Σήμερα: 18/05/2026
Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

Aπόσβεση_εισφορών_σε_ηλικία_101_ετών.jpg

Θα λαμβάνατε την απόφαση να προχωρήσετε σε μια επένδυση 100.000 ευρώ αν γνωρίζατε ότι για να την αποσβέσετε θα χρειάζονταν 32-34 χρόνια; Θα προχωρούσατε αν ξέρατε ότι μόνο για να πάρετε τα χρήματά σας πίσω θα έπρεπε να ζήσετε μέχρι τα… 101, δηλαδή έως και δύο δεκαετίες πάνω από το προσδόκιμο; Ενδεχομένως να το κάνατε αν σας διαβεβαίωναν ότι η επένδυσή σας θα μεταβιβαζόταν στους απογόνους σας σε περίπτωση θανάτου. Σίγουρα όμως δεν θα κάνατε βήμα αν σας πληροφορούσαν ότι ο «καρπός» της επένδυσής σας θα έφτανε στον κληρονόμο σας «κουρεμένος» από 50% έως 75%, με ανοικτό επίσης το ενδεχόμενο ακόμη και της πλήρους απαξίωσης.

Κι όμως, αυτά είναι τα βασικά στοιχεία του καινούργιου τρόπου υπολογισμού των συντάξεων. Οσοι επιλέξουν να ασφαλιστούν για 10 ή 15 χρόνια παραπάνω –δηλαδή για 25 ή και 30 χρόνια αντί για 15 που είναι και το ελάχιστο επιτρεπόμενο όριο–, ποντάροντας στην αύξηση της μηνιαίας σύνταξης, θα πρέπει να γνωρίζουν ότι για να πάρουν πίσω τα λεφτά που θα έχουν πληρώσει σε ασφαλιστικές εισφορές, θα πρέπει να περιμένουν ακόμη και 32-34 χρόνια μετά τη συμπλήρωση του 67ου ορίου ηλικίας, δηλαδή μέχρι και τα 101. Αν επέλθει ο θάνατος νωρίτερα –κάτι εξαιρετικά πιθανό αν λάβει κανείς υπόψη του ότι το προσδόκιμο ζωής στην Ελλάδα δεν ξεπερνά τα 80-82 χρόνια–, η «επένδυση» στις ασφαλιστικές εισφορές θα απαξιωθεί. Στην καλύτερη περίπτωση, η σύνταξη θα μειωθεί κατά 50% για να γίνει σύνταξη χηρείας του/της συζύγου, ενώ με τη συμπλήρωση 3ετίας από τον θάνατο, το ποσοστό του «κουρέματος» θα φτάσει στο 75%.

Τιμωρία

Είναι προφανές ότι ο νέος τρόπος υπολογισμού των συντάξεων δημιουργεί τεράστιο κίνητρο για εισφοροδιαφυγή. Ο νόμος Κατρούγκαλου, αντί να επιβραβεύει την ασφάλιση για μακρά χρονική περίοδο και για υψηλές αποδοχές, πριμοδοτεί την ελάσσονα προσπάθεια στο όνομα του «κοινωνικού κράτους». Το ρηθέν «πολλά θα πάρεις, λίγα θα δώσεις» έχει αντιστραφεί πλήρως, κάτι που αποδεικνύεται από το εξής στατιστικό εύρημα:

Οποιος ασφαλιστεί για 20 χρόνια αντί για 15, με μέσες συντάξιμες αποδοχές της τάξεως των 800 ευρώ τον μήνα, θα πάρει πίσω τα χρήματά του ύστερα από 16 χρόνια. Ο ασφαλισμένος που θα εργαστεί για 20 χρόνια με αποδοχές 2.500 ευρώ θα χρειαστεί να περιμένει 29 χρόνια για να πάρει πίσω τα χρήματά του.

Ο τρόπος με τον οποίο λειτουργεί το νέο ασφαλιστικό σύστημα έχει γίνει απολύτως αντιληπτός στην αγορά εργασίας και αυτό έχει ως αποτέλεσμα, μήνα με τον μήνα, να «φουντώνουν» οι ακόλουθες πρακτικές:

1. Η έκρηξη της μερικής απασχόλησης με τη σύμφωνη γνώμη του εργαζομένου. Καταβάλλοντας ασφαλιστικές εισφορές της τάξεως των 130-140 ευρώ τον μήνα, ο εργοδότης εξασφαλίζει στον εργαζόμενο πλήρη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, 22 ένσημα τον μήνα και το δικαίωμα, με τη συμπλήρωση μιας 15ετίας, μιας σύνταξης της τάξεως των 390 ευρώ μηνιαίως καθαρά.

2. Η μείωση των μισθών στο ελάχιστο επιτρεπόμενο επίπεδο των 586 ευρώ –αυτό εξασφαλίζει μια σύνταξη της τάξεως των 435 ευρώ καθαρά μαζί με το επικουρικό– ενώ η διαφορά για όποιον θέλει να αμείβεται περισσότερο καταβάλλεται «κάτω από το τραπέζι».

3. Το ψαλίδισμα των καθαρών κερδών των επαγγελματιών στο επίπεδο που επιβάλλει η ελάχιστη ασφαλιστική εισφορά των 158 ευρώ τον μήνα (είναι τα 586 ευρώ μηνιαίως ή περίπου 7.000 ευρώ τον χρόνο).

Αντί η κυβέρνηση να αντιληφθεί την τεράστια διάσταση που μπορεί να λάβει το πρόβλημα και την επίπτωση που θα υπάρξει μακροπρόθεσμα στην εισπραξιμότητα των ασφαλιστικών εισφορών, προτιμά να ρίξει κι άλλο λάδι στη φωτιά.

Η σύνδεση των ασφαλιστικών εισφορών των επαγγελματιών όχι με το καθαρό φορολογητέο εισόδημα αλλά με το καθαρό κέρδος, προσαυξημένο κατά το ύψος των ασφαλιστικών εισφορών, αφήνει στο απυρόβλητο τους επαγγελματίες που επιμένουν να δηλώνουν κέρδη της τάξεως των 5.000-6.000 ευρώ ετησίως. Αυτοί έχουν φτάσει να αντιστοιχούν στο 70% του συνόλου, με το ποσοστό να αυξάνει ολοένα και περισσότερο χρόνο με τον χρόνο. Το νέο σύστημα υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών επηρεάζει τη μειοψηφία των επαγγελματιών που εξακολουθεί να δηλώνει εισοδήματα κοντά στα πραγματικά, δηλαδή της τάξεως των 15.000-20.000 ευρώ τον χρόνο ή και ακόμη περισσότερο.

Η εμμονή σε αυτή την πολιτική θα οδηγήσει στη «φτωχοποίηση» της χώρας, τουλάχιστον στα χαρτιά. Ολοένα και περισσότεροι ασφαλισμένοι θα πείθονται ότι δεν υπάρχει ισχυρό κίνητρο ασφάλισης, οπότε θα εμφανίζονται στα αρχεία της εφορίας με ολοένα και χαμηλότερους μισθούς. Αντίστοιχα βέβαια, θα διευρύνεται ο αριθμός των συνταξιούχων που θα εξασφαλίζουν σύνταξη της τάξεως των 500-600 ευρώ μηνιαίως, με προφανείς συνέπειες για τα φορολογικά έσοδα της χώρας.

Γιατί δεν συμφέρει η μακροχρόνια ασφάλιση

Εάν δεν αλλάξει κάτι στο προσεχές μέλλον στον τρόπο υπολογισμού των συντάξεων –κάτι διόλου απίθανο καθώς οι δανειστές έχουν ήδη βάλει στο μάτι την «εθνική σύνταξη», θεωρώντας ότι το δημοσιονομικό κόστος είναι πολύ μεγάλο για τις αντοχές της ελληνικής οικονομίας–, ο ασφαλισμένος που θα συμπληρώνει τις ελάχιστες προϋποθέσεις συνταξιοδότησης (15 χρόνια ασφάλισης και συμπληρωμένο το 67ο έτος της ηλικίας) θα έχει εξασφαλίσει… από χέρι μια σύνταξη της τάξεως των 370 ευρώ καθαρά (ανάλογα με το αν θα υπάρχει επικουρικό ή όχι).

Για να εξασφαλίσει αυτή τη σύνταξη, ο ασφαλισμένος θα χρειαστεί να καταβάλει, κατά τη διάρκεια αυτής της 15ετίας, περίπου 19.400 ευρώ, αν συνυπολογιστούν και εισφορές για την ιατροφαρμακευτική του περίθαλψη (εφόσον οι μέσες συντάξιμες αποδοχές διαμορφώνονται στα 400 ευρώ ανά μήνα). Αυτή είναι και η ελάχιστη «επένδυση» που πρέπει να κάνει κάποιος για να πάρει μια σύνταξη. Αν θελήσει να διεκδικήσει υψηλότερη σύνταξη, τότε ή θα πρέπει να ασφαλιστεί για περισσότερα χρόνια ή να διεκδικήσει υψηλότερες αποδοχές. Και στις δύο περιπτώσεις, θα χρειαστεί να καταβληθούν περισσότερες εισφορές. Να γίνει δηλαδή μια «επένδυση» με στόχο την υψηλότερη σύνταξη.

Αν κάποιος συνταξιοδοτηθεί με 15 χρόνια προϋπηρεσίας και συντάξιμες αποδοχές 800 ευρώ, θα έχει πληρώσει 38.880 ευρώ σε ασφαλιστικές εισφορές (είτε μόνος είτε μαζί με τον εργοδότη του) και με αυτό τον τρόπο θα εξασφαλίσει σύνταξη 420,14 ευρώ.

Αν ασφαλιστεί για 25 χρόνια αντί για 15, η σύνταξη θα αυξηθεί στα 518,77 ευρώ, αλλά μαζί με αυτή θα αυξηθεί και το συνολικό ποσό των ασφαλιστικών εισφορών, με αποτέλεσμα να διαμορφωθεί στις 64.800 ευρώ αντί για τις 38.880 ευρώ.

22 χρόνια μετά

Πότε θα πάρει πίσω ο εργαζόμενος αυτό το πρόσθετο ποσόν των ασφαλιστικών εισφορών (περίπου 25.920 ευρώ) αν επιλέξει να εργαστεί για 10 χρόνια παραπάνω; Υστερα από 263 μήνες ή περίπου 22 χρόνια, είναι η απάντηση. Και δεδομένου ότι η ηλικία συνταξιοδότησης είναι τα 67, τότε μόνο και μόνο για να πάρει πίσω τα χρήματά του, θα χρειαστεί να περιμένει μέχρι και τα 89.

Αυτό δεν είναι το χειρότερο που μπορεί να συμβεί όσον αφορά την περίοδο απόσβεσης. Από την επεξεργασία των στοιχείων προκύπτει ότι όσο μεγαλύτερες είναι οι συντάξιμες αποδοχές και όσο περισσότερος είναι ο χρόνος ασφάλισης τόσο δυσκολότερη γίνεται η απόσβεση. Ιδού ένα παράδειγμα που δείχνει ότι ο ασφαλισμένος, για να κερδίσει, θα πρέπει να ξεπεράσει τον έναν αιώνα ζωής:

Ασφαλισμένος, με μέσες συντάξιμες αποδοχές της τάξεως των 3.000 ευρώ κατά τη διάρκεια του εργασιακού του βίου, καταφέρνει να συμπληρώσει 25 έτη ασφάλισης και εξασφαλίζει μια καθαρή σύνταξη 884 ευρώ. Θα μπορούσε να έχει συνταξιοδοτηθεί με 15 χρόνια ασφάλισης λαμβάνοντας μια σύνταξη 636 ευρώ, αλλά επέμεινε στην ασφάλιση για να πάρει αυτή τη διαφορά των 248 ευρώ. Η απόφαση κοστίζει 97.200 ευρώ σε ασφαλιστικές εισφορές, καθώς ο «λογαριασμός» ανεβαίνει στις 243.000 ευρώ (αντί για τις 145.800 ευρώ που είναι το κόστος ασφάλισης για τα 15 χρόνια). Με δεδομένη τη διαφορά των εισφορών αλλά και τη διαφορά της σύνταξης, προκύπτει ότι η απόσβεση γίνεται ύστερα από 391 μήνες ή περίπου 33 χρόνια. Δηλαδή, με τη συμπλήρωση ενός αιώνα ζωής.

Οι αναλυτικοί πίνακες που δημοσιεύει σήμερα η «Κ» δείχνουν ότι οποιαδήποτε απόφαση είτε για μακρόχρονη ασφάλιση (άνω των 30-35 ετών) είτε για ασφάλιση με υψηλές αποδοχές (άνω των 2.000-2.500 ευρώ) αποδεικνύεται συμφέρουσα επιλογή μόνο με τη συμπλήρωση 25-30 ετών μετά το γενικό όριο ηλικίας συνταξιοδότησης που είναι το 67ο.

Ουσιαστικά, όσοι ασφαλίζονται με υψηλές αποδοχές ή για μεγάλες χρονικές περιόδους, απλώς δουλεύουν για τους μελλοντικούς χαμηλοσυνταξιούχους οι οποίοι και θα πάρουν την εθνική σύνταξη και κάτι παραπάνω, χωρίς να έχουν πληρώσει μεγάλα ποσά σε ασφαλιστικές εισφορές.

Η συγκεκριμένη διαπίστωση μπορεί να αποδειχθεί επικίνδυνη για τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος καθώς υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο να καταγραφεί σημαντική μείωση στον αριθμό των εργαζομένων που θα εξακολουθήσουν να ασφαλίζονται για μεγάλα ποσά και αντίστοιχη αύξηση στον αριθμό των εργαζομένων που θα επιδιώξουν να έρθουν σε «συνεννόηση» με τον εργοδότη.

πηγη: kathimerini.gr

AXTSIOGLOU-TSIPRAS.PNG

 Αμέλια Αναστασάκη

Η ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΠΡΟΤΙΜΗΣΕ ΚΑΤΑ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑ ΝΑ ΚΟΨΕΙ ΤΙΣ ΣΥΝΤΑΞΕΙΣ ΚΑΙ ΝΑ ΑΦΗΣΕΙ ΕΚΤΟΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΣΗΜΑΝΤΙΚΑ ΕΡΓΑΣΙΑΚΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΠΑΝΕ ΠΛΕΟΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ

«Καυτά» εργασιακά θέματα πέρασαν σε «δεύτερη μοίρα», καθώς Υπουργείο Εργασίας και δανειστές επέλεξαν για το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης είτε να μην συζητηθούν είτε να μην οδηγηθούν σε συμφωνία. Αυτός ήταν και ο λόγος που δεν εντάχθηκαν με οποιαδήποτε μορφή στο νόμο, και μεταφέρθηκαν στις διαπραγματεύσεις της τρίτης αξιολόγησης.

Τελικά το... ενδεχόμενο παραπομπής βασικών εργασιακών μεταρρυθμίσεων σε μία επόμενη αξιολόγηση -όπως άλλωστε είχε «προβλέψει» και η Υπουργός Εργασίας, Έφη Αχτσιόγλου- δεν είναι μόνο ανοιχτό, αλλά και υπαρκτό! Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο έδειξε σκληρή στάση αναφορικά με τα εργασιακά, και στις γενικότερες συζητήσεις με την ελληνική κυβέρνηση έδειχνε αμετάπειστο για υποχωρήσεις.

Μάλιστα, σύμφωνα με πληροφορίες του Newsbomb.gr, μεταξύ εργασιακών και συνταξιοδοτικών, η ελληνική πλευρά προτίμησε να προχωρήσει σε επιπλέον περικοπή των συντάξεων - κάτι που θα οδηγούσε σε μείωση της συνταξιοδοτικής δαπάνης, άρα και σε μείωση κρατικών εξόδων - και να αφήσει στην άκρη τις αλλαγές στις εργασιακές σχέσεις και στις συλλγοικές διαπραγματεύσεις, καθώς η διάθεση των Θεσμών δεν άφηναν περιθώρια για υποχωρήσεις. 

Το μόνο σίγουρο πάντως είναι ότι, οι αλλαγές στο καθεστώς των ομαδικών απολύσεων, όπως και η αβέβαιη επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων, αποτελούν αδιευκρίνιστα σημεία του πολυνομοσχεδίου. Συγκεκριμένα, σχετικά με τις συλλογικές διαπραγματεύσεις, τις ομαδικές απολύσεις, τις συνδικαλιστικές άδειες προβλέπονται στο νόμο τα εξής:

α. Ορίζεται μέχρι 20-8-2018 (ολοκλήρωση του τρέχοντος Προγράμματος Οικονομικής Προσαρμογής του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας), αντί για όσο διαρκεί η εφαρμογή του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Σταθερότητας (ΜΠΔΣ), η χρονική διάρκεια αναστολής διατάξεων σχετικά με τις αρχές της ευνοϊκότερης ρύθμισης ως προς το είδος εφαρμογής της συλλογικής σύμβασης εργασίας και της επεκτασιμότητας συλλογικής σύμβασης εργασίας.

β. Συστήνεται Τμήμα Ελέγχου Ομαδικών Απολύσεων στο Ανώτατο Συμβούλιο Εργασίας (Α.Σ.Ε.) (σήμερα στο Α.Σ.Ε. υφίστανται 5 τμήματα) και ορίζονται η σύνθεση και οι αρμοδιότητες του.

γ. Επαναπροσδιορίζονται σε ενιαίο θεσμικό πλαίσιο οι άδειες άνευ και μετ’ αποδοχών για τα διαφορετικά επίπεδα συνδικαλιστικών οργανώσεων. (άρθρα 16-20)

Συλλογικές διαπραγματεύσεις: Τι προβλέπεται

Θεσμοθετήθηκε η διατήρηση της αναστολής των αρχών της επεκτασιμότητας και της ευνοϊκότερης ρύθμισης, έως την επιτυχή ολοκλήρωση του Προγράμματος. Δεν διατυπώθηκε όμως η άρση της παραπάνω αναστολής μετά τη λήξη του προγράμματος, δηλαδή μετά τις 20 Αυγούστου 2018.

Ομαδικές απολύσεις: Τι προβλέπεται

Η κατάργηση του υπουργικού βέτο, δεν αντικαταστάθηκε από ανάλογη ισχυροποίηση του Ανώτατου Συμβουλίου Εργασίας. Ουσιαστικά η προέγκριση της διαδικασίας αντικαθίσταται από την γνωμοδότηση του ΑΣΕ. 

Κατώτατος μισθός: Τι προβλέπεται

Εδώ η διαφωνία κυβέρνησης-δανειστών δεν ήταν μόνο πολύμηνη αλλά και εμφανής! Οι δανειστές επέμειναν και το πέτυχαν να μην υπάρξει η παραμικρή αλλαγή.

Απεργίες: Τι προβλέπεται

Εδώ επικράτησε η επίσπευση της εκδίκασης υποθέσεων κήρυξης απεργίας από τα αρμόδια δικαστήρια, στη βάση του άρθρου 656 του Αστικού Κώδικα. Από τη μία, τα δικαστήρια γρηγορότερα θα καταλήγουν στο συμπέρασμα αν μία απεργία είναι νόμιμη ή όχι. Από την άλλη όμως, ανοίγει και μία άλλη συζήτηση για το κατά πόσο ένας εργοδότης νομιμοποιείται να μην καταβάλλει μισθούς στους εργαζόμενους που δουλεύουν, τις ημέρες μιας απεργίας.

Ενώσεις προσώπων: Τι προβλέπεται

Στα «σημεία» φαίνεται πως κέρδισαν οι δανειστές και εδώ... Οι Θεσμοί κατάφεραν να μεταθέσουν για αργότερα τη συζήτηση για το συγκεκριμένο θέμα. Οπότε παραμένει σε εκκρεμότητα.

Μετανέργεια: Τι προβλέπεται

Και το θέμα της μετενέργειας μεταφέρθηκε για αργότερα. Κυβέρνηση-δανειστές διαφωνούσαν για τη χρονική της διάρκεια.


πηγη: newsbomb.gr

 

xreokopia.jpg

Πρέπει να πληρωθούν εννέα δισ. φέτος σε δάνεια και ομόλογα – «Αφαίμαξη» και άλλων 2,3 δισ. ευρώ από φορείς του Δημοσίου με ρέπος σε τρεις μήνες – Στα 2,9 δισ. τα ταμειακά διαθέσιμα

Αυξητικά κινείται το χρέος της Κεντρικής Κυβέρνησης και το 2017, καθώς τον Μάρτιο ανήλθε στα 326,528 δισ. ευρώ, έναντι 326,258 δισ. που είχε φτάσει τον Δεκέμβριο.

Σύμφωνα με τα στοιχεία που ανακοίνωσε την Παρασκευή ο Οργανισμός Διαχείρισης Δημοσίου Χρέους, τα ταμειακά διαθέσιμα του Ελληνικού Δημοσίου ανήλθαν σε 2,908 δισ. ευρώ στο τέλος Μαρτίου, έναντι 2,791 δισ., που ήταν στα τέλη Δεκεμβρίου.

Αυτά είναι ουσιαστικά ό,τι περίσσεψε από το πρωτογενές πλεόνασμα 3,9% του 2016, μαζί με ό,τι απέμεινε από τα έξτρα δάνεια που έλαβε για αποπληρωμή ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων, που έλαβε στο β’ εξάμηνο πέρυσι η κυβέρνηση.

Από τα 326,5 δισ. ευρώ, τα 2/3 (ή 67,6% του συνολικού χρέους) είναι κυμαινόμενου επιτοκίου. Αυτά είναι που η κυβέρνηση θέλει να τα «κλειδώσει» σε σταθερό επιτόκιο, εν όψει της νέας ρύθμισης του χρέους. Στην περίπτωση αυτή, θα προστατευθεί μακροχρόνια από τον κίνδυνο αύξησης των επιτοκίων (και άρα των τόκων που πληρώνει κάθε χρόνο το Δημόσιο), αλλά βραχυπρόθεσμα θα προκύψει επιβάρυνση σε σχέση με τα πολύ χαμηλά κυμαινόμενα (της τάξεως του 1%) που απολάμβανε ως τώρα από τα δάνεια στήριξης.

Σύμφωνα με το newmoney.gr, από τα 326,5 δισ. ευρώ, τα 56,6 δισ. αφορούν κρατικά ομόλογα και τα 14,9 βραχυπρόθεσμους τίτλους. Σε αυτά θα πρέπει να προστεθούν και 13,6 δισ. από ρέπος των φορέων του Δημοσίου. Τα ρέπος αυξήθηκαν κατά 2,3 δισ. (ή σχεδόν 15%) μέσα σε τρεις μήνες, σε σχέση με τα 11,4 δισ. που είχε αντλήσει η κυβέρνηση ως τον Δεκέμβριο του 2016., εξέλιξη που δείχνει ότι συνεχίζεται η (εξ-) άντληση κάθε πηγής ρευστότητας στο δημόσιο -αλλά και με σχετικά «αλμυρό» επιτόκιο.

Αντιθέτως, τα 254,9 δισ. αποτελούν δάνεια, κατά κύριο λόγο προερχόμενα από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Στήριξης με πολύ χαμηλό επιτόκιο (225,5 δισ. ευρώ) τα οποία έλαβε στα πλαίσια των σχεδίων οικονομικής διάσωσης της χώρας.

Η μέση διάρκεια του ελληνικού χρέους ανέρχεται στα 18,19 έτη, αλλά η κυβέρνηση επιδιώκει αναδιάρθρωση και επιμήκυνση των λήξεων.

Μόνο για το 2017, οι πληρωμές για δάνεια και ομόλογα θα ανέλθουν σε περίπου 8,5-9 δισ. ευρώ. Σύμφωνα με το Μεσοπρόθεσμο, το 2017 και 2018 το δημόσιο χρέος θα πρέπει να μειωθεί σε 319-320 δισ. ευρώ.

πηγη: iskra.gr

_στο_μόλις_56_η_εισπραξιμότητα_του_ΕΦΚΑ.JPG

Του Δημήτρη Κατσαγάνη
 
Σε ελεύθερη πτώση βρίσκεται η εισπραξιμότητα του ασφαλιστικού χαρατσιού που έχει επιβληθεί σε 1,4 εκατ. ελεύθερους επαγγελματίες, αυταπασχολούμενους μπλοκάκια και αγρότες από τις αρχές του 2017.

Και αυτό γιατί για τρίτο συνεχόμενο μήνα από τότε που έγινε η αρχή της εφαρμογής του,  σημειώνεται ολοένα και μεγαλύτερη αστοχία στα έσοδα από τις νέες εισφορές.

Πιο συγκεκριμένα,  το Μάρτιο, τα έσοδα τα οποία εισπράχθηκαν από τον Ενιαίο Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ) από εισφορές κύριας σύνταξης –υγειονομικής περίθαλψης ανήλθαν μόλις σε 140 εκατ. ευρώ έναντι μηνιαίου στόχου για 250 εκατ. ευρώ.

Με άλλα λόγια, η εισπραξιμότητα του χαρατσιού ανήλθε μόλις στο 56% τον περασμένο Μάρτιο.

Υπενθυμίζεται πως η εισπραξιμότητα του χαρατσιού ανήλθε στο 60% τον Φεβρουάριο και στο 69% τον Ιανουάριο.

Έτσι, καταγράφεται συνεχής πτώση στα έσοδα από τις εισφορές των επαγγελματιών και των αγροτών μεταξύ Ιανουαρίου –Μαρτίου 2017.

Κύκλοι του Υπουργείου Εργασίας αποδίδουν την ολοένα και μεγαλύτερη υστέρηση των εσόδων από το χαράτσι στο γεγονός ότι μία μερίδα ασφαλισμένων δεν έχει λάβει ακόμα ειδοποιητήρια.  

Ωστόσο, ειδικοί της ασφάλισης εξηγούν την συνεχιζόμενη μείωση των εσόδων κυρίως  από το γεγονός ότι μία μερίδα των ασφαλισμένων αντιλαμβάνεται (έστω και καθυστερημένα) πως δεν αρκεί η καταβολή των τρεχουσών εισφορών κάθε μήνα για την απόκτηση ασφαλιστικής ικανότητας –ενημερότητας, αν έχουν βεβαιωθεί από το 2016 και πίσω ληξιπρόθεσμα χρέη τα οποία δεν έχουν διακανονιστεί.

Επίσης, οι πρόσφατες εκτιμήσεις της ΕΛΣΤΑΤ για ύφεση 0,5% στο α΄ τρίμηνο του 2017 "αποδεικνύουν" εν μέρει την αδυναμία ολοένα και περισσότερων επαγγελματιών να καταβάλλουν τις εισφορές.

Εξάλλου, αποθαρρυντικό ρόλο στην καταβολή του χαρατσιού έπαιξε η συμφωνία της κυβέρνησης με τους θεσμούς, στις αρχές του τρέχοντος μήνα, για υπολογισμό των εισφορών το 2018 με βάση το 85% ακαθάριστο εισόδημα του 2017 και για υπολογισμό των εισφορών το 2019 με βάση το 100% του ακαθάριστου εισοδήματος του 2018.

Η χαμηλή εισπραξιμότητα των εισφορών κύριας σύνταξης –ΕΟΠΥΥ είναι πολύ πιθανόν, μάλιστα,  να πέσει ακόμα πιο κάτω με το που γίνουν απαιτητές οι εισφορές επικουρικής ασφάλισης και εφάπαξ από 300.000 επαγγελματίες.

Όλοι οι παραπάνω αρνητικοί παράγοντες θα συνεχίσουν να είναι παρόντες και τους επόμενους μήνες σημειώνουν αναλυτές της ασφάλισης, αν και κύκλοι του Υπουργείου Εργασίας εκφράζουν την αισιοδοξία τους πως το κλείσιμο της δεύτερης αξιολόγησης στα τέλη του μηνός, η εκταμίευση της δόσης από τον ΕSM και το ΔΝΤ στα τέλη Ιουνίου –αρχές Ιουλίου σε συνδυασμό με την "ζεστή" από άποψη επιχειρηματικού τζίρου θερινή τουριστική περίοδο θα βελτιώσει την ικανότητα μίας μερίδας τουλάχιστον των επαγγελματιών να καταβάλλουν τις εισφορές τους κατά τους επόμενους μήνες.

Προς την ίδια θετική κατεύθυνση ελπίζουν στο Υπουργείο Εργασίας θα λειτουργήσει η νέα δυνατότητα ρύθμισης των ληξιπροθέσμων οφειλών έως 20.000 ευρώ προς τα ταμεία για όσους έχουν συνολικές ληξιπρόθεσμες οφειλές (πχ προς εφορία, τράπεζες, δήμους, ταμεία κλπ) άνω των 20.000 ευρώ, βάσει όσων προβλέπει ο νόμος για τον εξωδικαστικό συμβιβασμό.

Ωστόσο, σε κάθε περίπτωση  βάσει των προβλέψεων που είναι αποτιμώμενες στο Μεσοπρόθεσμο Πρόγραμμα Δημοσιονομικής Πολιτικής το οποίο συνοδεύει το πολυνομοσχέδιο που από χθες συζητείται στην Ολομέλεια της Βουλής , τα έσοδα των ταμείων από τις ρυθμίσεις θα βαίνουν μειούμενα ήδη από φέτος σε σχέση με πέρσι. Συγκεκριμένα, αναμένονται  φέτος έσοδα 878 εκατ. ευρώ από ρυθμισμένα χρέη (έναντι 1,040 δισ. ευρώ πέρσι), 838 εκατ. ευρώ το 2018 και 691 εκατ. ευρώ το 2019.

Χθες ο ΕΦΚΑ ανακοίνωσε πως οι εισφορές για το μήνα Απρίλιο θα πρέπει να καταβληθούν έως την Τετάρτη 31 Μαΐου, δηλαδή σε δέκα εργάσιμες μέρες από σήμερα.

Υπενθυμίζεται πως οι εισφορές αυτές έχουν επιβληθεί επί του καθαρού δηλωτέου εισοδήματος των παραπάνω κοινωνικών κατηγορίων για το έτος 2015, δεδομένου ότι ακόμα δεν έχει ολοκληρωθεί η κατάθεση των φορολογικών δηλώσεων για το έτος 2016.

Οι εισφορές θα καταβάλλονται κάθε μήνα με βάση το καθαρό δηλωτέο εισόδημα του 2015 ακόμα και μέχρι τον ερχόμενο Οκτώβριο, καθώς η προετοιμασία του λογισμικού με το οποίο θα υπολογιστούν οι εισφορές με βάση το καθαρό δηλωτέο εισόδημα του 2016 ενδέχεται να διαρκέσει ακόμα και μέχρι τον ερχόμενο Σεπτέμβριο.

Από εκεί και έπειτα, οι εισφορές θα υπολογιστούν με βάση το καθαρό δηλωτέο εισόδημα του 2016, ενώ παράλληλα θα γίνει ο συμψηφισμός μεταξύ των εισφορών που καταβλήθηκαν το 2017 (σ.σ. για το διάστημα Ιανουαρίου – Αυγούστου ή Σεπτεμβρίου) με βάση το εισόδημα του 2015 και εκείνων που έπρεπε να καταβληθούν με βάση το εισόδημα του 2016 κατά το ίδιο διάστημα.

πηγη: capital.gr

Σελίδα 3767 από 4478
  • Τελευταια
  • Δημοφιλή