Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Αριστερά και πανδημία: Από την απειθαρχία στην αστική γραμμή, στο μαζικό κίνημα για την ανατροπή

Παναγιώτης Μαυροειδής
▸ Το ΝΑΡ, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και άλλες αριστερές οργανώσεις κράτησαν από την αρχή εναντίωση στο κυβερνητικό αφήγημα, κόντρα σε επιλογές συναίνεσης και μισής αμφισβήτησης.
Αν συμφωνήσουμε ότι η σημερινή παγκόσμια κρίση τριών διαστάσεων (υγειονομική, οικονομική, περιβαλλοντική), αποτελεί γεγονός κοσμοϊστορικής σημασίας, αντιλαμβανόμαστε ότι η στάση των διαφόρων πολιτικών ρευμάτων της αριστεράς έχει επίσης στρατηγική και όχι μόνο τρέχουσα πολιτική σημασία.
Το επίσημο αφήγημα του αστικού πολιτικού κόσμο είναι γνωστό: Πρόκειται για μια υγειονομική κρίση που έρχεται «απ’ έξω», από τη «φύση», ως εκ τούτου η αντιμετώπισή της έχει ένα οικουμενικό υπερ-ταξικό χαρακτήρα, όπου δεν χωρούν πολιτικές αντιπαραθέσεις και διαφορετικές προσεγγίσεις. Στην πανανθρώπινη αυτή μάχη, οφείλουμε όλοι να πειθαρχήσουμε στις κυβερνήσεις και αστικά κράτη, ανεχόμενοι τα όποια, ίσως δυσάρεστα, μέτρα που έχουν άλλωστε προσωρινό χαρακτήρα. Το «Μένουμε σπίτι-μένουμε ασφαλείς» συμπύκνωνε τα προηγούμενα.
Ποια ήταν η στάση των πολιτικών δυνάμεων στην Ελλάδα; Ο ΣΥΡΙΖΑ αποδεχόμενος αυτήν την προσέγγιση θεώρησε πως «δεν είναι ώρα για αντιπολίτευση» και φρόντισε να κρατήσει τις αποστάσεις του από την κυβέρνηση με μια στάση του τύπου «Θα τα πούμε μετά». Στο ίδιο μοτίβο κινήθηκαν την άνοιξη (άλλαξε, ωστόσο, η στάση τους το φθινόπωρο), πλήθος οργανώσεων της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς καθώς και ορισμένες αναρχικές συλλογικότητες.
Στον αντίποδα αυτής της εκτίμησης και της επιλογής συναίνεσης, από την πρώτη κιόλας καραντίνα, το ΝΑΡ, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και αρκετές ακόμη οργανώσεις της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, επέλεξαν μια στάση εναντίωσης στο κυρίαρχο κυβερνητικό αφήγημα, απειθαρχίας και ανάπτυξης, στο μέτρο του δυνατού, αγώνων, προτάσσοντας τα ζητήματα της προστασίας της υγείας, τα εργασιακά οικονομικά ζητήματα καθώς και τις λαϊκές ελευθερίες. Αποφεύγοντας να απαντήσουν ασυλλόγιστα με ένα άστοχο «δεν μένουμε σπίτι», μιας και εκ των πραγμάτων το ζήτημα της τήρησης αποστάσεων ήταν και είναι υπαρκτό, απάντησαν στην ουσία του θέματος με το σύνθημα «Μένουμε ενεργοί» και «μένουμε αγωνιζόμενοι με νέες μορφές».
Το ΚΚΕ κατέληξε να κινηθεί στην πράξη κάπου ανάμεσα. Αποτελεί θετική παρακαταθήκη το σύνθημα «μένουμε δυνατοί» και η άρνηση στήριξης των κυβερνητικών επιλογών. Ταυτόχρονα, απέφυγε να καταδικάσει ρητά τα μέτρα περιορισμού ελευθεριών που επέβαλε η κυβέρνηση, ενώ στις αγωνιστικές κινητοποιήσεις προσπάθησε και προσπαθεί να εξασφαλίσει ένα συμβολικό χαρακτήρα με διατεταγμένη συμμετοχή αγωνιστών «με ονοματεπώνυμο». Χωρίς δηλαδή στην ουσία να βάζει θέμα μαζικής δράσης ούτε στόχο πολιτικής ανατροπής.
Ένα χρόνο σχεδόν μετά την εκδήλωση της πανδημίας και την αποτυχία των αλλεπάλληλων lockdowns, η στάση συναίνεσης ή μισής αμφισβήτησης της πολιτικής της ΝΔ, αποδεικνύονται λαθεμένες αλλά και καταστροφικές για τα εργατικά και λαϊκά συμφέροντα.
Όπως και οι ευθύνες για το πώς φτάσαμε εδώ, έτσι και οι απαντήσεις στην κρίση, εκφράζουν διαφορετικά ταξικά συμφέροντα και πολιτικές επιδιώξεις
Οι δυνάμεις της αντικαπιταλιστικής, κομμουνιστικής αριστεράς και του μαχόμενου εργατικού κινήματος, μπορούν με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση να τεκμηριώσουν και να υπερασπίσουν μια αγωνιστική στάση πολιτικής και κινηματικής εναντίωσης στην κυβερνητική και αστική πολιτική.
Σε ό,τι αφορά τις ίδιες τις αιτίες της σημερινής κρίσης, πολλά πράγματα έχουν φωτιστεί καλύτερα. Η απόδοση στην κρίση με τη νόσο Covid-19 χαρακτηριστικά «φυσικής καταστροφής» λόγω ενός «άγνωστου ιού», δεν πείθει. Ακόμη και απέναντι στοn σεισμό που είναι αναμφισβήτητα ένα φυσικό φαινόμενο, η ανθρωπότητα έχει μεθόδους πρόγνωσης και προφύλαξης, ενώ επίσης είναι ξεκάθαρο ότι οι συνέπειές τους είναι άνισα καταστροφικές ανάλογα με την ταξική και κοινωνική θέση των πληθυσμών που πλήττει. Πολύ περισσότερο, αυτό ισχύει για την εμφάνιση του συγκεκριμένου κορονοϊού και γενικά των ζωονόσων, που συνδέονται στενά με την αυξανόμενη νοσηρότητα που σχετίζεται με την υποβάθμιση της «υγείας» του περιβάλλοντος (ειδικά του αστικού δομημένου) και με την ανάπτυξη της καπιταλιστικής γεωργίας και βιομηχανικής κτηνοτροφίας. Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής και οι παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες της καπιταλιστικής αγοράς, αποτελούν αφενός τα φύτρα γέννησης των ασθενειών αλλά και τα ιδανικά περιβάλλοντα μετάδοσής τους, ειδικά σε συνθήκες κλιματικής αλλαγής.
Όπως και οι ευθύνες για το πώς φτάσαμε εδώ, έτσι και οι απαντήσεις στην κρίση, διασχίζονται από διαφορετικά ταξικά συμφέροντα και πολιτικές επιδιώξεις. Δεν βρίσκεται γενικά η «κοινωνία» αντιμέτωπη με τον κίνδυνο της πανδημίας, αλλά μια κοινωνία ταξικής διαίρεσης και ανισοτήτω, που πριν από όλα αφήνει απροστάτευτα τα εργατικά και λαϊκά στρώματα.
Οι πολιτικές που εφαρμόζει η κυβέρνηση της ΝΔ στο όνομα της αντιμετώπισης της υγειονομικής κρίσης, αποδεικνύεται πλέον ότι δεν έχουν κυρίως προσωρινό χαρακτήρα «έκτακτης ανάγκης». Στην Ελλάδα αλλά και σε όλον τον κόσμο, η αστική πολιτική διαμορφώνεται με βασικά κριτήρια τη μεγαλύτερη δυνατή συγκράτηση απωλειών που προκαλεί η σχετική διακοπή/αρρυθμία της καπιταλιστικής παραγωγής, την αντιστάθμιση της οικονομικής ζημιάς που υπάρχει για σημαντικές μερίδες του κεφαλαίου, με πολιτικά κέρδη σε βάρος της εργατικής τάξης, επιχειρώντας σοβαρή περιστολή στα δικαιώματα της οργάνωσης, του κοινωνικού και πολιτικού αγώνα, των συλλογικών (και ατομικών) ελευθεριών και δικαιωμάτων και τη δρομολόγηση βαθύτερων αντεργατικών «μεταρρυθμίσεων» καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης. Η προώθηση της τηλεργασίας και ειδικότερα της λεγόμενης τηλε-εκπαίδευσης, μαζί με την προώθηση του αντι-συνδικαλιστικού νόμου, η θέσπιση πανεπιστημιακής αστυνομίας και άλλα μέτρα, φανερώνουν την επιδίωξη πολιτικής καταστολής και ελέγχου των αντιδράσεων.
«Μα τι λέτε τώρα; Δηλαδή τα lockdowns γίνονται για να παρθούν αυτά τα μέτρα; Είναι κόλπο ή πραγματικό πρόβλημα η πανδημία; Άλλωστε η οικονομική κρίση δεν πλήττει και το κεφάλαιο;». Πράγματι η πανδημία αποτελεί πλήγμα και για την αναπαραγωγή του κεφαλαίου. Η υγειονομική κρίση αποτελεί εκδήλωση των αντιφάσεων του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, όπως και οι οικονομικές κρίσεις, τις οποίες μπορεί να αξιοποιεί, αλλά δεν σημαίνει ότι είναι «τεχνητές» ή ότι δεν πλήττουν μερίδες του κεφαλαίου ή δεν προκαλούν πολιτικές κρίσεις. Είναι επίσης ιστορικά διαπιστωμένο ότι το κεφάλαιο δεν παραιτείται ποτέ από τις «κατακτήσεις» του. Ό,τι κερδίζει «τώρα», το κρατάει για «μετά», επομένως και η αριστερά κρίνεται στον παροντικό πολιτικό χρόνο, δρώντας σε αυτόν με όρους ιστορικής προοπτικής και ανατροπής της καπιταλιστικής τάξης πραγμάτων.
πηγη: prin.gr
Παράλληλη πανδημία

Η «παράλληλη πανδημία», που βρίσκεται σε εξέλιξη και αφορά όλους όσοι στερούνται την αναγκαία ιατροφαρμακευτική περίθαλψη στο δημόσιο σύστημα Υγείας μιας νόσου, έχει επώδυνες συνέπειες για το λαό, ο οποίος βρίσκεται ταυτόχρονα αντιμέτωπος με την απειλή του κορονοϊού, εξαιτίας των ελλείψεων ακόμα και σε στοιχειώδη μέτρα προστασίας.
Για τρίτη φορά μέσα σε έναν χρόνο, η κυβέρνηση συρρικνώνει τα χειρουργεία, καταργεί κλινικές και ιατρεία στα δημόσια νοσοκομεία, βαφτίζει «ΜΕΘ Covid» κρεβάτια που είναι αναγκαία για χειρουργικές επεμβάσεις και άλλες ασθένειες, ανακυκλώνει τις διαχρονικές ελλείψεις στο δημόσιο σύστημα Υγείας για να διαχειριστεί με τα ίδια υλικά την έξαρση της πανδημίας.
Ποιο είναι το αποτέλεσμα για το λαό; Πέρα από το γεγονός ότι τα νοσοκομεία και οι ΜΕΘ καταγράφουν πληρότητα 100% για τους ασθενείς Covid, ειδικά στα μεγάλα αστικά κέντρα, ασθενείς με χρόνιες παθήσεις ή διάφορα έκτακτα περιστατικά αντιμετωπίζονται πλημμελώς ή και καθόλου από το δημόσιο σύστημα Υγείας, οδηγώντας ακόμα και σε αύξηση των θανάτων που δεν οφείλονται στην πανδημία.
Τα στοιχεία που παρουσίασε ο «Ριζοσπάστης» τον περασμένο Δεκέμβρη είναι αποκαλυπτικά: Σύμφωνα με το υπουργείο Υγείας, την περίοδο Γενάρη - Οκτώβρη 2020 καταγράφηκε μείωση των επισκέψεων στα Τμήματα Επειγόντων Περιστατικών κατά 30% και 31% λιγότερες επισκέψεις στα τακτικά εξωτερικά ιατρεία των νοσοκομείων, ενώ συνολικά στο 10μηνο «χάθηκαν» πάνω από 3,4 εκατ. επισκέψεις σε σχέση με τον αντίστοιχο μέσο όρο της περιόδου 2017 - 2019.
Αντίστοιχα τα χειρουργεία μειώθηκαν κατά 21% και οι νοσηλείες κατά 16%. «Χάθηκαν» δηλαδή στο 10μηνο πάνω από 90.000 χειρουργεία στο δημόσιο σύστημα Υγείας σε σχέση με τον αντίστοιχο μέσο όρο των ετών 2017 - 2019. Αλλά και στα Κέντρα Υγείας μειώθηκαν κατά 25% οι επισκέψεις, ποσοστό που ισοδυναμεί με 2,5 εκατομμύρια λιγότερες σε σύγκριση με το μέσο όρο της περασμένης διετίας.
Η κατάσταση είναι ακόμα χειρότερη στα ογκολογικά νοσοκομεία, όπου μειώθηκαν κατά 35% οι επισκέψεις στα τακτικά εξωτερικά ιατρεία και κατά 9% οι νοσηλείες, που αντιστοιχεί σε 120.000 λιγότερες επισκέψεις ογκολογικών ασθενών, σε σύγκριση με το μέσο όρο της διετίας 2017 - 2019.
Η κατάσταση αυτή αποτυπώνεται στη συνολικότερη επιδείνωση των δεικτών Υγείας, καταγράφεται όμως και στην «πλεονάζουσα θνησιμότητα», στους θανάτους δηλαδή μέσα στην πανδημία, που υπερβαίνουν το μέσο όρο προηγούμενων μηνών.
Σύμφωνα με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, τις πρώτες 49 βδομάδες του 2020 οι θάνατοι αυξήθηκαν κατά 3,65% σε σύγκριση με τις αντίστοιχες βδομάδες του 2019, ενώ πολύ μεγαλύτερη (από 25% έως 42%) είναι η αύξηση των θανάτων από την 46η έως την 49η βδομάδα, δηλαδή στο διάστημα 9 Νοέμβρη - 6 Δεκέμβρη 2020, οπότε κορυφώθηκε ξανά η πανδημία.
Απ' αυτούς τους «πλεονάζοντες» θανάτους, ένα μέρος οφείλεται στον κορονοϊό, σύμφωνα με τις επίσημες ανακοινώσεις του ΕΟΔΥ. Η αιτία όμως για σχεδόν τους μισούς απ' αυτούς είναι αδιευκρίνιστη και από τους επιστήμονες αποδίδονται στον αποκλεισμό χιλιάδων «μη Covid» ασθενών από το δημόσιο σύστημα Υγείας, που λειτουργεί ως μιας νόσου. Με άλλα λόγια, η αδυναμία χρονίως πασχόντων και άλλων ασθενών να έχουν έγκαιρα την αναγκαία διάγνωση και θεραπεία, οδηγεί πολλούς απ' αυτούς σε μοιραία κατάληξη.
Τα παραπάνω στοιχεία δεν αποδεικνύουν μόνο πόσο χυδαίοι και προκλητικοί είναι οι ισχυρισμοί της κυβέρνησης ότι διαχειρίζεται ικανοποιητικά την πανδημία και ότι δίνει προτεραιότητα στην ανθρώπινη ζωή. Ούτε φανερώνει μόνο τη γύμνια των κυβερνητικών εξαγγελιών για ενίσχυση τάχα του δημόσιου συστήματος Υγείας με μετακινήσεις υγειονομικών, προσλήψεις με ημερομηνία λήξης και σύστημα «ακορντεόν» στις ΜΕΘ, στα εξωτερικά ιατρεία, στις θεραπείες.
Πάνω απ' όλα αποκαλύπτονται τα αδιέξοδα ενός συστήματος Υγείας που λειτουργεί στη λογική της ανταποδοτικότητας και του «κόστους - οφέλους», με ιδιωτικοοικονομικά κριτήρια και σε σύμπραξη με τον ιδιωτικό τομέα, με υπόβαθρο την πολιτική των ελάχιστων δωρεάν παροχών για όλους και της εμπορευματοποίησης της Υγείας. Το σύστημα αυτό δεν είναι μόνο ανήμπορο να σταθεί με επάρκεια στις έκτακτες συνθήκες της πανδημίας, αλλά είναι ανίκανο να καλύψει τις ανάγκες του λαού και σε κανονικές συνθήκες. Το σύστημα αυτό είναι έκφραση μιας ευρύτερης στρατηγικής της ΕΕ και του κεφαλαίου για την Υγεία, που υπηρετήθηκε απ' όλες τις κυβερνήσεις όλα τα προηγούμενα χρόνια.
Η αιτία γι' αυτό είναι ο προσανατολισμός του, η λειτουργία του στο πλαίσιο της καπιταλιστικής οικονομίας με κριτήριο τα γενικότερα συμφέροντα του κεφαλαίου και όχι τις ανάγκες του λαού. Εκεί οφείλονται οι ελλείψεις σε προσωπικό και υποδομές, η υποχρηματοδότηση, οι αδρές πληρωμές από την τσέπη του λαού, η γιγάντωση του ιδιωτικού τομέα, η πλήρης σχεδόν απουσία της Πρωτοβάθμιας Φροντίδας Υγείας με έμφαση στην πρόληψη.
Όσο η υγεία του λαού θεωρείται κόστος για το κεφάλαιο και το κράτος του, τόσο θα είναι εκτεθειμένη σε πανδημίες, επαγγελματικές ασθένειες, αρρώστιες που μπορούν έγκαιρα να προληφθούν, να διαγνωστούν ή και να θεραπευτούν με βάση τα επιτεύγματα της ιατρικής επιστήμης και των τεχνολογικών της εργαλείων. Τόσο θα μεγαλώνει η απόσταση ανάμεσα στις δυνατότητες που προσφέρει η εξέλιξη της ανθρώπινης εργασίας και σκέψης, και την αθλιότητα όπου είναι καταδικασμένος να ζει ο λαός.
Μαζί λοιπόν με τις διεκδικήσεις για μέτρα ουσιαστικής στήριξης του δημόσιου συστήματος Υγείας, με μόνιμες προσλήψεις και σύγχρονες υποδομές, με επίταξη του ιδιωτικού τομέα χωρίς αποζημιώσεις και αύξηση της κρατικής χρηματοδότησης, προβάλλει από τις ίδιες τις εξελίξεις η αναγκαιότητα της πάλης για καθολικό, δημόσιο και δωρεάν σύστημα Υγείας, στην υπηρεσία των σύγχρονων κοινωνικών αναγκών και όχι της καπιταλιστικής κερδοφορίας, όπως γίνεται σήμερα, σε βάρος του λαού.
Το άρθρο αυτό αναδημοσιεύεται από την στήλη «Η Άποψή μας» του Ριζοσπάστη της Τετάρτης 3 Μάρτη 2021.
πηγη: 902.gr
Δήλωση του Γ.Γ της ΠΕΝΕΝ: Καμιά συναίνεση στην εξαπάτηση των Ναυτεργατών

Πραγματοποιήθηκε την 1η Μάρτη στο ΥΕΝ συνάντηση στην οποία πήραν μέρος ο Υπουργός Ε.Ν, αντιπροσωπεία των 13 Ναυτεργατικών Σωματείων καθώς και υπηρεσιακοί παράγοντες του Υπουργείου Εργασίας - ΝΑΤ - ΕΦΚΑ.
Το αντικείμενο της συνάντησης ήταν η επιτάχυνση των ρυθμών απόδοσης των συντάξεων και των λοιπών ασφαλιστικών παροχών προς τους δικαιούχους στην απομαχία Ναυτεργάτες.
Στην συνάντηση αυτή την Ένωσή μας εκπροσώπησε ο Γενικός Γραμματέας της ΠΕΝΕΝ Χρήστος Βιτουλαδίτης ο οποίος μετά το πέρας της σύσκεψης έκανε την παρακάτω δήλωση:
"Ανταποκριθήκαμε στην πρόσκληση που μας απεύθυνε ο Υπουργός Ε.Ν. για το τεράστιο πρόβλημα που αφορά τις τραγικές καθυστερήσεις στην απόδοση των συντάξεων, καταθέτοντας την αμετακίνητη θέση μας ότι οι συνθήκες και τα προβλήματα που έχουν συσσωρευτεί τα τελευταία χρόνια επιβάλουν την επαναφορά της αυτοτέλειας του ΝΑΤ και των άλλων Ταμείων (ΚΕΑΝ - Ταμεία Πρόνοιας - Οίκο Ναύτη) ως βασική προϋπόθεση για να επιταχυνθούν οι σχετικές διαδικασίες που έχουν κυριολεκτικά κολλήσει μέσω του γραφειοκρατικού ΕΦΚΑ.
Εναλλακτικά προτείνουμε ως μια προσωρινή και μεταβατική λύση στην κατεύθυνση κατάκτησης της αυτοτέλειας του ΝΑΤ η διεκπεραίωση των οφειλόμενων ασφαλιστικών δικαιωμάτων να γίνεται εξ ολοκλήρου από τις υπηρεσίες του ΝΑΤ που διαθέτουν την σχετική τεχνογνωσία και εμπειρία.
Ξεκαθαρίζουμε ότι η αυτοτέλεια του ΝΑΤ αποτελεί όχι μόνο θέση της ΠΕΝΕΝ αλλά είναι ομόφωνη απόφαση των συλλογικών οργάνων της ΠΝΟ και αίτημα διεκδίκησης όλα τα τελευταία χρόνια.
Με βάση αυτό το γεγονός θεωρούμε επιζήμια και απολύτως αρνητική την υποχώρηση των εκπροσώπων (των 8 Σωματείων) που με ευκολία προσάρμοσαν την θέση τους σε αυτή της κυβέρνησης και του Υπουργού Ε.Ν υιοθετώντας στην ουσία τα φτιασιδώματα που θα ανακυκλώσουν και θα διαιωνίσουν το πρόβλημα και στο μέλλον.
Ο καθένας αναλαμβάνει τις ευθύνες του, οι Ναυτεργάτες εν ενεργεία και συνταξιούχοι θα μας κρίνουν!
Η προσπάθεια να ρίξουν στάχτη στα μάτια των Ναυτεργατών είναι ευδιάκριτη και δεν επιδέχεται καμιά αμφισβήτηση.
Απόδειξη για αυτό αποτελεί το γεγονός ότι οι δρομολογούμενες αλλαγές δεν θέτουν (ως όφειλαν τα αρμόδια Υπουργεία και υπηρεσίες) ένα σαφές χρονοδιάγραμμα για το πότε θα καταβάλλονται οι προσωρινές και οι κύριες συντάξεις, πότε το επικουρικό, το εφάπαξ και οι αναβαθμίσεις. Αυτό δείχνει ότι η προχειρότητα και η σκοπιμότητα (βλέποντας και κάνοντας) δεν αποτελεί διέξοδο στο υπαρκτό και οξυμένο πρόβλημα και κατά συνέπεια το πρόβλημα θα εξακολουθήσει να υφίσταται.
Τέλος θέλουμε να αποσαφηνίσουμε ότι σε τυχόν νέα συνάντηση με τον ΥΕΝ, εφόσον προηγούμενα δεν είναι ξεκάθαρο το πλαίσιο στο οποίο προσερχόμαστε σε αυτήν, δεν πρόκειται να έχουμε καμιά συμμετοχή.
Πλάτες στην αντιλαϊκή κυβερνητική πολιτική σε βάρος των Ναυτεργατών, σε ψευδεπίγραφους διαλόγους που νομιμοποιούν και υλοποιούν αυτή την πολιτική και μάλιστα με την συμμετοχή των εκπροσώπων των Ναυτεργατών δεν πρόκειται να βάλουμε.
Καλούμε τον κλάδο και όλους τους Ναυτεργάτες να είναι σε αγωνιστική ετοιμότητα για την κλιμάκωση των αγώνων ως του μοναδικού δρόμου για την αντιμετώπιση των Ναυτεργατικών προβλημάτων".
Η Διοίκηση της ΠΕΝΕΝ
Ενας στους πέντε μισθωτούς παίρνει 500 ευρώ και κάτω

Χριστίνα Κοψίνη
Μέχρι χθες πιστεύαμε ότι οι θέσεις εργασίας διατηρήθηκαν και οι απολύσεις περιορίστηκαν το 2020 λόγω των αναστολών συμβάσεων εργασίας και των άλλων υποστηρικτικών εργαλείων που ενεργοποίησε ο κρατικός μηχανισμός (μετάθεση καταβολής εισφορών, ρήτρες μη απόλυσης στις ενισχύσεις της μη επιστρεπτέας προκαταβολής). Πρόκειται για τη μισή αλήθεια.
Διότι διαβάζοντας το ειδικό ετήσιο τεύχος του Πληροφοριακού Συστήματος ΕΡΓΑΝΗ με την επεξεργασία των δηλώσεων που υπέβαλαν οι επιχειρήσεις στο τρίμηνο από την 1η Οκτωβρίου έως την 31η Δεκεμβρίου, αβίαστα προκύπτει ένας επιπλέον παράγοντας: oι ιδιαίτερα χαμηλοί μισθοί.
Οι μισθοί που διατρέχονται επί χρόνια από υποτίμηση και οι χαμηλόμισθοι που συνέχισαν στη νέα κρίση να σηκώνουν το βάρος ήταν οι παράγοντες που κατέστησαν εφικτή τη διατήρηση των θέσεων εργασίας στον ιδιωτικό τομέα, όταν 185 χιλιάδες επιχειρήσεις (με στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τον περασμένο Νοέμβριο) παρέμειναν για μεγάλο χρονικό διάστημα κλειστές ή/και παραμένουν ακόμη.
Η διαρκής υποτίμηση των μισθών, που κάνει την εργασία φτηνή, καταγράφεται στον πίνακα της ΕΡΓΑΝΗ, όταν ένας στους πέντε μισθωτούς (406.416 εργαζόμενοι ή ποσοστό 20% στο σύνολο) αμείβεται με μισθούς χαμηλότερους ή στο ύψος των 500 ευρώ, ενώ οι «υψηλόμισθοι» που λαμβάνουν από 500 έως 1.000 ευρώ αντιστοιχούν στο 45,81% του συνόλου των μισθωτών. Πολύ μικρές διαφορές από το αντίστοιχο τρίμηνο του 2019, με μια αύξηση κατά 5,94%, καταγράφονται για την κατηγορία των εργαζομένων με μισθό 601-700 ευρώ και 5,67% για τη μισθολογική κατηγορία που λαμβάνει πάνω από 3.000 ευρώ. Κατηγορία η οποία, σύμφωνα με τα στοιχεία, αφορά μόλις το 2,87% των μισθωτών (58.773 εργαζόμενους).
Και ακριβώς επειδή το κόστος των αναστολών αφορούσε κυρίως τους χαμηλόμισθους (λιανεμπόριο και εστίαση που αποτελούν και τους μεγαλύτερους σε προσλήψεις εργοδότες), κυρίως σε μικρές επιχειρήσεις (που απασχολούν από 1 έως 10 εργαζόμενους), εμφανίζεται κι αυτή η φαινομενικά παράδοξη αύξηση -εν μέσω πανδημικής κρίσης- της εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου το εξεταζόμενο τρίμηνο του 2020, κατά 64.689 θέσεις εργασίας, με ετήσια αύξηση 3,26% έναντι του 2019.
Συνολικά, οι εργαζόμενοι (ως φυσικά πρόσωπα) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου το 2020 ανέρχονταν σε 2.051.025 και απασχολούνταν σε 2.152.910 θέσεις εργασίας (η διαφορά οφείλεται στο γεγονός ότι 101.885 άτομα απασχολούνταν σε περισσότερες από μία επιχειρήσεις). Αντίστοιχα, από τα στοιχεία για το 2019 προκύπτει ότι οι εργαζόμενοι (φυσικά πρόσωπα) με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ανέρχονταν σε 1.986.336, ενώ ο αριθμός θέσεων εργασίας ήταν 2.085.581. Οι επιχειρήσεις που απασχολούν εργαζόμενους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου το 2020 ανέρχονταν σε 279.329, ενώ το 2019 ήταν 265.212 (αύξηση κατά 14.117 ή 5,32%).
Η μεγάλη πλειονότητα των επιχειρήσεων είναι μικρού μεγέθους, με το 88,5% του συνόλου των επιχειρήσεων να απασχολούν από 1 έως 10 εργαζόμενους και με τις περισσότερες στο λιανικό εμπόριο (17,41% του συνόλου), την εστίασης (12,64%), το χονδρεμπόριο (9,6%), την υγεία (5,18%) και τις νομικές-λογιστικές δραστηριότητες (4,06%).
Ωστόσο ποσοστό πάνω από το 25% των μισθωτών, 558.253 άτομα, εργάζονται στις 672 επιχειρήσεις μεγάλου μεγέθους. Ιδιαίτερα δυναμική και η κατηγορία των 31.437 ΜμΕ στις οποίες απασχολούνται 592.762 εργαζόμενοι (27,53% του συνόλου των εργαζομένων).
πηγη: efsyn.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή
