Επομένως είναι απίθανο να πέσει η ανεργία κάτω από το 20% για τα επόμενα 4-5 χρόνια. Είναι επίσης προφανές ότι ακόμη και αυτή η μερική σταθεροποίηση του πρωτογενούς ισοζυγίου και του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών είναι εξαιρετικά αβέβαιη και θα μπορούσε να αναιρεθεί εύκολα.  

Η Ελλάδα βρίσκεται στο δρόμο της ιστορικής ασημαντότητας. Η οικονομική παρακμή έχει μειώσει αναπόφευκτα την εθνική της κυριαρχία, ενώ περιορίζει τη δημοκρατία στο εσωτερικό. Δεν χρειάζεται να πάει κανείς μακριά για να βρει αποδεικτικά στοιχεία: η συμφωνία που έκανε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ με τους δανειστές αποτελεί κατάφωρο παράδειγμα εξάρτησης, μια μορφή νεοαποικιοκρατίας.  

Η χώρα χρειάζεται συνολική αλλαγή κατεύθυνσης. Καταρχάς έχει ανάγκη από βαθιά αναδιάρθρωση του χρέους, δεδομένου ότι ακόμη και το ΔΝΤ μιλάει πια για ριζοσπαστικά μέτρα ώστε να έρθει το χρέος σε διαχειρίσιμα επίπεδα. Πρέπει επίσης να εγκαταλείψει τις πολιτικές λιτότητας και να αρχίσει να χρησιμοποιεί τη δημοσιονομική πολιτική για την αντιμετώπιση της ανεργίας. Ο στόχος των πρωτογενών πλεονασμάτων επ’ αόριστον είναι τελείως παράλογος για μια χώρα στην κατάσταση της Ελλάδας. Χρειάζεται ακόμη να αναδημιουργήσει ένα δημόσιο τραπεζικό σύστημα για να υποστηρίξει τις επενδύσεις. Πρέπει, τέλος, να διαμορφώσει μια μεσοπρόθεσμη βιομηχανική στρατηγική που θα αξιοποιεί πιστώσεις και φορολογικά κίνητρα.  

Καμία από αυτές τις αλλαγές δεν είναι εφικτή εντός της Ευρωζώνης. Όλοι οι καλόπιστοι παρατηρητές συμφωνούν ότι είναι προς το μεσοπρόθεσμο και το μακροπρόθεσμο συμφέρον της Ελλάδας να αποχωρήσει από την ΟΝΕ και να ανακτήσει τη νομισματική της κυριαρχία. Η έξοδος από την ασφυκτική θηλιά του ευρώ είναι η μόνη ευκαιρία της χώρας για ταχεία μεταβολή των μακροπρόθεσμων συντελεστών ανάπτυξης, δίνοντας με αυτό τον τρόπο στον εαυτό της τη δυνατότητα να αποφύγει την περαιτέρω διολίσθηση στη φτώχεια και την ασημαντότητα.  

Η τραγωδία είναι ότι το ελληνικό πολιτικό σύστημα έχει αποδειχθεί εντελώς ανίκανο να οδηγήσει τη χώρα στο δρόμο της λογικής. Ο ΣΥΡΙΖΑ βρυχιόταν σαν λιοντάρι όταν ήταν στην αντιπολίτευση, αλλά νιαούριζε σαν γάτα όταν έγινε κυβέρνηση. Δεν έχει υπάρξει χειρότερη πολιτική διπροσωπία στην ευρωπαϊκή πολιτική εδώ και δεκαετίες. Η χώρα χρειάζεται εσπευσμένα ένα δημοκρατικό ξεσηκωμό, ένα σοκ από τα κάτω, αν θέλει να αποφύγει την ιστορική παρακμή.    

*Πηγή: costaslapavitsas.blogspot.gr

_κατά_10_βαθμούς_Κελσίου_στη_Γη_αν_καταναλωθούν_όλα_τα_ορυκτά_καύσιμα.jpg

Συναγερμός από ομάδα επιστημόνων του πανεπιστημίου της Βικτώρια στον Καναδά

Συναγερμό για την τύχη του πλανήτη σε περίπτωση που συνεχιστεί η κατανάλωση των ορυκτών καυσίμων σημαίνουν με έκθεσή τους επιστήμονες του πανεπιστημίου της Βικτώρια στον Καναδά.

Όπως λένε σε περίπτωση που καταναλωθούν όλα τα ορυκτά καύσιμα που έχουν εντοπιστεί στη Γη, η θερμοκρασία του πλανήτη θα αυξηθεί κατά 10 βαθμούς Κελσίου μετατρέποντας σε κρανίου τόπου ορισμένες περιοχές και προκαλώντας τεράστιες καταστροφές στην παγκόσμια οικονομία και τον τομέα των τροφίμων.

Σύμφωνα με την έρευνα η επίπτωση θα είναι ακόμα μεγαλύτερη στην Αρκτική όπου εκτιμάται ότι μέχρι το 2300 η θερμοκρασία θα έχει ανέβει κατά 20 βαθμούς Κελσίου.

Ήδη οι εκπομπές αερίων από τις καύσεις ορυκτών καυσίμων έχουν οδηγήσει σε συνεχόμενες χρονιές ρεκόρ όσον αφορά τις μέσες θερμοκρασίες με το 2016 να είναι θερμότερο από το 2015 που με τη σειρά του ήταν θερμότερο από το 2014.

Η πρόβλεψη των επιστημόνων με τα επιστημονικά μοντέλα που ανέπτυξαν εκτιμά ότι η αύξηση στις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα θα οδηγήσει σε αύξηση της επιφάνεια της Γης κατά 8 βαθμούς Κελσίου μέχρι το 2300, θερμοκρασία που θα αυξηθεί περαιτέρω κατά 2 βαθμούς αν προστεθούν οι επιπτώσεις από το φαινόμενο του Θερμοκηπίου.

Η αύξηση της θερμοκρασίας εκτιμάται ότι θα έχει επιπτώσεις και στο ύψος των βροχοπτώσεων καθώς οι ερευνητές υποστηρίζουν ότι θα μειωθεί κατά 2/3 σε σχέση με σήμερα στην κεντρική Αμερική και τη βόρεια Αφρική και κατά το ήμισυ στην Αυστραλία, τη Μεσόγειο, τη νότια Αφρική και την περιοχή του Αμαζονίου.

 ΠΗΓΗ: protothema.gr

katasxesi.jpg

ΒΓΑΙΝΕΙ ΣΤΟ ΣΦΥΡΙ ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ Η ΠΡΩΤΗ ΚΑΤΟΙΚΙΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΞΙΑ

Κατασχέσεις και πλειστηριασμοί- εξπρές σε ακίνητα, ακόμη και σε σπίτια που χρησιμοποιούνται ως πρώτη κατοικία,  ξεκινούν από τον Ιούνιο σε βάρος εκατοντάδων χιλιάδων οφειλετών «κόκκινων» δανείων αλλά και πολιτών που χρωστούν ληξιπρόθεσμες οφειλές στο Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία.  

Η κυβέρνηση ενεργοποιεί από τον επόμενο μήνα τα άρθρα 993 και 995 του νέου τροποποιημένου από το καλοκαίρι του 2015 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας τα οποία προβλέπουν ότι κατά τους πλειστηριασμούς ακινήτων μη συνεπών δανειοληπτών και λοιπών χρεοφειλετών θα λαμβάνονται πλέον υπόψη ως τιμές εκκίνησης οι πραγματικές τιμές της κτηματαγοράς που έχουν υποχωρήσει σε πολύ χαμηλά επίπεδα και όχι οι πολύ πιο υψηλές αντικειμενικές αξίες, όπως προέβλεπε ο Κ.Π.Δ πριν αλλάξει το καλοκαίρι του 2015. Ουσιαστικά με την ενεργοποίηση των διατάξεων αυτών ανάβει το «πράσινο φως» για πλειστηριασμούς ακινήτων χιλιάδων οικονομικά αδύναμων δανειοληπτών και λοιπών οφειλετών σε εξευτελιστικές τιμές, καθώς οι αξίες στις οποίες θα εκκινούν οι πλειστηριασμοί θα είναι οι πάρα πολύ χαμηλές εμπορικές τιμές.  

Η ενεργοποίηση των επαχθών αυτών ρυθμίσεων, η οποία αναμένεται να πυροδοτήσει «τσουνάμι» πλειστηριασμών, τώρα που καταργήθηκαν οι περισσότεροι περιορισμοί, οι οποίοι προστάτευαν κυρίως τους δανειολήπτες, γίνεται μέσω του Προεδρικού Διατάγματος υπ’ αριθμόν 59, το οποίο δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο θα προσδιορίζεται η εμπορική αξία κάθε ακινήτου που κατάσχεται από χρεοφειλέτη, προκειμένου, σε κάθε περίπτωση, να ξεκινά το συντομότερο δυνατό και ο πλειστηριασμός!  

Το Π.Δ. προβλέπει ότι η εμπορική αξία ακινήτου που κατάσχεται, προσδιορίζεται με ευθύνη του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή από πιστοποιημένο στο υπουργείο Οικονομικών εκτιμητή, που μπορεί να είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο.  

Το επαχθές αυτό Π.Δ. εκδόθηκε με βάση τις διατάξεις του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 993, καθώς και του τετάρτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 995 του Π.δ/τος 503/1985 «Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας» (Α΄ 182), όπως ισχύουν μετά το ν. 4335/2015 (Α΄ 87) και των παραγράφων 12 και 13 του ένατου άρθρου του άρθρου 1 «Μεταβατικές και άλλες διατάξεις» του ν. 4335/2015, κατόπιν γνωμοδότησης του Συμβουλίου της Επικρατείας και μετά από πρόταση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.  

Αναλυτικά, το Π.Δ. προβλέπει τα εξής:  

ΑΡΘΡΟ 1

Αρμόδιο όργανο προσδιορισμού της εμπορικής αξίας ακινήτου: Αρμόδιο όργανο προσδιορισμού της εμπορικής αξίας ακινήτου που κατάσχεται είναι ο δικαστικός επιμελητής, ο οποίος, για το σκοπό αυτό, υποχρεούται να προσλάβει, κατά την κρίση του, πιστοποιημένο εκτιμητή, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο περιλαμβάνεται στο Μητρώο Πιστοποιημένων Εκτιμητών που τηρείται στη Διεύθυνση Οικονομικού Συντονισμού και Μακροοικονομικών Προβλέψεων της Γενικής Διεύθυνσης Οικονομικής Πολιτικής του Υπουργείου Οικονομικών και είναι δημοσιευμένο στην ιστοσελίδα του ιδίου Υπουργείου.  

ΑΡΘΡΟ 2

Τρόπος υπολογισμού εμπορικής αξίας του ακινήτου:  Ο πιστοποιημένος εκτιμητής οφείλει, εντός της προθεσμίας που του τίθεται, να συντάξει εγγράφως και να παραδώσει την εκτίμησή του στον δικαστικό επιμελητή, σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά ή διεθνή αναγνωρισμένα εκτιμητικά πρότυπα, δεσμευόμενος παράλληλα για την πιστή τήρηση του Κώδικα Δεοντολογίας, ο οποίος θεσπίστηκε με τη με αριθ.  19928/292/10-5-2013 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (Β΄1147).  

ΑΡΘΡΟ 3

Καθορισμός αμοιβής εκτιμήσεως: Η αμοιβή για την διενέργεια της εκτιμήσεως καθορίζεται εκ των προτέρων ελεύθερα μετά από έγγραφη συμφωνία για την ανάθεση του έργου. Υπόχρεος για την καταβολή της αμοιβής είναι ο επισπεύδων την αναγκαστική εκτέλεση. Το ποσό αυτό βαρύνει, τελικώς, εκείνον κατά του οποίου στρέφεται η εκτέλεση. Άρθρο 4 Έναρξη ισχύος Η ισχύς του παρόντος διατάγματος αρχίζει από την 1η Ιουνίου 2016.

ΠΗΓΗ: iskra.gr

perissos.jpg

Πάνος Κοσμάς

To KKE είχε μια εξαιρετικά επιθετική τακτική απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ όσο αυτός ήταν στην αντιπολίτευση, αλλά και στην περίοδο της πρώτης κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ - ΑΝΕΛ μέχρι και τη μνημονιακή στροφή του Ιουλίου του 2015. Όχι μόνο απέναντι στην ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και στο κόμμα ΣΥΡΙΖΑ, και στις συνδικαλιστικές του δυνάμεις, ακόμη και σε συγκυρίες κρίσιμων μαχών ενάντια στην κυβέρνηση Σαμαρά - Βενιζέλου. Παραδόξως, οι σχέσεις με την ηγεσία της κυβέρνησης «αποκαταστάθηκαν» στο διάστημα των τελευταίων μηνών.

Στις 15 Ια­νουα­ρί­ου, μία ημέρα μετά τη με­γά­λη κι­νη­το­ποί­η­ση των επι­στη­μο­νι­κών κλά­δων ενά­ντια στα μέτρα του τρί­του μνη­μο­νί­ου, στο ξε­κί­νη­μα του κύ­κλου των κι­νη­το­ποι­ή­σε­ων με κέ­ντρο τους αγρό­τες αλλά και τους δι­κη­γό­ρους, μη­χα­νι­σμούς κ.λπ., ο γ.γ. του ΚΚΕ Δη­μή­τρης Κου­τσού­μπας συ­να­ντή­θη­κε στο Μα­ξί­μου με τον Αλέξη Τσί­πρα. Το αί­τη­μα για τη συ­νά­ντη­ση ήταν του τε­λευ­ταί­ου, αλλά ο Δ. Κου­τσού­μπας έχασε μια καλή ευ­και­ρία να αρ­νη­θεί μια τέ­τοια συ­νά­ντη­ση στη δε­δο­μέ­νη χρο­νι­κή στιγ­μή. Κατά τα άλλα, τα ρε­πορ­τάζ έκα­ναν λόγο για «συ­νά­ντη­ση σε πολύ φι­λι­κό κλίμα», υπο­γραμ­μί­ζο­ντας την ασυ­νή­θι­στη διάρ­κειά της (2 ώρες) και σχο­λιά­ζο­ντας ότι δεν ήταν εθι­μο­τυ­πι­κή αλλά ου­σια­στι­κή.

Λί­γους μήνες αρ­γό­τε­ρα, κατά τη συ­ζή­τη­ση στη Βουλή για την ψή­φι­ση του δεύ­τε­ρου «πα­κέ­του» των μνη­μο­νια­κών μέ­τρων, ο Αλέ­ξης Τσί­πρας κέρ­δι­σε με το σπαθί του το δι­καί­ω­μα σε μια ασυ­νή­θι­στη οι­κειό­τη­τα με τον γ.γ. του ΚΚΕ, απο­κα­λώ­ντας τον «Δη­μή­τρη μου» χωρίς ο τε­λευ­ταί­ος να αντι­δρά­σει. Όλα αυτά θα ήταν ανού­σια και θα μπο­ρού­σαν να μη ση­μαί­νουν τί­πο­τε, αν η τα­κτι­κή του ΚΚΕ στο ζή­τη­μα της μάχης ενά­ντια στο τρίτο μνη­μό­νιο δεν ήταν «ασυ­νή­θι­στα» προ­βλη­μα­τι­κή, στα όρια της πο­λι­τι­κής φυ­γο­μα­χί­ας.

Βε­βαί­ως, στις ανα­κοι­νώ­σεις των κομ­μα­τι­κών ορ­γά­νων και τις δη­λώ­σεις του γ.γ. της ΚΕ του ΚΚΕ η «γραμ­μή» ενά­ντια στο τρίτο μνη­μό­νιο και την κυ­βέρ­νη­ση είναι «σκλη­ρή». Δεν μπο­ρού­με να πούμε το ίδιο ωστό­σο για την πο­λι­τι­κή και συν­δι­κα­λι­στι­κή του πρα­κτι­κή.

Συν­δι­κά­τα

Στο αγρο­τι­κό κί­νη­μα μπήκε στο διά­λο­γο με την κυ­βέρ­νη­ση και ευ­θύ­νε­ται από­λυ­τα για την αυ­τα­πά­τη ότι «στα­μα­τή­σα­με τις κι­νη­το­ποι­ή­σεις γιατί κερ­δί­σα­με». Στη συ­νέ­χεια, σε ου­σια­στι­κή συ­νερ­γα­σία με τον Πα­να­γό­που­λο, «κλεί­δω­σε» στα συν­δι­κά­τα τη γραμ­μή περί «48ω­ρης όταν ψη­φι­στούν τα μέτρα», που ευ­θύ­νε­ται για τη με­γά­λη ‒και με κα­τα­στρο­φι­κές συ­νέ­πειες‒ «κοι­λιά» ανά­με­σα στο πρώτο κύμα κι­νη­το­ποι­ή­σε­ων του Γε­νά­ρη-Φλε­βά­ρη και την τε­λι­κή φάση των κι­νη­το­ποι­ή­σε­ων ενά­ντια στην ψή­φι­ση των δύο «πα­κέ­των» μέ­τρων. Το απο­τέ­λε­σμα ήταν ότι οι δύο 48ω­ρες, που κη­ρύ­χτη­καν την τε­λευ­ταία στιγ­μή πριν από την ψή­φι­ση των δύο μνη­μο­νια­κών «πα­κέ­των» ήταν για την «τιμή των όπλων», και άρα με προ­δια­γε­γραμ­μέ­νη απο­τυ­χία: χωρίς χρόνο προ­ε­τοι­μα­σί­ας, χωρίς προ­ε­τοι­μα­σία - ορ­γά­νω­ση - προ­πα­γάν­δι­ση, ύστε­ρα από με­γά­λο διά­στη­μα «κοι­λιάς» και απο­θάρ­ρυν­σης που δεν επέ­τρε­πε στον κόσμο να τις δει ως κο­ρύ­φω­ση μιας μάχης, και αφού είχε γε­νι­κευ­τεί η αί­σθη­ση ότι «δεν γί­νε­ται τί­πο­τε».

Ακόμη χει­ρό­τε­ρα, η γραμ­μή αυτή φαί­νε­ται ότι περ­νά­ει και στο εν­διά­με­σο και κα­τώ­τε­ρο συν­δι­κα­λι­στι­κό επί­πε­δο:

* Στην ΟΛΜΕ, στις ΓΣ των κα­θη­γη­τών το διά­στη­μα 16-20 Μαΐου ήταν ενά­ντια στην πρό­τα­ση για απερ­για­κή κι­νη­το­ποί­η­ση, ενώ στη συ­νέ­λευ­ση των προ­έ­δρων στις 21 Μαΐου μπήκε για πρώτη φορά στο προ­ε­δρείο, απέρ­ρι­ψε την πρό­τα­ση για 24ωρη και ‒τρι­σχει­ρό­τε­ρα‒ κα­τήγ­γει­λε και απο­χώ­ρη­σε στη συ­ζή­τη­ση για τη συμ­με­το­χή της ΟΛΜΕ στον «εθνι­κό διά­λο­γο για την παι­δεία», με απο­τέ­λε­σμα να δια­μορ­φω­θούν συ­σχε­τι­σμοί που δεν επέ­τρε­παν την απόρ­ρι­ψη της συμ­με­το­χής –εντυ­πω­σια­κό δείγ­μα τα­κτι­κής «φλας αρι­στε­ρά - στρο­φή δεξιά»!

* Στη συ­γκρό­τη­ση προ­ε­δρεί­ου του ΔΣ της ΕΙΝΑΠ (νο­σο­κο­μεια­κοί για­τροί) η πα­ρά­τα­ξη του ΠΑΜΕ (ΔΗΠΑΚ) όχι μόνο στή­ρι­ξε την επα­νε­κλο­γή στη θέση της προ­έ­δρου στε­λέ­χους της ΝΔ (της κ. Πα­γώ­νη) αλλά και συμ­με­τεί­χε στο προ­ε­δρείο μαζί με τους λοι­πούς μνη­μο­νια­κούς πα­ρό­λο που το συν­δι­κα­λι­στι­κό μπλοκ των ΝΔ - ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ - ΠΑΣΟΚ είναι μειο­ψη­φία (7 έδρες στις 15), για πρώτη φορά ύστε­ρα από 6 χρό­νια!

Υπο­γρά­φο­ντας τα μνη­μό­νια ως «Αρι­στε­ρά», η κυ­βέρ­νη­ση ευ­τε­λί­ζει και δια­σύ­ρει την Αρι­στε­ρά. Στο βαθμό που αυ­το­πα­ρου­σιά­ζο­νται ως η «συ­νε­πής και μα­χη­τι­κή Αρι­στε­ρά» (πα­ρό­λο που απο­φεύ­γουν να χρη­σι­μο­ποιούν τον όρο Αρι­στε­ρά), το ΚΚΕ και το ΠΑΜΕ με αυτές τις πρα­κτι­κές δί­νουν στην κυ­βέρ­νη­ση όχι μόνο χείρα βοη­θεί­ας αλλά και μία ακόμη ευ­και­ρία να δια­σύ­ρει την Αρι­στε­ρά και να απο­θαρ­ρύ­νει το κί­νη­μα αντί­στα­σης. Έτσι, δεν είναι κα­θό­λου ανε­ξή­γη­τος ο σε­βα­σμός που δεί­χνει τόσο η κυ­βέρ­νη­ση όσο και το σύ­στη­μα εν γένει στο ΚΚΕ...

ΠΗΓΗ: rproject.gr

Δευτέρα, 30 Μαϊος 2016 10:04

Γιατί μπορούν και τα κάνουν; Τόσο εύκολα;

Γράφτηκε από τον

questions1.jpg

Παναγιώτης Μαυροειδής

Τα μέτρα που  ψηφίστηκαν στη Βουλή ή αυτά που συμφωνήθηκαν στο Eurogroup  δε θέλουν  ανάλυση. Όση προκλητική ψευδολογία και αν επιστρατεύσει η κυβέρνηση, η ουσία δεν αλλάζει.

Μείωση των συντάξεων, εξοντωτική φοροληστεία, θέσπιση μνημονίου διαρκείας με τον λεγόμενο «κόφτη», αμόκ ιδιωτικοποιήσεων, πλήρης καταστρατήγηση κάθε έννοιας λαϊκής κυριαρχίας και παράδοση των πάντων στο Διευθυντήριο της ΕΕ και του διεθνούς κεφαλαίου (αυτό που βαφτίζουν πιστωτές και επενδυτές) για 100 χρόνια.

Μια ακραία δεξιά νεοφιλελεύθερη πολιτική, που έχουν το θράσος να τη ντύνουν με «αριστερά» περιτυλίγματα φουσκώνοντας την προπαγάνδα της ακροδεξιάς.

Κατά τα άλλα, πέφτει χοντρό δούλεμα στον κόσμο που παρατηρεί σαστισμένος.

Έτσι, οι μεν ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ λένε ότι ψηφίζουν πανστρατιά τα μέτρα (πλην μισής διαφοροποίησης)  που «δεν τους αρέσουν και τόσο», οι δε ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και ΠΟΤΑΜΙ, δεν ψηφίζουν τα  μέτρα, τα οποία τους «αρέσουν τρομερά», πολύ περισσότερο και από το περασμένο καλοκαίρι όταν τα είχαν ψηφίσει!

Πως το μπορούν όμως και δε καίγεται το σύμπαν;

«Αδιάφορος παλιο-λαός» μήπως;

Βολεύει πολλούς αυτή η ερμηνεία.

Βολεύει τους κυβερνητικούς ασχημονούντες που καμώνονται πως αυτά κάνουν μιας και ο «κόσμος δεν έχει κότσια για πολλά».

Βολεύει την τουλάχιστον ανεπαρκή αριστερή κοινοβουλευτική (ή κοινοβουλευτικής λογικής) αντιπολίτευση: «αφού δε  ξεσηκώνετε ο κόσμος, τι να σου κάνουμε και εμείς;»

Βολεύει και το «μέσο πολίτη», που με το γνωστό «αφού κανείς δε νοιάζεται…», μιλώντας για τους «άλλους», τακτοποιεί και τη δική του απουσία  δράσης. «Πάντα για άλλους μιλάμε…», που λέει και ο στίχος.

Ας μη μιλήσουμε ξανά για την αντεργατική εκστρατεία της ΕΕ, το νεοφιλελεύθερο Μητσοτάκη ή τον «προδότη» Τσίπρα. Δε λένε πολλά ούτε και οι κατάρες και τα ηχηρά λόγια  πως ο τελευταίος «θα πληρώσει, θα κάτσει στο σκαμνί» και άλλα τέτοια, που αμολάει η Ζωή Κωνσταντοπούλου. Έκατσαν μήπως ο Σαμαράς, ο Βενιζέλος,  ο Παπαδήμος, ή οι εκάστοτε Υπουργοί Οικονομικών και Εργασίας;

Τολμούμε να πούμε: Δε θα λογοδοτήσει και δε θα πληρώσει κανείς, αν δε συζητήσουμε ουσιαστικά και πάνω στα ουσιώδη ερωτήματα που αφορούν όχι «αυτούς», αλλά «εμάς», την  αριστερά,  την αντίσταση σε αυτούς με στόχο την ανατροπή της πολιτικής τους.

Διατυπώνουμε μερικές σκέψεις.

Ας θυμηθούμε το «όλοι μαζί τα φάγαμε» του Πάγκαλου. Ήταν για πολλούς πρόκληση και ύβρις, αλλά δεν ήταν μπαρούφα της στιγμής. Οι του ΠΑΣΟΚ (και όχι μόνο) επιχείρησαν τότε, απευθυνόμενοι σε τμήματα των μικρομεσαίων, αλλά και κάποιων καλύτερα αμειβόμενων μισθωτών στρωμάτων, να μετατρέψουν  τη συνενοχή τους σε μια ορισμένη (και περιορισμένη) περίοδο σε πρακτικές συναλλαγής κάτω από το τραπέζι με την εξουσία, σε πολιτική ανοχή στο μνημόνιο διαρκείας που έσκαγε μύτη.

Ε, λοιπόν σήμερα έχουμε από μεριάς ΣΥΡΙΖΑ το εξής ανάλογο: «Μαζί δεν τα χάψαμε;». Ούτε αυτό είναι στον αέρα. Εξηγούμαστε:

Πρώτον, η κυβέρνηση και οι λοιποί, τολμούν  και τα κάνουν, διότι ηγεμόνευσε καταλυτικά μέσα στην αριστερά και στο ευρύτερο λαϊκό κίνημα,  η άποψη ότι «το πρώτο και κύριο ζητούμενο είναι να έχεις μια ‘’αριστερή’’ κυβέρνηση στα χέρια σου και όλα τα άλλα θα έρθουν». Το μνημόνιο θα το καταργούσε με ένα νόμο και χωρίς να ανοίξει ρουθούνι με την ευρωζώνη και την ΕΕ. Το χρέος θα ψιλο-σβηνόταν μετά από εξήγηση του θέματος στους «εταίρους».  Η ΕΕ θα άλλαζε μαγικά και θα γινόταν των λαών. Οι συντάξεις και μισθοί θα βελτιώνοντας χωρίς να πειραχτεί καθόλου η αστική ολιγαρχία, εκτός ίσως των «καναλαρχών».  Δεν πρόκειται καθόλου για θεωρητικό ζήτημα. Αυτό συμπύκνωσε ο ΣΥΡΙΖΑ, αυτό εισπράττεται με πλήρη απογοήτευση τώρα σε ευρεία τμήματα.

Η αντίληψη πως το ΠΡΩΤΟ, το ΚΥΡΙΟ και το ΚΑΘΟΡΙΣΤΙΚΟ, δεν είναι μια κυβέρνηση –που αναγκαστικά θα διαχειρίζεται  τη συνέχεια ενός εχθρικού προς το λαό κράτους, καθώς και τη διεκπεραίωση των ‘’υποχρεώσεων’’ προς το ευρωπαϊκό κεφάλαιο- αλλά ο οργανωμένος και μαχόμενος λαός που με τη δύναμη της συλλογικής δράσης,  θα μπορεί να  καθυστερεί την επίθεση, να καταχτά πράγματα,  να ανατρέπει και τελικά κάτω υπό προϋποθέσεις άλματος στη δράση του να επιβάλει   και άλλο δρόμο και δική του κυβέρνηση και εξουσία, δυστυχώς δεν πήρε κεφάλι. Δεν ηττήθηκε οριστικά ή στρατηγικά, αλλά σε αυτή τη φάση (της «αντι-μνημονιακής» κολασμένης εποχής), δεν πήρε σημαντικό προβάδισμα και δεν όρισε τις εξελίξεις.

Αυτή η κατεύθυνση, με ευθύνη πολλών, ακόμη και αριστερών και μαρξολογούντων, παρουσιάστηκε ως πολύ «λίγη» έναντι του «θαύματος» της «αριστερής κυβερνητικής αλλαγής» και ως φτωχή «κινηματική» προσέγγιση έναντι της πεμπτουσίας της «μαγικής» πολιτικής πρότασης για την «κυβέρνηση της αριστεράς».

Μη ξεχνάμε πόσοι και πόσοι στριμώχτηκαν στην «αριστερή» (και πάντα …κριτική)  υποστήριξη της πολιτικής στρατηγικής ΣΥΡΙΖΑ και κάθε «διαπραγματευτικής» πιρουέτας του. Μη λησμονούμε τη σιγουριά τους για την «τεράστια ανακούφιση που θα έφερνε η πολιτική της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ σε εκατομμύρια Ελλήνων», η οποία υποτίθεται ότι δεν προϋπόθετε κανενός είδους «αριστερή πολιτική» ή ρήξη, άσχετο αν η τελευταία ήταν ίσως επιθυμητή καθαρά για «ιδεολογικούς λόγους», χωρίς ωστόσο «να είναι και της ώρας».   Έκδηλη η απουσία τόσο ορθής εκτίμησης για τον χαρακτήρα της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ, όσο και –ακόμη σπουδαιότερο – λάθη ιεράρχησης πολιτικών και κινηματικών καθηκόντων μα και συνδυασμού κοινοβουλευτικής και εξωκοινοβουλευτικής πάλης, που σήμερα κοστίζουν πολύ ακριβά. Λίγη και λειψή η αυτοκριτική για όλα αυτά.

Δεύτερο, μπορούν και τα κάνουν, διότι η άλλη, η πιο αριστερή εκδοχή  της κοινοβουλευτικής διαχειριστικής αριστεράς,  δηλαδή το ΚΚΕ,   δεν πίστεψε ποτέ ότι μπορεί να υπάρξει ανατροπή της αντεργατικής αστικής μνημονιακής εκστρατείας και δε στόχευσε σε αυτήν. Στη βάση αυτής της ηττοπαθούς εκτίμησης, κινήθηκε  λάθος σε δύο βασικά θέματα.

Το πρώτο ήταν και είναι  το θέμα του χρόνου: «Αφού δε μπορεί να υπάρξει ανατροπή τώρα, έτσι και εμείς επιλέγουμε αγωνιστικό σημειωτόν, θεωρώντας ότι το μέλλον -λες και αυτό έχει μια αυτοτελή ύπαρξη έναντι του ρέοντος παρόντος -με ένα μαγικό τρόπο θα μας δικαιώσει, «όταν θα έχει ξεβρακωθεί ο ΣΥΡΙΖΑ».

Το δεύτερο, ήταν και είναι το ζήτημα του πεδίου: «Αφού στο ευρύ πεδίο των μαζικών κοινωνικών αγώνων και ακόμη περισσότερο της συνολικής πολιτικής επαναστατικής ανατροπής ‘’δεν υπάρχουν όροι και προϋποθέσεις’’, επιλέγουμε εκλογική προπαγάνδα, αποκαλύψεις, συλλογή ψήφων και μελών. Μαζί και  περίκλειστες, ελεγχόμενες  συμβολικές κινητοποιήσεις, προσδοκώντας σε μια διαρκή ‘’εξαγωγή πολιτικών συμπερασμάτων’’ και ‘’αλλαγή των συσχετισμών’’. Όχι στο επίπεδο της συνολικής ταξικής πολιτικής διαπάλης, αλλά εντός των ‘’οικοπέδων» της αριστεράς’’.

Ωστόσο, τραγικά αποδεικνύεται ότι, μια κοινωνία που ηττάται και κυρίως κόσμος που χάνει τα πάντα χωρίς να έχει την αίσθηση ότι έδωσε μάχες στις οποίες αν μη τι άλλο θα ένοιωθε και θα στερέωνε την συλλογική  δύναμή του, δεν έχει ιδιαίτερη όρεξη για «πολιτικά συμπεράσματα».

Η αντικαπιταλιστική κομμουνιστική αριστερά, κινούμενη ανάμεσα στις δύο αυτές συμπληγάδες, έθεσε διαφορετικά κριτήρια, ακούστηκε, προβλημάτισε, κέρδισε την εκτίμηση,  αλλά δεν κατάφερε πολλά πράγματα, δεν συγκέντρωσε σημαντικές δυνάμεις. Υπάρχουν αντικειμενικοί, αλλά και υποκειμενικοί λόγοι για αυτό. Συνέβαλαν σε αυτό και οι ταλαντεύσεις τμημάτων της, που πρόβαλαν λογικές «αριστερού μετώπου για κυβερνητική λύση» , προτάσσοντάς το στην ουσία  έναντι της αναγκαίας αριστερής πολιτικής και των προϋποθέσεων ρήξης. Στο μέτρο που της αναλογεί, χρεώνεται και αυτή άλλης τάξης, αλλά όχι λιγότερο σοβαρές ευθύνες.

Μπορούν και τα κάνουν λοιπόν, η κυβέρνηση και τα αφεντικά της στην ΕΕ,  διότι «εμείς» οι άλλοι (ο πληθυντικός χρησιμοποιείται αρκετά καταχρηστικά), για διαφορετικούς λόγους είμαστε πράγματι «λίγοι».

Όλα αυτά δεν αφορούν μόνο την προ-ΣΥΡΙΖΑ εποχή, αλλά και την περίοδο που διανύουμε.

Τόσο οι μεγάλες αντοχές και το απόθεμα αλληλεγγύης που φανέρωσε η κοινωνία με αφορμή τους πρόσφυγες, όσο και η αγωνιστική ανάταση του διμήνου Γενάρη-Φλεβάρη, μας έδειξαν ότι ο κόσμος δεν έχει ηττηθεί. Υπάρχουν ευρείες ζώνες κοινωνικής μαχητικότητας αλλά και πολιτικών διεργασιών προς τα αριστερά, που τροφοδοτούνται και από το διαρκές φυλλορρόημα  του ΣΥΡΙΖΑ.

Πως λαμβάνονται αυτά τα δύο μηνύματα αλήθεια;

Ποιος θυμάται την περιβόητη 48ωρη απεργία- φάντασμα της ΓΣΕΕ, που είχε μάλιστα αποφασιστεί με πρόταση και διαρκή ακατάσχετη υμνολογία του ΠΑΜΕ;

Έγινε με αυτή το ανήκουστο και δεν πρέπει να περάσει χωρίς συζήτηση: Μετά την αγωνιστική ανάταση αγροτών, εργατικών κλάδων και επιστημόνων του περασμένου διμήνου Γενάρη-Φλεβάρη, η «συνέχεια» ήταν ότι «θα κλιμακώσουμε με απεργία όταν και αν η κυβέρνηση κατεβάσει το ασφαλιστικό». Κοντολογίς, η «αριστερή» αντιπολίτευση ζήτησε από την κυβέρνηση να ορίσει αυτή την ημερομηνία της απεργίας. Και η κυβέρνηση με ευχαρίστηση το έκανε, επιλέγοντας πασχαλινές και άλλες Κυριακές για να κάνει την κηδεία των συντάξεων και της δημόσιας περιουσίας, χωρίς βέβαια να υπάρξει κάποια σημαντική αντίσταση.

Δυστυχώς το ΚΚΕ διαβάζει ανάποδα το δίδαγμα ΣΥΡΙΖΑ: Συνεχίζοντας τα λάθη της περιόδου 2010-2012,  όπου δεν πήρε χαμπάρι τη μνημονιακή επέλαση που θα έφερνε τα πάνω κάτω στη συνείδηση και κινητικότητα του κόσμου και  έχοντας πλήρως αποδράσει σε μια «μοιρολατρική αισιοδοξία» ενός άχρονου μέλλοντος, φαίνεται να λέει στους εργαζόμενους: «Δε σας τα έλεγα; Είδατε που  είχατε αυταπάτες ότι μπορείτε να αλλάξετε τα πράγματα; Καθίστε στα αυγά σας και απλά βγάλτε πολιτικά συμπεράσματα».

Από την άλλη, οι σημαντικές πολιτικές διαφοροποιήσεις δύσκολα ενοποιούνται μετωπικά σε αγωνιστική αντικαπιταλιστική και αντι-ΕΕ κατεύθυνση. Όχι μόνο λόγω αδυναμίας ουσιαστικής υπέρβασης  της «λογικής ΣΥΡΙΖΑ» τμημάτων που αποσπώνται από αυτόν, αλλά και εξ αιτίας πολιτικών ταλαντεύσεων και  παλινωδιών σε τμήματα της  αντικαπιταλιστικής αριστεράς.

Το «τι να κάνουμε;», προϋποθέτει μια ανοιχτή συζήτηση για τα παραπάνω, τουλάχιστον σε επίπεδο μιας πολιτικής πρωτοπορίας. Περιλαμβάνει όχι μόνο το «τι» αλλά και το «πως» και «από ποιόν».

Τις απαντήσεις δε θα τις βρούμε στην απλή «ανασύνθεση εκ των ενόντων», βρίσκοντας το μέσο όρο των σημερινών υπαρκτών δυνάμεων, αλλά αναζητώντας ένα δυναμικό προωθητικό μετασχηματισμό τους εντός του πεδίου της οργάνωσης και της μαχητικής πάλης του λαού,  που θα υπερβαίνει το δίπολο διαχειριστικών αυταπατών και  σημειωτόν αναμονής του μέλλοντος.

Μπορούμε να αραδιάσουμε πολλά και χρήσιμα σχέδια για ένα εναλλακτικό δρόμο εξόδου από τη μέγγενη των μνημονίων και της φυλακής της ΕΕ.

Μπορούμε με κάποια επάρκεια να περιγράψουμε μια κοινωνική πορεία με κριτήριο τα συμφέροντα της κοινωνικής πλειοψηφίας και το δημόσιο κοινωνικό όφελος, αντί της εμπορευματοποίησης των πάντων, του απαραβίαστου του καπιταλιστικού κέρδους και του μονοθεϊσμού μιας δήθεν ουδέτερης «αγοράς» ή «παγκοσμιοποίησης».

Όμως, πάντα το καθοριστικό ερώτημα, το έδαφος πάνω στο οποίο θα κρίνονται όλα αυτά, θετικά ή αρνητικά, είναι αυτό που αφορά την απάντηση στο «ποιος θα κρεμάσει την κουδούνα στου γάτου την ουρά;». Δηλαδή στο ζήτημα του κοινωνικού και πολιτικού υποκειμένου της ρήξης και της ανατροπής. Της συνεκτικότητας και της δύναμης που θα έχει. Της ικανότητάς του να συγκεντρώνει πυρά και να περνά στην αντεπίθεση.

Το ερώτημα αυτό δεν απαντάται με μαγικά κόλπα και κινήσεις, εκτός αν θέλει κανείς να κυνηγάει συνεχώς την ουρά του.

Η πολιτική απάντηση προς όφελος της εργαζόμενης κοινωνικής πλειοψηφίας με πρόσημο δημοκρατίας και ελευθερίας, σε μια σύγκρουση αμείλικτη που βρίσκεται σε εξέλιξη (και δεν είμαστε στο τέρμα της!), θα κριθεί στο επίπεδο της ανατροπής του ταξικού συσχετισμού δύναμης,  στο πεδίο μιας πρωτόγνωρης κλιμάκωσης της κινηματικής και πολιτικής διαπάλης. Με άλλα όπλα, με άλλους φορείς, όχι με τα παλιά αποτυχημένα ή ανεπαρκή υλικά!

Σήμερα, το μπλοκ το «δικό» μας σε αυτή τη μάχη όχι μόνο δεν υπάρχει με μαζικούς όρους, αλλά είναι και λειψή η συνείδηση της ανάγκης και του χαρακτήρα του. Για αυτό και δεν μιλάμε στην ουσία για ταξική διαπάλη, αλλά για μονόπλευρη,  ανηλεή ταξική σφαγή από μεριάς των αντιπάλων.  Ο κόσμος το νοιώθει αυτό…

Ένα πολιτικό σχέδιο ανάταξης του κλίματος ηττοπάθειας και διαμόρφωσης όρων μιας κινηματικής και πολιτικής αντεπίθεσης, πρέπει να περιλαμβάνει βήματα σε πολλά επίπεδα.

Κατ’ αρχήν, πρέπει να έχουμε μια αυτοπεποίθηση για τις δυνατότητες και να μη θεωρούμε ως τη μεγαλύτερη σοφία τη συνηγορία υπέρ των υπαρκτών πλέον αρνητικών τάσεων στη συνείδηση των εργαζομένων.

Ας κρατήσουμε την εικόνα της Γαλλίας: Την ίδια στιγμή που υπάρχει μια πολιτική μαυρίλα στο επίσημο πολιτικό σκηνικό, ειδικά με την άνοδο της ακροδεξιάς, οι υπόγειες κοινωνικές διεργασίες βγαίνουν στο προσκήνιο με μια αποφασιστική εργατική κινητοποίηση που συγκεντρώνει την προσοχή της Ευρώπης.

Πρέπει να αλλάξουμε μυαλά όμως.

Χρειαζόμαστε ένα αγωνιστικό κέντρο, συνάντησης των κοινωνικών και πολιτικών αντιστάσεων, σε πλήρη ανεξαρτησία από την  συστημική, κυβερνητική πολιτική και τον υποταγμένο συνδικαλισμό.  Είναι το Α της απάντησής μας.

Δεν αφορά αυτό μια συνδικαλιστική τακτική, όσο μια πολιτική κατεύθυνση συγκρότησης αντίπαλου μαχόμενου δέους, που να δίνει αυτοπεποίθηση και να απαντά στο ερώτημα της οργάνωσης και του πραγματικού αγώνα. Να τελειώνουμε με τον πολιτικό και κινηματικό ακολουθητισμό στον υποταγμένο συνδικαλισμό και με την ανοησία της δήθεν κλιμάκωσης με συγκέντρωση στη Βουλή όταν ψηφίζεται το ένα ή το άλλο μέτρο, εν μέσω κοινοβουλευτικών δεκάρικων λόγων. Όχι άλλες κηδείες και μνημόσυνα… Τέτοιες μπορεί να τις οργανώνει μια χαρά η κυβέρνηση,

Στο ζήτημα αυτό,  θα κριθούν όλες οι πολιτικές δυνάμεις της (δυνάμει) αριστερής πολιτικής αντιπολίτευσης, καθώς και οι μαχόμενες τάσεις μέσα στο εργατικό κίνημα. Κάθε βήμα σε αυτό το δρόμο, αξίζει χίλιες φορές περισσότερο από κάθε ντουζίνα ‘’πολιτικών προγραμμάτων διεξόδου’’ που πετιούνται στον αέρα. Αν δε γίνει «της Γαλλίας», τα λόγια περιττεύουν…

Παράλληλα (και όχι στη συνέχεια), είναι επείγον να υπάρξουν πρωτοβουλίες πολιτικής συνάντησης  πάνω σε ένα πρόγραμμα πολιτικής τομής σε σχέση με ότι «κόντυνε» τελικά τις προοπτικές της ανατρεπτικής πολιτικής δράσης και οδήγησε στη σημερινή ήττα. Όχι, δε χρεωνόμαστε εξίσου τη σημερινή ηττοπάθεια, μαζί με αυτούς που ήταν θιασώτες και αρχιτέκτονες της λογικής που την προετοίμασε.

Αντίθετα, διεκδικούμε τη συγκρότηση ενός μετώπου που θα κινείται σε κατεύθυνση αποφασιστικής ρήξης με την αστική πολιτική και εξόδου από την Ευρωπαϊκή Ένωση, προτάσσοντας την ανάγκη για «ψωμί, δουλειά, δημοκρατία» πάνω από όλα για τον κόσμο της μισθωτής εργασίας, τους ανέργους, τη νεολαία, τα φτωχο-μεσαία στρώματα της πόλης και της περιφέρειας. Αναζητώντας τη συνολική αντικαπιταλιστική επαναστατική ανατροπή.

Υπάρχουν παλιές και νέες δυνάμεις που μπορούν και πρέπει να συγκλίνουν σε αυτή την κατεύθυνση.  Δε χρειαζόμαστε ούτε αναγέννηση του «πρωτο-ΣΥΡΙΖΑ», με κόμματα που  θα αρχίζουν και θα τελειώνουν σε ρητορείες για «αντι-μνημονιακά, πατριωτικά μέτωπα»  και (ξανά μανά) «κυβέρνηση της αριστεράς», ούτε αρχηγικά κόμματα στημένα στις λογικές  life style και πολιτικού marketing με απουσία αριστερής και εργατικής πολιτικής. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δικαιούται, αλλά και υποχρεούται να διεκδικήσει ένα πρωταρχικό ρόλο  στην προσπάθεια για ένα ευρύτερο μαχόμενο αντικαπιταλιστικό, αντι-ΕΕ πόλο, με ενεργή παρουσία και αλληλεπίδραση με την αντεπίθεση των κοινωνικών αγώνων.

Έτσι και αλλιώς η ιστορία δεν παίζεται ποτέ από την αρχή όπως τα σήριαλ σε επανάληψη… Η τομή προς τα εμπρός είναι όρος για την ανάταξη του κλίματος ηττοπάθειας και της εργατικής και λαϊκής αντεπίθεσης για την ανατροπή. Διαφορετικά, μας νικούν εύκολα…

ΠΗΓΗ: pandiera.gr

anaireseis.png

 

Έχουμε βάλει στόχο να προβάλουμε τη νέα κοινωνία της συλλογικότητας και της συνεργασίας στο σήμερα. Καλούμε κάθε νέο και νέα, κάθε εργαζόμενο και εργαζόμενη στις εκδηλώσεις του. Όχι απλά για να παρευρεθούν. Αλλά για να γνωριστούμε, να διασκεδάσουμε μαζί, να μοιραστούμε τις αγωνίες και τις σκέψεις μας, να στοχαστούμε για το σχέδιο που θα κάνει πράξη την αντεπίθεση κόντρα στον συμβιβασμό και την υποταγή.

ΓΙΩΡΓΟΣ ΜΠΑΡΜΠΑΡΗΣ=

 

Τα τελευταία χρόνια έχουμε ζήσει για τα καλά τι σημαίνει καπιταλιστική κρίση. Ζήσαμε από πρώτο χέρι το παζάρι της ελπίδας, που θα τα άλλαζε όλα χωρίς να αλλάξει τίποτα. Είδαμε το βροντερό «Όχι» του λαού πώς μετατράπηκε σε ατιμωτικό «Ναι». Η νεολαία αντιμετωπίζει ένα ολοένα και πιο δυσοίωνο μέλλον ανεργίας και επισφαλούς εργασίας. Μας θέλουν να παρακαλάμε να δουλέψουμε κάπου με μισθούς πείνας, χωρίς εργασιακά δικαιώματα και με τη συνεχή απειλή της απόλυσης. Σε όλα αυτά ήρθε να προστεθεί και η πρόσφατη κατεδάφιση των ασφαλιστικών μας δικαιωμάτων. Όλα αυτά μας ωθούν στημετανάστευση, προσπαθώντας να κυνηγήσουμε αξιοπρεπέστερες συνθήκες εργασίας και ζωής. Μας λένε ότι είμαστε μια χαμένη γενιά. Μια χαμένη γενιά στο βωμό της κρίσης και στα κέρδη του κεφαλαίου. Εμείς τους απαντάμε «Δε θα γίνουμε χαμένη γενιά!».

Υπήρξαν πολλές στιγμές τα τελευταία χρόνια που ο κόσμος της εργασίας και η νεολαία έδειξαν ότι δεν υποτάσσονται. Οι αγώνες μας δεν είναι καταδικασμένοι να χάνουν, όπως πασχίζουν να μας πείσουν τα κόμματα του κεφαλαίου, τα παπαγαλάκια των ΜΜΕ, ο νέο-μνημονιακός ΣΥΡΙΖΑ και οι γραφειοκράτες της «YES EE». Με αυτούς δεν μπορούν να αλλάξουν τα πράγματα. Επειδή δεν πάει άλλο, πρέπει να πάει αλλιώς! Δεν θα μοιραστούμε την ήττα, αλλά τον αγώνα, τη νέα ελπίδα και τη νίκη της αντικαπιταλιστικής ανατροπής!«Νέοι αγωνιζόμαστε, νέοι θα νικήσουμε!».

Για έναν κόσμο χωρίς μνημόνια, χρέος, ΕΕ, ευρώ και αφεντικά. Χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Για τον σύγχρονο κομμουνισμό της εποχής μας. Η νεολαία Κομμουνιστική Απελευθέρωση, το ΝΑΡ για την Κομμουνιστική Απελευθέρωση και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ σε μια τέτοια κατεύθυνση ρίχνουν όλες τους τις δυνάμεις.

Το φεστιβάλ των Αναιρέσεων επιδιώκει να είναι μια συνάντηση με αντίστοιχη συμβολή και ένα παράθυρο στον κόσμο που ονειρευόμαστε. Σε πείσμα των νόμων της αγοράς, θα στηθεί και πάλι από εκατοντάδες ανθρώπους σε ολόκληρη την Ελλάδα, χωρίς κρατικό χρήμα, χορηγούς και διαφημίσεις.

 

 

 

 

ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ

Στόχος του φεστιβάλ της Αθήνας, που θα πραγματοποιηθεί το τριήμερο 4, 5 και 6 Ιουνίου στην Γεωπονική σχολή, είναι εκτός από το να προσφέρει μεγάλες μουσικές και καλλιτεχνικές συγκινήσεις, να αποτελέσει ένα χώρο πολιτικής έκφρασης και συνεύρεσης. Ένα κινηματικό εργαστήρι συζήτησης στην προσπάθεια μας να κάνουμε την αναγκαιότητα του συνθήματός μας πραγματικότητα.

Έχοντας αυτό το σκοπό, το φετινό πολιτικό πρόγραμμα του φεστιβάλ εμπνέεται από την εμπειρία των αγώνων της νεολαίας και των εργαζομένων και από τα πολιτικά ερωτήματα και την κοινωνική κατάσταση. Εμπνέεται από τη νέα και συνεχώς εντεινόμενη επίθεση που εξαπολύει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ από κοινού με το μαύρο μέτωπο ΕΕ-ΔΝΤ-κεφαλαίου, από την εμπειρία του δημοψηφίσματος, τον πόλεμο, αλλά και τις διεθνείς αντιστάσεις, όπως το πρόσφατο παράδειγμα του κινήματος στην Γαλλία.

anaireseis

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΥΖΗΤΗΣΕΩΝ-ΕΚΔΗΛΩΣΕΩΝ

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 3 ΙΟΥΝΗ

Ξεκινώντας την Παρασκευή 3 Ιούνη η κεντρική πολιτική εκδήλωση του φεστιβάλ έχει τίτλο «Της γης οι κολασμένοι: Για μια σύγχρονη αντικαπιταλιστική απάντηση στη προσφυγική κρίση», για να συζητήσουμε το ζήτημα της προσφυγιάς και της μετανάστευσης. Πρόκειται για ένα θέμα που κυριαρχεί εδώ και αρκετό καιρό στη συζήτηση της ελληνικής κοινωνίας και ιεραρχείται ψηλά στην ατζέντα στην πολιτική και ιδεολογική επίθεση, τόσο των εγχώριων αστικών πολιτικών εκφραστών και των ΜΜΕ, όσο και των διεθνών κύκλων. Η «προσφυγική κρίση», όπως χαρακτηριστικά την αναφέρουν, είναι ο απότοκος των πολέμων που γεννά η κρίση και τα συμφέροντα των κυρίαρχων αστικών τάξεων παγκοσμίως. Εμείς από την πλευρά μας καλούμαστε να συζητήσουμε και να απαντήσουμε στα κυρίαρχα ιδεολογήματα που θέτει ο αντίπαλος, «Μπορούμε να ζήσουμε μαζί με τους μετανάστες;», «Αποτελούν κοιτίδες ανάπτυξης της τρομοκρατίας στην χώρα;» και άλλα πολλά. Αλλά και να ψηλαφήσουμε μια απάντηση για το ποιο κίνημα μπορεί να σταματήσει τη θηριωδία του πολέμου, να ενώσει έλληνες και ξένους εκμεταλλευόμενους, αλλά και συνολικά να ανατρέψει την επίθεση που γκρεμίζει τις ζωές μας, ανεξαρτήτως φυλής, θρησκείας και χρώματος. Ομιλητές στην εκδήλωση θα είναι ο Παύλος Αντωνόπουλος, μέλος της επιτροπής διεθνών του Ν.Ρ για την Κομμουνιστική Απελευθέρωση, ο Ιρφάν Ακτάν, Τούρκος δημοσιογράφος που θα μας μεταφέρει την κατάσταση που επικρατεί στην Τουρκία, αλλά και θα μας βοηθήσει να καταλάβουμε την σημασία της συμφωνίας ΕΕ-Τουρκίας και το ρόλο του ΝΑΤΟ στο Αιγαίο. Στη συζήτηση θα μιλήσουν πρόσφυγες μεταφέροντας το τι σημαίνει να βιώνεις τη φρίκη του πολέμου, την προσφυγιά, τα κλειστά σύνορα και την «φιλοξενία» ΕΕ και Τουρκίας, αλλά και να μας αναδείξει τα αιτήματα τους και την αναγκαιότητα να παλέψουμε από κοινού έλληνες και ξένοι, εργαζόμενοι και μετανάστες. Επίσης έχουν καλεστεί για από τα κάτω προγραμματισμένες τοποθετήσεις εκπρόσωποι του Συντονισμού για το Προσφυγικό-Μεταναστευτικό Σωματείων, Συλλόγων και συλλογικοτήτων, της ΚΕΕΡΦΑ, του Κυριακάτικου Σχολείου Μεταναστών, της Πρωτοβουλίας Αγώνα και Αλληλεγγύης στους πρόσφυγες στα νότια και της κατάληψης του City Plaza.

 

ΣΑΒΒΑΤΟ 4 ΙΟΥΝΗ

Το Σάββατο 4 Ιούνη στο χώρο του φεστιβάλ σειρά θα πάρει η εκδήλωση «ΗΠΑ-Γαλλία-Ελλάδα. Η νέα εργατική βάρδια σηκώνει κεφάλι: Για το νικηφόρο εργατικό κίνημα της εποχής μας». Μια συζήτηση για την εμφάνιση και το ρόλο νέων αγωνιστικών ξεσπασμάτων της νεολαίας της εργασιακής περιπλάνησης και της επισφάλειας σε όλο τον κόσμο με επιδίωξη την αλληλεπίδραση, την ανταλλαγή εμπειριών και τον ανώτερο συντονισμό για  ένα νέο ταξικά ανασυγκροτημένο εργατικό κίνημα, όπου η νεολαία θα αποτελεί οργανικό κομμάτι και θα παίζει καθοριστικό ρόλο. Ομιλητές στην εκδήλωση θα είναι ο Μιχάλης Ρίζος, μέλος της Πολιτικής Επιτροπής του ΝΑΡ για την Κομμουνιστική Απελευθέρωση, ο Σταύρος Μαραγκουδάκης, μέλος της Attack, στην ανεργία και την επισφάλεια. Μαζί μας επίσης η Darletta Scruggs, πρωτοπόρα αγωνίστρια των κινημάτων «15$ and a union» και «Million Student March» και μέλος της οργάνωσης «Socialist Alternative» από την Αμερική, για να μας μεταφέρει την εμπειρία των μαχητικών εργατικών αγώνων από την άλλη άκρη του Ατλαντικού. Τέλος, στο πάνελ της εκδήλωσης θα βρίσκεται και αγωνιστής από την Γαλλία για να μας μεταφέρει το κλίμα της γαλλικής νεολαίας και των εργαζομένων που τρεις μήνες τώρα καταλαμβάνουν πλατείες, δρόμους πανεπιστήμια και χώρους δουλειάς ενάντια στην αντεργατική μεταρρύθμιση του Ολάντ που πλήττει ειδικά τη νεολαία.

 

ΚΥΡΙΑΚΗ 5 ΙΟΥΝΗ

Την τελευταία μέρα του φετινού φεστιβάλ, την Κυριακή 5 Ιούνη, το πολιτικό πρόγραμμα κλείνει η εκδήλωση «“Τραβήξανε ψηλά, πολύ ψηλά. Δύσκολο πια να χαμηλώσουνε”, 70 χρόνια από τον εμφύλιο, κορυφαία στιγμή της ταξικής πάλης στην Ελλάδα». Το ενδιαφέρον μας για τον εμφύλιο και την συγκλονιστική ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος, δεν προκύπτει εν είδει αρχαιολογικής αναψηλάφησης του παρελθόντος. Πρώτα και κύρια, πηγάζει από τα σημερινά ερωτήματα και αγωνίες, αλλά και από τις εσωτερικές απαιτήσεις της τρέχουσας κοινωνικοπολιτικής αναμέτρησης, που επιβάλλει ανώτερα πολιτικά, ηθικά αλλά και φιλοσοφικά καύσιμα, για την αποτελεσματική αντιπαράθεση με την υπεροπλία του αντιπάλου. Στο σήμερα άλλωστε, εμπεριέχεται το παρελθόν, αλλά και εν σπέρματι το μέλλον. Δεν είναι τυχαίο πως η αστική πολιτική ως ηγεμονεύουσα δύναμη, επιχειρεί μαζικά να ξαναγράψει, να διαστρεβλώσει και να φέρει στα δικά της μέτρα το παρελθόν. Απαιτείται επομένως, από όσους επεξεργάζονται σχέδια επαναστατικού μετασχηματισμού της κοινωνίας, να αντλούν διδάγματα από την ιστορία, να βγάζουν συμπεράσματα από τις νίκες και τις ήττες, αλλά και να έχουν την δυνατότητα ολόπλευρης ιστορικής αντίληψης, στοιχεία που μπορούν να συνεισφέρουν σε μορφές προλεταριακής συνείδησης μόνιμες και όχι ασυνεχείς, ενιαίες θεωρητικά και στρατηγικά. Σε αυτό το δύσκολο καθήκον, θα μας βοηθήσουν με τις παρεμβάσεις τους ο Γιώργος Μιχαηλίδης, ιστορικός και μέλος της νΚΑ, ο Τάσος Κωστόπουλος, δημοσιογράφος και συγγραφέας, ο Αλέκος Αναγνωστάκης, φυσικός και μέλος της ΠΕ του ΝΑΡ για την Κομμουνιστική Απελευθέρωση, και ο Γιάννης Σκαλιδάκης, ιστορικός και συγγραφέας.

Εκτός από τις κεντρικές εκδηλώσεις, το πολιτικό πρόγραμμα των Αναιρέσεων περιλαμβάνει θεματικά περίπτερα διαμορφωμένα από ομάδες εργασίας με ποικιλία θεμάτων, όπως η εκπαίδευση, το περιβάλλον, ο αθλητισμός, η επιστήμη και θεματικό περίπτερο αφιερωμένο στον Μπρεχτ, που φέτος συμπληρώνονται 60 χρόνια από τον θάνατο του. Επίσης στο χώρο του φεστιβάλ θα φιλοξενηθούν περίπτερα από διάφορες συλλογικότητες που δραστηριοποιούνται στο εργατικό κίνημα και στα κινήματα γειτονιάς, όπως εργατικές λέσχες, λαϊκές συνελεύσεις κ.α. Οι συλλογικότητες αυτές θα φιλοξενηθούν σε έναν ειδικά διαμορφωμένο χώρο για να μπορέσει όλος ο κόσμος του φεστιβάλ να αλληλεπιδράσει μαζί τους και με το έργο τους. Συνολικά ευελπιστούμε τα περίπτερα του φετινού φεστιβάλ των Αναιρέσεων να αποτελέσουν πόλο έλξης, προβληματισμού και συζήτησης για όλους τους επισκέπτες του τριημέρου.

Σημαντική στιγμή για το φετινό φεστιβάλ αποτελεί η κυκλοφορία, την πρώτη μέρα του φεστιβάλ, του νέου περιοδικού Τετράδια Μαρξισμού, το οποίο αποτελεί μια νέα προσπάθεια συμβολής στη Θεωρία και Πράξη για την Κομμουνιστική Απελευθέρωση.  Ακόμα εξέχοντα ρόλο στο φεστιβάλ θα διαδραματίσουν τα workshops που θα πραγματοποιηθούν, επικεντρωμένα σε επίκαιρα θέματα που απασχολούν την νεολαία και τους εργαζομένους, δίνοντας την δυνατότητα ανάπτυξης ενός μάχιμου διαλόγου όπου χάνονται τα όρια εισηγητή και συμμετέχοντα. Τέλος, όπως και κάθε χρόνο έτσι και φέτος θα υπάρχει βιβλιοπωλείο με χιλιάδες τίτλους πολιτικών και λογοτεχνικών βιβλίων, ικανό να κάνει τον οποιοδήποτε να τα αγαπήσει.

Η ημερήσια είσοδος ενίσχυσης θα είναι 5 ευρώ, ενώ υπάρχει και εισιτήριο για όλο το τριήμερο στα 12 ευρώ.

 

Αναιρέσεις σε όλη την Ελλάδα

 

Οι Αναιρέσεις όπως κάθε χρόνο, έτσι και φέτος, θα πραγματοποιηθούν σε αρκετές πόλεις σε όλη την Ελλάδα με ένα πλούσιο και άκρως ενδιαφέρον πολιτικό πρόγραμμα.

Θεσσαλονίκη

Πιο συγκεκριμένα το φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης θα διεξαχθεί 3, 4 και 5 Ιούνη στο στρατόπεδο Παύλου Μελά, με ημερήσια είσοδο ενίσχυσης τα 5 ευρώ. Το πολιτικό πρόγραμμα του φεστιβάλ περιλαμβάνει μια σειρά από ενδιαφέρουσες εκδηλώσεις, workshops και θεματικά περίπτερα. Αναλυτικότερα στις 3 Ιούνη το πολιτικό πρόγραμμα ανοίγει με την εκδήλωση «Οι προκλήσεις της εποχής μας και η αντικαπιταλιστική Αριστερά» και ομιλητές τον Άγγελο Χάγιο, μέλος της ΠΕ του ΝΑΡ για την Κομμουνιστική Απελευθέρωση και την Δέσποινα Κουτσούμπα, μέλος του ΠΣΟ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Στις 4 Ιούνη σειρά παίρνει η εκδήλωση με τίτλο «Της γης οι κολασμένοι: Για μια σύγχρονη αντικαπιταλιστική απάντηση στη προσφυγική κρίση». Ομιλητές στην εκδήλωση θα είναι η Ντίνα Ρέππα, μέλος του συντονισμού για το προσφυγικό- μεταναστευτικό, ο Ιρφάν Ακτάν, Τούρκος δημοσιογράφος και ο Νίκος Νικησιάνης, μέλος της Αντιρατσιστικής Πρωτοβουλίας Θεσσαλονίκης. Η τελευταία μέρα του φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης κλείνει με την εκδήλωση «ΗΠΑ-Γαλλία-Ελλάδα. Η νέα εργατική βάρδια σηκώνει κεφάλι: Για το νικηφόρο εργατικό κίνημα της εποχής μας». Ομιλητές θα είναι, η Ειρήνη Θάνου, μέλος της Attack, στην ανεργία και στην επισφάλεια, η Darletta Scruggs, πρωτοπόρα αγωνίστρια των κινημάτων «15$ and a union» και «Million Student March» και μέλος της οργάνωσης «Socialist Alternative» από την Αμερική. Τέλος στο πάνελ της εκδήλωσης θα βρίσκεται και αγωνιστής  από την Γαλλία για να μας μεταφέρει το κλίμα της γαλλικής νεολαίας.

sa;pmoca

Πάτρα

patra

Στην Πάτρα το φεστιβάλ θα πραγματοποιηθεί το διήμερο 3 και 4 Ιούνη στο χώρο των Παλαιών Σφαγείων (πρώην πολυχώρος Πολιτεία). Το πολιτικό πρόγραμμα του φεστιβάλ ξεκινάει την Παρασκευή με την εκδήλωση,  «ΗΠΑ-Γαλλία-Ελλάδα. Η νέα εργατική βάρδια σηκώνει κεφάλι: Για το νικηφόρο εργατικό κίνημα της εποχής μας». Ομιλητές θα είναι, η Ολύβια Τζιουβάρα, μέλος της Attack στην ανεργία και την επισφάλεια, η Darletta Scruggs, πρωτοπόρα αγωνίστρια των κινημάτων «15$ and a union» και «Million Student March» και μέλος της οργάνωσης «Socialist Alternative» από την Αμερική. Ομιλητής στην εκδήλωση θα είναι αγωνιστής από την Γαλλία, για να μας μεταφέρει την εμπειρία του αγώνα  ενάντια στην αντεργατική μεταρρύθμιση, που πλήττει ειδικά τη νεολαία. Τέλος το Σάββατο 4 Ιούνη θα πραγματοποιηθεί η εκδήλωση «Ο κομμουνισμός σαν δυνατότητα στην εποχή των τεράτων, συζήτηση για το αναγκαίο σύγχρονο κομμουνιστικό πρόγραμμα και κόμμα». Στο πάνελ της εκδήλωσης θα βρίσκονται, ο Βασίλης Μηνακάκης, μέλος της ΠΕ του ΝΑΡ για την Κομμουνιστική Απελευθέρωση και ο Κώστας Τριχιάς μέλος του ΚΣ της νKA. Επίσης στην εκδήλωση θα μιλήσει εκπρόσωπος από το νέο εγχείρημα του περιοδικού Τετράδια Μαρξισμού. Στον ανανεωμένο χώρο του φεστιβάλ θα υπάρχει βιβλιοπωλείο με χιλιάδες τίτλους και θεματικά περίπτερα με ενδιαφέρουσες ενότητες.  Η ημερήσια είσοδος οικονομικής ενίσχυσης για το φεστιβάλ είναι 5 ευρώ.

Γιάννενα

Στην πόλη των Ιωαννίνων οι Αναιρέσεις θα διεξαχθούν στις 10 και 11 Ιούνη στο Θεατράκι Σκάλα και η είσοδος θα είναι ελεύθερη. Στα Γιάννενα το πολιτικό πρόγραμμα του διημέρου περιλαμβάνει ισάριθμες εκδηλώσεις. Η εκδήλωση της Παρασκευής 10 Ιούνη έχει τίτλο «Οι πόλεμοι γεννάνε προσφυγιά, η αντίσταση του λαού θα νικήσει», με ομιλητές την Ντίνα Ρέππα μέλος του Συντονισμού για το Προσφυγικό- Μεταναστευτικό και τον Πέτρο Μανιάτη, μέλος της Αντιπολεμικής Διεθνιστικής Κίνησης. Τέλος το Σάββατο 11 Ιούνη θα πραγματοποιηθεί εκδήλωση με τίτλο «Εργατικοί νεολαιίστικοι αγώνες στα χρόνια της κρίσης και η απάντηση της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς». Ομιλητές στην εκδήλωση θα είναι ο Πάνος Παπανικολάου, μέλος της ΠΕ του ΝΑΡ για την Κομμουνιστική Απελευθέρωση, και ο Στάθης Ντούρος, περιφερειακός σύμβουλος Θεσσαλίας.

 

Λάρισα, Βόλος

 

Το φεστιβάλ Αναιρέσεις θα διεξαχθεί και στην Θεσσαλία, το διήμερο 3 και 4 Ιούνη. Οι Αναιρέσεις θα κάνουν στάση για πρώτη φορά στην πόλη της Λάρισας, την Παρασκευή 3 Ιούνη στη πλατεία Λαμπρούκη στο Φρούριο, με είσοδο ενίσχυσης 2 ευρώ. Ακόμα ανανεώνουν το ετήσιο ραντεβού τους με την πόλη του Βόλου το Σάββατο 4 Ιούνη στο Πολυτεχνείο στο Πεδίο του Άρεως, με είσοδο οικονομικής ενίσχυσης 5 ευρώ. Το αναλυτικό πολιτικό πρόγραμμα του φεστιβάλ σε Βόλο και Λάρισα, που θα περιλαμβάνει πολιτικές εκδηλώσεις και πλήθος συζητήσεων, θα ανακοινωθεί άμεσα.

ΠΗΓΗ: prin.gr

Σελίδα 1355 από 1527
  • Τελευταια
  • Δημοφιλή