Σήμερα: 12/04/2021
Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2014 10:38

Η ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΣΤΟ ΣΤΟΧΑΣΤΡΟ ΤΗΣ ΜΝΗΜΟΝΙΑΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

Γράφτηκε από τον

Των ΔΕΣΠ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΟΥ & ΑΝ. ΤΑΡΠΑΓΚΟΥ* 

Μετά την κατάργηση των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, την ακύρωση του οκτάωρου (προς την υπερεργασία και την μερική απασχόληση), την ριζική μείωση των αποζημιώσεων απόλυσης, την ταπείνωση του κατώτατου μισθού της ΕΓΣΣΕ, έρχεται να πάρει σειρά στη σημερινή συγκυρία μια θεμελιακού χαρακτήρα μετάλλαξη του Εργατικού Δικαίου, που αφορά πλέον την ίδια την καρδιά, τον πυρήνα των συλλογικών εργατικών ρυθμίσεων, δηλαδή την άσκηση των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων του συνεταιρίζεσθαι και της απεργίας. Πρόκειται για την πιο ακραία εκδοχή της μνημονιακής πολιτικής που επιχειρείται στην τελευταία τετραετία, με την υπαγόρευση των ευρωπαϊκών διευθυντικών κέντρων, του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος, της ελληνικής αστικής τάξης και του κυβερνητικού πολιτικού της προσωπικού.

Το εγχείρημα του να καταστεί η κήρυξη απεργίας δυσχερέστατη αν όχι αδύνατη, καθώς και η επαναφορά του εργοδοτικού δικαιώματος κήρυξης λοκ άουτ κατεδαφίζουν τα ίδια τα θεμέλια υπόστασης του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος, της πλέον άμεσης και ταξικής μορφής κοινωνικής έκφρασης των δυνάμεων της μισθωτής εργασίας. Κι' ακόμη περισσότερο αρχίζει να γίνεται λόγος από τις δυνάμεις της αστικής κυριαρχίας για την κατάργηση των πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων μορφών συνδικαλιστικής οργάνωσης, με την προαγωγή μιας μορφής εργατικής εκπροσώπησης μόνον στο επίπεδο της τριτοβάθμιας συνομοσπονδιακής συγκρότησης.

Όπως και όλες οι άλλες θεμελιώδεις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, έτσι και στην προκειμένη περίπτωση, οι μνημονιακές αυτές νομικές ρυθμίσεις, έρχονται να αποκρυσταλλώσουν θεσμικά μια ήδη υπαρκτή πραγματικότητα μέσα στα πλαίσια του ταξικού συσχετισμού των δυνάμεων. Η παρατεταμένη κρίση υπερσυσσώρευσης του κεφαλαίου, σε συνδυασμό με τις αλλεπάλληλες πολιτικές των μνημονίων επέφεραν ήδη στην τελευταία εξαετία έναν απροσμέτρητο κοινωνικό όλεθρο : Αλματώδης αύξηση της ανεργίας από το 8% στο 27%, μείωση της αγοραστικής δύναμης των εργατικών νοικοκυριών (μισθών και συντάξεων) κατά 40%, αύξησης των λαϊκών φορολογικών επιβαρύνσεων κλπ. Αυτή η κοινωνική κατάσταση του δυσμενέστατου ταξικού συσχετισμού των δυνάμεων, σε συνάρτηση με άλλους παράγοντες, έχουν οδηγήσει σε μια ντε φάκτο παραφθορά των μορφών συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων, που χωρίς να τις καταργούν, τις έχουν καταστήσει ανενεργές, τις έχουν φέρει σε κατάσταση παράλυσης.

Το ίδιο συνέβη με τις συλλογικές συμβάσεις ή με τον ημερήσιο χρόνο απασχόλησης, όπου εξ αιτίας αυτών των συνεπειών της καπιταλιστικής κρίσης και της μνημονιακής πολιτικής, οδηγούνταν στην κατάργηση της εφαρμογής τους μέσα στην ίδια την παραγωγική εργασιακή πραγματικότητα. Κατά συνέπεια η νομική αποκρυστάλλωση του διαμορφωμένου συσχετισμού των δυνάμεων ήταν το φυσικό επακόλουθο που αξιοποιούν οι αστικές δυνάμεις, καταργώντας θεσμικά την ισχύ των συλλογικών ρυθμίσεων και σήμερα της συνδικαλιστικής νομοθεσίας. Το ίδιο από την αντίστροφη πλευρά είχε συμβεί στην πρώτη μεταπολιτευτική οκταετία, όπου η ντε φάκτο ανάπτυξη και αγωνιστική κινητοποίηση των εργοστασιακών σωματείων, παρά τις περιοριστικές διατάξεις του νόμου 330/1976, διαμόρφωσε έναν καινούριο συσχετισμό των κοινωνικών δυνάμεων μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, γεγονός που «αιχμαλώτισε» την κυβέρνηση της «αλλαγής» του ΠΑΣΟΚ οδηγώντας την στην ψήφιση του δημοκρατικού συνδικαλιστικού νόμου 1264/1982.

Από πολιτική άποψη είναι εμφανές ότι επιδίωξη των κυβερνητικών δυνάμεων του ακραίου νεοφιλελευθερισμού είναι η δομική αποσύνθεση των μορφών πρωτογενούς συσπείρωσης και εκπροσώπησης της εργατικής τάξης. Άλλωστε, η σταδιακή μεταστροφή των εργαζομένων προς τα αριστερά που καταγράφεται από τον Ιούνιο 2012 και συνεχίζεται μέχρι σήμερα, έχει διαμορφώσει νέους συσχετισμούς στο θεσμικό πλαίσιο του εργατικού κινήματος, ιδιαίτερα στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (όπου η άσκηση των συνδικαλιστικών ελευθεριών είναι ευχερέστερη), αλλά και σε έναν ορισμένο βαθμό στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας (όπου η άσκηση των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων συνήθως οδηγεί στην στέρηση της εργασίας), οδηγούν πλέον στην διαμόρφωση αγωνιστικών πλειοψηφιών (ΜΕΤΑ, ΕΜΕΙΣ, ΠΑΜΕ), που παραγκωνίζουν πλέον τις γραφειοκρατικές κυβερνητικές συνδικαλιστικές εκπροσωπήσεις (ΠΑΣΚΕ και ΔΑΚΕ).

Οι «μέρες της αφθονίας» του εργοδοτικού συνδικαλισμού είναι σαφέστατα μετρημένες, πολύ περισσότερο που με την δυνητική ανάδειξη μιας κυβέρνησης της Αριστεράς στο προσκήνιο, και την εργατική ανάταξη που θα επιφέρει, το καρκίνωμα του εργοδοτικού συνδικαλισμού θα εξαφανιστεί ολοσχερώς.

Προκειμένου ακριβώς να αποτραπεί μια τέτοια εξέλιξη, δηλαδή η κατάκτηση της πλειοψηφίας στις δευτεροβάθμιες και τριτοβάθμιες συνδικαλιστικές οργανώσεις, δρομολογείται το κυβερνητικό εγχείρημα αποδιάρθρωσης της συνδικαλιστικής νομοθεσίας, επιφέροντας την ολοσχερή παράλυση της λειτουργίας του εργατικού κινήματος. Πρόκειται μ' άλλες λέξεις για μια ωμή και απροσχημάτιστη νομική παρέμβαση των δυνάμεων του επιχειρηματικού κεφαλαίου και της τρόικα για την αποτροπή αυτής της επικείμενης και ήδη πραγματοποιούμενης αλλαγής των συσχετισμών στο θεσμικό συνδικαλιστικό κίνημα. Αλλά και από την άλλη πλευρά οι αστικές επιδιώξεις πηγαίνουν ακόμη πιο μακριά από τις ρυθμίσεις για την απεργία και το λοκ άουτ, δηλαδή στοχεύουν στρατηγικά στη θεσμική αποδόμηση του πυρήνα της εργατικής συνδικαλιστικής νομοθεσίας, δηλαδή της κατάργησης της λειτουργίας πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων συνδικαλιστικών ενώσεων των εργαζομένων.

Το ελληνικό συνδικαλιστικό κίνημα μετά τις διαδικασίες εκδημοκρατισμού του που κράτησαν μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1980, διακρίνονταν μεταξύ των άλλων από δύο θεμελιώδη χαρακτηριστικά :

Από τη μια πλευρά από την ενιαία δομή του, στον ιδιωτικό και στο δημόσιο τομέα (ένα σωματείο στην επιχείρηση και στον παραγωγικό κλάδο, μία Ομοσπονδία και Εργατικό Κέντρο τοπικά, μία τριτοβάθμια οργάνωση της ΓΣΕΕ), σε διαφοροποίηση από την ιστορική δομή του εργατικού κινήματος στις μεγάλες χώρες της Δυτικής Ευρώπης (Γαλλία, Ισπανία, Ιταλία κλπ.) : Και στις δύο περιπτώσεις ιστορικοί πολιτικοί λόγοι επέβαλαν αυτές τις διαφοροποιημένες δομές του εργατικού συνδικαλισμού στην ελληνική και στις ευρωπαϊκές κοινωνίες.

Από την άλλη πλευρά από την πρωτοπόρα μορφή οργάνωσης του επιχειρησιακού συνδικαλισμού, που είχε εκ των πραγμάτων πολύ πιο ισχυρό ρόλο να διαδραματίσει, σε σχέση με τα κλαδικά σωματεία, στο βαθμό που αντιπροσώπευε μια συγκεκριμένη μορφή εργατικής «αντί-εξουσίας» στον ίδιο το χώρο παραγωγής, απέναντι στο διευθυντικό δικαίωμα του κεφαλαίου.

Μ' αυτά τα οργανωτικά δεδομένα, και με την πλειονότητα της εργατικής τάξης να είναι προσανατολισμένη τις τρεις τελευταίες δεκαετίες προς την ελληνική σοσιαλδημοκρατία (ΠΑΣΟΚ), το σύνολο της οργανωτικής αυτής δομής σ' όλα σχεδόν τα επίπεδα, κυριαρχούνταν από τις συνδικαλιστικές δυνάμεις του «εργατικού μεταρρυθμισμού» (ΠΑΣΚΕ). Εντούτοις η σταδιακή μετάλλαξη της σιοσιαλδημοκρατίας στον μονεταρισμό, στον νεοφιλελευθερισμό με ανθρώπινο πρόσωπο και τελικά στον απροσχημάτιστο νεοφιλελευθερισμό στην τελευταία πενταετία, επέφερε τον εκφυλισμό των σοσιαλδημοκρατικών συνδικαλιστικών εκπροσωπήσεων και την μετατόπισή τους στο πεδίο του εργοδοτικού συνδικαλισμού της συναίνεσης και του «κοινωνικού εταιρισμού».

Η ιστορική πλέον καταβαράθρωση του ΠΑΣΟΚ (από το 44% του 2009 στο σημερινό δημοσκοπικό 4%), οδήγησε τον λαϊκό κόσμο της κοινωνικής του βάσης προς τις αριστερές ριζοσπαστικές πολιτικές επιλογές, ενώ η παρατεταμένη άσκηση της μνημονιακής πολιτικής επέφερε την αλλαγή του συσχετισμού των συνδικαλιστικών δυνάμεων.

Έτσι, όπως ήδη μνημονεύτηκε, η ορατή προοπτική κατάκτησης της πλειοψηφίας από τις αγωνιστικές εργατικές δυνάμεις στα θεσμικά όργανα του εργατικού κινήματος, σε συνδυασμό με τις κοινωνικές επιπτώσεις μιας κυβερνητικής διαχείρισης του ΣΥΡΙΖΑ, οδηγεί τις αστικές δυνάμεις ακριβώς σήμερα στο να προωθήσουν την πλήρη οργανωτική αποδόμηση του εργατικού συνδικαλισμού, που φτάνει μέχρι την κατάργηση των πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων συνδικαλιστικών ενώσεων. Έτσι τείνει να επιχειρηθεί η μηχανιστική μεταφορά του ευρωπαϊκού μοντέλου συνδικαλιστικής δόμησης (διαφορετικές συνομοσπονδίες), το οποίο λειτουργεί γόνιμα στις δυτικό-ευρωπαϊκές κοινωνίες, αλλά θα λειτουργήσει διαλυτικά για τη συνδικαλιστική οργάνωση στην ελληνική πραγματικότητα, που είναι δομημένη διαφορετικά για συγκεκριμένους ιστορικούς λόγους.

Στην γαλλική π.χ. περίπτωση λειτουργούν κεντρικά πολλές εργατικές συνομοσπονδίες (CGT, CFDT, FO, SUD, SOLIDAIRES κλπ.), οι οποίες και διαθέτουν συνδικαλιστικά τμήματα (sections syndicales) σε όλες τις μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις της οικονομίας. Η κινηματική και απεργιακή δράση των εργαζομένων αποφασίζεται κεντρικά, σε συνεννόηση με τα επιμέρους συνδικαλιστικά τμήματα, που είναι ουσιαστικά παραταξιακά παραρτήματα εντός των χώρων παραγωγής, όχι όμως αυτοτελή επιχειρησιακά σωματεία.

Η αποτελεσματικότητα αυτής της παρέμβασης διασφαλίζεται με την ενωτική δράση που συνήθως αποφασίζεται (Intersyndicale), έτσι ώστε οι συνδικαλιστικοί αγώνες που πραγματοποιούνται, τοπικοί, επιχειρησιακοί ή γενικοί, να έχουν ως επί το πλείστον την υπογραφή των περισσοτέρων συνομοσπονδιών. Μάλιστα η ελεύθερη συνδικαλιστική δράση εντός των επιχειρήσεων (με τη μορφή ωστόσο των συνδικαλιστικών επιτροπών των παραταξιακών συνομοσπονδιών και όχι ενιαίων σωματείων του συνόλου των εργαζομένων), κατακτήθηκε χάρις στη νεολαιίστικη και εργατική εξέγερση του Μάη – Ιούνη 1968 και αποτυπώθηκε στις περίφημες Συμφωνίες της Grenelle του Δεκεμβρίου 1968. Έτσι, αυτό το πρότυπο λειτουργεί αποτελεσματικά στις αντίστοιχες ευρωπαϊκές κοινωνίες, όντας προϊόν ιστορικών διεργασιών από τις αρχές του 20ου αιώνα, με συνδικαλιστική ελευθερία εντός των επιχειρήσεων (των συνδικαλιστικών τμημάτων και όχι ενιαίων συνδικάτων), και με την κουλτούρα της κοινής αγωνιστικής δράσης των γενικών συνομοσπονδιών.

Κατά συνέπεια η ενδεχόμενη απόπειρα κατάργησης των πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων οργανώσεων στην ελληνική περίπτωση, και άρα η εκ του πονηρού μεταφορά του ευρωπαϊκού συνδικαλιστικού προτύπου (γόνιμου για τις άλλες ευρωπαϊκές χώρες), με τη λειτουργία εργατικών συνομοσπονδιών, αναιρεί τους βασικούς πυλώνες του ελληνικού συνδικαλιστικού κινήματος: Εξαφάνιση των επιχειρησιακών σωματείων από τους χώρους κοινωνικής παραγωγής και της ενιαίας δομής των θεσμών του εργατικού κινήματος. Μια τέτοια στρατηγική εξέλιξη αντιπροσωπεύει για την ελληνική εργατική πραγματικότητα μια ουσιαστική διάλυση των εργατικών εκπροσωπήσεων και συλλογικοτήτων, με ολέθριες συνέπειες στην ίδια την ταξική διαπάλη στην κρίσιμη περίοδο του ακραίου νεοφιλελευθερισμού και των παρατεταμένων μνημονιακών πολιτικών.

* Η Δέσποινα Χαραλαμπίδου είναι βουλευτής Α' Θεσσαλονίκης του ΣΥΡΙΖΑ και ο Ανέστης Ταρπάγκος μέλος της Γραμματείας του ΜΕΤΑ Θεσσαλονίκης.

ΠΗΓΗ: iskra.gr

  • Τελευταια
  • Δημοφιλή