Σήμερα: 25/07/2026
Τρίτη, 06 Ιουνίου 2017 05:30

Ξεκίνησαν τα «ψαλίδια» στα επιδόματα

Γράφτηκε από τον

_τα_ψαλίδια_στα_επιδόματα.jpg

Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΞΕΚΙΝΗΣΕ ΝΑ ΚΟΒΕΙ ΤΑ ΕΠΙΔΟΜΑΤΑ ΤΩΝ ΑΝΕΡΓΩΝ ΜΕ ΤΗΝ ΥΠΟΣΧΕΣΗ ΟΤΙ ΘΑ ΤΟΥΣ ΒΡΕΙ... ΔΟΥΛΕΙΑ!

 

Ο πρωθυπουργός ψηφίζει και υλοποιεί μέτρα, αν και έλεγε πως, «τίποτα δεν θα εφαρμοστεί εάν δεν γίνει ελάφρυνση του ελληνικού χρέους». Με αυτές τις «ειλικρινείς και καθαρές εξηγήσεις» επιδιώκει να εξοικονομήσει σε πρώτη φάση 20,6 εκατομμύρια ευρώ!

Αλέξης Τσίπρας και Δημήτρης Τζανακόπουλος ήταν σαφείς: «Χωρίς εφαρμογή μέτρων για το χρέος, δεν θα εφαρμοστούν τα μέτρα που ψηφίστηκαν»... Παρόλα αυτά, η κυβέρνηση των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έκανε «κωλοτούμπα» και μάλιστα με... αφορμή τα νέα «ψαλίδια». Η αρχή έγινε και μάλιστα σε μία από τις πιο αδύναμες κοινωνικές ομάδες. Αντί ο Αλέξης Τσίπρας να στηρίξει τους ανέργους και να φροντίσει ώστε να μειωθεί η ανεργία (όχι εικονικά), αποφάσισε να κόψει σε όσους άνεργους νέους είναι έως 29 ετών, το «δικαίωμα» να λαμβάνουν για ένα μικρό διάστημα το ποσό των 60 ευρώ μηνιαίως! Ο μνημονιακός νόμος 4472/2017 (άρθρο 57) ήταν σαφής και τέθηκε πλήρως σε εφαρμογή. Το πενιχρό επίδομα των 60 ευρώ μηνιαίως που ελάμβαναν οι νεοεισερχόμενοι στην αγορά εργασίας για πέντε μήνες καταργήθηκε και επίσημα από τις 19 Μαΐου 2017! Ο ΟΑΕΔ πλέον και με επίσημη ανακοίνωση έπαψε να το χορηγεί καθώς αποτελεί κυβερνητική δέσμευση.

Συγκεκριμένα η ανακοίνωση που εκδόθηκε, αναφέρει:

«Γνωστοποιούμε ότι σύμφωνα με τις διατάξεις της περ. δ’ της παρ. 1 του άρθρου 57 του ν. 4472/2017 (ΦΕΚ 74 Α’) καταργείται το άρθρο 2 του ν. 1545/85 (ΦΕΚ 91 Α’).

Κατά συνέπεια, από 19-05-2017, ημερομηνία έναρξης ισχύος της; ανωτέρω διάταξης, παύει πλέον να καταβάλλεται από τον ΟΑΕΔ το ειδικό επίδομα σε άνεργους νέους μέχρι και 29 ετών.

Οι αιτήσεις για το επίδομα αυτό του ΟΑΕΔ που έχουν υποβληθεί μέχρι και την 18-05-2017 με οποιονδήποτε τρόπο, θα διεκπεραιωθούν κανονικά, σύμφωνα με το ισχύον μέχρι την 18-05-2017 θεσμικό πλαίσιο και οι δικαιούχοι θα λάβουν τα ποσά του επιδόματος για όλο το διάστημα που το δικαιούνται». 

Με λίγα λόγια, υλοποιείται και επί του πρακτέου η θεσμοθέτηση που έγινε στο ν. 4472 / 17 που ψηφίστηκε στα μέσα του Μάη στη Βουλή και έχει ως στόχο να εξοικονομηθούν 20,6 εκατ. ευρώ τη διετία 2017 – 2018.

3.500 δικαιούχοι «τρέχουν και δεν φτάνουν» όχι γιατί τους κόπηκε το χαρτζιλίκι, αλλά γιατί ακόμα και τα 60 ευρώ για έναν άνθρωπο είναι σημαντικά και μπορούν να καλύψουν έξοδα βασικών αναγκών. Ο ΟΑΕΔ έθεσε και επίσημα σε εφαρμογή την κατάργηση του ειδικού επιδόματος για τους νεοεισερχόμενους στην αγορά εργασίας, ηλικίας από 20 έως 29 ετών, ωστόσο διευκρίνισε ότι όσοι δικαιούχοι έχουν υποβάλλει αίτηση για να τους καταβληθεί το συγκεκριμένο επίδομα, πριν από την έναρξη ισχύος του νέου νόμου, δηλαδή έως τις 18 Μαϊου, θα το λάβουν κανονικά για το διάστημα που το δικαιούνται.

Όμως τα «ψαλίδια» δεν σταματούν εδώ. Περικοπές ακολουθούν και στα παρακάτω κοινωνικά επιδόματα:

  • Επίδομα οικονομικής ενίσχυσης οικογενειών με χαμηλά εισοδήματα που έχουν παιδιά σχολικής ηλικίας
  • Προνοιακό επίδομα απροστάτευτων τέκνων
  • Οικονομική ενίσχυση φυσικών προσώπων που τελούν σε κατάσταση απόλυτης ένδειας

Η Ελλάδα των Μνημονίων «κατασπαράζει» τα παιδιά της. Λόγια πολλά. Υποσχέσεις άπειρες. Λύση όμως καμία. Η αριστερή κυβέρνηση υποτάσσεται στις απαιτήσεις των δανειστών χωρίς να αφουγκράζεται το μέγεθος της οικονομικής καταστροφής που συντελείται στα ελληνικά νοικοκυριά. Τα τελευταία επτά χρόνια -τα λεγόμενα χρόνια της κρίσης-, περίπου μισό εκατομμύριο Έλληνες αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την πατρίδα τους ώστε να αναζητήσουν δουλειά και τύχη σε μία χώρα του εξωτερικού. Όσο και αν αγαπούσαν την Ελλάδα δεν μπορούσαν να ζήσουν, να δουλέψουν και να παλέψουν για ένα μέλλον με προοπτικές.

Όσοι έμειναν πίσω, αναγκάζονται καθημερινά να αφήνουν πίσω και τα όνειρά τους. Οι περισσότεροι νέοι αναγκάζονται ή να εργάζονται για 500-600 ευρώ στην καλύτερη περίπτωση, ή να εργάζονται για μεροκάματα πείνας και ανασφάλιστοι, ή στην χειρότερη περίπτωση με το βιογραφικό τους στο χέρι να ψάχνουν κάθε μέρα πόρτα-πόρτα για δουλειά. Η ελληνική όμως επιχειρηματικότητα δεν περνά και τις καλύτερές της μέρες, η κρίση έχει «χτυπήσει όλες τις πόρτες» και καθημερινά γίνονται περισσότερες απολύσεις παρά προσλήψεις!

Μέσα σε όλη αυτή την κατάσταση, ο Αλέξης Τσίπρας που όχι μόνο προεκλογικά αλλά ακόμα και σήμερα υπόσχεται ανάπτυξη και θέσεις εργασίας αποφασίζει να μειώσει το αφορολόγητο, να περικόψει την έκπτωση φόρου στις ιατρικές δαπάνες, στα οικογενειακά επιδόματα, στα επιδόματα φτώχειας, φυσικών καταστροφών, θέρμανσης αλλά και να βάλει οριστικό τέλος στα επιδόματα ανεργίας!


Αμέλια Αναστασάκη
 
πηγη: Newsbomb.gr
Τρίτη, 06 Ιουνίου 2017 05:27

Καπιταλιστική ανάπτυξη και κοινωνική υποτίμηση

Γράφτηκε από τον

capitalism-is-crisis.jpg

Η λογική που διαπνέει όλο το σχέδιο νόμου είναι: δεν προσφέρουν τίποτα οι προληπτικοί έλεγχοι στην προστασία της Δημόσιας Υγείας, αποτελούν «βάρος», βάζουν εμπόδια στις επενδύσεις... άρα δεν χρειάζονται!

Σε όλες σχεδόν τις πλευρές του πολιτικού φάσματος (από τον ΣΥΡΙΖΑ μέχρι το ΠΑΣΟΚ και τη ΝΔ), η «ανάπτυξη» τοποθετείται στο επίκεντρο των θέσεων και προσανατολισμών τους, που στις περισσότερες περιπτώσεις συνοδεύεται από την αναφορά στην «παραγωγική ανασυγκρότηση». Εξυπονοείται δηλαδή ότι η ελληνική οικονομία χρειάζεται να τεθεί σε αναπτυξιακή τροχιά, στο βαθμό που έχει υποστεί μια πολύχρονη ύφεση με αρνητικούς ρυθμούς «ανάπτυξης», και ότι επειδή έχει «στρεβλά» χαρακτηριστικά, αυτά χρειάζεται να ανασυγκροτηθούν, έτσι ώστε η παραγωγική διαδικασία στη χώρα να προσλάβει «ορθολογικά» χαρακτηριστικά. Εντούτοις εδώ και μια σχεδόν δεκαετία, από την έκρηξη της διεθνούς καπιταλιστικής κρίσης του 2008, και παρόλες τις ετήσιες προβλέψεις ότι από τον επόμενο χρόνο θα επέρχονταν η «ανάπτυξη», πράγμα που συνέχεια διαψεύδεται από τις εξελίξεις, το μόνο που έχει επιτευχθεί είναι η μετάβαση από τους αρνητικούς αναπτυξιακούς ρυθμούς στην μηδενική στασιμότητα (0% – 1%).

Ως αιτιολογία της σημερινής «υπανάπτυξης» προβάλλεται η επίκληση της «κρίσης», κατά έναν τρόπο αφηρημένο και ουδέτερο, είτε οι «εσφαλμένες» πολιτικές των κομμάτων της αστικής διαχείρισης (ΠΑΣΟΚ, ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ), είτε η επιβολή της συνεχούς λιτότητας, η οποία και απαιτείται να τερματιστεί, τη στιγμή που ψηφίστηκε και τέταρτο μνημόνιο που συνεχίζει την υφεσιακή πολιτική, είτε η συνεχής εφαρμογή των μνημονιακών νόμων και ρυθμίσεων, είτε η λειτουργία των όρων της ζώνης του ευρώ που παράγει εκ της φύσεώς της την «υπανάπτυξη». Μ’ αυτό τον τρόπο συσκοτίζονται οι αφετηρίες της επταετούς μέχρι σήμερα οικονομικής καταστροφής του ενός – τετάρτου του παραγωγικού δυναμικού, δηλαδή το μείζον πολιτικό γεγονός της τελευταίας δεκαετίας που αντιπροσωπεύει η κρίση υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου και τα ολέθρια αποτελέσματα που έχει επιφέρει η διαχείρισή της από τις καθεστωτικές πολιτικές δυνάμεις.

Πραγματικά ο ελληνικός καπιταλισμός, εν αντιθέσει με την πρώτη δεκαετία του 2000 που είχε ενταχθεί στην ΟΝΕ και στην ευρωζώνη, βρέθηκε εξ αιτίας της κρίσης υπερσυσσώρευσης σε εξαιρετικά δυσμενή θέση. Έτσι από το 2000 μέχρι το 2010, το ελληνικό επιχειρηματικό κεφάλαιο καταγράφει μια σταθεροποιημένη τροχιά σ’ ένα περιβάλλον ετήσιας ανάπτυξης που φτάνει το 3% του ΑΕΠ. Παίρνοντας υπ’ όψιν και τους τέσσερεις βασικούς παραγωγικούς τομείς (βιομηχανία, εμπόριο, τράπεζες, λοιπές υπηρεσίες), το ενεργητικό τους σχεδόν διπλασιάζεται σ’ αυτή τη δεκαετία, (από τα 334 δισεκατ. ευρώ στα 634 δισεκατ. ευρώ, συμπεριλαμβάνοντας όμως και τον κερδοφόρο τότε τραπεζικό τομέα). Η κερδοφορία του εταιρικού τομέα της οικονομίας διατηρείται σε ένα σταθερό επίπεδο των 11 δισεκατ. ευρώ ετησίως, ενώ ο δείκτης αποδοτικότητας του κεφαλαίου εμφανίζεται σαφώς θετικός σε ποσοστό περί το 11%. Από εκεί και πέρα ήταν η αδυναμία κερδοφόρου αξιοποίησης ενός πλεονάζοντος μέρους του κεφαλαίου, και η έναρξη της πορείας κατακρίμνησης των κερδών της μεγάλης πλειονότητας των επιχειρήσεων.

Έτσι, από το 2010 τίθενται σε κίνηση οι εκκαθαριστικοί μηχανισμοί της κρίσης, δηλαδή ξεκινά η απαξίωση και η εξουδετέρωση των πλέον ζημιογόνων κεφαλαίων (μαζικό κλείσιμο επιχειρήσεων και τριπλασιασμός του ποσοστού της ανεργίας), και επιβάλλεται η εφαρμογή των αλλεπάλληλων μνημονίων με κύριο αντικείμενο : Αφενός την επιβολή δρακόντειων δημοσιονομικών ρυθμίσεων που να διασφαλίζουν την αποπληρωμή του δημόσιου χρέους (που η αστική τάξη αποκλειστικά δημιούργησε δια μέσου των πολιτικών και κρατικών της εκπροσώπων), και αφετέρου την σταδιακή υποβάθμιση και απορρύθμιση της εργασίας (ενεργών εργαζομένων, ανέργων, συνταξιούχων, νεολαίας). Ήδη από το 2010 η κερδοφορία των ελληνικών εταιριών μετατρέπεται σε ζημίες ύψους – 3,8 δισεκατ. ευρώ και αρνητική αποδοτικότητα του κεφαλαίου (-3,5%), ενώ το 2011 διευρύνεται σε – 7,6 δισεκατ. ευρώ και ακόμη μεγαλύτερη μείωση του αποδοτικότητας του κεφαλαίου (-6,8%).

Η αστική πολιτική εξουσία (αρχικά ΠΑΣΟΚ, στη συνέχεια ΝΔ και σήμερα ΣΥΡΙΖΑ), σε πλήρη σύμπλευση με τα ευρωπαϊκά οικονομικά κέντρα, επιφορτίστηκε το έργο της αποκατάστασης της καπιταλιστικής κερδοφορίας, με μια διαδικασία που ενώ διασφάλιζε αυτό τον στόχο, ταυτόχρονα επέφερε την υποβάθμιση της μισθωτής εργασίας και την εξαθλίωση των λαϊκών τάξεων. Αυτό υλοποιήθηκε με την πολιτική των μνημονίων, πολιτική που συνεχίζεται με αμείωτη ένταση και σήμερα, προκαλώντας την μείωση των μισθών, την κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων, το συνεχές ροκάνισμα των συντάξεων, την απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, την υπέρμετρη λαϊκή φορολόγηση κλπ. Η σταθερή και άκαμπτη αυτή πολιτική άρχισε να αποδίδει καρπούς σταδιακά στην πενταετία 2010 – 15, αποκαθιστώντας την κερδοφορία της πλειονότητας των ελληνικών επιχειρήσεων από το 2015. Το μόνο που «αναπτύχθηκε» δηλαδή ήταν η κερδοφορία του κεφαλαίου, συνοδευόμενη από την εργατική υποβάθμιση, σε ένα περιβάλλον οικονομικής στασιμότητας.

Έτσι στην τελευταία καταγεγραμένη οικονομική χρήση του 2015, παρόλο που το ΑΕΠ παρουσίασε στασιμότητα, και παρόλο που ο συνολικός κύκλος εργασιών 16.168 επιχειρήσεων (από τις 23 χιλιάδες συνολικά) μειώθηκε κατά 3% από τα 131,6 δισεκατ. ευρώ του 2014 στα 127,9 δισεκατ. ευρώ, εντούτοις καταγράφηκε αύξηση της καπιταλιστικής κερδοφορίας εξ αιτίας κυρίως της μείωσης του κόστους των πωλήσεων (εργατικό κόστος). Τα συνολικά μικτά κέρδη αυξήθηκαν κατά 9%, φτάνοντας τα 27 δισεκατ. ευρώ. Ως εκ τούτου σηματοδοτήθηκε μια εντυπωσιακή επάνοδος στην κερδοφορία, με εγγραφή κερδών (προ φόρων) 2,1 δισεκατ. ευρώ σε σχέση με τα 196 εκατομ. ευρώ του 2014, και με το 62% των επιχειρήσεων σε κερδοφορία. Αν τώρα πάρουμε το σύνολο του εταιρικού τομέα της οικονομίας (23 χιλιάδες επιχειρήσεις), και δούμε αποκλειστικά τις κερδοφόρες, τότε προκύπτει μια καθαρή κερδοφορία 6,7 δισεκατ. ευρώ το 2015 από 5,7 δισεκατ. ευρώ το 2014 (το 38% των εταιριών που ήταν ζημιογόνες κατέγραψαν ζημίες 4,4 δισεκατ. ευρώ και 5,4 δισεκατ. ευρώ αντίστοιχα).

Προκύπτει έτσι ότι η ανάταξη και λειτουργία της καπιταλιστικής οικονομίας γίνεται στη βάση της ολοσχερούς μνημονιακής υποβάθμισης της μισθωτής εργασίας. Αυτό πλέον αντιπροσωπεύει μια ακλόνητη σταθερά στην πολιτική των αστικών κομμάτων και στην κυβερνητική διαχείριση του ΣΥΡΙΖΑ. Οποιαδήποτε ενδεχόμενη ριζοσπαστική αποκατάσταση μισθών, συντάξεων, δικαιωμάτων κλπ. θα τροποποιήσει ριζικά τους όρους της αναπαραγωγής της αστικής τάξης. Η καπιταλιστική ανάκαμψη έγινε και συνεχίζει να πραγματοποιείται με μια συστηματική αναδιανομή εισοδήματος σε βάρος της εργατικής τάξης και προς όφελος των ιδιωτικών επιχειρήσεων. Γι’ αυτό, οποιαδήποτε μορφή «ανάπτυξης» και αν προκύψει, δεν θα βασίζεται παρά στην μετατροπή του ελληνικού χώρου σε μια τεράστια ειδική οικονομική ζώνη, κατά τα βουλγαρικά και ρουμανικά πρότυπα.

Εκείνο που στην πραγματικότητα συμβαίνει είναι η παράταση της οικονομικής στασιμότητας, με συνεχή όμως μείωση και υποβάθμιση της μισθωτής εργασίας. Μια στασιμότητα (ακόμα και ενδεχόμενη μικρή αναπτυξιακή ανάκαμψη) όπου διασφαλίζεται η σχετική καπιταλιστική κερδοφορία με την συνεχή μείωση του εργατικού κόστους. Βέβαια μια τέτοια κατάσταση, ενώ διασφαλίζει την αναπαραγωγή των κερδοφόρων κεφαλαίων, συνεχίζει να είναι ζημιογόνος για σημαντικό μέρος (38%) των επιχειρήσεων, από τις οποίες ένα μέρος θα συνεχίσει να εκκαθαρίζεται (η ανεργία θα παραμένει σταθερά σε υψηλά επίπεδα), ενώ ένα άλλο επιχειρεί το πέρασμά του στην κερδοφορία με την κοινωνική υποβάθμιση των εργαζομένων και σχετικές αναδιαρθρώσεις.

Σε κάθε περίπτωση με τα υπάρχοντα δεδομένα (υποτίμηση της εργασίας και αποπληρωμή τόκων και χρεολυσίων του δημόσιου χρέους), η όποια «ανάπτυξη» θα κινείται σε μηδενικά σχεδόν επίπεδα, με σαφείς συνέπειες στη στασιμότητα του ΑΕΠ, την διατήρηση της μεγάλης ανεργίας, τους εξαιρετικά χαμηλούς μισθούς, τη συρρίκνωση της κατανάλωσης, την αναπαραγωγή δηλαδή ενός κοινωνικού τέλματος, εντός του οποίου όμως η πλειονότητα των κεφαλαίων έχει κατορθώσει να αναταχθεί και να διασφαλίζει μια κερδοφορία. Κατά συνέπεια η επίκληση της «ανάπτυξης» έχει κυριολεκτικά μυθολογικά και προσχηματικά χαρακτηριστικά : η αναφορά στις επενδύσεις ξένων κεφαλαίων που θα επιφέρουν την οικονομική αναζωογόνηση ανήκει στην ίδια φαντασιακή επιχειρηματολογία. Κι’ αυτό γιατί δεν είναι τα κεφάλαια που λείπουν από την ελληνική οικονομία, τα οποία και υπάρχουν, αλλά δεν επενδύονται λόγω της εξαιρετικά περιορισμένης ζήτησης προϊόντων και υπηρεσιών εξ αιτίας της μείωσης της αγοραστικής δύναμης των νοικοκυριών. Επιπρόσθετα, αυτό κι’ αν ακόμη συμβεί απαιτεί ως προϋπόθεση την εξολοκλήρου συντριβή της αμοιβής και των δικαιωμάτων της εργατικής τάξης, όπως και την πλήρη ιδιωτικοποίηση των δημόσιων δραστηριοτήτων. Τέλος τέτοιες επενδύσεις απαιτούν την ύπαρξη ενός υψηλά εξειδικευμένου και αποτελεσματικού «συλλογικού εργάτη», πράγμα που έχει σήμερα διαταραχθεί λόγω του κλεισίματος πολλών επιχειρήσεων και εξ αιτίας της αναγκαστικής μετανάστευσης του νέου επιστημονικού και τεχνικού δυναμικού της χώρας.

Άρα με την διατήρηση των υπαρκτών και ακλόνητων για την αστική πολιτική σταθερών παραμέτρων της κοινωνικής υποτίμησης της εργασίας και της συνεχούς αφαίμαξης της οικονομίας από την εξυπηρέτηση του υπέρμετρου δανεισμού, δεν πρόκειται να δρομολογηθεί κανενός είδους αναπτυξιακή ανάκαμψη, σταθεροποιώντας μια κατάσταση στασιμότητας . Η ιδιοποίηση της σύγχρονης καπιταλιστικής κερδοφορίας, παράλληλα με την μεταφορά εισοδήματος από την ελληνική κοινωνία στο τοκογλυφικό κεφάλαιο των δανειστών, εκ των πραγμάτων αναπαράγει το τέλμα και το αδιέξοδο. Οι δυνάμεις της αστικής ταξικής κυριαρχίας δεν μπορούν να αναπαραχθούν σήμερα παρά στο έδαφος της συνεχώς διευρυνόμενης υποβάθμισης των λαϊκών τάξεων.

Συνεπώς η θέση της ελληνικής οικονομίας σε αναπτυξιακή τροχιά απαιτεί ισχυρές τομές στην ίδια τη δομή της καπιταλιστικής παραγωγής, την απαρχή και συνέχιση του μετασχηματισμού των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής, πράγμα που προϋποθέτει βαθιές τροποποιήσεις του ταξικού και πολιτικού συσχετισμού των δυνάμεων, ταυτόχρονα προφανώς με την παύση πληρωμών και την ριζική απομείωση του δημόσιου χρέους, που η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ, παρόλη την ψήφιση δύο μνημονίων μέσα σε έναν χρόνο, αδυνατεί να προωθήσει. Η τροποποίηση των παραγωγικών σχέσεων προβάλει ως μοναδική εναλλακτική λύση για την απελευθέρωση και την πλήρη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Η «ανάπτυξη» βασισμένη στην κοινωνική υπανάπτυξη φαίνεται ότι δεν μπορεί να δρομολογηθεί, έτσι ώστε μόνον η κοινωνική αναβάθμιση και δικαιοσύνη μπορεί να θεμελιώσει μια αναπτυξιακή τροχιά.

Αναλυτικότερα στοιχεία της εξέλιξης των επιχειρηματικών μεγεθών του ελληνικού καπιταλισμού και πλευρών της κρίσης και ανασύνταξής του σε:

  1. ICAP «Η Ελλάδα σε αριθμούς 2017» και όλων των προηγούμενων ετών.

  2. Ανέστης Ταρπάγκος «Κέρδη και ζημίες στη μνημονιακή εποχή», Εποχή 4-Νοεμβρίου-2012.

  3. «Ελληνικός καπιταλισμός 1981 – 1999 : Από την κρίση υπερσυσσώρευσης στην ανάκαμψη», Αυγή 5-Μαρτίου-2013.

  4. «Ελληνικός καπιταλισμός 2000 – 2013 : Από την σταθεροποιημένη ανάπτυξη στην κρίση», Αυγή 29-Μαρτίου-2013.

  5. «Η καπιταλιστική κερδοφορία κινητήρια δύναμη της ανάπτυξης», Αυγή 24-Αυγούστου-2013.

  6. «Ο παραπαίων ελληνικός καπιταλισμός», Αυγή 31-Ιανουαρίου-2014.

  7. «Τα κέρδη επανέρχονται για το κεφάλαιο», Εποχή 23-Νοεμβρίου-2014.

  8. «Ελληνικός καπιταλισμός : Φως στην άκρη του τούνελ ;», Αυγή 12-Νοεμβρίου -2015.

  9. «Παραγωγική ανασυγκρότηση και σχέσεις παραγωγής», Αυγή 18-Νοεμβρίου-2015.

πηγη: ergasianet.gr

-ατυχήματα.jpg

Αύξηση των εργατικών ατυχημάτων καταγράφεται από το 2013 και μετά ως απόρροια της οικονομικής κρίσης ενώ το πρώτο τρίμηνο του 2017, παρατηρείται μία αύξηση του 15% σε σχέση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο.

«Ειδικά, από το 2013 και μετά», όπως διαπιστώνουν, «τα εργατικά ατυχήματα στη χώρα μας καταγράφουν αύξηση, γεγονός που συνδέεται χρονικά με την απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων, αλλά και τη μείωση των κονδυλίων για τη λήψη μέτρων ασφάλειας από πλευράς των επιχειρήσεων, σε μία προσπάθεια περιστολής του λειτουργικού κόστους τους.

Αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία που παρουσιάζει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Συλλόγων Επιθεωρητών Εργασίας (Π.Ο.Σ.ΕΠ.Ε.) Κλεάνθης Χατζηνικολαΐδης, τα οποία περιλαμβάνουν συγκεκριμένους αριθμούς για τα εργατικά ατυχήματα που συνέβησαν, κυρίως, από το 2010 μέχρι σήμερα, αναδεικνύοντας, παράλληλα, τα πιο επικίνδυνα επαγγέλματα-κλάδους, αλλά και τους συνήθεις τραυματισμούς.

«Aν θεωρήσουμε ότι το 2010 είναι η χρονιά αφετηρίας με την υπαγωγή μας στο μνημόνιο, τα εργατικά ατυχήματα που δηλώθηκαν στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (ΣΕΠΕ), ήταν 5.721. Το 2016, ο αντίστοιχος αριθμός εργατικών ατυχημάτων ανήλθε στα 6.500» σημειώνει ο κ. Χατζηνικολαΐδης.

«Αυτό που έχει ενδιαφέρον, όμως, είναι ότι, από το 2013 και μετά, έχουμε μία σταθερή αύξηση των εργατικών ατυχημάτων για κάθε έτος γύρω στο 10%. Ενώ στα έτη 2011 και 2012 παρατηρήθηκε μείωση των δηλωθέντων εργατικών ατυχημάτων, από το 2013 και μετά, παρατηρείται αύξηση» παρατηρεί ο κ. Χατζηνικολαΐδης.

Το εύλογο ερώτημα που προκύπτει είναι πως γίνεται τα έτη 2011 και 2012 να έχουμε μείωση των εργατικών ατυχημάτων και μετά να εμφανίζεται κάθε χρόνο η αύξηση του 10%.

Σύμφωνα με τον κ. Χατζηνικολαΐδη, η εξήγηση είναι απλή και επικεντρώνεται κυρίως σε δύο αιτίες: «Η πρώτη αιτία σχετίζεται με το γεγονός ότι, μέχρι το 2008 έστω και το 2009, οι επιχειρήσεις, στο πλαίσιο των επενδύσεών τους για εκσυγχρονισμό, επένδυαν σε νέο εξοπλισμό, που πληρούσε και τις ευρωπαϊκές προδιαγραφές περί μέτρων ασφάλειας της εργασίας και, γενικώς, συντηρούσαν με μεγαλύτερη επιμέλεια το όποιο σύστημα ασφάλειας της εργασίας εφάρμοζαν.

Η δεύτερη αιτία σχετίζεται με τη μείωση της οικοδομής. Είχε και αυτή τη συμμετοχή της στη μείωση των εργατικών ατυχημάτων και, κυρίως, αυτών που αφορά τις πτώσεις από ύψος. Με βάση τα παραπάνω, αυτή η θετική επίπτωση αποτυπώθηκε και στη μείωση των εργατικών ατυχημάτων.

Από το 2010 και μετά, η μείωση σε επενδύσεις και εκσυγχρονισμό είχε ως επίπτωση, μεταξύ άλλων και στην αύξηση των εργατικών ατυχημάτων και, ειδικότερα, τα έτη 2013 έως και 2016, παρόλο που είχαμε κατακόρυφη πτώση της οικοδομής και μείωση του ΑΕΠ της χώρας κατά 30% περίπου, άρα και της επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Γενικά, έχουμε παρατηρήσει ότι, με το ξεκίνημα της κρίσης, από τα πρώτα έξοδα που περιόρισαν οι επιχειρήσεις, ήταν αυτά που αφορούσαν τη λήψη μέτρων ασφάλειας της εργασίας, συμπεριλαμβανομένων και των επενδύσεων σε νέο εξοπλισμό εργασίας».

Ανάλογη πορεία, όπως επισημαίνει, ακολουθούν και τα θανατηφόρα ατυχήματα. Συγκεκριμένα, «το 2013, τα θανατηφόρα ατυχήματα ήταν 65, το 2014: 63, το 2015: 67 και το 2016: 73. Μία αύξηση 10% περίπου κάθε χρόνο, αν εξαιρέσουμε μία ανεπαίσθητη πτώση το 2014» προσθέτει.

Υπογραμμίζει δε ότι τα αίτια των θανατηφόρων ατυχημάτων, ως έναν βαθμό, διαφοροποιούνται από τα αίτια των δηλωθέντων ατυχημάτων και οι τρεις κυριότερες αιτίες είναι πτώση από ύψος, ηλεκτρικό ρεύμα και παθολογικά αίτια.

«Σήμερα, που μιλάμε, ήδη, για το πρώτο τρίμηνο του 2017, παρατηρείται μία αύξηση 15%, σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2016 στα δηλωθέντα εργατικά ατυχήματα.

Ειδικότερα, το 2016, είχαμε, στο πρώτο τρίμηνο, 1.421 δηλωθέντα εργατικά ατυχήματα σε όλη τη χώρα, ενώ, για το 2017, ανήλθαν στα 1.608. Βλέποντας την εξέλιξη των εργατικών ατυχημάτων, εκτίμησή μου είναι ότι, για το 2017, θα ξεπεράσουμε τα 7.000 δηλωθέντα ατυχήματα. Είναι μεγάλος ο αριθμός αυτός» σχολιάζει.

πηγη: iskra.gr

oktovriani.jpg

Παναγιώτης Μαυροειδής*

Για τους ταξικούς και ιδεολογικούς αντιπάλους του εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος, η Οκτωβριανή επανάσταση ήταν μια χωροχρονική ιδιαιτερότητα σε παρωχημένες ιστορικές συνθήκες, παγωμένες κοινωνικά σε μια καθυστερημένη χώρα, με καθοριστικό ρόλο στην πραξικοπηματική δράση των μπολσεβίκων του Λένιν που έδρασαν έτσι ενάντια στον ορθόδοξο μαρξισμό και τις νομοτέλειές του. Μια ιδιαιτερότητα που εν τέλει έδωσε τη θέση της στην κανονικότητα με την κατάρρευση της ΕΣΣΔ και του «υπαρκτού σοσιαλισμού» το 1989-1991.
Οφείλουμε και είμαστε σε θέση να αναμετρηθούμε με αυτό τον αντι-ιστορικό και ταξικά ιδιοτελή ισχυρισμό.
 Πριν απ΄ όλα, πρέπει   να ξεχωρίσουμε τα ιστορικά και τα διαχρονικά στοιχεία, ώστε να γίνει η σωστή συζήτηση.  Έτσι ώστε να είμαστε και αποφασιστικοί αλλά και τεκμηριωμένοι στον ισχυρισμό μας ότι η Οκτωβριανή αποτέλεσε έκφραση μιας δυνατότητας που συναρτάται με μια αναγκαιότητα και τάση που αναδύεται στον σύγχρονο καπιταλισμό, δυνατότητα που όχι μόνο είναι ενεργή σήμερα, αλλά και πλέον ώριμη.
Η Οκτωβριανή επανάσταση ωστόσο δεν έγινε κατά τύχη, ούτε με τη χρονική, ούτε με την εδαφική/χωρική έννοια.
Ο Οκτώβρης του 1917 είχε πίσω  το Φλεβάρη του 1917, αλλά  και το νικηφόρο επαναστατικά 1917 είχε πίσω του  το 1905, όπου οι μάζες «έχασαν» αλλά «έμαθαν»  να κάνουν επανάσταση, αλλά και να οργανώνονται σε ανεξάρτητα όργανα που ήταν τα Σοβιέτ.
Η  επανάσταση (με τη στενή έννοια, της κατάληψης της εξουσίας) δεν τέλειωσε, απλά άρχισε με τον Οκτώβρη. Ακολούθησε ο εμφύλιος και η ιμπεριαλιστική επέμβαση έως το 1921.  Το ζήτημα της επανάστασης ως δρόμου για την επίλυση των δημοκρατικών και κοινωνικών ζητημάτων με επικεφαλής αυτή ή την άλλη τάξη και την ταξική διαπάλη μεταξύ των τάξεων,  ήταν ζήτημα μαζικής κοινωνικής πρακτικής, πολιτικής ζύμωσης και θεωρητικής διαπάλης για δεκαετίες στη Ρωσία. Είναι σκόπιμη διαστρέβλωση η ταύτιση της  Οκτωβριανής επανάστασης με την «έφοδο στα χειμερινά ανάκτορα» ως κάποιο μονόπρακτο, σχεδόν πραξικόπημα, χωρίς ιστορικό βάθος, έκφραση αναγκαιότητας ή επαναληψιμότητα.
Η Ρωσική επανάσταση δεν ήταν ένα τυχαίο συμβάν στη χώρα των μουζίκων, αλλά ένα πιθανό ενδεχόμενο μέσα σε άλλα, δηλαδή την εκδήλωση ή/και τη νίκη και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες εκείνη την περίοδο. Και ως γνωστόν, η  πιθανότητα διέπεται από νόμους, όχι νευτώνειους, αλλά διέπεται από νόμους.
Κανένας δεν μπορούσε να υπογράψει ότι η Οκτωβριανή επανάσταση θα νικούσε ή ότι υποχρεωτικά θα εκφυλιζόταν στη συνέχεια. Ούτε ότι δε θα νικούσε η επανάσταση στη Γερμανία. Ο συνειδητός υποκειμενικός παράγοντας έπαιξε και παίζει πάντα τεράστιο ρόλο σε όλες τις περιπτώσεις.
Μιλώντας λοιπόν σήμερα για την Οκτωβριανή επανάσταση, θα λέγαμε πως δεν έχουμε ανάγκη, ούτε μια αγιογραφία, ούτε πολύ περισσότερο κάποιο πανικόβλητο πολιτικό και θεωρητικό  μηδενισμό  που αποτελεί συμμετρικό σημείο της εξιδανίκευσης.
Η στάση μας καθορίζεται από τις εξής αφετηρίες:
α. Σεβασμός και περηφάνεια για τη μεγάλη εργατική κομμουνιστική απόπειρα πού όρισε μια νέα εποχή, εντός της πλέον ώριμης φάσης της οποίας είμαστε τώρα,
β. Απροκατάληπτη μελέτη, τόσο για τις προϋποθέσεις της νίκης της το 1917, όσο και για τις αιτίες της αντίστροφης μετάβασης και της κατάρρευσης το 1989-1991
γ. Ερευνούμε, συζητούμε και δρούμε, πάντα με τη ματιά στο σήμερα, από τη σκοπιά της εργατικής και κοινωνικής χειραφέτησης, της σύγχρονης κομμουνιστικής απελευθέρωσης, ενάντια στον καπιταλισμό της εποχής μας.
Εμείς για τις κοινωνικές επαναστάσεις δε συζητάμε ως  θεολάτρες, ούτε αφηρημένα ιδεοληπτικά, αλλά στο μέτρο που θεωρούμε ότι εκφράζουν την κίνηση και ειδικά τα άλματα της ανθρώπινης κοινωνίας για ένα καλύτερο κόσμο και ακόμη πιο ειδικά στο βαθμό που συμπυκνώνουν τη δυνατότητα της εργαζομένης κοινωνικής πλειοψηφίας  να βελτιώνει αποφασιστικά αλλά και να ορίζει τις συνθήκες της ύπαρξης της.
Έχουμε να αναστοχαστούμε  πολλά για την Οκτωβριανή επανάσταση.
Δυο ωστόσο, είναι  τα χοντρικά ερωτήματα.
Τι έγινε το 1917; Γιατί νίκησε η επανάσταση στη Ρωσία, ενώ δεν έγινε το ίδιο αλλού;
Τι έγινε μετά το  1917; Διότι σήμερα δεν υπάρχει ΕΣΣΔ. Τα μεγάλα ιστορικά πισωγυρίσματα στα οποία συχνά υποχρεούνται νέο-εμφανιζόμενα  κοινωνικοοικονομικά συστήματα δεν είναι κάτι το ασυνήθιστο στην ιστορία. Το καπιταλιστικό σύστημα  χρειάστηκε εκατοντάδες χρόνια μετά την ανάδυσή του στο προσκήνιο της ιστορίας για να στερεωθεί σχετικά. Το εντυπωσιακότερο στοιχείο  με την κατάρρευση της ΕΣΣΔ και των υπολοίπων χωρών του λεγόμενου «υπαρκτού σοσιαλισμού»,  δεν είναι η κοινωνική και πολιτική παλινδρόμηση (που ουσιαστικό κυοφορείτο δεκαετίες πριν) προς τον καπιταλισμό, αλλά το γεγονός ότι  χαρακτηρίστηκε από παντελή σχεδόν έλλειψη υπεράσπισης του καθεστώτος, έστω από κάποιο τμήμα των εκατομμυρίων ανθρώπων της εργασίας τους οποίους υποτίθεται ότι είχε στο κέντρο της προσοχής του.
Το πρώτο  ζήτημα που  βγαίνει έντονα από την πείρα της οκτωβριανής και ειδικά από την απότομη στροφή του περίφημου έργου του Λένιν για τις   «Θέσεις του Απρίλη» (Απρίλιος 2017), είναι η δεσμευτική αφετηρία των μπολσεβίκων, από τα συμφέροντα της εργατικής τάξης και των άλλων σύμμαχων λαϊκών στρωμάτων. Η λενινιστική στρατηγική είναι ακριβέστατη ως προς αυτό. Βαθιά, διαλεκτική -όχι θρησκευτική- πίστη στην ανάγκη αλλά και τη  δυνατότητα και το δικαίωμα   της εργατικής τάξης να μπει στο τιμόνι της κοινωνικής εξέλιξης και ειδικότερα της επαναστατικής διαδικασίας στη Ρωσία. Αυτό μάλιστα  σε μια χώρα όπου η εργατική τάξη αποτελούσε το δυναμικό αποφασιστικό παράγοντα,  αλλά όχι τον πλειοψηφικό!  Στο πλαίσιο αυτό ο Λένιν, τον Απρίλη του 2017, δηλαδή μόλις δυο μήνες (!) μετά τη δημοκρατική επανάσταση του Φλεβάρη,  κηρύσσει το «τέλος της δημοκρατικής φάσης». Παράδοξο από μια άποψη.
Ακόμη πιο αντιφατικό, φαινομενικά αντιφατικό: Μιλάει για προλεταριακή πλέον επανάσταση και σοβιετική εξουσία «τύπου κομούνας», την ίδια στιγμή που διευκρινίζει ότι δεν προτείνει άμεση εφαρμογή σοσιαλισμού, αλλά βήματα προς αυτόν. Αυτά δε τα βήματα ή μέτρα, διατυπωμένα αργότερα στο κείμενο «Η  καταστροφή που μας απειλεί» (Σεπτέμβριος 2017), είναι σαφέστατα γραμμένα με τη ματιά στο πως θα μετρήσουν αυτά για τα εργατικά στρώματα, οδηγώντας τόσο σε μια άμεση βελτίωση της θέσης τους, όσο  και σε μια απότομη ταύτιση τους, σε ενεργό ρόλο μέσα στην επαναστατική διαδικασία. Τεράστια η πολιτική διαφορά ανάμεσα στην αλγεβρική/διαλεκτική αντίληψη της ταξικής πάλης και της πολιτικής και  στην τυπική/αριθμητική ευτέλειά της που ήθελε πρώτα να λύνονται τα προβλήματα αυτά από την αστική τάξη στο όνομα της ανωριμότητας να επιλυθούν σε σοσιαλιστικό πλαίσιο και έπειτα να τεθεί το θέμα του δεύτερου σοσιαλιστικού σταδίου.
Η οκτωβριανή επανάσταση ήταν μια εργατική, προλεταριακή επανάσταση, ένα τεράστιο ρήγμα στον ιστορικό χώρο/χρόνο, που άνοιξε μια νέα εποχή, εντός της ώριμης φάσης της οποίας είμαστε σήμερα.
Η εργατική τάξη και δικαιούται και δύναται. Αυτό μας είπε ο Οκτώβρης…
Η επαναστατική πολιτική δεν είναι τέτοια, αν δεν είναι εργατική πολιτική, αν δεν έχει σαφή ταξικό κοινωνικό καθορισμό. Μόνο αυτό το στοιχείο θα δώσει τη δυνατότητα των κοινωνικών συμμαχιών και του αντίστοιχου μετώπου για τη νίκη της επανάστασης.
Τα παραπάνω ισχύουν σε πολλαπλάσιο βαθμό σήμερα στο σύγχρονο καπιταλιστικό κόσμο, με τη διαμόρφωση μιας  σαφώς πλειοψηφικής και περισσότερο μορφωμένης, αλλά και πλέον κατακερματισμένης και πολυσύνθετης εργατικής τάξης.
Μιλώντας για προλεταριακή επανάσταση στη Ρωσία το 1917,  ο Λένιν και ο  μπολσεβικισμός γενικότερα  κάνουν μια τεράστια τομή σε σχέση με το  «ορθόδοξο» ρεύμα της Ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας.
Οι ιδεολόγοι της δεξιάς τάσης  σοσιαλδημοκρατίας της εποχής  ήταν βαθιά πεισμένοι πώς ή κα­πιταλιστική ανάπτυξη όχι απλά  δημιουργούσε  τη βάση για τη σοσιαλιστική μετατροπή της κοινωνίας, αλλά και πώς αυτή η εξέλιξη θα γινόταν προοδευτικά και ειρηνικά  μέσα από την υπερανάπτυξη του καπιταλισμού και της διαρκούς ανόδου της κρατικής παρέμβασης στο πλαίσιο του.
Τι δεν έβλεπαν; Στο εσωτερικό  του μονοπωλιακού καπιταλισμού/ιμπεριαλισμού, μαζί με την άνοδο των παραγωγικών δυνάμεων μετασχηματίζονταν και οι παραγωγικές κοινωνικές σχέσεις. Ο καπιταλισμός της εποχής εκείνης, όπως και κάθε εποχής, αλλάζοντας, αλλάζει και την εργασία που είναι αφενός ο δυνάμει νεκροθάφτης του, μα και ο βασικός τροφοδότης του. Η επαναστατική δυνατότητα δεν   αποτελεί μαθηματική συνάρτηση της έντασης  και της μορφής ανάπτυξης του καπιταλισμού, μα ούτε και του βαθμού εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης. Και οι δύο αυτές πλευρές αποτελούν το υλικό και αντικειμενικό πεδίο εντός του οποίου εγγράφεται η επαναστατική παρέμβαση του υποκειμενικού παράγοντα, η οποία ασφαλώς δε μπορεί να είναι ιστορικά «αυθαίρετη», αλλά ούτε κα να αγνοεί την ανάγκη της συγκεκριμένης διαμόρφωσης επαναστατικής στρατηγικής.
Ο Λένιν και οι μπολσεβίκοι πολέμησαν με πάθος αυτή την άρνηση της επανάστασης από μεριάς της σοσιαλδημοκρατίας  και της νυσταλέας αντίληψής της περί γραμμικής εξέλιξης και προοδευτικής μετάλλαξης  του κρατικο-μονοπωλιακού καπιταλισμού  σε σοσιαλισμό.
Η μεγάλη αντίφαση είναι ότι, ενώ  η νίκη της Ρωσικής Επανάστασης σηματοδότησε  το θρίαμβο της αντίληψής τους και της επιλογής της ρήξης με τη σοσιαλδημοκρατία, όρισε ταυτόχρονα  και τα όρια της διαφοροποίησης αυτής.
Σε ότι αφορά την εξέλιξη και τελική διαμόρφωση του καθεστώτος της ΕΣΣΔ,  οι αντιφάσεις και τα λάθη σε θέματα που αφορούν τη διαλεκτική των  παραγωγικών  δυνάμεων  και παραγωγικών  σχέσεων, όσο και την διαλεκτική αντικειμενικών  συνθηκών  και παρέμβασης του υποκειμενικού παράγοντα, έπαιξαν σημαντικό ρόλο στις επιλογές  των επαναστατικών δυνάμεων στη Ρωσία μετά την Οκτωβριανή επανάσταση.
Μόλις λίγους μήνες μετά την Οκτώβρη του 1917, τον Απρίλιο της ερχόμενης χρονιάς,  ο Λένιν παρουσίαζε την εισήγηση για τα άμεσα καθήκοντα της σοβιετικής εξουσίας. Με τη γνωστή πολιτική ακρίβεια που τον χαρακτήριζε, μεταξύ των άλλων τόνιζε:
«Αν  σκεφτείτε έστω και λίγο τι θα σήμαινε στη Ρωσία, στη Σοβιετική Ρωσία, η εξασφάλιση των βάσεων ενός τέτοιου κρατικού καπιταλισμού (σ.σ. σαν αυτόν της Γερμανίας), τότε κάθε άνθρωπος πού είναι στα καλά του και δεν έχει παραγεμίσει το κεφάλι του με αποσπάσματα αληθειών παρμένα από τα βιβλία, θα μπορούσε να πει ότι ό κρατικός καπιταλισμός είναι για μας η σωτηρία» 
Και από άλλα κείμενα της ίδιας περιόδου προκύπτει η πεποίθηση  ότι  η παραγωγική μορφή του κρατικού καπιταλισμού όπως  αναπτύχθηκε μέσα απ’ τον καπιταλισμό, και ακόμη περισσότερο αυτή της οποίας τη δημιουργία θα ενθάρρυνε η σοβιετική εξουσία,  θα μπορούσε να θεωρηθεί –προσωρινά φυσικά- σαν η βάση της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, μαζί οπωσδήποτε με τον σοσιαλιστικό τομέα. Η υπόθεση που γινόταν ήταν ότι η   μορφή του κρατικού καπιταλισμού θα μπορούσε να εξαρτήσει παραγωγικά  όλες τις κατώτερες (αναχρονιστικές) μορφές της κοινωνικής παραγωγής, να  τις εκμεταλλευτεί έτσι  για την εκβιο­μηχάνιση, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για το σοσιαλισμό. Το εργαλείο της εφαρμογής αυτής της πολιτικής και η ταυτόχρονα η σιγουριά της ορθής εφαρμογής, θεωρήθηκε πως ήταν  η υπάρχουσα εργατική εξουσία.
Σχηματικά: Σοσιαλισμός = Εργατική εξουσία ως πολιτική μορφή+ κρατικοκαπιταλιστική οικονομική παραγωγική δομή.
Το κληρονομήσαμε, ακόμη πιο εκχυδαϊσμένα:  Σοσιαλισμός = Μονοκομματική εξουσία+ κράτος.
Ο Λένιν δεν αναφερόταν  μόνο στα υπολείμματα των παλιών καπιταλιστών, αλλά στη δημιουργία νέων μέσω του κρατικού καπιταλισμού και της Νέας Οικονομικής Πολιτικής.
«να μη προσπαθήσουμε να απαγορεύσουμε ή να εμποδίσουμε την ανάπτυ­ξη του καπιταλισμού, αλλά να προσπαθήσουμε να την κατευθύνου­με στο κανάλι του κρατικού καπιταλισμού (…). Είναι δυνατό να συνδυαστεί, να συνενωθεί, να συμβιβαστεί το Σοβιετικό κράτος, ή δικτατορία του προλεταριάτου με τον κρατικό καπιταλισμό; Φυσικά είναι δυνατό.»
Εδώ πλέον η  πεποίθηση ότι η εκβιομηχάνιση και γενικά η ταχύτατη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, με κάθε τρόπο και κόστος, θα δημιουργήσει την απαραίτητη βάση για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού, είναι εδραία.
Και πάλι σχηματικά: Σοσιαλισμός =Εξηλεκτρισμός/βιομηχανία+Σοβιέτ
Τηρουμένων των αναλογιών, στην ουσία επέστρεφε η άποψη  ότι  ο κρατικός καπιταλισμός του μονοπωλιακού σταδίου αποτελούσε  όχημα μα και προϋπόθεση της κοινωνικής επανάστασης. Μιας και αυτή η εξέλιξη του καπιταλισμού  στην καθυστερημένη Ρωσία δεν είχε υπάρξει, θα μπορούσε προσωρινά να την επιταχύνει η ίδια η σοβιετική εξουσία. Η τομή επομένως με την κλασσική σοσιαλδημοκρατία έμοιαζε να είναι μετέωρη.
Οι μέθοδοι της κρατικοκαπιταλιστικής παραγωγής θεωρήθηκε πως προσέφεραν την εγγύηση για την αποτελεσματική λειτουργία της νέας κρατικής εξουσίας. Υποτιμήθηκε το γεγονός  ότι αυτές οι μέθοδοι ήταν προϊόντα συγκεκριμένων κοινωνικών συνθηκών και δε μπορούσαν να μεταφερθούν άμεσα στη μεταβατική κοινωνία, ούτε να μπουν δίπλα στις σοσιαλιστικές μεθόδους του σχεδιασμού και του εργατικού ελέγχου.
Αντίθετα, παράλληλα και σχεδόν αναγκαστικά,  με την εφαρμογή της Νέας Οικονομικής Πολιτικής (αλλά όχι μόνο), υποτιμήθηκαν και σταδιακά παραγκωνίστηκαν οι συγκεκριμένες μορφές  κοινωνι­κής χειραφέτησης, όπως υπήρχαν σε σπερματική κατάσταση στη Ρωσία, οι  οποίες ώθησαν στην επανάσταση, αλλά και επιταχύνθηκαν στο πλαίσιο της (απαλλοτριώσεις επιχειρήσεων από τους εργάτες, μορφές εργατικού ελέγχου, εργατικές επιτροπές στην παραγωγή κ.α).
Η Νέα Οικονομική Πολιτική ήταν βέβαια  προσωρινή. Τυπικά,  η καθολική (και βίαιη σε ένα βαθμό) κολεκτιβοποίηση έλυσε τα όποια προβλήματα επιτυχώς. Οι παλιοί και αναχρονιστικοί  τύποι παραγωγής που αναφέρονταν στη μικροαστική μάζα και τους μεσαίους αγρότες σαρώθηκαν. Η συνταγή έδειχνε να πετυχαίνει. Ποιος τύπος παραγωγής επωφελήθηκε ωστόσο; Κατά τη γνώμη μας αυτό που εξασφαλίστηκε ήταν ακριβώς η ήττα του εν δυνάμει σοσιαλιστικού τομέα, μέσω της σύμφυσής του με την εσωτερική ουσία του κρατικοκαπιταλιστικού τομέα και της μετάλλαξής του σε ένα νέο ανέκδοτο αλλά εκμεταλλευτικό τύπο παραγωγής. Οι τυπικές ως προς τα εσωτερικά τους χαρακτηριστικά καπιταλιστικές διευθυντικές λειτουργίες «επικάθησαν» στα Σοβιέτ και τις εργοστασιακές επιτροπές, η αντικατάσταση της παλιάς ιεραρχίας στις επιχειρήσεις, οδήγησε σε νέες μορφές εργοστασιακής δεσποτείας. Ο εργατικός έλεγχος όχι  μόνο καταργήθηκε αλλά αντικαταστάθηκε από  όργανα  ελέγχου των εργατών.
Κρίνοντας το καθεστώς της ΕΣΣΔ από την σταθεροποίηση του και μετά στην αρχή της δεκαετίας του 1930 και το πρώτο πεντάχρονο πλάνο, προκύπτει ότι το πρόβλημα με τη εκμεταλλευτική φύση του νέου καθεστώτος δε σχετίζεται  με την (προσωρινή) Νέα Οικονομική Πολιτική που ακολούθησε τη φάση του «πολεμικού κομμουνισμού», ούτε με τα υπολείμματα των καπιταλιστών της παλιάς εποχής, ούτε με την επιβίωση του αναχρονιστικού αγροτικού και μικροαστικού στοιχείου, αλλά ακριβώς εντοπίζεται στον βασικό, κρατικό, υποτιθέμενο σοσιαλιστικό τύπο παραγωγής, καθώς και την πολιτική δομή που τον υπηρετούσε και αναπαρήγαγε,  που πρέπει να μελετηθούν εκτενέστερα.
Τι θέση είχε η εργατική τάξη στην ΕΣΣΔ,  εντός αυτής  της οικονομικής παραγωγικής μορφής και αντίληψης;
Οπωσδήποτε, το μετεπαναστατικό σοβιετικό καθεστώς είχε το αποτύπωμα της εργατικής   επανάστασης και των εργατικών κατακτήσεων, σε κάθε φάση του. Τόσο στην πρώτη περίοδο που οι τάσεις σοσιαλιστικού προσανατολισμού και κοινωνικής χειραφέτησης της εργασίας επιχειρούσαν να πάρουν το συνολικό προβάδισμα, όσο και στην μετέπειτα εξέλιξή του.
Η νέα άρχουσα τάξη στην ΕΣΣΔ είχε σχέσεις ενός ιδιότυπου «κοινωνικού συμβολαίου»  με την εργατική τάξη. Στήριζε την αναπαραγωγή της σε αυτήν, επιβάλλοντας ταυτόχρονα τον αποκλεισμό της από κάθε ενεργό ρόλο τόσο στη διαδικασία της παραγωγής, όσο και της ευρύτερης πολιτικής ζωής.  Το κίνημα των εργοστασιακών επιτροπών που αναζητούσε νέους δρόμους και ρόλους, παραγκωνίστηκε από την αρχή, κάτω και από την πίεση της πολεμικής προσπάθειας. Ένας παραγκωνισμός που δεν αποδείχτηκε προσωρινός. Τα συνδικάτα στην ουσία καταργήθηκαν, καθώς αποτέλεσαν τμήμα του μηχανισμού που «γεννούσε» καθήκοντα και νόρμες και «ήλεγχε» την απόδοση, παρά αντιπροσώπευαν με σχετικά ανεξάρτητο τρόπο εργατικά συμφέροντα. Και φυσικά το Κόμμα, «χάθηκε», ως φορέας εργατικής χειραφέτησης μέσω από τη σύμφυσή τους με ένα όλο και πιο γραφειοκρατικό και «ξένο» κράτος, παρότι το τελευταίο κρατούσε τις σημαίες της εργατικής τάξης.
Το αντίτιμο των κοινωνικών καταχτήσεων, αυτό του πολιτικού αποκλεισμού που οδηγούσε σε πολιτική παθητικότητα, ήταν βαρύ για την εργατική τάξη. Ταυτόχρονα, η εργασιακή και πολιτική απάθεια, απότοκα της αποξένωσης από την εργασιακή διαδικασία και το προϊόν της, από ένα σημείο και μετά επέστρεφε ως επιβραδυντικός παράγοντας για την εξουσία, δημιουργώντας ένα φαύλο κύκλο.
Κεντρική θέση στην εξέλιξη της υποτελούς τελικά θέσης της εργατικής τάξης στην ΕΣΣΔ, είχε η εισαγωγή του συστήματος Τέιλορ στην οργάνωση της εργασίας, η εντατικοποίηση μαζί με τη καθολική σχεδόν εφαρμογή της «δουλειάς με το κομμάτι», αλλά και η πρωτοφανής κουλτούρα εξύμνησης της  εργασίας, της απόλυτης πειθαρχίας και της θυσίας για αυτήν αντί για την απελευθέρωσή και περιορισμό της.
Η εντατικοποίηση της εργασίας που εγκαινίασε  η «πρωτοβουλία του Σταναχοβισμού» (αλλά και άλλες όπως τα «κόκκινα Σάββατα), στα μέσα της δεκαετίας του 1930, διαμόρφωσαν προοδευτικά ένα πλαίσιο αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας, με ακόμη μεγαλύτερη αποξένωση των εργαζομένων.
Σημαντική πλευρά της θέσπισης υλικών κινήτρων για την αύξηση της παραγωγικότητας ήταν η διαμόρφωση συστημάτων ατομικής αξιολόγησης της αποδοτικότητας των εργαζομένων. Έτσι η αμοιβή με το κομμάτι αναδεικνύεται στην κυρίαρχη μορφή μισθού στον «υπαρκτό σοσιαλισμό». Σύμφωνα με την Ακαδημία Επιστημών ΕΣΣΔ το 1953 στην ΕΣΣΔ δούλευαν με το κομμάτι τα 77% του συνόλου των εργατών της βιομηχανίας.
Το ερώτημα της κοινωνικής φύσης του συστήματος της ΕΣΣΔ έχει αποτελέσει αντικείμενο έντονων αντιπαραθέσεων και μέσα στον μαρξιστικό κομμουνιστικό χώρο, τόσο πριν όσο και μετά την διάλυση της.  Το ότι οι ταξικοί και ιδεολογικοί αντίπαλοι ταυτίζουν αυτά τα καθεστώτα (και την αποτυχία τους βέβαια) με τον κομμουνισμό, είναι κατανοητό ότι γίνεται με σκοπιμότητα. Αυτό δε σημαίνει ωστόσο ότι δε έγινε και τίποτα εκεί και απλά είχαμε ένα «κρατικό καπιταλισμό».
Κατά τη γνώμη μας, η  Οκτωβριανή επανάσταση σηματοδότησε την ιστορική εμφάνιση της κομμουνιστικής δυνατότητας. Αυτή ωστόσο ανέπτυξε περιορισμένη μορφή, έμεινε ανολοκλήρωτη, δεν έκανε το ποιοτικό βήμα της πλήρους ανατροπής των εκμεταλλευτικών σχέσεων και τελικά μετατράπηκε στο αντίθετό της. Το «σπέρμα» της δυνατότητας της κοινωνικοποίησης των μέσων παραγωγής και της κοινωνικής διεύθυνσης της παραγωγής, που περιέκλειε αρχικά αυτή η κίνηση, όπως και το «σπέρμα» της εργατικής δημοκρατίας, καταπνίγηκαν. Ως αποτέλεσμα συνδυασμού αντικειμενικών δυσκολιών και επιλογών του υποκειμενικού παράγοντα, διαμορφώθηκαν νέες εκμεταλλευτικές δομές που σταδιακά παγιοποιήθηκαν και μια νέα ταξική κυριαρχία διαμορφώθηκε. Η κοινωνία αυτή δεν έγινε ποτέ σοσιαλιστική, πολύ περισσότερο «ανεπτυγμένη σοσιαλιστική» ή/και κομμουνιστική.  Η  επαναστατική διαδικασία από ένα σημείο και μετά ακολούθησε οπισθοδρομική πορεία και τελικά η σοβιετική κοινωνία μετατράπηκε σε ταξική εκμεταλλευτική κοινωνία με ιδιότυπες καπιταλιστικές σχέσεις.
Ο  «υπαρκτός σοσιαλισμός» αποτέλεσε ένας ιδιόμορφο τρόπο παραγωγής, ανέκδοτο ιστορικά. Ήταν εξ αρχής μια κοινωνία με «ερώτημα μετάβασης». Με διαταραγμένα ορισμένα καπιταλιστικά χαρακτηριστικά δεν προσομοίαζε στον κλασικό καπιταλισμό. Μέσα από την ωρίμανση και όξυνση των βασικών αντιφάσεων της,  μετά από παρατεταμένη περίοδο «αφανούς» συνήθως ταξικής διαπάλης και οικονομικής στασιμότητας, κινήθηκε προς την  ολοκλήρωση της εξάλειψης του ρήγματος της Οκτωβριανής Επανάστασης.
Ανιχνεύοντας ερωτήματα για τον κομμουνισμό στην εποχή μας και τις επαναστάσεις για αυτόν, θα βοηθούσε αν κοιτάζαμε και πάλι με κριτικό τρόπο την εμπειρία του  1917.
Το κείμενο με τις  «Θέσεις του Απρίλη», από φωνές μέσα στην Κεντρική Επιτροπή στο  Μπολσεβίκικο κόμμα,  χαρακτηρίστηκε ως το «παραλήρημα ενός τρελού».
Σε αυτό λοιπόν το «παραλήρημα»,  ο Λένιν  στην ουσία έλεγε το εξής:
«Εργατική εξουσία, όλη η εξουσία στα Σοβιέτ,  παρότι δε θα κάνουμε σοσιαλισμό εδώ και τώρα».
«Μια στο καρφί και μια στο πέταλο», θα έλεγε κάποιος.
Αλλά και ξανά μια στο καρφί,  καθώς αυτός ο ηγέτης που τόσο εύκολα οι τότε πάπες του ορθόδοξου μαρξισμού χαρακτήρισαν ως  ‘’βολονταριστή’’ ,  συνέχιζε λέγοντας ότι ναι μεν δε θα κάνουμε άμεσα σοσιαλισμό, αλλά η προσωρινή κυβέρνηση πρέπει να ανατραπεί επειδή είναι «αστική κυβέρνηση, κυβέρνηση του κεφαλαίου».  Ακόμη και σε αυτό το ζήτημα  του πολέμου, το τόσο παλλαϊκό και πανδημοκρατικό, επέμενε εξαιρετικά να συμπυκνώσει την καθολική αντίθεση εναντίον της,  υποστηρίζοντας ότι δε μπορεί να σταματήσει τον πόλεμο, «ακριβώς επειδή είναι αστική κυβέρνηση». Και με τη γνωστή αθυροστομία του τόνιζε:
«όποιος επιχειρεί να πείσει μια αστική κυβέρνηση να σταματήσει ένα ιμπεριαλιστικό πόλεμο, είναι σα να κάνει μαθήματα ηθικής σε ένα ιδιοκτήτη μπουρδέλου»
Η Οκτωβριανή επανάσταση επομένως δεν ήταν γενικά εργατική αλλά και με συγκεκριμένη αντικαπιταλιστική στόχευση. Ήταν  επανάσταση ενάντια στον αστικό κόσμο, την κοινωνική και πολιτική εξουσία του. Η αντικαπιταλιστική οπτική, όσο λοιδορία και αν δέχεται σήμερα, δεν ταυτίζεται με κάποια αριστερίστικη δήθεν βιασύνη για τον  κομμουνιστικό μετασχηματισμό όπως διαμαρτύρονται οι «αντι-σεχταριστές» όλου του κόσμου. Αντίθετα, θέτει την κατεύθυνση, το στόχο, ορίζει τον αντίπαλο, άρα και τη φύση των κοινωνικών και πολιτικών συμμαχιών. Άλλο συμμαχίες σωτηρίας για την «παραγωγική ανασυγκρότηση για να σωθεί η χώρα, να μεγαλώσει πίτα  και μετά βλέπουμε» και άλλο  αντικαπιταλιστικό εργατικό μέτωπο.
Μα και η ίδια η αντικαπιταλιστική σοσιαλιστική  επανάσταση, ενώ αποτελεί όχι απλά βήμα, αλλά άλμα προς την πλήρη  νίκη της διαρκούς επανάστασης για τον κομμουνιστικό μετασχηματισμό, δεν ταυτίζεται με αυτόν. Εμείς όμως  κάνουμε αυτή τη διάκριση για να την υπερασπιστούμε και όχι για να τη διαστρέψουμε ως τέτοια. Διότι είναι της μόδας η διαστροφή της εμπειρίας του Οκτώβρη για να δικαιολογηθεί η άρνηση της επαναστατικής στρατηγική σήμερα. Είναι γνωστό το σχήμα του συρμού: «Τι ήταν ο Οκτώβρης; Τρία απλά,  κοινωνικά, άμεσα κατανοητά αιτήματα: Ψωμί, ειρήνη, γη!» Πρόκειται για  μισή αλήθεια, άρα  για  μεγάλο ψέμα, διότι ταυτόχρονα ήταν αυτά μαζί με το «όλη η εξουσία στα σοβιέτ» και το στόχο της ανατροπής της αστικής κυβέρνησης η οποία παρεμπιπτόντως ήταν και  «αριστερή» και «επαναστατική» η ίδια (μιας προηγούμενης φάσης).
Σήμερα ωστόσο, δικαιολογείται να   έχουμε «εμμονή» με την υπεράσπιση της επανάστασης (με όποιο χαρακτήρα), τη στιγμή  μάλιστα που  ταυτίζεται στην κοινή συνείδηση με τη  βία ή/και με την ένοπλη εμφύλια σύρραξη και όλα τα συνακόλουθα δεινά;
Παρά την τεράστια αυτοτελή σημασία που έχει στη συζήτηση και στην ταυτότητα των πολιτικών ρευμάτων το ζήτημα της επανάστασης, πρέπει να δούμε πως τελικά είναι  παράγωγο στοιχείο της  κομμουνιστικής στόχευσης.
Είμαστε με την επανάσταση, ακριβώς επειδή δε θα μας πουν «περάστε παρακαλώ για να εφαρμόσετε τον κομμουνισμό για τον οποίο μιλάτε και τους μετασχηματισμούς  που αυτός πραγματοποιεί για να λυθούν  τα κοινωνικά προβλήματα».
Μα και δε θα γίνει καμία επανάσταση, όσα σχέδια και όρκοι πίστης και αν υπάρχουν σε αυτήν, αν δεν ανακαλύπτουμε το δρόμο της τεκμηρίωσης και πολιτικής εκπαίδευσης του κόσμου, τόσο για την κομμουνιστική αναγκαιότητα στην εποχή μας, όσο και για τη δυνατότητά της.
Η εργατική αντικαπιταλιστική επανάσταση στη Ρωσία (αλλά και στη Γερμανία, Ουγγαρία και αλλού), νοηματοδοτήθηκε, ζυμώθηκε, προετοιμάστηκε, νίκησε αρχικά, δοκίμασε βήματα στη συνέχεια,  με βάση την πεποίθηση και επιστημονική τεκμηρίωση για την αναγκαιότητα  των κομμουνιστικών λύσεων στην ανθρωπότητα.
Για τη γενικευμένη κοινοκτημοσύνη όλου του πλούτου με κατάργηση της εκμετάλλευσης, της ταξικής διαίρεσης και ιδιοκτησίας,
για τη διπλή απελευθέρωση του  χρόνου (με τη μείωση του εργάσιμου υπέρ του ελεύθερου και την αλλαγή του δεσποτικού χαρακτήρα του εργάσιμου),
για την εργατική λαϊκή αυτοδιεύθυνση ως ριζική απάντηση στο ερώτημα της δημοκρατίας,
για την πραγματική ισοτιμία των δυο φύλων,
την αρμονική συμβίωση με το περιβάλλον και όχι τη δουλική  κατάκτηση και καταστροφή του,
την ειρηνική συνύπαρξη λαών, εθνών και ανθρώπων σε όλο τον κόσμο.
Είμαστε με την επανάσταση,  διότι καμία τάξη δεν παραιτείται ιστορικά από τα προνόμια και την εξουσία της.
Ο Λένιν δεν έγραψε βιβλίο για απλά για την επανάσταση, αλλά για το «Κράτος και την επανάσταση». Η επανάσταση είναι αφενός αναγκαία και αφετέρου έχει ένα συγκεκριμένο, αποφασιστικό περιεχόμενο, στο ζήτημα της πολιτικής εξουσίας, ακριβώς επειδή υπάρχει κράτος. Αστικό κράτος, με συγκεκριμένο χαρακτήρα σε κάθε εποχή και στάδιο του καπιταλισμού. Το αστικό κράτος δεν κυβερνάται, δεν είναι ουδέτερο εργαλείο που αναζητά τιμονιέρη ή μνηστήρα.
Υπάρχει δυνατότητα για ένα νέο κομμουνισμό που να αντιστοιχεί στην εποχή μας;
Αν η νίκη του Οκτώβρη το 1991 όρισε μια εποχή για τον καπιταλισμό, αυτή των νικηφόρων εργατικών επαναστάσεων, η κατάρρευση του 1987-1991 δεν όρισε καμία αντίστοιχη και τουλάχιστον όχι το «τέλος της ιστορίας» και την αδιατάρακτη καπιταλιστική συνέχεια.
Σήμερα,  το αίτημα του κομμουνισμού είναι ενεργό τόσο, όσο  και ακόμη περισσότερο είναι ενεργή  και η χαίνουσα  πληγή της ιστορικής κρίσης και αποτυχίας του καπιταλισμού. Η  στρατηγική του κομμουνισμού της εποχής μας, όχι μόνο παραμένει ενεργή αλλά επανανοηματοδοτείται με βάση τα χαρακτηριστικά του αντιθετικού «αδελφού» του, δηλαδή του σύγχρονου καπιταλισμού που καλείται να ανατρέψει. 
Η αναγκαιότητα  και δυνατότητα ενός ώριμου κομμουνισμού, στηρίζεται σήμερα  από τη μια στην ενίσχυση των υλικών όρων και την αφόρητη αντίθεση μεταξύ της έκρηξης παραγωγής κοινωνικού πλούτου και δυνατότητας για δημιουργική, λιγότερη, χειραφετημένη εργασία και ανεπτυγμένο κοινωνικό συλλογικό πολιτισμό και, από την άλλη,  στον κανιβαλισμό, την έξαρση της καπιταλιστικής επιθετικότητας προς εξασφάλιση της ιδιοποίησης και της εμπορευματοποίησης, αλλά και στα αναβαθμισμένα χαρακτηριστικά της σύγχρονης εργατικής τάξης.
Θα μπορούσαμε άραγε σήμερα να παρακάμψουμε το ερώτημα της επανάστασης;
Ο σύγχρονος, καθολικός, ολοκληρωτικός  καπιταλισμός, πέρα από τις δικές μας συζητήσεις,  κατάφερε θανάσιμο πλήγμα στις αυταπάτες του ειρηνικού σοσιαλιστικού μετασχηματισμού δια της μακρόχρονης συσσώρευσης μεταρρυθμίσεων, με εργαλείο μάλιστα μια κυβέρνηση εντός της συνέχειας του αστικού κράτους.
Οι μόνες «μεταρρυθμίσεις» που ανέχεται ο νεοφιλελεύθερος καπιταλισμός είναι οι αντιμεταρρυθμίσεις, σαν τις μνημονιακές που ζούμε. Η συσσώρευση πλούτου και κρατικής δύναμης του μεγάλου κεφαλαίου διαρκώς εντείνεται. Ο καπιταλισμός για να ζήσει είναι υποχρεωμένος να καταστρέψει τις καταχτήσεις όχι μόνο της ρωσικής αλλά και της γαλλικής επανάστασης. Άρα να μεταλλαχθεί αντιδραστικά ο ίδιος.
Η  επαναστατική αναγκαιότητα ενισχύεται επίσης και απ’ την υπέρμετρη αντιδραστικοποίηση του καπιταλισμού σε όλα τα επίπεδα, σαρώνοντας αξίες αλληλεγγύης, κατεδαφίζοντας δημοκρατικές καταχτήσεις, θαλασσοπνίγοντας μετανάστες, απειλώντας την παγκόσμια ειρήνη, βιάζοντας το  περιβάλλον. Αλίμονο αν δε το βλέπουμε αυτό. Η  τάση αυτή (την εκφράζει ουσιαστικά και συμβολικά ο Τραμπ), δεν αποτελεί ανορθογραφία, αλλά μορφή μετάβασης προς ένα υπεραντιδραστικό καπιταλισμό.
Αν ένας συλλογικός διανοούμενος έγραφε το «Κράτος και επανάσταση» στην εποχή μας, θα τόνιζε δύο και τρεις φορές το ζήτημα του αστικού κράτους ως σιδερόφρακτου συνεκτικού γενικού επιτελείου της αστικής τάξης αλλά και των διεθνικών υπερκρατικών όπλων του κεφαλαίου όπως είναι η ΕΕ ή το ΝΑΤΟ,  και άρα δύο και τρεις φορές το ζήτημα της επανάστασης, άρα της επαναστατικής στρατηγικής και επομένως της τακτικής που πρέπει να την υπηρετεί.
Η  επανάσταση στην εποχή μας είναι μάλλον πιο δύσκολη υπόθεση, αλλά και επιτακτικότερη και αμεσότερη ως μοναδική κοινωνική  εναλλακτική της βαρβαρότητας του καπιταλισμού.
Το κόμμα των  Μπολσεβίκων και πριν τον Οκτώβρη και μετά είχε ως αντικειμενικό πεδίο το γεγονός ότι έπρεπε να ανατρέψει ένα καθυστερημένο καπιταλισμό και επί των φτωχών ερείπιων του να οικοδομήσει η εργατική τάξη μια κομμουνιστική κοινωνία.
Εμείς ή μάλλον ένα σύγχρονο κόμμα κομμουνιστικής απελευθέρωσης ως συλλογικός ηγεμόνας, αντίθετα,  δεν έχουμε απέναντι το ζήτημα της υπανάπτυξης του καπιταλισμού αλλά  της υπερανάπτυξής του (μαζί και της σήψης του), έτσι που να αντιστοιχεί ακόμη περισσότερο στις αναλύσεις του Κεφαλαίου του Μαρξ, που φέτος συμπληρώνονται 150 χρόνια από την έκδοσή του.
Αυτή είναι η μεγάλη πρόκληση, ειδικά για τους νεολαίους κομμουνιστές και κομμουνίστριες που επιλέγουν σήμερα την επαναστατική κομμουνιστική στράτευση.
 
*Το κείμενο βασίζεται στην εισήγηση που αναπτύχθηκε στη συζήτηση για την Οκτωβριανή Επανάσταση στο φεστιβάλ των ΑΝΑΙΡΕΣΩΝ στη Θεσσαλονίκη στις 4/6/2017. Οι αναφορές για τις αιτίες της καπιταλιστικής παλινόρθωσης στην ΕΣΣΔ αναπτύσσονται διεξοδικά σε αναλυτικό κείμενο σε αφιέρωμα για την Οκτωβριανή Επανάσταση της Θεωρητικής έκδοσης «Τετράδια Μαρξισμού για την Κομμουνιστική Απελευθέρωση» (Τέταρτο Τεύχος, Ιούνιος 2017)
 
πηγη: pandiera.gr

-του-Παρισιού-για-το-κλίμα.jpg

Η απόφαση του Donald Trump να αποσύρει τις ΗΠΑ από την Συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα, είναι απαράδεκτη και θα προσθέταμε καταστροφική.

Ανεξάρτητα αν η απόφαση αυτή είναι δυνατόν να εφαρμοστεί άμεσα, έχει προκαλέσει πολλές αντιπαραθέσεις και έχει διχάσει τον πλανήτη.

Ένα νέο μπλοκ ΕΕ – Κίνας έχει συγκροτηθεί για να υπερασπίσει, υποτίθεται, την Συμφωνία του Παρισιού.

Στην πραγματικότητα βαθαίνει το ρήγμα στη Δύση, ανάμεσα στην γερμανική Ευρώπη και τις ΗΠΑ αλλά και οι τριγμοί ανάμεσα σε Κίνα και ΗΠΑ, καταστάσεις που έχουν βαθύτερα αίτια.

Η αλήθεια πάντως είναι πως η Συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα δεν αποτελεί ούτε καν ένα ημίμετρο για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής.

Δυστυχώς, υπάρχει πολύ μεγάλη υποκρισία και λέγονται πολλά ψέμματα σχετικά με την περίφημη αυτή Συμφωνία.

Το πρώτο είναι ότι η Συμφωνία του Παρισιού θα έχει πολύ περιορισμένη έως ελάχιστη επίδραση στην καταστρεπτική αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη, η οποία θα συνεχιστεί επικίνδυνα.

Το δεύτερο είναι ότι και αυτή η περιορισμένη επίδραση που θα έχει στο κλίμα η Συμφωνία του Παρισιού κινδυνεύει να εξαφανιστεί από το γεγονός, ότι όλες οι χώρες που κόπτονται για την Συμφωνία του Παρισιού στην πραγματικότητα σκοπεύουν να την εφαρμόσουν πλημμελέστατα ή και ελάχιστα στην πράξη.

Το τρίτο είναι ότι η Συμφωνία του Παρισιού είναι κομμένη και ραμμένη να δίνει άλλοθι στις ανεπτυγμένες χώρες, ενώ αδικεί τις πιο φτωχές, οι οποίες και θα πληρώσουν, ως συνήθως, τη νύφη.

Με δυο λόγια για την Συμφωνία του Παρισιού ταιριάζει στην κυριολεξία η φράση: «Άνθρακες ο θησαυρός»!

Αυτό φυσικά δεν δικαιολογεί καθόλου την αντιδραστική απόφαση Trump, αλλά αναδεικνύει την ανάγκη για ριζική αλλαγή κατεύθυνσης.

Η πραγματική χαλιναγώγηση της κλιματικής αλλαγής για έναν βιώσιμο πλανήτη απαιτεί πολύ πιο ριζοσπαστικά μέτρα και κυρίως ένα νέο οικολογικό αναπτυξιακό οικονομικό πρότυπο, που δεν θα θέτει σε προτεραιότητα το καπιταλιστικό κέρδος, αλλά το κοινωνικό όφελος, την κοινωνική δικαιοσύνη και την απασχόληση.

Γι’ αυτήν την αδήριτη ανάγκη, που έχει καταστεί όρος για την επιβίωση του πλανήτη, δυστυχώς, δεν κάνουν καμία νύξη όλα τα κυρίαρχα μίντια στον κόσμο που ασχολούνται με τις αντιπαραθέσεις γύρω από την Συμφωνία του Παρισιού, οι οποίες έχουν άλλες, κυρίως, προεκτάσεις και όχι το κλίμα.

Τα αναθέματα ΕΕ και Κίνας στον Trump δεν έχουν στόχο την αντιδραστική πολιτική του.

Αντίθετα, υποκρύπτουν μεγάλη υποκρισία και υπηρετούν σκληρά ιδιοτελή συμφέροντα που κάθε άλλο παρά επιδιώκουν να καταπολεμήσουν την κλιματική αλλαγή.

ΙΩΑΝΝΑ ΒΡΕΜΗ

Στη συνέχεια παραθέτουμε, χωρίς κρίσεις και σχόλια, ρεπορτάζ από ιστοσελίδες.

Γιατί ο Τραμπ μπορεί να μην έχει τον τελευταίο λόγο για το κλίμα

Ο νέος πλανητάρχης κατάφερε να αναστατώσει τον πλανήτη ανακοινώνοντας ότι δεν θα εφαρμόσει την ιστορική Συμφωνία του Παρισιού κατά της κλιματικής αλλαγής. Μόνο που η απόσυρση δεν μπορεί να ισχύσει «από σήμερα» όπως ισχυρίστηκε. Και η τελευταία λέξη μπορεί να ανήκει σε άλλον.

Ο νομικός μηχανισμός της Συμφωνίας, στην οποία έχουν δεσμευτεί όλες οι χώρες του κόσμου εκτός από τη Συρία, τη Νικαράγουα και τώρα τις ΗΠΑ, προβλέπει ότι καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να αποσυρθεί σε λιγότερο από τρία χρόνια μετά την ενεργοποίηση της συμφωνίας, ενώ για την ολοκλήρωση της διαδικασίας αποχώρησης απαιτείται τουλάχιστον ένα επιπλέον έτος.

Γι΄αυτό εξάλλου και ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ζαν-Κλοντ Γιούνκερ προειδοποίησε αυτήν την εβδομάδα ότι η αποχώρηση που ετοιμαζόταν να ανακοινώσει ο Αμερικανός πρόεδρος «δεν γίνεται ακριβώς έτσι».

«Σε σύγχυση»

Οι νομικοί περιορισμοί «σημαίνουν ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν να ολοκληρώσουν την αποχώρηση από τη Συμφωνία του Παρισιού πριν από τις 5 Νοεμβρίου 2020, μία μέρα μετά τις επόμενες προεδρικές εκλογές. Επομένως ο κ. Τραμπ δεν θα έχει αποσυρθεί από τη συμφωνία στη διάρκεια αυτής της προεδρικής θητείας» εξηγεί ο Μπομπ Γουόρντ του Ερευνητικού Ινστιτούτου «Γκράνταμ» για την Κλιματική Αλλαγή στο LSE του Λονδίνου.

Και όπως σχολιάζει ο δικτυακός τόπος του περιοδικού Nature, η τελευταία λέξη για την αποχώρηση των ΗΠΑ ίσως έρθει από τον νικητή των επόμενων εκλογών.

Στην ανακοίνωση που υπογράφει μαζί με τον διάσημο οικονομολόγο Νίκολας Στερν, ο Μποπ Γουόρντ συμπεραίνει ότι ο Αμερικανός πρόεδρος βρίσκεται σε «σύγχυση».

Ένα επιπλέον επιχείρημα που στηρίζει αυτή τη διαπίστωση είναι η δήλωση του Τραμπ ότι «οι ΗΠΑ θα αρχίσουν συνομιλίες προκειμένου να επιστρέψουν στη Συμφωνία του Παρισιού ή μια εντελώς νέα συναλλαγή με όρους που θα είναι δίκαιοι για τις ΗΠΑ, τις επιχειρήσεις, τους εργαζομένους και τους φορολογουμένους της».

Στην παράδοξη αυτή δήλωση έσπευσε να απαντήσεi η γραμματεία της Συνθήκης-Πλαισίου του ΟΗΕ για την Κλιματική Αλλαγή (UNFCC), ξεκαθαρίζοντας ότι η συμφωνία «δεν μπορεί να τεθεί εκ νέου σε διαπραγμάτευση βάσει του αιτήματος ενός συμμετέχοντος».

Άλλοι αναλυτές σχολιάζουν επίσης ότι οι αμερικανικές προσπάθειες για το κλίμα δεν θα παγώσουν τελείως, αφού η Καλιφόρνια και άλλες μεγάλες πολιτείες, καθώς και μεγάλες αμερικανικές επιχειρήσεις, έχουν ξεκαθαρίσει ότι θα εφαρμόσουν τα δικά τους σχέδια για μείωση των εκπομπών.

Σε όλο τον κόσμο, εξάλλου, οι αγορές ενέργειας συνεχίζουν τη μετάβαση σε καθαρές πηγές ενέργειας, μακριά από τη βιομηχανία λιθάνθρακα που προσπαθεί απεγνωσμένα να σώσει ο Τραμπ.

*Πηγή: in.gr, Βαγγέλης Πρατικάκης

Παραπλανητικές οι «μελέτες» που επικαλέστηκε ο Τραμπ για το κλίμα

Ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ παρερμήνευσε μια από τις μελέτες που επικαλέστηκε για να δικαιολογήσει την αποχώρηση από τη Συμφωνία του Παρισιού, διευκρίνισαν την Παρασκευή ερευνητές του ΜΙΤ, ενώ άλλοι ειδικοί χαρακτηρίζουν αναξιόπιστη μια δεύτερη έρευνα στην οποία αναφέρθηκε ο πλανητάρχης.

Το απόγευμα της Πέμπτης ο Τραμπ ανακοίνωσε επίσημα την απόφαση να αποσύρει τις ΗΠΑ από την ιστορική συμφωνία υποστηρίζοντας μεταξύ άλλων ότι δεν θα φρενάρει αρκετά την άνοδο της θερμοκρασίας.

«Ακόμη κι αν εφαρμοζόταν πλήρως η Συμφωνία του Παρισιού, με πλήρη συμμόρφωση απ’ όλες τις χώρες, υπολογίζεται ότι μέχρι το 2100 η παγκόσμια θερμοκρασία θα μειωνόταν κατά μόλις δύο δέκατα του ενός βαθμού Κελσίου. Πολύ, πολύ μικρό ποσοστό» είπε.

Ο ισχυρισμός αυτός αποδόθηκε σε έρευνα που διεξήγαγε το Τεχνολογικό Ινστιτούτο της Μασαχουσέτης (MIT), σύμφωνα με έγγραφα του Λευκού Οίκου που είδε το Reuters.

Το ΜΙΤ είχε δημοσιεύσει τον Απρίλιο του 2016 έρευνα με τον τίτλο: «Πόση διαφορά θα κάνει η Συμφωνία του Παρισιού;» η οποία δείχνει ότι εάν οι χώρες τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους, η άνοδος της θερμοκρασίας παγκοσμίως θα περιοριστεί κατά 0,6 έως 1,1 βαθμό Κελσίου μέχρι το 2100.

«Ασφαλώς και δεν υποστηρίζουμε την αποχώρηση των ΗΠΑ από την Συμφωνία του Παρισιού» ξεκαθάρισε ο Έργουαν Μονιέρ, μέλος της ερευνητικής ομάδας.

«Αν δεν κάνουμε τίποτε, η παγκόσμια θερμοκρασία μπορεί να αυξηθεί κατά 5 βαθμούς ή και παραπάνω, και αυτό θα ήταν καταστροφικό» τόνισε ο Τζον Ράιλι, διευκρινίζοντας προσθέτοντας ότι οι επιστήμονες του ΜΙΤ δεν είχαν καμία επαφή με τον Λευκό Οίκο, ούτε τους δόθηκε η ευκαιρία να εξηγήσουν την έρευνά τους.

Ανώτερο στέλεχος της κυβέρνησης υπεραμύνθηκε της χρήσης του πορίσματος από τον Τραμπ. «Δεν είναι μόνον το ΜΙΤ. Πιστεύω ότι υπάρχει συναίνεση όχι μόνον στην κοινότητα των περιβαλλοντολόγων αλλά και αλλού ότι η Συμφωνία του Παρισιού από μόνη της θα έχει πολύ μικρή επίπτωση στην κλιματική αλλαγή» δήλωσε.

Επικρίσεις στα «επιστημονικά» επιχειρήματα Τραμπ ήρθαν και από τον Μπομπ Γουόρντ του Ερευνητικό Κέντρο Κλιματικής Αλλαγής «Γκράνταμ» στο LSE του Λονδίνου: «Ο πρόεδρος Τραμπ επικαλέστηκε μια σειρά πλαστών πηγών, συμπεριλαμβανομένης μιας μελέτης με θεμελιώδη λάθη που δημοσιεύτηκε τον Μάρτιο του 2017 από την NERA Economic Consulting» γράφει σε ανακοίνωση την οποία συνυπογράφει με τον διάσημο οικονομολόγο Νίκολας Στερν.

Η επίμαχη μελέτη «υπολογίζει το κόστος που θα είχε για τις ΗΠΑ η συμμόρφωση με τους στόχους της συμφωνίας, βασιζόμενη όμως σε πολλές μη ρεαλιστικές υποθέσεις, όπως ότι όλες οι υπόλοιπες χώρες αγνοούν τους στόχους, ή ό,τι δεν υπάρχει ανάπτυξη ηλεκτρικών καυσίμων για να αντικατασταθούν αυτά που κινούνται με βενζίνη».

Δεδομένου ότι η στην επιστημονική κοινότητα υπάρχει σχεδόν απόλυτη ομοφωνία σχετικά με την πραγματικότητα και τη απειλή της κλιματικής αλλαγής, είναι εμφανές ότι ο νέος ένοικος του Λευκού Οίκου έχει πάρει διαζύγιο από την επιστήμη και διαστρεβλώνει την αλήθεια.

 Ποιες επιπτώσεις θα έχει η αποχώρηση των ΗΠΑ από τη Συμφωνία του Παρισιού

Ο επίσημος στόχος της Συμφωνίας του Παρισιού για το κλίμα θα ήταν ούτως ή άλλως δύσκολο να επιτευχθεί, μοιάζει όμως ακόμα πιο χλωμός μετά την απόφαση των ΗΠΑ να αποσυρθούν.

Η συμφωνία που υπογράφηκε το 2015 στο Παρίσι, με τη συμμετοχή σχεδόν όλης της διεθνούς κοινότητας, προβλέπει ότι η άνοδος της θερμοκρασίας μέχρι τα τέλη του αιώνα πρέπει να συγκρατηθεί κάτω από τους 2,0 βαθμούς Κελσίου σε σχέση με τα προβιομηχανικά επίπεδα του 19ου αιώνα.

Ήδη, η θερμοκρασία έχει ανέβει κατά σχεδόν 1,0 βαθμό Κελσίου, και τα περιθώρια είναι στενά.

Ένα βασικό πρόβλημα που προκύπτει από την απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ αφορά την ηγεσία της παγκόσμιας προσπάθειας -ο προκάτοχός του Μπαράκ Ομπάμα και ο κινέζος πρόεδρος Σι Ζινπίνγκ έπαιξαν κεντρικό ρόλο στο δρόμο προς το Παρίσι συγκροτώντας συμμαχία μαζί με την ΕΕ και ορισμένα μικρά νησιωτικά κράτη.

Η Ευρώπη και η Κίνα -η οποία έχει ξεπεράσει τις ΗΠΑ ως ο μεγαλύτερος παραγωγός αερίων του θερμοκηπίου- αναμένεται να εκδώσουν την Παρασκευή κοινό ανακοινωθέν με το οποίο επαναλαμβάνουν τη δέσμευσή τους στη συμφωνία και δηλώνουν την προθυμία τους να ηγηθούν.

Παραμένει ωστόσο αμφίβολο αν η διεθνής κοινότητα μπορεί να αναπληρώσει το κενό. «Πιστεύω ότι είναι πολύ δύσκολο να καλύψει κανείς τον χώρο που αφήνουν άδειο οι Αμερικανοί» σχολιάζει ο Ντέιβιντ Βίκτορ, ειδικός του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια στο Σαν Ντιέγκο.

Όπως σημειώνει, ακόμα και χωρίς την παρέμβαση του Τραμπ οι ΗΠΑ ήταν απίθανο να πετύχουν το στόχο που απορρέει από τη συνθήκη για μείωση των εγχώριων εκπομπών. Σύμφωνα με ανάλυση του οργανισμού Climate Action Tracker, οι περιβαλλοντικές πολιτικές που είχε καθιερώσει ο Μπαράκ Ομπάμα θα μείωναν τις εγχώριες εκπομπές κατά 10%, σε σχέση με τα επίπεδα του 2005, μέχρι το 2025. Το ποσοστό αυτό βρίσκεται πολύ κάτω από το 26% για το οποίο είχαν δεσμευτεί οι ΗΠΑ βάσει της συμφωνίας.

Το ίδιο ισχύει και για αρκετά ακόμα βιομηχανικά κράτη που κατέθεσαν ανεπαρκείς δεσμεύσεις για την περίοδο 2015-2030, δημιουργώντας επιφυλάξεις για την επίτευξη του στόχου των 2 βαθμών.

Υπάρχουν εξάλλου μελέτες που προειδοποιούν ότι μια άνοδος της θερμοκρασίας κατά περισσότερους από 2 βαθμούς είναι ήδη αναπόφευκτη, ό,τι μέτρα κι αν ληφθούν. Ωστόσο κανείς δεν μπορεί προβλέψει με σιγουριά, αφού ο βαθμός αβεβαιότητας είναι μεγάλος.

Σε κάθε περίπτωση, το μεγαλύτερο μέρος της διεθνούς κοινότητας έχει ήδη ξεκινήσει την προσπάθεια και οι αγορές ενέργειας σε όλο τον κόσμο συνεχίζει τη μετάβαση σε καθαρές πηγές ενέργειας.

Και αυτός είναι ο λόγος που πολλοί αναλυτές εκτιμούν ότι η απόσυρση των ΗΠΑ από τη συμφωνία θα κοστίσει στην οικονομία τους λόγω μείωσης των επενδύσεων σε ΑΠΕ και νέες τεχνολογίες ενέργειας.

Λίγο πριν ανακοινωθεί η απόφαση Τραμπ, εξάλλου, 25 αμερικανικές εταιρείες, ανάμεσά τους οι Google, Facebook, Apple, Microsoft, Intel, HP, Morgan Stanley και Unilever επισήμαιναν με καταχώρησή τους στον Τύπο ότι η Συμφωνία του Παρισιού θα ενίσχυε την ανταγωνιστικότητα, θα αύξανε τις θέσεις εργασίας και θα μείωνε τους επιχειρηματικούς κινδύνους.

Εκτός από τη βιομηχανία, αρκετές πολιτείες, όπως η Καλιφόρνια, η Νέα Υόρκη και η Ουάσινγκτον, δήλωσαν ότι θα υλοποιήσουν τα δικά τους μέτρα μείωσης των εκπομπών ανεξάρτητα από την απόφαση Τραμπ.

*Πηγή: in.gr, Βαγγέλης Πρατικάκης

H Σίλικον Βάλεϊ κόντρα στην απόφαση Τραμπ για την παγκόσμια θέρμανση

Λίγο πριν ανακοινωθεί η απόφαση-βόμβα του Ντόναλντ Τραμπ για την κλιματική αλλαγή, μεγάλες αμερικανικές εταιρείες όπως η Apple, η Google και η Facebook δημοσίευαν καταχώρηση στις εφημερίδες καλώντας τον Αμερικανό πρόεδρο να τηρήσει τη Συμφωνία του Παρισιού. Λίγες ώρες αργότερα, ο Έλον Μασκ και άλλα διευθυντικά στελέχη ανακοίνωναν ότι παραιτούνται από σύμβουλοι του Λευκού Οίκου.

Ο Τραμπ αποφάσισε να αποσύρει τις ΗΠΑ από τη διεθνή συμφωνία του 2015 για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, παρά τις αντιρρήσεις διευθυντικών στελεχών αμερικανικών επιχειρήσεων αλλά και των Ευρωπαίων συμμάχων της Ουάσινγκτον.

«Η κλιματική αλλαγή είναι πραγματική. Η εγκατάλειψη της συμφωνίας δεν είναι καλή για την Αμερική αλλά και παγκοσμίως» έγραψε στο Twitter ο Μασκ, ιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος των εταιρειών Tesla και SpaceX.

Ο Μασκ είναι μέλος του Στρατηγικού Φόρουμ Πολιτικής που έχει συγκροτήσει ο Τραμπ -πρόκειται για ένα συμβουλευτικό όργανο επιχειρηματικότητας αλλά και για το συμβούλιο που ασχολείται με θέματα δημιουργίας νέων βιομηχανικών θέσεων εργασίας στις ΗΠΑ.

Ο αμερικανός δισεκατομμυριούχος δήλωσε την Τετάρτη ότι «έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του» προκειμένου να μεταπείσει τον πρόεδρο Τραμπ, και απείλησε με αποχώρηση από το συμβουλευτικό όργανο στην περίπτωση που τελικά οι ΗΠΑ αποχωρούσαν.

Την ίδια στάση κρατά ο εκτελεστικός διευθυντής της Walt Disney Ρόμπερτ Ίγκερ, ο οποίος έγραψε στο Twitter: «Είναι θέμα αρχής. Παραιτήθηκα από το συμβούλιο του προέδρου μετά την αποχώρηση #ParisAgreement withdrawal».

Ο εκτελεστικό διευθυντής της Uber Technologies Τράβις Καλάνικ παραιτήθηκε από το συμβούλιο τον Φεβρουάριο, μετά την άσκηση πιέσεων από τους ακτιβιστές και τους εργαζόμενους που ήταν αντίθετοι στην μεταναστευτική πολιτική του προέδρου Τραμπ.

Στο συμβούλιο προεδρεύει ο Στίβεν Σβάρτσμαν, εκτελεστικός διευθυντής στον όμιλο Blackstone Group LP, και συμμετέχουν ο Ίντρα Νούγι, εκτελεστικός διευθυντής της PepsiCo Inc, αλλά και ο Τζέιμς Ντάιμον, εκτελεστικός διευθυντής της JP Morgan Chase & Co.

Την 1η Ιουνίου, λίγες ώρες πριν ανακοινωθεί επίσημα η απόφαση Τραμπ, 25 αμερικανικές εταιρείες, ανάμεσά τους οι Facebook, Microsoft, Google, Apple, Intel, HP, Morgan Stanley και Unilever, δημοσίευσαν καταχώρηση σε μεγάλες εφημερίδες ζητώντας την παραμονή των ΗΠΑ στη συμφωνία.

Αυτό, αναφέρουν, θα ενίσχυε την ανταγωνιστικότητα, θα αύξανε τις θέσεις εργασίας και θα μείωνε τους επιχειρηματικούς κινδύνους.

πηγη: iskra.gr

_επίθεση_σε_μέλος_συλλογικότητας_κατά_των_πλειστηριασμών.jpg

Επίθεση εναντίον μέλους της καταγγέλει η Κίνηση Κατά των Πλειστηρισμών στα Μεσόγεια.

Σύμφωνα με την ανακοίνωση, σήμερα το μεσημέρι, σε πεζόδρομο στην πλατείας Μαρκοπούλου, μέλη της συλλογικότητας διένειμαν υλικό, όταν ΙΧ αυτοκίνητο με οδηγό νεαρής ηλικίας και με «πρόθεση τουλάχιστον πρόκλησης βαριών σωματικών βλαβών άν όχι ανθρωποκτονίας χτύπησε με το αριστερό μπρός τμημα του μέλος της συλλογικότάς μας με αποτέλεσμα ο συναγωνιστής δικηγόρος κος. Ι. Κ. (σσ. Ίωνας Κωνσταντίνου) να βρεθεί αιμόφυρτος στο πλακόστρωτο και να υποστεί: ράγισμα 11ου δεξιού πλευρού, κάκωση αριστερού γόνατος και αριστερού ποδιού, κάκωση - θλαστικό τραύμα στην πλάτη, κάκωση αυχένα, ελαφριά διάσειση και πολύ βαθιά τραύματα στο πίσω πλευρό ολόκληρου του δεξιού βραχίονα που προκλήθηκαν την ώρα που προσέκρουσε στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου το οποίο και έσπασε απο την σφοδρότητα της σύγκρουσης του ΙΧ με τον πεζό συναγωνιστή».

Η Κίνηση καταγγέλει ότι ο δράστης προσπάθησε να διαφύγει αλλά τον σταμάτησαν οι παριστάμενοι αυτόπτες μάρτυρες. «Το μέν θύμα της άνανδρης επίθεσης διακομίστηκε στο ΚΑΤ, όπου διαπιστώθηκαν τα ανωτέρω τραύματα, ο δέ δράστης αφέθηκε ελεύθερος, παρά το γεγονός ότι οι αυτόπτες μάρτυρες επιβεβαίωσαν όλα τα παραπάνω και παρά το γεγονός ότι ζητήθηκε από την Αστυνομία που κατέφθασε να συλληφθεί ο οδηγός με την κατηγορία της βαριάς αποσκοπούμενης σωματικής βλάβης».

Σύμφωνα με καταγγελίες, ο οδηγός είναι μέλος της «Χρυσής Αυγής» και το θύμα είχε «στοχοποιηθεί».

πηγη: tvxs.gr

poreia-diadilosi.jpg

Ιδού η διάταξη του 4ου Μνημονίου!

(άρθρο 20 ν. 4472/2018)

Μαζί με την πλήρη απελευθέρωση των ομαδικών απολύσεων (άρθρο 17 ν.4472/2017) και το «πάγωμα» των ΣΣΕ (άρθρο 16 ν. 4472/2017), η κυβέρνηση με το τέταρτο Μνημόνιο θέσπισε, μετά από πίεση της τρόικας (κυρίως του ΔΝΤ), την «ανταπεργία» ή εργοδοτικό “lockout”.

Σύμφωνα με το άρθρο 20 του τέταρτου Μνημονίου (ν. 4472/2017) «Με τη διαδικασία της παραγράφου 4 και τηρουμένων των ίδιων ως άνω προθεσμιών εκδικάζονται οι διαφορές που απορρέουν από την εφαρμογή του άρθρου 656 του Αστικού Κώδικα σε περίπτωση κήρυξης απεργίας στην επιχείρηση.».

Ως προς την ανταπεργία, η Ελλάδα ανήκει σε εκείνες τις χώρες που την απαγορεύουν ρητώς (άρθρο 22 παρ. 2 του ν. 1264/1982). Όμως, η Νομολογία του Αρείου Πάγου (ΑΠ 1303/2004 ΕλΔικ 2005,1437), όπως παρατηρεί η Έκθεση της Επιστημονικής Επιτροπής της Βουλής, αναγνωρίζει, με βάση το άρθρο 656 του Αστικού Κώδικα, τη δυνατότητα του εργοδότη να μην καταβάλλει μισθούς σε μη απεργούς, όταν βρίσκεται σε αδυναμία αποδοχής των υπηρεσιών τους.

Με το άρθρο 20 του νέου νόμου ορίζεται ότι η ταχεία διαδικασία επίλυσης των διαφορών για τη νομιμότητα της απεργίας, η οποία προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 4 του ν. 1264/1982, θα εφαρμόζεται και στις διαφορές που προκύπτουν από την εφαρμογή του άρθρου 656 ΑΚ, όταν κηρύσσεται απεργία στην επιχείρηση. Δηλαδή εφεξής θα κρίνεται, σε σύντομο χρονικό διάστημα, εάν υφίσταται δυνατότητα του εργοδότη να μην καταβάλλει μισθούς και στους μη απεργούς, γιατί βρίσκεται σε αδυναμία αποδοχής των υπηρεσιών τους, ή εάν, αντιθέτως, οι εργαζόμενοι δικαιούνται τις αποδοχές αυτές, καθώς ο εργοδότης θα βρίσκεται σε υπερημερία ως προς την αποδοχή της εργασίας τους.

Η ψήφιση του “lockout” και κυρίως της πιο σκληρής εκδοχής του, του μισθολογικού “lockout”, δεν έχει προηγούμενο στην Ευρώπη τις τελευταίες δεκαετίες και μάλιστα με κυβέρνηση που αυτοαποκαλείται «Αριστερή»!

Είναι ντροπή και όνειδος τα πιο αντεργατικά και αντικοινωνικά μέτρα για τον πολύπαθο ιδιωτικό τομέα να θεσπίζονται στο όνομα της Αριστεράς και της προοδευτικής ιδεολογίας!

πηγη: iskra.gr

ypoyrgeio_oikonomikon-2.jpg

Η καθήλωση όλων των δαπανών που σχετίζονται με την κάλυψη των λαϊκών αναγκών διατήρησε σε υψηλά επίπεδα το ματωμένο πρωτογενές πλεόνασμα στο πρώτο τετράμηνο του έτους.

Σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία εκτέλεσης του κρατικού προϋπολογισμού, την περίοδο Γενάρης - Απρίλης 2017 το πρωτογενές πλεόνασμα διαμορφώθηκε σε 1,735 δισ. ευρώ, έναντι πρωτογενούς πλεονάσματος 1,906 δισ. ευρώ την αντίστοιχη περσινή περίοδο και στόχου για πρωτογενές πλεόνασμα 798 εκατ. ευρώ.

Το ύψος των καθαρών εσόδων του κρατικού προϋπολογισμού ανήλθε σε 15,309 δισ. ευρώ, παρουσιάζοντας μείωση κατά 819 εκατ. ευρώ ή 5,1% έναντι του στόχου. Βασικός παράγοντας για αυτή την εξέλιξη είναι τα μειωμένα έσοδα από τις ιδιωτικοποιήσεις.

Τα καθαρά έσοδα του τακτικού προϋπολογισμού ανήλθαν σε 14,567 δισ. ευρώ, μειωμένα κατά 152 εκατ. ευρώ ή 1,0% έναντι του στόχου του προϋπολογισμού του 2017.

Οι δαπάνες του κρατικού προϋπολογισμού ανήλθαν στα 16,442 δισ. ευρώ και παρουσιάζονται μειωμένες κατά 1,728 δισ. ευρώ έναντι του στόχου (18,170 δισ. ευρώ).

Οι δαπάνες του τακτικού προϋπολογισμού ανήλθαν σε 15,907 δισ. ευρώ και είναι μειωμένες κατά 1,159 δισ. ευρώ έναντι του στόχου.

Μειωμένες έναντι του στόχου ήταν κυρίως οι επιχορηγήσεις νοσοκομείων, ΥΠΕ-ΠΕΔΥ κατά 85 εκατ. ευρώ, το Κοινωνικό Εισόδημα Αλληλεγγύης κατά 169 εκατ. ευρώ, οι επιδοτήσεις γεωργίας κατά 150 εκατ. ευρώ (κυρίως για την κάλυψη ελλείμματος του ΕΛΕΓΕΠ), οι αποδοχές και συντάξεις κατά 134 εκατ. ευρώ, οι αποδόσεις στην Ευρωπαϊκή Ένωση κατά 332 εκατ. ευρώ και τα επιδόματα πολυτέκνων κατά 55 εκατ. ευρώ.

πηγη: 902.gr

Δευτέρα, 05 Ιουνίου 2017 08:58

Αποδέσμευση από την ΕΕ ή Δραχμισμός;

Γράφτηκε από τον

draxmi-euro725.jpeg

Σταύρος Μαυρουδέας

Καθώς η αντίθεση εργατικών και λαϊκών στρωμάτων στην πρόσδεση της Ελλάδας στην ΕΕ διευρύνεται, εμφανίζεται το ρεύμα που θεωρεί πως μια επιστροφή στη δραχμή αποτελεί αφετηρία φιλολαϊκής διεξόδου. Πρόκειται για μια εθελοτυφλική γραμμή, που θεωρεί πως μπορείς να πάψεις να πληρώνεις το χρέος και να περάσεις στη δραχμή χωρίς ανοικτό πόλεμο με την ΕΕ και το ελληνικό κεφάλαιο.

Από την «Μεγάλη ιδέα» της ΕΕ στην επιτροπεία

Η ένταξη στην ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση καθορίζει αποφασιστικά τις πολιτικο-οικονομικές εξελίξεις στην Ελλάδα από την μεταπολίτευση μέχρι σήμερα. Αυτή η σύγχρονη «Μεγάλη Ιδέα» της ελληνικής αστικής τάξης αποτελεί μία στρατηγική επιλογή που σταθεροποίησε την κυριαρχία της στην ταραγμένη μεταδικτατορική περίοδο και της έδωσε ελπίδες για αναβάθμιση μέσα στην ιμπεριαλιστική πυραμίδα (από ένα μεσαίου επιπέδου υπο-ιμπεριαλισμό σε έστω μικρό συνεταίρο ενός από τα βασικά παγκόσμια ιμπεριαλιστικά μπλοκ). Η συμμετοχή στην ΟΝΕ σηματοδότησε την απεγνωσμένη προσπάθεια να αναρριχηθεί στην πρώτη ταχύτητα αυτής της ιμπεριαλιστικής ενοποίησης. Αυτή η «Μεγάλη Ιδέα», όπως και οι προηγούμενες, μόνο πόνο και δάκρυα προσφέρει στις υποτελείς τάξεις με την συγκεκαλυμμένη αρχικά (από το 1985) και εξόφθαλμη και ραγδαία σήμερα συμπίεση των λαϊκών δικαιωμάτων και εισοδημάτων.

Αρχίζει όμως να κοστίζει και στο κεφάλαιο. Η ένταξη στην Κοινή Αγορά αποδιάρθρωσε το προηγουμένως παραδοσιακό μεν αλλά σχετικά συνεκτικό και αποτελεσματικό παραγωγικό πρότυπο του ελληνικού καπιταλισμού. Ο ανταγωνισμός των πιο αναπτυγμένων δυτικών κεφαλαίων συρρίκνωσε τον αγροτικό και τον βιομηχανικό τομέα και διόγκωσε αφύσικα τις υπηρεσίες, καθώς το ελληνικό κεφάλαιο «κρύφτηκε» σ’ αυτές εκμεταλλευόμενο τις δυνατότητες συγκεκαλυμμένου προστατευτισμού και κρατικο-μονοπωλιακής διαπλοκής που παρέχουν. Επίσης έχασε τα προνόμια της αυτόνομης χρήσης μιας σειράς κρίσιμων εργαλείων (π.χ. νομισματική πολιτική μετά την ένταξη στην ΟΝΕ). Αφετέρου βέβαια, ωφελήθηκε από τις δυνατότητες αποκόμισης ιμπεριαλιστικών υπερ-κερδών (ιδιαίτερα στην περιοχή των Βαλκανίων μετά το 1990) που έδωσε η συμμετοχή στην ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση.

Η παγκόσμια καπιταλιστική κρίση του 2007-8 και η ανάδυση τόσο της πτωτικής τάσης της κερδοφορίας όσο και των διαρθρωτικών προβλημάτων γκρεμίζει πλέον την σύγχρονη αστική «Μεγάλη Ιδέα» και ο ελληνικός καπιταλισμός τίθεται υπό επιτροπεία, υποβαθμιζόμενος ραγδαία τόσο μέσα στον ευρωπαϊκό όσο και τον διεθνή καταμερισμό εργασίας. Ιδιαίτερα, ο ρόλος του ξένου κεφαλαίου αυξάνει δραστικά μετατρέποντας σταδιακά το ελληνικό σε φτωχό συγγενή (π.χ. αλλαγές στον κρίσιμο τραπεζικό τομέα). Όμως το τελευταίο δεν τολμά ούτε να σκεφθεί την ανεξαρτητοποίηση του, καθώς είναι στενότατα δεσμευμένο στις οικονομικές διαδικασίες της ευρωπαϊκής ενοποίησης και τρέμει το κόστος της ανεξαρτητοποίησης του.

Γι’ αυτό τον λόγο, σε αντίθεση με άλλες χώρες κυρίως της Δυτικής Ευρώπης, δεν έχει εμφανιστεί καμία σοβαρή μερίδα του που να αμφισβητεί την συμμετοχή στην ευρωπαϊκή ενοποίηση και αντιδρά λυσσαλέα σε κάθε πρόταση αποδέσμευσης από αυτήν. Οι πρόσφατες τυχοδιωκτικές πρωτοβουλίες επίδοξων και εκπεσόντων πολιτικών και προσωπικοτήτων (που ζητούν φιλικό διαζύγιο από την ΟΝΕ και επιστροφή στη δραχμή με την στήριξη της κυβέρνησης Τραμπ και φυσικά χωρίς κανένα φιλο-λαϊκό και αριστερό περιεχόμενο) δεν έχουν σοβαρή συστημική στήριξη. Προς το παρόν τουλάχιστον, αυτός ο αστικός «δραχμισμός» χρησιμοποιείται μόνο ως μέσο πίεσης προς την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Η πεποίθηση ότι οι περιφερειακές χώρες της ΕΕ μπορούν να παίξουν με καλύτερους όρους μέσα στην Κοινή Αγορά αγνοεί την ιστορική εμπειρία και τους βασικούς κανόνες του καπιταλιστικού ανταγωνισμού

Η απουσία ενός σοβαρού τμήματος της ελληνικής αστικής τάξης που να αμφισβητεί την ένταξη στην ευρωπαϊκή ενοποίηση έχει συμβάλει ώστε η οικονομική κρίση να στρέψει τις λαϊκές μάζες κυρίως προς την Αριστερά. Η ισχυρή αντι-ΕΕ παράδοση της ελληνικής Αριστεράς (παρά τις όποιες ταλαντεύσεις και υπαναχωρήσεις τμημάτων της, όπως η πρόσφατη ανοικτή αποστασία του ΚΚΕ) έχει συμβάλει δραστικά σ’ αυτό.

Αντίθετα, σε πολλές δυτικο-ευρωπαϊκές χώρες εμφανίζονται σημαντικά τμήματα της αστικής τάξης, που δυσφορούν με την γερμανική κυριαρχία και σε συνδυασμό με προλεταριοποιούμενα (ή φοβούμενα την προλεταριοποίηση) μικρο και μεσο-αστικά στρώματα εμφανίζονται σαν ευρωσκεπτικιστές ή ακόμη και ολικοί αρνητές της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Το ακροδεξιό εθνικιστικό αυτό μπλοκ κερδίζει αξιοσημείωτη απήχηση στα λαϊκά και εργατικά στρώματα, καθώς η συντριπτική πλειοψηφία της Αριστεράς στις χώρες αυτές, πολλές φορές μετά από συντριπτικές ήττες, έχει εκφυλιστεί σε ένα κοσμοπολίτικο, πολιτικά καθωσπρέπει χυλό, που έχει εγκαταλείψει την ταξική πολιτική και έχει ενσωματωθεί (με ψευτο-διεθνιστικές ατάκες) στις πολιτικές της ευρωπαϊκής ενοποίησης.

Η Αριστερά αυτή είναι ανίκανη να εκφράσει την λαϊκή οργή που γεννά η φτωχοποίηση των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων από την ευρωπαϊκή ιμπεριαλιστική ενοποίηση καθώς ασπάσθηκε έναν αταξικό (στην ουσία του) κοσμοπολιτισμό, υποστήριξε την ευρωπαϊκή ενοποίηση εν ονόματι ενός ψευδεπίγραφου διεθνισμού (που υποτασσόταν στην καπιταλιστική «παγκοσμιοποίηση» και καμιά σχέση δεν είχε με τον προλεταριακό διεθνισμό), μετατράπηκε σε «αδελφή νοσοκόμα» του συστήματος (ιδιαίτερα στο μεταναστευτικό ζήτημα) και αποκήρυξε κάθε προσπάθεια μιας ταξικής γραμμής στα ζητήματα εθνικής ανεξαρτησίας, που ανακύπτουν από την ευρωπαϊκή ενοποίηση.

Μια τέτοια εκφυλισμένη Αριστερά δεν έχει ακόμη κατορθώσει να κυριαρχήσει στη χώρα μας (αν και υπάρχουν ισχυρές πιέσεις). Από την άλλη όμως μέσα στην ελληνική Αριστερά καλλιεργούνται μία σειρά «δραχμιστικές» προτάσεις που δεν προσφέρουν, αλλά αντίθετα υπονομεύουν την αντιΕΕ πάλη.

Οι προτάσεις αυτές συνδέονται με την ανάδυση μέσα σε εκφυλισμένα τμήματα της δυτικοευρωπαϊκής Αριστεράς ενός όψιμου ευρω-σκεπτικισμού. Εμπρός στον κίνδυνο πλήρους αποκοπής τους από τις λαϊκές μάζες αλλάζουν γραμμή και είτε επαγγέλλονται τον προοδευτικό μετασχηματισμό της «νεοφιλελεύθερης ΕΕ» (συνήθως με ένα ήπιο κεϋνσιανισμό), είτε ακόμη και στην αποχώρηση χωρών από την ΟΝΕ και την διατήρηση της ΕΕ περίπου ως ζώνης εμπορίου. Βέβαια πρόκειται για εθελοτυφλικές προτάσεις καθώς ο προοδευτικός μετασχηματισμός της ΕΕ έχει αποδειχθεί ανέφικτος.

Αλλά και η πεποίθηση ότι ιδιαίτερα οι περιφερειακές χώρες της ΕΕ μπορούν να παίξουν με καλύτερους όρους μέσα στην Κοινή Αγορά αγνοεί τόσο την ιστορική εμπειρία όσο και τους βασικούς κανόνες του καπιταλιστικού ανταγωνισμού. Για χώρες του ευρω-κέντρου αυτό είναι εφικτό μόνον εφόσον σημαντικές μερίδες του κεφαλαίου επιλέξουν την κατεύθυνση αυτή και φυσικά πληρώσουν οι εργαζόμενοι τα κόστη αυτής της αναπροσαρμογής. Αντίθετα για χώρες της ευρω-περιφέρειας η παραμονή στην Κοινή Αγορά με τους μηχανισμούς ιμπεριαλιστικής εκμετάλλευσης που η τελευταία έχει δεν θα αλλάξει ουσιαστικά τα πράγματα.

Αυτός ο αδιέξοδος «αριστερός ευρωσκεπτικισμός» εκφράζεται στη χώρα μας ιδιαίτερα από την ΛΑΕ και από μελέτες όπως αυτή του ΕΔΕΚΟΠ (Ευρωπαϊκό Δίκτυο Ερευνών Κοινωνικής και Οικονομικής Πολιτικής), δια χειρός Λαπαβίτσα. Η τελευταία είναι ενδεικτική των προβλημάτων της πρότασης αυτής.

Κατ’ αρχήν ξεκινά με κλαυθμηρισμούς περί της ζημιάς που προκαλούν οι κυρίαρχες πολιτικές στην Ευρώπη και με επικλήσεις για την σωτηρία της.

Πρόκειται για μία πολιτικά αφελή (;) εισαγωγή που παραγνωρίζει τα δομικά χαρακτηριστικά και την ιστορική εμπειρία της ευρωπαϊκής ενοποίησης (σαν μηχανισμού με οργανικά ιμπεριαλιστικά χαρακτηριστικά).

Η ερμηνεία της ελληνικής κρίσης επίσης δεν έχει καμία σχέση με τον Μαρξισμό αλλά αναπαράγει και μάλιστα αδύναμα ετερόδοξες αλλά και ορθόδοξες αστικές προσεγγίσεις (π.χ. η εξόφθαλμα λανθασμένη θεωρία της ανταγωνιστικότητας με βάση τα ονομαστικά μοναδιαία κόστη εργασίας).

Στο τεχνικό τμήμα της πρόκειται ουσιαστικά για πρόταση συναινετικού διαζυγίου με την ΟΝΕ και παραμονής στην ΕΕ σε δύο παραλλαγές.

Στην καθαρόαιμη εκδοχή της βασίζεται στην βοήθεια της ΕΕ (παροχή ρευστότητας από την ΕΚΤ κλπ.) και μάλιστα με αχρείαστη πολυπλοκότητα καθώς, σ’ αυτή την περίπτωση ένα συναλλαγματικό swap με την ΕΚΤ (ή υπό την κάλυψη της) θα έλυνε εύκολα τα προβλήματα. Βέβαια, η εν λόγω καλή μελέτη συνειδητά αποσιωπά ότι αυτό είναι το plan B της Γερμανίας ήδη διατυπωμένο σε σχετικές μελέτες (π.χ. Deutsche Bank) και χρησιμοποιημένο από τον Σόιμπλε για να τρομοκρατήσει την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ (στην οποία η σημερινή ΛΑΕ ασμένως συμμετείχε). Δεν είναι κρυφό ότι η Γερμανία, σε περίπτωση προϊούσας αποσύνθεσης της ΕΕ, προσανατολίζεται στη διατήρηση ενός σκληρού πυρήνα γύρω της που θα περιστοιχίζεται από ζώνες χωρών εξαρτημένες από αυτόν.

Ο νομισματικός μηχανισμός αυτού του γερμανικού plan B προβλέπει την ένταξη των νομισμάτων των χωρών αυτών στον Ευρωπαϊκό Συναλλαγματικό Μηχανισμό ΙΙ (ή κάτι ανάλογο), όπου τα νομίσματα θα είναι εξαρτήματα του ευρώ (ή του Γερμανο-κεντρικού διαδόχου του), αλλά με μία μεγαλύτερη ευελιξία στη διακύμανση των ισοτιμιών τους (και συνεπώς στην απάλυνση των ανισορροπιών στο εξωτερικό εμπόριο και στο ισοζύγιο πληρωμών). Όμως αποκλείει τόσο την «ανταγωνιστική υποτίμηση» (δηλαδή μία επιθετική κίνηση) όσο και (λόγω της παραμονής στην Κοινή Αγορά) την εφαρμογή ενεργητικών βιομηχανικών πολιτικών (δηλαδή ριζικής αναδιάρθρωσης της οικονομίας), που μόνο αυτές μπορούν να εξαλείψουν τις διαφορές ανταγωνιστικότητας και συνεπώς των εμπορικών και κεφαλαιακών ανισορροπιών.

Ουσιαστικά, για τις ευρω-περιφερειακές οικονομίες το γερμανικό plan B είναι διπλά καταστροφικό. Αφού έχουν περάσει την λαίλαπα των προγραμμάτων λιτότητας θα μεταταχθούν σε μία ζώνη ανοικτής υποτέλειας που θα διατηρεί τα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά εξάρτησης τους από τον πυρήνα. Απλά θα υπάρχει η δυνατότητα, κατόπιν συμφωνίας του ευρω-κέντρου, μίας πιο ελαστικής διαχείρισης ακραίων καταστάσεων. Το κόστος όμως ακόμη και αυτών των διευκολύνσεων τελικά θα το επωμίζονται κυρίως αυτές.

Η συγκρουσιακή παραλλαγή της πρότασης του ΕΔΕΚΟΠ αποτελεί ουσιαστικά παραλλαγή της συναινετικής και ταυτόχρονα αναπαραγωγή της αντίληψης του ΣΥΡΙΖΑ (πριν την παράδοση άνευ όρων) ότι υπάρχουν οι δυνατότητες επιτυχίας μιας «άγριας» διαπραγμάτευσης εντός της ΕΕ. Φυσικά το αποτέλεσμα αυτής της κοντόφθαλμης και ταυτόχρονα υποκριτικής στρατηγικής είναι σήμερα γνωστό. Με αυτή την εθελοτυφλική γραμμή το ΕΔΕΚΟΠ υποστηρίζει ότι μπορείς να πάψεις να πληρώνεις το χρέος και να περάσεις στη δραχμή χωρίς αυτό να οδηγήσει σε ανοικτό πόλεμο με την ΕΕ και το ελληνικό κεφάλαιο. Έτσι θα μπορείς να προχωρήσεις σε μία πολιτική εσωτερικής σταθεροποίησης μέσω μία αφελούς κεϋνσιανής πολιτικής ενίσχυσης της ζήτησης και υποκατάστασης εισαγωγών. Η Μαρξιστική ανάλυση έχει δείξει ότι σε κρίσεις υπερσυσσώρευσης (δηλαδή πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους και όχι φυσικά φληναφημάτων περί ανύπαρκτης «χρηματιστικοποίησης») η τόνωση της ζήτησης δεν επιλύει αλλά επιδεινώνει το πρόβλημα υπερσυσσώρευσης.

Κατά το ΕΔΕΚΟΠ η τόνωση της ζήτησης θα προέλθει κατ’ αρχήν μέσω τυπώματος νομίσματος που υποστηρίζεται ότι θα έχει μικρή πληθωριστική επίπτωση κυρίως λόγω της μεγάλης υποαπασχόλησης παραγωγικού δυναμικού της ελληνικής οικονομίας. Ο υπολογισμός της τελευταίας είναι καταφανώς υπερβολικός καθώς το μεγαλύτερο μέρος των «κλειστών» επιχειρήσεων – ιδιαίτερα της μεταποίησης – είναι χρόνια στην κατάσταση αυτή και έχει απαξιωθεί πλήρως. Συνεπώς, στα πλαίσια μίας οικονομίας της αγοράς με περιορισμένη μόνο κρατική ρύθμιση (όπως το τοποθετεί το ΕΔΕΚΟΠ) μοιραία αυτό θα οδηγήσει σε έκρηξη του πληθωρισμού. Εφόσον μάλιστα αυτό γίνει με βάση το σημερινό παραγωγικό μοντέλο, που η κατανάλωση βασίζεται σε εισαγωγές, τότε αυτό θα είναι καταστροφικό για την αγοραστική δύναμη των μισθών.

Η ΕΕ δεν θα δεχτεί εξαιρέσεις
ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗΣ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΘΑ ΤΑΧΤΕΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΕ

Επίσης, η προτεινόμενη παραγωγική ανασυγκρότηση είναι επιεικώς ανεφάρμοστη. Υποθέτει ότι η ΕΕ θα δεχθεί εκτεταμένες «ρήτρες εξαίρεσης» από την απαγόρευση επιδοτήσεων και προστατευτισμού της Κοινής Αγοράς. Αυτό αποκλείεται γιατί θα κουρέλιαζε την τελευταία και θα άνοιγε την όρεξη και άλλων χωρών.

Επίσης, υποθέτει ότι το ιδιωτικό κεφάλαιο θα συνεργαστεί και μάλιστα έγκαιρα στην πολιτική υποκατάστασης εισαγωγών. Πρόκειται επίσης για αφέλεια. Σε περίπτωση πολέμου με την ΕΕ το ελληνικό κεφάλαιο είναι γνωστό με ποιόν θα συμμαχήσει, όπως έδειξε και η περίοδος του δημοψηφίσματος. Η ελληνική αστική τάξη έβγαλε και βγάζει συνεχώς τα κεφάλαια της στο εξωτερικό κρατώντας στη χώρα μόνο τα απολύτως αναγκαία. Έξω μπορεί να τα επενδύσει πολύ πιο ελεύθερα και κερδοφόρα απ’ ό,τι σε μία Ελλάδα σε κατάσταση οικονομικού πολέμου. Συνεπώς, μόνο μία παραγωγική ανασυγκρότηση βασισμένη σε υποχρεωτικό και καθολικό σχεδιασμό της οικονομίας μπορεί να ανασυγκροτήσει σε φιλολαϊκή κατεύθυνση την ελληνική οικονομία. Όμως κάτι τέτοιο αποκλείεται εντός της Κοινής Αγοράς και φυσικά το ελληνικό κεφάλαιο δεν θα συναινέσει.

Οι ετερόδοξες αναλυτικές αδυναμίες στην ερμηνεία της ελληνικής κρίσης και οι μεσοβέζικες πολιτικές επιλογές φαίνονται και στη μελέτη της κλαδικής αναδιάρθρωσης της οικονομίας. Θεωρείται ότι στην κατάσταση «μισο-πολέμου» με την ΕΕ θα μπορεί να υπάρξει σταθεροποίηση της οικονομίας με βάση το σημερινό παραγωγικό μοντέλο.

Έτσι, παρά την βούληση των συντακτών για ενίσχυση της εκβιομηχάνισης, στην περίοδο σταθεροποίησης τον βασικό ρόλο παίζουν κλάδοι του πρωτογενούς τομέα και των υπηρεσιών.

Δηλαδή αναπαράγεται το υπάρχον καταφανώς αποτυχημένο παραγωγικό μοντέλο. Αγνοούνται βασικά προβλήματα των κλάδων αυτών (π.χ. η ασφυκτική εξάρτηση της έρευνας από ευρωπαϊκά κονδύλια, του τουρισμού από μεγάλα ξένα πρακτορεία).

Επίσης η χρησιμοποιούμενη τεχνική μεθοδολογία επιλογής κλάδων είναι εξαιρετικά προβληματική καθώς είναι πολύ μακροσκοπική (για πολιτικές που αναγκαστικά έχουν επιτακτικά βραχυχρόνιο χαρακτήρα) και βασίζεται σε παλιά δεδομένα που παραγνωρίζουν τόσο την τρέχουσα κατάσταση της οικονομίας όσο και αυτή που θα υπάρξει σε μία σύγκρουση με την ΕΕ.

Μεταβατικό πρόγραμμα με σοσιαλιστική προοπτική

Ο «δραχμισμός» του «αριστερού ευρωσκεπτικισμού» οδηγεί σε αδιέξοδα και νέες ήττες την Αριστερά. Υποβαθμίζει το βάθος και την έκταση της ταξικής και διεθνούς σύγκρουσης που απαιτείται για μία φιλολαϊκή διέξοδο από την κρίση. Θεωρεί ότι αυτή μπορεί να προκύψει είτε συναινετικά είτε με ένα «μισο-πόλεμο», δηλαδή δεν έχει διδαχθεί τίποτα από την καταστροφική πορεία του ΣΥΡΙΖΑ (για την οποία έχουν οι «αριστεροί δραχμιστές» σοβαρότατες ευθύνες). Αναζητεί ανέφικτες συμμαχίες με τμήματα της ελληνικής αστικής τάξης και ταυτόχρονα έχει την ψευδαίσθηση (;) ότι αυτά θα δεχθούν την ηγεμονία της Αριστεράς και του κόσμου της εργασίας. Αν υπάρξουν τέτοια τμήματα του ελληνικού κεφαλαίου θα επιδιώξουν την επιστροφή στη δραχμή με δικούς τους όρους, νέες διεθνείς εξαρτήσεις (κυρίως από τις ΗΠΑ) και σε βάρος των εργαζομένων.

Πολλές φορές όλα τα παραπάνω κρύβονται μέσα σε επιεικώς άστοχες πολιτικές διατυπώσεις του τύπου «ας γίνει πρώτα η έξοδος από την ΟΝΕ και μετά θα έλθει και η αποδέσμευση από την ΕΕ». Την ίδια ώρα βέβαια ακόμη και αυτό το μεσοβέζικο πρόγραμμα εξαϋλώνεται μέσα στις συμμαχίες με τυχοδιωκτικά προσωποπαγή μορφώματα με ένα θολό αντι-μνημονιακό και μόνο λόγο.

Οι κομμουνιστές δεν κρύβουν τις προθέσεις τους, όπως εμφατικά διακήρυξε ο Ένγκελς. Ο μόνος δρόμος φιλολαϊκής διεξόδου από την κρίση περνά από ένα μεταβατικό πρόγραμμα σοσιαλιστικής προοπτικής. Η τελευταία είναι ο στρατηγικός στόχος των κομμουνιστών και φυσικά δεν τον κρύβουν από τις λαϊκές μάζες. Άλλωστε ιδιαίτερα μετά την προδοσία του ΣΥΡΙΖΑ ο μόνος τρόπος για να σε ακούσουν είναι να τους μιλήσεις καθαρά, χωρίς να τάζεις λαγούς για πετραχήλια, και μιλώντας έντιμα για τις αναγκαίες θυσίες που πρέπει να γίνουν για να μπορέσει να «γυρίσει ο ήλιος».

Ο βασικός μεσοπρόθεσμος κόμβος αυτού του προγράμματος και η βάση για την συγκρότηση ενός ευρύτερου λαϊκού μετώπου είναι η συνολική αποδέσμευση από την ΕΕ. Χωρίς αυτήν καμία διαδικασία σοσιαλιστικής μετάβασης αλλά και αντιμετώπισης των άμεσων λαϊκών προβλημάτων δεν μπορεί να υπάρξει. Μία έξοδος από την ΟΝΕ χωρίς την πλήρη αποδέσμευση από την ΕΕ είναι ατελέσφορη ή τμήμα αστικών σχεδίων. Στη βάση αυτού του μεσοπρόθεσμού κόμβου οι κομμουνιστές οφείλουν να συνεργαστούν ακόμη και με δυνάμεις που δεν είναι πεισμένες για την σοσιαλιστική προοπτική χωρίς όμως ποτέ να κρύψουν τις στρατηγικές επιδιώξεις τους και προβάλλοντας πάντα οι ίδιοι ένα ευρύτερο πρόγραμμα όπου η αποδέσμευση από την ΕΕ (και η ειδική περίοδος περίπου «πολεμικής» οικονομίας που θα την χαρακτηρίζει) θα ανοίξει τον δρόμο για την διαδικασία σοσιαλιστικής μετάβασης.

Η υλοποίηση αυτού του πολιτικού σχεδίου είναι το κρίσιμο στοίχημα για τους Έλληνες κομμουνιστές σήμερα.

Πηγή: ΠΡΙΝ

Κυριακή, 04 Ιουνίου 2017 05:19

Ναζίμ Χικμέτ: «Πώς θα γενούνε τα σκοτάδια λάμψη»

Γράφτηκε από τον

-ΧΙΚΜΕΤ.jpg

Σαν σήμερα, 3 Ιουνίου 1963, «έφυγε» ο ποιητής της «πιο όμορφης θάλασσας», που έγραψε «πώς θα γενούνε τα σκοτάδια λάμψη». Σαν σήμερα «έφυγε» ο Τούρκος κομμουνιστής ποιητής, Ναζίμ Χικμέτ.

Οι στίχοι του είναι εδώ και συνεχίζουν να κοιτάζουν στο μέλλον των ανθρώπων…

Γιατί «η πιο όμορφη θάλασσα είναι αυτή που δεν την αρμενίσαμε ακόμα»…

Γιατί «αν δεν καώ εγώ, αν δεν καείς εσύ, αν δεν καούμε εμείς, πώς θα γενούνε τα σκοτάδια λάμψη;»…

πηγη: imerodromos.gr

 

Σελίδα 1272 από 1527
  • Τελευταια
  • Δημοφιλή