Σήμερα: 23/04/2026
Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

_εφικτή_και_τι_συνεπάγεται_μια_Χρεοκοπία_Εντός_Ευρώ.jpg

Του Κώστα Παπουλή

Η χρεοκοπία μιας χώρας της ευρωζώνης, όπως η Ελλάδα θα πρέπει να την οδηγήσει κανονικά σε έξοδο από το ευρώ. Ο λόγος είναι απλός: οι τράπεζες στηρίζονται από την Ε.Κ.Τ. επειδή υπάρχει το αξιόχρεο του ελληνικού κράτους και στο βαθμό που αυτό δεν αθετεί τις υποχρεώσεις του και τις συμφωνίες-συνθήκες που έχει υπογράψει με την Ε.Ε..

Όμως, όπως είδαμε και στην περίπτωση της Κύπρου με τον έλεγχο στην κυκλοφορία των κεφαλαίων, οι γενικές αρχές και το νομικό πλαίσιο της Ε.Ε., μπορούν να παρακαμφθούν άμα αυτό εξυπηρετεί την συγκεκριμένη χρονική στιγμή τα ισχυρά κράτη, τα «γενικά» δηλαδή συμφέροντα της ευρωζώνης. Έτσι μπορεί να γίνει δεκτή η στήριξη των ελληνικών τραπεζών , παρά την χρεοκοπία του ελληνικού κράτους, υπό την αυστηρή προϋπόθεση ότι αυτές θα «εξυγιανθούν» σε τέτοιο βαθμό, που ως αυτοτελή ιδρύματα θα εξασφαλίζουν την βιωσιμότητά τους και έτσι οι ίδιες θα εγγυούνται τον δανεισμό της Ε.Κ.Τ..

Είναι σαφές ότι η Ελλάδα δεν φέρει πλέον τον οικονομικό κίνδυνο του 2010, μια που το χρέος της μεταφέρθηκε στον επίσημο τομέα, ώστε να αποτελέσει πρόβλημα για την ευρωζώνη. Σήμερα απασχολεί οικονομικά το Βερολίνο όσο περίπου   η Ηγουμενίτσα την Αθήνα. Σε αυτήν την υποβάθμιση του κινδύνου, παίζουν μεγάλο ρόλο και τα τελευταία μέτρα Ντράγκι.

Έχει βέβαια αντίστροφο γεωπολιτικό βάρος. Όμως το μεγάλο πρόβλημα με την Ελλάδα είναι το εξής: Σε περίπτωση στάσης πληρωμών και επιστροφής σε εθνικό νόμισμα, όλα συνηγορούν ώστε σύντομα να μετατραπεί στην Αργεντινή της Μεσογείου. Αν δηλαδή η Αθήνα αρχίσει να ανακάμπτει, όπως ακριβώς το Μπουένος Άιρες, τότε θα είναι δύσκολο να διατηρηθεί η ενότητα της ζώνης του ευρώ, ακόμη και αν αυτή προσωρινά ενισχυθεί από μια ελληνική έξοδο. Το παράδειγμα για τους λαούς θα είναι εκκωφαντικό. Είναι πιθανόν ότι από τον Ατλαντικό ως το Αιγαίο, όλα τα έθνη θα ανακτήσουν την εθνική και λαϊκή τους κυριαρχία. Οι δυνάμεις της δημοκρατίας και της εργασίας θα ενισχυθούν σε όλη την ευρωπαϊκή Μεσόγειο.

Αυτό είναι κάτι που το γνωρίζει ο γερμανικός παράγοντας. Έτσι φαίνεται να σχεδιάζει (και) την εναλλακτική λύση μιας «χρεοκοπίας εντός ευρώ», για να κρατηθεί η χώρα δεμένη στον ευρωαντλαντικό άξονα και να γίνει αντι-παράδειγμα οικονομικής παρακμής. Καθώς η χώρα βαδίζει σε νέα ύφεση και σε ίσως σε παρατεταμένη πολιτική αστάθεια που θα τροφοδοτεί την στασιμότητα, η χρεοκοπία δεν μπορεί να αποκλειστεί και με τρίτο μνημόνιο - που είναι το βασικό και ισχυρό σενάριο-, μια που μια νέα σημαντική αναδιάρθρωση χρέους που γίνεται περισσότερο αναγκαία, είναι κάτι εξαιρετικά δύσκολο. Οι γερμανοί λοιπόν ετοιμάζονται για όλα τα ενδεχόμενα, σε οποιοδήποτε βάθος χρόνου. Είτε δηλαδή συμβεί τώρα, είτε σε τρία ή πέντε χρόνια.  

Μια προσωρινή αθέτηση πληρωμών, μια «ρήξη» ή μια κρίση λίγων εβδομάδων, που είναι και αυτό ένα σενάριο στο βαθμό που δημιουργήσει μια νέα και ισχυρή κυβέρνηση εθνικής ενότητας, η οποία θα λύσει βραχυχρόνια η μεσοχρόνια το ζήτημα της χρεοκοπίας δεν ανάγεται βέβαια στην περίπτωση της «χρεοκοπίας εντός ευρώ».

«Χρεοκοπία εντός ευρώ» σημαίνει παρατεταμένο χρεοστάσιο του ελληνικού κράτους που θα οδηγήσει την διευθέτηση του χρέους σε νέα βάση μεταξύ των πιστωτών και της Ελλάδας, πιθανόν μέσω άλλων «θεσμών» όπως «η Λέσχη των Παρισίων».

Για να μείνει η Ελλάδα στο ευρώ θα πρέπει οι τράπεζες να μείνουν ανοικτές και να χρηματοδοτηθούν από την Ε.Κ.Τ.. Εδώ ακριβώς αρχίζει ο εφιάλτης. Οι τράπεζες θα χρεοκοπήσουν και αυτές μια που κατέχουν τίτλους του ελληνικού δημοσίου. Καθώς το ελληνικό δημόσιο που είναι ο εγγυητής τους θα γίνει αναξιόχρεο θα πρέπει αυτές να καταστούν αξιόχρεες. Τότε θα πρέπει να ζήσουμε μια νέα «εξυγίανση» των τραπεζών τύπου Κύπρου. Οι τράπεζες θα πρέπει να ανακεφαλοποιηθούν από τις σάρκες τους. Όλες οι «εγγυήσεις» και τα χαρτιά του ελληνικού δημοσίου θα εξατμιστούν. Αυτό ακριβώς προανήγγειλε ο Σόιμπλε, ο οποίος -δυστυχώς- πάντα ξέρει τι λέει. Τα ομόλογα και οι μετοχές των τραπεζών δεν επαρκούν για να αντέξουν το βάρος. Θα υπάρξει γενναίο και οριζόντιο κούρεμα καταθέσεων, ενώ σκληροί νόμοι θα περάσουν κατά των δανειοληπτών. Μεγάλο κομμάτι της ιδιωτικής περιουσίας ελλήνων πολιτών θα εκποιηθεί για ένα κομμάτι ψωμί. Ίσως απαιτηθούν άμεσα μέρος και από τα 40 δις που έχουν πάρει ως κεφάλαια οι τράπεζες

Το ευρύτερο δημόσιο, καθώς θα είναι άδειο από οποιαδήποτε ρευστότητα, στεγνωμένο από τις τελευταίες πληρωμές στους πιστωτές δεν θα καλύπτει τις υποχρεώσεις του. Φυσικά δεν πρόκειται να του επιτραπεί να εκδώσει άλλο νόμισμα, γιατί κάτι τέτοιο σημαίνει μια ελευθερία νομισματικής πολιτικής, κάτι που αποκλείεται στη ζώνη του ευρώ. Το κούρεμα των καταθέσεων θα έχει σημαντικές επιπτώσεις στην φοροδοτική ικανότητα των ελλήνων, ενώ η ελληνική οικονομία θα μπει σε νέο υφεσιακό σοκ. Τα έσοδα θα μειωθούν περαιτέρω και από τον νέο κύκλο ύφεσης. Είναι πολύ πιθανό το μεγάλο τμήμα των μεταβιβάσεων των κοινωνικών ταμείων από την Ε.Ε. να μπλοκαριστεί, μια που η Ελλάδα δεν τηρεί τις υποχρεώσεις της, συνεπώς τους δημοσιονομικούς κανόνες, κάτι που έχει προηγούμενο στην περίπτωση της Ουγγαρίας.

Η ανεργία θα σκαρφαλώσει και άλλο, το κοινωνικό κράτος θα συρρικνωθεί ακόμη περισσότερο. Εν ολίγοις η χώρα μας θα υποβαθμιστεί πάλι στην Ε.Ε., όχι μόνο οικονομικά, αλλά και πολιτικά ως ο παρίας της Ευρώπης. Στο τέλος και αυτού κύκλου η χώρα θα στερείται πάλι των βασικών εργαλείων οικονομικής πολιτικής (δημοσιονομικής, νομισματικής, συναλλαγματικής) που είναι απαραίτητα για την έξοδο από την κρίση, μια που θα παραμένει στο ευρώ. Αν μάλιστα εκείνη η στιγμή αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση πολιτικής στην ευρωζώνη με άνοδο του ευρώ, η χειρότερα σε συνδυασμό με άνοδο των τιμών του πετρελαίου, τότε η χώρα θα υποστεί και άλλο οδυνηρό πλήγμα.

Τι θα γίνει με το δημόσιο χρέος; Και εδώ οι εξελίξεις δεν θα είναι «ευχάριστες» μια που οι αποφάσεις δεν θα μπορούν να αμφισβητηθούν όσο άλλοι κρατάνε τα κλειδιά των ελληνικών τραπεζών.

Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε, ότι η χρεοκοπία εντός ευρώ είναι κατά την γνώμη μας το χειρότερο δυνατό σενάριο για την πατρίδα μας. Βέβαια η εξίσωση που οδηγεί σε αυτή την λύση είναι εξαιρετικά περίπλοκη και σύνθετη. Όμως δεν μπορεί να αποκλειστεί γιατί είναι στα σχέδια και εξυπηρετεί τα «γενικά» συμφέροντα της ευρωζώνης. Φυσικά προϋποθέτει την συναίνεση της κυβέρνησης που θα βρίσκεται εκείνη την στιγμή στο τιμόνι της χώρας. Η κυβέρνηση που θα συναινέσει σε μια τέτοια εξέλιξη, είναι πιθανόν να το κάνει επειδή δεν θα έχει δικό της σχέδιο για επιστροφή στην δραχμή. Ο ελληνικός λαός όμως μπορεί να σωθεί μόνο από τον εαυτό του, μόνο από τις δικές του πολιτικές. .

ΠΗΓΗ: sxedio-b.gr

RProject725.jpg

Ένας… Αυτόπτης Μάρτυρας

Ξεχείλισε από κόσμο η – εξαιρετικά μικρή για την περίσταση, όπως αποδείχθηκε – αίθουσα της ΕΣΗΕΑ που φιλοξένησε την ανοιχτή εκδήλωση την οποία οργάνωσε το «rproject» και τμήμα της αριστερής πτέρυγας του ΣΥΡΙΖΑ. Εκατοντάδες κόσμου, στη συντριπτική τους πλειοψηφία μέλη, στελέχη και απλοί ψηφοφόροι του κυβερνώντος κόμματος, μαζί και 7-8 βουλευτές, αλλά και ο υπουργός Δημήτρης Στρατούλης ο οποίος έκανε ένα «πέρασμα».

Μεγάλο ήταν και το ενδιαφέρον των ελληνικών και ξένων ΜΜΕ και πολλές κάμερες επιχείρησαν να καταγράψουν τις τοποθετήσεις – όμως, οι διοργανωτές δεν το επέτρεψαν, φοβούμενοι (δικαίως) τις μονταζιέρες που θα ακολουθούσαν. Η αλήθεια είναι, ωστόσο, ότι πέρα από τις προγραμματισμένες παρεμβάσεις – Γιάννης Μηλιός, Σόφη Παπαδόγιαννη, Αντώνης Νταβανέλος και, στη συνέχεια, Γιώργος Σαπουνάς και Πάνος Λάμπρου – δεν δόθηκε η δυνατότητα να γίνει συζήτηση ή να τεθούν ερωτήσεις γύρω από τις «καυτές» πολιτικές εξελίξεις και τη στάση της κυβέρνησης, καθώς η εκδήλωση κόπηκε απότομα, με την επίκληση της λήξης του χρόνου για τον οποίο είχε κλειστεί η αίθουσα…

Σε κάθε περίπτωση, τα όσα ειπώθηκαν ήταν εξαιρετικά ενδιαφέροντα και δίνουν μια εικόνα των έντονων διεργασιών και αντιδράσεων που υπάρχουν στις τάξεις του ΣΥΡΙΖΑ, ενόψει των αποφάσεων που ετοιμάζεται να λάβει η κυβέρνηση. Ιδού, λοιπόν, κάποιες παρατηρήσεις από ένα «αυτόπτη μάρτυρα» της εκδήλωσης:

1.    Η δυσαρέσκεια ήταν εντονότατη και διάχυτη ανάμεσα στους παρευρισκόμενους, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις ήταν εμφανής και η οργή για τα όσα έχουν γίνει μέχρι σήμερα. Για τις υποσχέσεις που έχουν αθετηθεί, για τις αποφάσεις που έχουν ληφθεί και για πρόσωπα που έχουν επιλεγεί σε κομβικές θέσεις και δεν έχουν καμία σχέση με μια «κυβέρνηση της Αριστεράς».

2.    Τα πράγματα περιγράφηκαν, ειδικά από ορισμένους ομιλητές, έξω από τα δόντια, με ευθεία καταγγελία των πρακτικών αρκετών κυβερνητικών και κομματικών στελεχών, του πρωθυπουργού μη εξαιρουμένου. Έγινε λόγος για απαράδεκτες υποχωρήσεις, σε πολλά επίπεδα.

3.    Υπήρξε γενικά συμφωνία στο συμπέρασμα ότι αποδείχθηκε αυταπάτη η δυνατότητα μιας ισότιμης διαπραγμάτευσης και ενός «έντιμου συμβιβασμού» με τους δανειστές. Υποστηρίχθηκε, στον ένα ή τον άλλο βαθμό, ότι η διαγραφόμενη συμφωνία είναι απαράδεκτη και η (απευκταία, για κάποιους) ρήξη φαντάζει μονόδρομος.

4.    Οι προτάσεις συνέκλιναν στην παύση πληρωμής των δόσεων, υλοποίηση του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ. Οι περισσότεροι παραδέχθηκαν ότι αυτό οδηγεί πολιτικά στην έξοδο από την ευρωζώνη, με τους περισσότερους (αν και όχι όλους) τους ομιλητές να τάσσονται υπέρ αυτής της προοπτικής.

5.    Υπήρξε καταγγελία και για τον τρόπο λήψης των αποφάσεων. Υποστηρίχθηκε ότι τον αποφασιστικό λόγο πρέπει να έχουν τα όργανα και οι οργανώσεις του κόμματος και όχι η Πολιτική Γραμματεία, το υπουργικό συμβούλιο ή κάποιο άλλο κονκλάβιο.

6.    Παρ’ όλα αυτά, στο δια ταύτα, υπήρξε γενικώς αδυναμία (ή απροθυμία…) διατύπωσης συγκεκριμένης εναλλακτικής πρότασης. Πολύ δε περισσότερο ρήξης με τις επιλογές της ηγεσίας, καθώς οι πάντες ορκίστηκαν στην ενότητα του κόμματος και αποκήρυξαν όσους κάνουν λόγο για εσωκομματικό πόλεμο και τα καθεστωτικά ΜΜΕ που προσπαθούν να το εκμεταλλευτούν – κινούμενοι στο μοτίβο «ο ΣΥΡΙΖΑ είναι εδώ, ενωμένος, δυνατός».

7.    Δεν φάνηκε να υπάρχει συναίνεση ούτε ως προς το εάν η κατάλληλη τακτική είναι ένα δημοψήφισμα (και με ποιο ερώτημα, φυσικά) ή οι εκλογές για την ανανέωση της εντολής προς την κυβέρνηση, αλλά πλέον με σαφή γραμμή ρήξης και απόκτησης απόλυτης πλειοψηφίας.

8.    Φάνηκε, τελικά, ότι η εκδήλωση είχε ένα και μοναδικό σκοπό: να αποτελέσει μια επίδειξη δύναμης της «αριστερής πτέρυγας» του ΣΥΡΙΖΑ προς την ηγεσία και την κυβέρνηση, με την (απέλπιδα) ελπίδα αυτή να πιεστεί στις εσωκομματικές διαδικασίες, να κάνει πίσω την τελευταία στιγμή και να μην φτάσει στο τέλος του προδιαγεγραμμένου δρόμου και την υπογραφή ενός τρίτου ταπεινωτικού Μνημονίου.

Υ.Γ. Σε άλλη αίθουσα της ΕΣΗΕΑ πραγματοποιούνγταν, την ίδια ώρα, συνέλευση των απολυμένων δημοσιογράφων της ΕΡΤ που κράτησαν ψηλά τη σημαία του αγώνα τα προηγούμενα δύο σχεδόν χρόνια, μετά το «μαύρο» της 11ης Ιουνίου 2013. Εκεί, η απογοήτευση για τις επιλογές της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, με αποκορύφωμα την επιλογή Ταγματάρχη για τη θέση του διευθύνοντος συμβούλου, ήταν κάτι παραπάνω από εμφανής…

ΠΗΓΗ: pandiera.gr

draganig1.jpg

Αντώνης Δραγανίγος*

Οι πολιτικές εξελίξεις επιταχύνονται, με καταλύτη την επερχόμενη συμφωνία (κλείσιμο της 5ης αξιολόγησης) της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝ.ΕΛΛ. με τους δανειστές.

Πρόκειται για μια αντιλαϊκή συμφωνία.

Με τα όσα ξέρουμε μέχρι τώρα, στη συμφωνία προβλέπεται συνέχιση και κλιμάκωση της φορολεηλασίας για τα λαϊκά στρώματα, την εργατική τάξη και τα φτωχά μικρομεσαία στρώματα της πόλης και του χωριού:

Συνέχιση των ιδιωτικοποιήσεων και ενδυνάμωση αντί κατάργηση του μνημονιακού τερατουργήματος που λέγεται ΤΑΙΠΕΔ.

Αυξήσεις στους μισθούς (751 ευρώ) και επαναφορά των συμβάσεων πάνε  από Οκτώβρη και βλέπουμε (οι κλαδικές έχουν ενταφιαστεί από την κυβέρνηση μετά πολλών επαίνων).

Τι έμεινε ακόμα και από αυτό το «πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης», το οποίο υποτίθεται ότι θα ήταν πρόγραμμα άμεσης εφαρμογής, ανεξάρτητο από την πορεία των διαπραγματεύσεων;

Περίπου τίποτα!

Το βασικό συμπέρασμα αυτών των μηνών είναι ένα: Η χρεοκοπία της αντίληψης «ούτε ρήξη ούτε υποταγή», της «αμοιβαία επωφελούς συμφωνίας» μέσα από «σκληρή διαπραγμάτευση».

Η αντίληψη τελικά ότι υπάρχει «τρίτος δρόμος» ανάμεσα στα συμφέροντα της εργαζόμενης πλειοψηφίας από τη μια και τα συμφέροντα των τοκογλύφων και του κεφαλαίου από την άλλη.

Και όμως ένας άλλος δρόμος ήταν και είναι δυνατός μέσα τις συνθήκες που διαμορφώθηκαν από τις λαϊκές κινητοποιήσεις και προσδοκίες που συνέβαλαν και στην κυβερνητική αλλαγή του Γενάρη και τις ελπίδες που γέννησε. Ηταν και είναι απόλυτα ρεαλιστικό:

α) Να ικανοποιηθούν  άμεσα,  εδώ και τώρα, τα ώριμα αιτήματα του εργατικού και λαϊκού κινήματος (όπως  άμεση αύξηση των μισθών στα 751 ευρώ,  πλήρης επαναφορά των συμβάσεων,  κατάργηση της μαύρης και ελαστικής εργασίας, αφορολόγητο).

β) Να εθνικοποιηθούν οι χιλιοπληρωμένες τράπεζες και να ελεγχθεί η φυγή των κεφαλαίων ώστε να μην εντείνεται ο εκβιασμός της ρευστότητας από τις δυνάμεις του κεφαλαίου.

γ) Να γίνει άμεσα στάση πληρωμών στους δανειστές, ώστε να υπάρχουν τα χρήματα για μισθούς/συντάξεις/λειτουργία του κράτους, προετοιμάζοντας την καταγγελία των αποικιοκρατικών δανειακών συμβάσεων και τη διαγραφή του χρέους, αντί να αναγνωρίζεται από τη κυβέρνηση και να αποπληρώνεται με δισεκατομμύρια στους τοκογλύφους.

δ) Να υπάρξει απειθαρχία στους κανόνες της ΕΚΤ ώστε να αντλεί το ελληνικό Δημόσιο τη ρευστότητα που έχει ανάγκη, στον δρόμο για την αναπόφευκτη έξοδο από την ευρωζώνη, τη ρήξη και αποδέσμευση από την Ε.Ε.

ε) Να παρθούν μέτρα ενάντια στις δυνάμεις του κεφαλαίου, όπως αύξηση της φορολογίας του, επαναφορά των ιδιωτικοποιημένων εταιρειών κ.λπ.

Αυτή τη στιγμή, ο κίνδυνος για τον λαό και την Αριστερά είναι θανάσιμος.

Οι συμφωνίες αυτές θα οξύνουν τα προβλήματα της λαϊκής πλειοψηφίας και παράλληλα η ψήφιση τέτοιων μέτρων από ένα κόμμα που προέρχεται από την Αριστερά θα νομιμοποιήσει τον «ευρωπαϊκό μονόδρομο», θα δικαιώσει αναδρομικά τον Σαμαρά και τον Βενιζέλο, θα ενισχύσει την αντίληψη «όλοι τα ίδια είναι», προετοιμάζοντας το έδαφος για την αντεπίθεση των πιο αντιδραστικών δυνάμεων.

Τώρα είναι ώρα ευθύνης για όλους.

Η πολιτική αυτή πρέπει να ηττηθεί «από αριστερά».

Από ένα κίνημα που θα διεκδικεί να επιβάλλει τους στόχους του, κόντρα στην πολιτική της κυβέρνησης.

Η συμφωνία αυτή δεν πρέπει να «περάσει» στη συνείδηση του λαού, ούτε να ψηφιστεί.

Όλες οι μαχόμενες δυνάμεις της Αριστεράς πρέπει να δώσουν αυτή τη μάχη.

Ιδιαίτερα οι δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ που διαφωνούν δεν πρέπει να βάλουν πλάτη στο πέρασμα της νέας μνημονιακής συμφωνίας.

Τώρα είναι η ώρα για τολμηρά βήματα ανεξαρτησίας από την κυβερνητική πορεία και πολιτικής συνεργασίας στην κατεύθυνση της ρήξης με τους δανειστές και τις δυνάμεις του κεφαλαίου.

Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αξιοποιώντας το προγραμματικό πλαίσιο, τη διαδικασία και την ενωτική κουλτούρα που κατέκτησε στην πορεία για την πολιτική συνεργασία ΑΝΤΑΡΣΥΑ- ΜΑΡΣ, θα συμβάλει με όλες της τις δυνάμεις σε ένα μέτωπο αντεπίθεσης, ρήξης και ανατροπής και στην κοινή δράση των μαχόμενων δυνάμεων για να αλλάξουν τα πράγματα, για να μείνει ζωντανή η ελπίδα.

*στέλεχος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ

πηγή: Εφημερίδα Συντακτών

prin1-199x118.jpg

Παναγιώτης Μαυροειδής

Δεδομένη η κυβερνητική κατεύθυνση σε αντιλαϊκή συμφωνία

Από «πρόοδο» σε «αδιέξοδο» και από «ρήξη» σε «φιλικό κλίμα» και αγκαλιές με το Γιουνκέρ, δημιουργείται ίσως η αίσθηση ότι η  ελληνική «διαπραγμάτευση» θα είναι μια   άγνωστη κατάληξη γέννημα  μιας βουβής.  «στασιμότητας».

Δεν είναι καθόλου έτσι.  Δεν υπάρχει νεκρός και αδρανής πολιτικός χρόνος. Κατά τα λεγόμενα του πρωθυπουργού η Ελλάδα με κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ έχει ήδη καταβάλλει 8 δις σε δανειακές δόσεις, 40 φορές πάνω από το πακέτο για την «ανθρωπιστική κρίση», στέλνοντας παράλληλα στα τάρταρα τις βασικές προεκλογικές εξαγγελίες λαϊκής ανακούφισης.

Δημιουργούνται έτσι διαρκώς νέοι συσχετισμοί μέρα τη μέρα: Οι «εταίροι» της κυβέρνησης όλο και τραβούν την κυβέρνηση στη σπηλιά του σκότους τους, έως εκείνη τη στιγμή που θα είναι γυμνή, ξυπόλητη και φυσικά απολύτως …στεγνή από χρήματα. Την ίδια στιγμή, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, πλησιάζει στο χείλος του γκρεμού, για να τον δείξει στην εσω-κομματική και ευρύτερη λαϊκή κριτική, λέγοντας: «Βλέπεις με τα μάτια σου το έρεβος του τρομακτικού κενού;  Προτείνεις μήπως να πηδήξουμε μέσα;». Τα συμπεράσματα προκύπτουν:  «Ματαιότητα και φοβερός κίνδυνος. Ας υπογράψουμε να τελειώνουμε. Άλλωστε η κυβέρνηση έκανε ότι μπορούσε».

Είναι ανοιχτά  όσα συζητιούνται στις διαπραγματεύσεις; Κάθε άλλο. Η συζήτηση, με όλες τις διαφωνίες, κινείται πάνω από μία ορισμένη αφετηρία: «Ότι έγινε έγινε. Τα εγκλήματα της  κλοπής του εργατικού λαϊκού εισοδήματος και των δικαιωμάτων, παραγράφονται. Τώρα συζητάμε για την έκταση της  νέας και επιπλέον λιτότητας». Η συζήτηση για το ύψος του πλεονάσματος, συμπυκνώνει ακριβώς αυτό.

Το παράδειγμα του ΦΠΑ είναι  χαρακτηριστικό. Ζαλίστηκε ο κόσμος με τις εναλλακτικές και τους συνδυασμούς των συντελεστών. Υπάρχει όμως η βασική συμφωνία: Τα έσοδα από το ΦΠΑ θα αυξηθούν. Δηλαδή μέσω ενός οριζόντιου, δηλαδή απόλυτα ταξικού αντιλαϊκού φόρου, που συνεισφέρει το 50% (περίπου 24-25 δις) των συνολικών εσόδων και είναι τέσσερις φορές πάνω ως ποσό από τη φορολογία προσώπων και φυσικά οκτώ φορές πάνω από τη φορολογία επιχειρήσεων. Υπάρχει άραγε μεγαλύτερη δήλωση μακροχρόνιας και αέναης φορο-αποφυγής και μόνιμης …παροχολογίας προς το μεγάλο κεφάλαιο και όσους μπορούν να ξοδέψουν σε ένα σαββατοκύριακο στην Αράχοβα ή στις Άλπεις το ετήσιο εισόδημα ενός εργαζόμενου στα ΕΛΠΕ;

Με μία έννοια, με τη λογική και την ψυχή του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ,  δε θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά. Δε μπορεί να είναι γεμάτες και οι δύο τσέπες. Αν οι τοκογλύφοι του ευρωπαϊκού κεφαλαίου καθώς και  οι άρχοντες του χρήματος στην Ελλάδα, δεν πληρώσουν μία, πως αλλιώς θα βγει ο λογαριασμός;

Από την άποψη αυτή, ο εγκλωβισμός των αριστερών τάσεων του κυβερνητικού κόμματος στο σύνθημα «ούτε βήμα πίσω από το πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ», όσο και αν ακούγεται ως μια χρήσιμη άμυνα για την υπεράσπιση κάποιων αναγκαίων μέτρων και προεκλογικών υποσχέσεων προς τα λαϊκά στρώματα, είναι από πολιτική άποψη λαθεμένος.

Η  εφαρμογή εκείνων των θετικών έστω και επιμέρους πλευρών αυτού του προγράμματος, προϋποθέτει την ανατροπή του πυρήνα του προγράμματος, καθώς και της πολιτικής στρατηγικής ΣΥΡΙΖΑ, που αναζητεί λαϊκή ανακούφιση και προκοπή μέσα στο λάκκο των λεόντων της ευρωζώνης και του ΝΑΤΟ και την ελληνική αστική τάξη ακλόνητη στη δεσποτική της κυριαρχία.

Το «αδιέξοδο» για το οποίο γίνεται λόγος, δεν είναι αποτέλεσμα μιας σκληρής αλλά  άνισης «διαπραγμάτευσης», αλλά καθορίζεται από τρεις  πολύ συγκεκριμένους παράγοντες.

Πρώτον, ένα ανέφικτο πολιτικό πρόγραμμα φιλο-λαϊκής διαχείρισης εντός  του συστημικού πλαισίου. Η «διαπραγμάτευση» αποτυγχάνει πριν απ” όλα διότι διεκδικούνται λάθος πράγματα, σε εχθρικό πεδίο και με τραγικό τρόπο. Έξω από αυτή την αντικειμενική πολιτική εκτίμηση, το μόνο που μένει είναι οι ηθικίστικες καταγγελίες του τύπου «τα πούλησαν και αυτοί!» ή η απολίτικη φιλολογία για τα «τραγικά λάθη τακτικής της ηγεσίας», που αποτελούν κοντόθωρες και ανεπαρκείς εξηγήσεις

Δεύτερον, με  μέσα και εργαλεία  εφαρμογής  μια κυβέρνηση συνέχειας ενός  κράτους  υπηρέτη της ολιγαρχίας, αλλά και την ίδια την αντιδραστική ΕΕ με τις δήθεν κοινές ευρωπαϊκές λύσεις και πολιτικές.

Τρίτον, η αντικατάσταση της ζωογόνου και πρωταγωνιστικής παρουσίας του λαϊκού παράγοντα με την αποθέωση της μυστικής διπλωματίας στους διαδρόμους των παλατιών των επιτελείων.

Όταν  ένα πλοίο διακηρύσσει πως έχει προορισμό τα παράλια της Αττικής, αλλά έχει σαλπάρει  προς την Κρήτη, μόνο να απομακρύνεται μπορεί από αυτά. Και το να φωνάζουν όλοι εν χορώ, όντας πάνω σε αυτό, μακριά από το τιμόνι και με δεδομένη την κατεύθυνση  της πορείας του, «στηρίζουμε τον καπετάνιο, αλλά θέλουμε να φτάσουμε στον Πειραιά», δεν ωφελεί ιδιαίτερα.

Η επιστροφή στη δυνατότητα μιας λαϊκής διεξόδου, είναι υπόθεση μιας σκληρής αναμέτρησης που υπερβαίνει αυταπάτες και  τακτικισμούς εντός του καταστρώματος.

Είναι αναγκαία η συγκρότηση ενός ευρύτατου κοινωνικού και πολιτικού μετώπου ανατροπής αυτής της αντιλαϊκής και αντεργατικής πορείας που οδηγεί σε ένα νέο βαρύ αντεργατικό μνημόνιο και ανείπωτες λαϊκές θυσίες.

Τέσσερα  κομβικά ζητήματα πρέπει να συζητηθούν.

  1. Με ποιο πρόγραμμα;

Απαιτείται  ένα άλλο  πολιτικό πρόγραμμα βασικών άμεσων εργατικών και λαϊκών διεκδικήσεων (αύξηση βασικού μισθού  και των μισθών γενικά τώρα, πλήρης κάλυψη όλων των ανέργων, εθνικοποιήσεις επιχειρήσεων και δημόσιες επενδύσεις και άλλα μέτρα για αύξηση απασχόλησης κ.α.)  αλλά και πολιτικών διεκδικήσεων-κόμβων όπως η παύση πληρωμών, η διαγραφή χρέους και η έξοδος από ευρωζώνη και ΕΕ.

  1. Σε πιο πεδίο η εφαρμογή αυτού του προγράμματος;

«Και ποιος θα εφαρμόσει αυτό το πρόγραμμα;». Πρόκειται για την πρώτη αυθόρμητη ερώτηση. Δεν την παρακάμπτουμε, αλλά θεωρούμε ότι προηγείται το ερώτημα: «Που και πως  θα κριθεί η επιβολή και εφαρμογή αυτού του προγράμματος;»

Πρόκειται για ένα πρόγραμμα ανατροπής και όχι συνέχειας. Συνεπώς η εφαρμογή του δεν είναι ζήτημα μιας κυβέρνησης «συνέχειας του κράτους και του ευρωμονόδρομου  με άλλο μίγμα»,  παρά το γεγονός ότι διεκδικούμε εδώ και τώρα καταχτήσεις από την τωρινή κυβέρνηση, αλλά μιας ανατροπής αυτού του πλαισίου με λαϊκό και πανεργατικό ξεσηκωμό.

Η απάντηση στο ερώτημα ποιος και πως θα «κυβερνήσει»,   είναι αλληλένδετη με το ποιος και πως θα ανατρέψει στη βάση ενός άλλου προγράμματος με βάση τις εργατικές και λαϊκές ανάγκες και ενάντια στη λογική των ευρωαφεντικών και του καπιταλιστικού κέρδους.  Αν παρακαμφθεί αυτό το ερώτημα, δεν υπάρχει απάντηση, παρά μόνο αυταπάτη και δημαγωγία που πληρώνονται οδυνηρά.

Το δεύτερο ζητούμενο επομένως είναι ακριβώς ο προσανατολισμός στο να μεταφερθεί το κέντρο βάρους των εξελίξεων στον λαϊκό παράγοντα, σε ένα ευρύ πεδίο ταξικών κοινωνικών αγώνων και μετώπου, με κέντρο ένα αναγεννημένο και μαχητικό εργατικό κίνημα, με πρώτη έγνοια τη συσπείρωση της νέας εργατικής βάρδιας και της κάλυψης των ανέργων. Να γεμίσουν οι δρόμοι ξανά, να αδειάσουν οι υπηρεσίες και τα εργοστάσια σε νέες απεργίες, να φλογιστούν οι καρδιές…

  1. Μπορούμε; Και σε ποια προοπτική;

«Πιστοποιητικά καλής εκτέλεσης και εγγυημένου αποτελέσματος» δόθηκαν πολλά από τους εκπροσώπους της αστικής πολιτικής, άκυρα, ψευδή και ακάλυπτα.

Μια αριστερή αντικαπιταλιστική διέξοδος, μιλάει μόνο τη γλώσσα της αλήθειας, βάζοντας επί τάπητος, αντί της «διαπραγμάτευσης» και της μυστικής διπλωματίας, την ανοιχτή συζήτηση για τις δυνατότητες και τις προϋποθέσεις ενός άλλου δρόμου για την ελληνική κοινωνία. Χωρίς μνημόνια, χρέος, ευρώ και ΕΕ, με πρωταγωνιστικό το ρόλο της εργατικής τάξης και κλονισμό και ανατροπής της εξουσίας του κεφαλαίου. Για την αντικαπιταλιστική ανατροπή και την κομμουνιστική διεθνιστική απάντηση σε σύνδεση με τους αγώνες των εργατικών τάξεων και των λαών της περιοχής. Η δυναμική της ρήξης και της νίκης σε μια χώρα μπορεί να αποδιχτεί θετικά απρόβλεπτη.

Η όσο γίνεται τεκμηριωμένη πρόταξη ενός άλλου δρόμου και προγράμματος, είναι προϋπόθεση για τη συσπείρωση και την αναγκαία «ταύτιση» ειδικά με τα ζωτικά συμφέροντα των εργατικών στρωμάτων που ζητούν – και δικαίως- συγκεκριμένες απαντήσεις για το αύριο.

  1. Ποιες πολιτικές δυνάμεις;

Υπάρχουν οι δυνάμεις για αυτή την πορεία;

Ένα ευρύτατο κοινωνικό κα πολιτικό δυναμικό, είναι υπαρκτό. Ενοποιημένο σε άλλη βάση, θα μπορούσε να ορίσει τις εξελίξεις.

Πέρα από την  ΑΝΤΑΡΣΥΑ και την ευρύτερη αντικαπιταλιστική αριστερά,  το ΚΚΕ και τον αριστερό κόσμο που διαφοροποιείται από το ΣΥΡΙΖΑ, υπάρχουν χιλιάδες αγωνιστές των εργατικών, κοινωνικών, δημοκρατικών, αντιφασιστικών και αντιιμπεριαλιστικών αγώνων, που θα μπορούσαν να απαιτήσουν και να επιβάλλουν αλλαγή σελίδας.

Ακόμη και αν δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή η δυνατότητα ενός κοινού πολιτικού προγράμματος, η αγωνιστική και πολιτική σύμπλευση στον κοινό αγώνα, με τα κοινά όπλα, αλλά και με τον καθένα να χρησιμοποιεί τα όπλα του προς τους απέναντι, θα άλλαζε ταχύτατα την ψυχολογία στο λαϊκό κόσμο και τους συσχετισμούς.

Ατμομηχανή αυτού του στόχου, μπορεί και πρέπει να αποτελέσει η στερέωση, εμβάθυνση και διεύρυνση σε ανώτερο και μαζικότερο επίπεδο, της ανατρεπτικής πολιτικής συνεργασίας της αντικαπιταλιστικής αριστεράς που σηματοδότησε η συνάντηση ΑΝΤΑΡΣΥΑ και ΜΑΡΣ, στη βάση ενός αναγκαίου προγράμματος και προσανατολισμού κοινωνικών και πολιτικών αγώνων ανατροπής.

*Συντομευμένη μορφή του άρθρου δημοσιεύτηκε στο ΠΡΙΝ 24/5/15

ΠΗΓΗ: pandiera.gr

Σελίδα 4301 από 4475
  • Τελευταια
  • Δημοφιλή