Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
«Στατιστικό λάθος η προσωρινή παύση της παγκόσμιας υπερθέρμανσης»

Η πρόσφατη παύση της παγκόσμιας υπερθέρμανσης δε συνέβη ποτέ, και τα αποδεικτικά στοιχεία για αυτή τη θεωρία δεν έχουν σοβαρή στατιστική υποστήριξη, σύμφωνα με Αμερικανούς επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο του Στάνφορντ.
Η φαινομενική παύση στην αύξηση της θερμοκρασίας τα τελευταία 15 χρόνια, που έγινε δεκτή από πολλούς επιστημονικούς κύκλους, είναι μία λανθασμένη εκτίμηση που προκύπτει από τη χρήση ελαττωματικών και ακατάλληλων στατιστικών μεθόδων, δήλωσαν οι επιστήμονες του Στάνφορντ.
«Εξετάσαμε τους διάφορους επιστημονικούς ισχυρισμούς που έχουν γίνει σχετικά με την προσωρινή παύση και δοκιμάσαμε αν αντέχουν σε αυστηρό στατιστικό έλεγχο», δήλωσε ο επικεφαλής της μελέτης Μπάλα Ρατζαρατνάμ.
Οι αρνητές της κλιματικής αλλαγής και οι υπόλοιποι υποστηρικτές της θεωρίας υποστηρίζουν πως ο ρυθμός της υπερθέρμανσης έχει επιβραδυνθεί και κάποιες φορές σταματήσει τελείως τα τελευταία 15 χρόνια.
Οι ερευνητές του Στάνφορντ ανέλυσαν δεδομένα θερμοκρασίας από τα τελευταία 15 χρόνια σε σύγκριση με τις προηγούμενες δεκαετίες και εξέτασαν τα στατιστικά εργαλεία που χρησιμοποιήθηκαν για την αρχική ανάλυση. Κατά αυτόν τον τρόπο ανακάλυψαν πως ο αριθμός των σημείων δεδομένων για την υποτιθέμενη παύση ήταν πολύ μικρότερος από ό,τι απαιτούν τα περισσότερα στατιστικά εργαλεία ώστε να προκύψουν αξιόπιστα αποτελέσματα.
Επιπλέον, πολλές από τις στατιστικές τεχνικές που χρησιμοποιήθηκαν δεν ήταν κατάλληλες για την αποτύπωση γεωφυσικών διεργασιών όπως η παγκόσμια διακύμανση της θερμοκρασίας.
Όταν οι ερευνητές ανέπτυξαν ένα νέο στατιστικό πλαίσιο ειδικά για την απόδοση των σχετικών γεωφυσικών φαινομένων, διαπίστωσαν ότι η υποτιθέμενη παύση στατιστικά εξαφανίστηκε.
«Τα αποτελέσματά μας δείχνουν σαφώς ότι, όσον αφορά τα στατιστικά στοιχεία των μακροπρόθεσμων δεδομένων θερμοκρασίας του πλανήτη, δεν υπήρξε ποτέ μια παύση ή επιβράδυνση της υπερθέρμανσης του πλανήτη», δήλωσε ο Νόα Ντίφενμπο, μέλος της ερευνητικής ομάδας.
Εξάλλου τα ευρήματα υποστηρίζουν μια άλλη πρόσφατη μελέτη, η οποία διαπίστωσε ότι οι σημαδούρες στον ωκεανό που χρησιμοποιούνται για την καταγραφή της θερμοκρασίας της επιφάνειας της θάλασσας σημείωναν χαμηλότερες μετρήσεις σε σχέση με αυτές των πλοίων στις ίδιες περιοχές.
Όταν διορθώθηκαν οι μετρήσεις από τις σημαδούρες, τα δεδομένα δεν υποστήριζαν πλέον τη θεωρία της παύσης.
πηγη: zougla.gr
Επειδή η ζωή δεν περιμένει!

Γράφει ο Γιάννης Φασουλάς
Βλέποντας τα αποτελέσματα των βουλευτικών εκλογών, δύο δρόμους μπορεί να διακρίνει κανείς για το μέλλον.
Ο ένας είναι να παραδεχτούμε ότι το σύστημα είναι τόσο ισχυρό -τουλάχιστον τώρα – που δεν παλεύεται. Ότι τα μίντια είναι τόσο ισχυρά που μπορούν να στείλουν ακόμη και ηθικούς δολοφόνους στη βουλή ή και γραφικούς (για να μην πω μισότρελους) τύπους. Και, αποδεχόμενοι το αποτέλεσμα, να αράξουμε στον καναπέ.
Ο άλλος είναι να μπούμε όσο γίνεται πιο πολύ στη μάχη γι’ αυτό που είναι σήμερα απαραίτητο. Δηλαδή το μέτωπο των αντιιμπεριαλιστικών αντιμονοπωλιακών δυνάμεων. Η μη συγκρότηση του βγάζει μάτι πια. Την αναγκαιότητα του σήμερα, την καταλαβαίνουν και τα μικρά παιδιά.
Η δυσκολία είναι να την καταλάβουν και τα «μεγάλα παιδιά» που παίζουν με τις αγωνίες και τους καημούς του λαού μας. Και εννοώ την σημερινή ηγεσία του ΚΚΕ αλλά και την ηγεσίες των διάφορων εξωκοινοβουλευτικών αριστερών ή κομμουνιστικής αναφοράς σχημάτων. Το «μαγαζί τους», μικρό ή μικρομέγαλο δεν έχει σημασία, δεν θα σωθεί αν αυτό έχουν ως πρώτη προτεραιότητα που δεν θέλουν το μέτωπο. Αν δεν αφυπνιστούν, τότε αντικειμενικά δουλεύουν για να στείλουν στον καναπέ (ή στον ΣΥΡΙΖΑ) και τα μέλη τους, και όσους θέλουν να αντισταθούν.
Η ζωή όμως δεν περιμένει. Και θα τους ξεπεράσει αν και τώρα εναντιωθούν στην αναγκαιότητα του μετώπου.
Δεν παραβλέπω τις δυσκολίες για να συγκροτηθεί το μέτωπο, ούτε τα εμπόδια που βάζουν εχθροί και «φίλοι». Αν ήταν εύκολο, θα είχε γίνει από καιρό.
Όμως αν ανοίξει κανείς κουβέντα στον περίγυρό του, στη δουλειά του, στο λεωφορείο παντού, θα διαπιστώσει αυτή την αναγκαιότητα.
Είναι καιρός να καλέσουμε όλους μαζί αλλά και έναν – έναν ξεχωριστά τους πρώην και νυν συντρόφους μας να πάρουν θέση. Τα αποτελέσματα των εκλογών (π.χ στασιμότητα ή και συρρίκνωση του ΚΚΕ σε περιβάλλον που αντικειμενικά είναι πολύ ευνοϊκό για να αυξήσει την επιρροή του, η εδραίωση -δυστυχώς- της Χρυσής Αυγής και όχι μόνο) δεν αφήνουν περιθώρια.
Τώρα!
Μπορούμε να τα καταφέρουμε!
πηγη: ergatikosagwnas.gr
Η ανατομία των εκλογικών αποτελεσμάτων - Πρώτες κρίσεις

1. Οι εκλογές της 20ης Σεπτεμβρίου ανέδειξαν ένα καινούργιο πολιτικό σκηνικό περισσότερο συντηρητικό σε σχέση με το προηγούμενο καθώς σήμερα δεν υπάρχει στη νέα Βουλή πολιτικό κόμμα που να αμφισβητεί την παραμονή της χώρας στο ευρώ ή να αγωνίζεται για άμεση απομάκρυνση από την ευρωζώνη και την ΕΕ. Το σύνολο της νέας Βουλής, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο θεωρεί την παρουσία της χώρας στη ζώνη του ενιαίου ευρωπαϊκού νομίσματος δεδομένη και οποιαδήποτε άλλη επιλογή στην παρούσα φάση καταστροφική για τη χώρα και το λαό της.
Οι διαφορές μεταξύ των κοινοβουλευτικών δυνάμεων αφορούν στη διαχείριση της μνημονιακής πολιτικής καθώς χωρίς μνημόνια και δανειακές συμβάσεις η παραμονή μιας χρεοκοπημένης χώρας στην ευρωζώνη είναι αδύνατη. Η διαφοροποίηση του ΚΚΕ δεν αλλάζει τα προαναφερόμενα καθώς η πολιτική της ηγεσίας του δεν αμφισβητεί το στάτους κβο της χώρας όσο υπάρχει καπιταλισμός εναποθέτοντας τα πάντα στη σοσιαλιστική επανάσταση.
Οι καθαρές μνημονιακές δυνάμεις (πλην ΚΚΕ και Χρυσής Αυγής που καμία μεν σχέση δεν έχουν μεταξύ τους αλλά προσεγγίζονται διαφορετικά από μέρους μας λόγω των ιδιαίτερων ιστορικών και ιδεολογικοπολιτικών τους χαρακτηριστικών) συγκεντρώνουν αθροιστικά στη νέα Βουλή ένα ποσοστό της τάξης του 81,05%, ανάλογο δηλαδή των ποσοστών του κλασικού δικομματισμού στην περίοδο προ της κρίσης.
2. Στις εκλογές της 20ης Σεπτεμβρίου για λόγους υποκειμενικούς (απογοήτευση από το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων) και αντικειμενικούς (πλήρης οικονομική αδυναμία μετακινήσεων) η αποχή εκτοξεύθηκε στα ύψη. Με βάση τον αριθμό των εγγεγραμμένων στους εκλογικούς καταλόγους (που σημειωτέον είναι πλασματικοί) εκτοξεύθηκε στο 43,44% του εκλογικού σώματος από 36,38% που ήταν στις εκλογές του περασμένου Ιανουαρίου. Δηλαδή παρουσιάζεται μια ποσοστιαία αύξηση της τάξης του 7,06% σε σχέση με τις προηγούμενες εκλογές που σε απόλυτους αριθμούς σημαίνει ότι στις εκλογές του Σεπτεμβρίου ψήφισαν 764.133 λιγότεροι ψηφοφόροι απ’ ότι τον Ιανουάριο. Πρόκειται για την μεγαλύτερη αποχή σε όλη την ιστορία των μεταπολιτευτικών εθνικών εκλογών. Μόνο στις ευρωεκλογές του 2009 η αποχή ήταν υψηλότερη, φθάνοντας το 47,37% του εκλογικού σώματος.
Η έκρηξη της αποχής επηρέασε και τα Λευκά/άκυρα ψηφοδέλτια που τον Ιανουάριο, αθροιστικά ήταν 149.484 και τον Σεπτέμβριο 134.445.
3. Στις τωρινές εκλογές του Σεπτεμβρίου ο ΣΥΡΙΖΑ έλαβε το 35,46% του εκλογικού σώματος, δηλαδή 0,88% μικρότερο ποσοστό από αυτό του Ιανουαρίου και 293.195 ψήφους λιγότερους από την προηγούμενη εκλογική αναμέτρηση. Φαίνεται δηλαδή ξεκάθαρα ότι η μετάλλαξη του σε μνημονιακή πολιτική δύναμη, η διάσπασή του και η αποχή τον επηρέασαν ανεπαίσθητα, γεγονός που μάλλον ερμηνεύεται από τον τρόπο που διαχειρίστηκε την όλη κατάσταση και από την αδυναμία των λεγόμενων αντιμνημονιακών δυνάμεων να προβάλλουν μια πειστική εναλλακτική πρόταση εξόδου από την κρίση υπέρ του λαού με άξονα και κεντρική επιδίωξη της την έξοδο από την ευρωζώνη και την αποδέσμευση από την ΕΕ. Για τις πλατιές λαϊκές μάζες η ψήφος στον ΣΥΡΙΖΑ είναι μια ψήφο ανοχής σε μια δύναμη που έπεισε ότι διαπραγματεύεται με τους εταίρους και δεν είναι έτοιμη να παραδοθεί από την πρώτη στιγμή στους δανειστές. Οι ψηφοφόροι έδωσαν μια δεύτερη ευκαιρία (ψήφο ανοχής) στο κόμμα του Αλ. Τσίπρα να αποδείξει ότι έστω και στο πλαίσιο του μνημονίου δεν είναι το ίδιο με τα κόμματα που στο παρελθόν είχαν κυβερνητικές ευθύνες. Παράλληλα, ο εργαζόμενος λαός δεν έχει νιώσει από την ίδια του την πείρα το βάρος του τρίτου μνημονίου κάτι που ο ΣΥΡΙΖΑ το αξιοποίησε δεόντως προσφεύγοντας στην κάλπη πριν αυτό συμβεί. Είναι απολύτως βέβαιο ότι το επόμενο διάστημα θα δυσκολέψει πολύ για τον ΣΥΡΙΖΑ η διαχείριση της νέας μνημονιακής πολιτικής- όταν τα μνημονιακά μέτρα θα φτάσουν στο λαό. Το αστικό πολιτικό σύστημα, δηλαδή το σύνολο των μνημονιακών δυνάμεων, όσο κι αν είναι- μετά τις εκλογές- ομοιογενοποιημένο σε ζητήματα πολιτικής στρατηγικής θα δυσκολευτεί να διαχειριστεί τη λαϊκή αγανάκτηση. Η δύναμή του είναι ταυτόχρονα και η αχίλλειος πτέρνα του.
4. Η ΝΔ αύξησε ποσοστιαία τη δύναμή της κατά 0,29% σε σχέση με τον Ιανουάριο φτάνοντας το 28,10%. Σε απολυτούς αριθμούς έχασε σε σχέση με τις προηγούμενες εκλογές 192.671 ψήφους. Δηλαδή παραμένει μια σταθερή πολιτική δύναμη, ο δεύτερος πυλώνας του νέου δικομματισμού που είναι υπό διαμόρφωση. Το γεγονός ότι δεν αύξηση τη δύναμη της μετά την μνημονιακή μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ δείχνει ότι οι ψηφοφόροι δεν την εμπιστεύονται περισσότερο από το κόμμα του Αλ. Τσίπρα ως διαχειριστή της πολιτικής των μνημονίων αλλά και δεν την απορρίπτουν. Η αστική τάξη έχει ανάγκη από το κόμμα της ΝΔ για να κρατάει την εξουσία και οπωσδήποτε θα συμβάλει στον μνημονιακό εκσυγχρονισμό της αποφεύγοντας όμως να ευνοήσει ισχυρούς εσωκομματικούς κραδασμούς.
5. Στο χώρο της παλιάς κεντροαριστεράς το ΠΑΣΟΚ φαίνεται πως έχει τον πρώτο λόγο. Το σχήμα ΠΑΣΟΚ- ΔΗΜΑΡ έλαβε το 6,28% του εκλογικού σώματος αυξημένο κατά 1,12% σε σχέση με το ποσοστό που είχαν λάβει αθροιστικά τα δύο κόμματα τον Ιανουάριο. Σε απόλυτους αριθμούς αυτό μεταφράζεται σε 21.892 περισσότερους ψήφους. Η εξέλιξη αυτή σε συνδυασμό με το γεγονός ότι το ΠΟΤΑΜΙ του Στ. Θεοδωράκη υποχώρησε στο 4,09% (1,96% λιγότερο από τον Ιανουάριο) και κατά 151.759 λιγότερους ψήφους, καθιστά το κόμμα της κ. Γεννηματά σε πρωταγωνιστή των εξελίξεων στο χώρο της παλιάς σοσιαλδημοκρατίας. Ο χώρος αυτός αθροιστικά μπορεί να κινηθεί λίγο πάνω από το 10% καθώς η νέα κεντροαριστερά είναι ο ΣΥΡΙΖΑ και δεν υπάρχουν περιθώρια για κάτι καλύτερο. Εντούτοις οι διεργασίες στο χώρο του παλιού ΠΑΣΟΚ θα συνεχιστούν καθώς αποτελεί χρήσιμη εφεδρεία για το σύστημα και την διαιώνιση της αστικής μνημονιακής πολιτικής.
6. Το κόμμα των ΑΝΕΛ κατάφερε να επιβιώσει για άλλη μια φορά αν και έχασε 1,06% της δύναμής του και 92.888 ψήφους. Χωρίς αμφιβολία αποτελεί χρήσιμο εταίρο του ΣΥΡΙΖΑ στην εποχή της μνημονιακής μετάλλαξης και των δύο.
Η είσοδος στη Βουλή του Κόμματος του Β. Λεβέντη είναι απόδειξη ότι, παρά τις προσπάθειες των ηγεσιών των αστικών δυνάμεων, σ’ αυτές τις εκλογές ισχυρά διλήμματα δεν υπήρξαν. Μοιάζει μάλλον συγκυριακό φαινόμενο που προκύπτει από το γεγονός ότι η απογοήτευση και η απελπισία των μαζών σε συνθήκες κρίσης οδηγεί και σε τέτοιες ψήφους διαμαρτυρίας.
7. Ανησυχητικό είναι το φαινόμενο της σταθεροποίησης της δύναμης της Χρυσής Αυγής. Το ναζιστικό αυτό μόρφωμα παρουσιάζει μια ποσοστιαία αύξηση της τάξης του 0.94% αλλά σε απόλυτους αριθμούς υπολείπεται κατά 8.870 ψήφους της δύναμής του των εκλογών του Ιανουαρίου. Είναι φανερό ότι μόνο ένα ισχυρό εργατικό κίνημα κι ένα πραγματικό εργατικό κόμμα μπορούν να αντιμετωπίσουνε το φασισμό.
8. Το εκλογικό αποτέλεσμα του ΚΚΕ φανέρωσε την κρίση στην οποία βρίσκεται το κόμμα όσο κι αν η ηγεσία του προσπαθούσε να την αποκρύψει. Το ΚΚΕ εμφανίζει μια πλήρη στασιμότητα δυνάμεων. Το 5,55% που έλαβε στις εκλογές (αυξημένο κατά 0,08%) σε απολύτους αριθμούς ισοδυναμεί με 36.523 λιγότερες ψήφους από αυτές που έλαβε τον περασμένο Ιανουάριο. Τότε, δηλαδή μετά τις εκλογές του περασμένου Ιανουαρίου- που η ηγεσία του ΚΚΕ πανηγύριζε- σημειώναμε: «Το ΚΚΕ εμφανίζει μια σταθεροποίηση δυνάμεων γύρω από τον σκληρό πυρήνα της επιρροής του, δηλαδή γύρω από το 4,5% του εκλογικού σώματος. Η μικρή αριθμητική αύξηση των ψήφων του σε σχέση με τον Ιούνιο του ‘12 (60.911 ψήφοι) δεν προκύπτει από πουθενά ότι συνιστά επανασυσπείρωση- έστω και μικρή- παλαιότερων οπαδών του. Το σίγουρο είναι πως το ΚΚΕ έχασε ψηφοφόρους που τον Ιούνη του ’12 το ψήφισαν και κέρδισε άλλους είτε ως ψήφους διαμαρτυρίας είτε ως ψήφους δυσαρέσκειας από την δεξιά στροφή του ΣΥΡΙΖΑ είτε ως ψήφους στήριξης κάτω από το βάρος του φόβου ότι το κόμμα κινδύνευε να συρρικνωθεί επικίνδυνα λόγω του ρεύματος που εμφάνιζε ο ΣΥΡΙΖΑ. Σε κάθε περίπτωση το ΚΚΕ έχει χάσει την επαφή του με τις ευρύτερες λαϊκές μάζες. Κι αυτό φαίνεται ξεκάθαρα αν ληφθεί υπόψη ότι στις ευρωεκλογές πήρε 11.000 ψήφους περισσότερους απ’ ότι στις εκλογές του Ιανουαρίου παρά το γεγονός ότι τον περασμένο Μάιο ψήφισαν 400.000, σχεδόν, λιγότεροι ψηφοφόροι απ’ ότι τώρα».
Χωρίς αμφιβολία το τωρινό εκλογικό αποτέλεσμα του ΚΚΕ βάζει επί τάπητος το ζήτημα της ανάληψης πρωτοβουλιών για το κόμμα της εργατικής τάξης για ένα πραγματικό μαρξιστικό- λενινιστικό κόμμα που θα τιμά της ιστορία του ΚΚΕ και θα ανταποκρίνεται στις νέες συνθήκες. Η ηγεσία του ΚΚΕ κινείται προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση.
9. Η μη είσοδος της ΛΑΕ στη Βουλή είναι μια αρνητική εξέλιξη παρά τα σοβαρά προβλήματα, τις αδυναμίες, τις παλινωδίες και τους συμβιβασμούς αυτού του σχήματος. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με το αδιέξοδο (όπως φάνηκε και εκλογικά) των άλλων σχημάτων της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς βάζει επιτακτικά το καθήκον στους κομμουνιστές, στους μαρξιστές- λενινιστές, όπου κι αν βρίσκονται να συνεννοηθούν και να πρωταγωνιστήσουν τόσο για το κόμμα της εργατικής τάξης όσο και για το μέτωπο που πραγματικά χρειάζεται ο εργαζόμενος λαός.
Η πολιτική κατάσταση παραμένει ρευστή. Η κίνηση των μαζών προς την μία ή την άλλη πολιτική δύναμη έχει ισχυρά συγκυριακά χαρακτηριστικά. Η εφαρμογή του τρίτου μνημονίου θα οδηγήσει σε νέες πολιτικές και κοινωνικές ανακατατάξεις. Η Αριστερά που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο κινείται σε αντιιμπεριαλιστική- αντιμονοπωλιακή- δημοκρατική κατεύθυνση έχει μπροστά της μια μοναδική ευκαιρία να ανασυγκροτηθεί, να αναβαπτιστεί μέσα στις μάζες και να αναγεννηθεί. Δεν πρέπει να την χάσει. Οι κομμουνιστές οφείλουν να κάνουν ό,τι είναι δυνατόν για να μην τη χάσει.
πηγη: ergatikosagwnas.gr
ΚΚΕ: Η θεωρία του «αναχώματος» και η αναγκαία πολιτική συμμαχιών

Για το ΚΚΕ ήταν κεντρική στην πολιτική του επιχειρηματολογία, τα τελευταία κρίσιμα χρόνια των αγώνων ενάντια στη λιτότητα και τα μνημόνια, η έννοια του «αναχώματος». Ήταν κεντρική γιατί ήταν απαραίτητη και αναντικατάστατη: χωρίς αυτήν δεν μπορούσε να ερμηνευτεί και να αιτιολογηθεί η γραμμή της «ουδετερότητας» αν όχι της αποχής, σε σχέση με τις μεγάλης κλίμακας πολιτικές διεργασίες της περιόδου.
Από τη στιγμή που το ΚΚΕ αποποιούνταν την πολιτική ευθύνη να ηγηθεί ενός μετώπου πολιτικής ανατροπής, από τη στιγμή που με αυτή του τη στάση άφηνε ένα τεράστιο πολιτικό κενό στ’ αριστερά, από τη στιγμή που αυτό το πολιτικό κενό το κάλυψαν αναπόφευκτα άλλοι (συγκεκριμένα ο ΣΥΡΙΖΑ), δεν υπήρχε άλλη υπερασπιστική γραμμή από τη θεωρία του «αναχώματος»: ο ΣΥΡΙΖΑ σαν «πολιτικό φαινόμενο» δεν ήταν παρά ένα «ανάχωμα» του συστήματος.
Η θεωρία του «αναχώματος» συνεχίστηκε με τη διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ και τη συγκρότηση της ΛΑΕ. «Ανάχωμα» και η ΛΑΕ, όπως και ο ΣΥΡΙΖΑ πριν απ’ αυτήν.
Ωστόσο, οι εκλογές της 20ής Σεπτεμβρίου αποτελούν ένα πολιτικό ορόσημο που βάζει σε έσχατη δοκιμασία τη θεωρία του «αναχώματος». Το ΚΚΕ, τη στιγμή ακριβώς που υποτίθεται ότι «έλαμψε η αλήθεια του», δηλαδή τη στιγμή που «επιβεβαιώθηκε» η θεωρία του για τον ΣΥΡΙΖΑ σαν «ανάχωμα», όχι μόνο δεν επιβραβεύτηκε αλλά η πολιτική του επιρροή έμεινε στάσιμη.
Τέλος εποχής
Ύστερα από τις εκλογές, δεν υπάρχει μέλλον για τη θεωρία του «αναχώματος». Η στασιμότητα του ΚΚΕ και η ήττα της ΛΑΕ έχουν κοινό παρονομαστή: ότι η δυναμική τής έκφρασης της λαϊκής δυσαρέσκειας προς τα αριστερά φαίνεται να ανακόπτεται. Υπό το φως αυτής της εξέλιξης, η ηγεσία του ΚΚΕ είναι πολιτικά έκθετη για το γεγονός ότι δεν αναμετρήθηκε κυρίαρχα με τον «δεξιό άνεμο», αλλά στοχοποίησε τη ΛΑΕ περισσότερο κι απ’ τον ΣΥΡΙΖΑ.
Τώρα το ΚΚΕ (όπως και η ΛΑΕ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και όλοι μας) θα κληθεί να απαντήσει στο κεντρικό πολιτικό ερώτημα: με ποιες πρωτοβουλίες, με ποια τακτική, με ποιες συμμαχίες θα καταφέρουμε να μην αλλάξει κατεύθυνση, προς τα δεξιά, η πολιτική έκφραση της λαϊκής δυσαρέσκειας ή να μην εκφυλιστεί σε παρακμιακές πολιτικές εκφράσεις; Πώς, ποιοι και με ποιους θα επαναφέρουμε την κατεύθυνση των μαζικών πολιτικών διεργασιών σε αριστερή ρότα; Ο ΣΥΡΙΖΑ έπαψε να είναι πια «ανάχωμα» και έγινε «κανονικός» μνημονιακός διαχειριστής. Ότι η ΛΑΕ είναι ανάχωμα για τις μαζικές αριστερές διαθέσεις είναι πλέον μια ιδέα στα όρια του πολιτικού ανέκδοτου. Αντίθετα, ο «ελέφαντας στο δωμάτιο», η μεγάλη απειλή, είναι ο κίνδυνος απογοήτευσης, αποσυσπείρωσης και αποθάρρυνσης, περιθωριοποίησης όλων των εκφράσεων της Αριστεράς, «ιταλοποίησης» της ελληνικής Αριστεράς και του ελληνικού κινήματος. Η ενότητα της Αριστεράς στη δράση, στους κοινωνικούς χώρους και στα κινήματα αντίστασης, αλλά και μορφές πολιτικού ενιαίου μετώπου μεταξύ των οργανώσεων και κομμάτων της Αριστεράς, είναι πλέον ζωτικής σημασίας όρος για να αντιμετωπίσουμε αυτή την απειλή.
Η θεωρία του αναχώματος είναι πλέον χωρίς αντικείμενο, αντίθετα αναδεικνύεται σε πραγματικό «αντικείμενο» και ζητούμενο η τακτική του ενιαίου μετώπου.
Μεταβατική πολιτική
Στη θεώρηση του ΚΚΕ, κεντρική είναι η θέση ότι το μεταβατικό πρόγραμμα έχει νόημα μόνο όταν η κατάσταση είναι άμεσα επαναστατική. Πρόκειται για σημαντικό ζήτημα της επαναστατικής θεωρίας που δεν μπορούμε να πραγματευτούμε εδώ. Μπορούμε όμως να υπογραμμίσουμε τις προφανείς πολιτικές συνέπειες αυτής τη θεωρητικής θέσης. Αν λοιπόν μεταβατικό σχέδιο και πρόγραμμα μπορούμε και πρέπει να έχουμε μόνο όταν η κατάσταση είναι άμεσα επαναστατική, και εφόσον τέτοια άμεσα επαναστατική κατάσταση δεν διαμορφώθηκε στην Ελλάδα στα χρόνια της κρίσης (από το 2008 και ύστερα) και των μνημονίων (από το 2010 και ύστερα), τότε δεν μπορούσαμε να έχουμε μεταβατικό πρόγραμμα και σχέδιο σε αυτή την περίοδο. Δεν μπορούσαμε και δεν έπρεπε, επομένως, να έχουμε και πολιτικούς στόχους ανατροπής – σε μη επαναστατική κατάσταση, θα οδηγούσαν αναπόφευκτα στη διαχείριση του συστήματος. Άρα, όποιος πολιτικός σχηματισμός της Αριστεράς έθετε πολιτικούς στόχους ανατροπής («να πέσει η κυβέρνηση των μνημονίων», «κυβέρνηση της Αριστεράς») δεν μπορεί παρά να ήταν ανάχωμα που οδηγεί αναπόφευκτα στη διαχείριση του συστήματος.
Με αυτή την πολιτική αντίληψη, αναπόφευκτα το ΚΚΕ βρίσκεται διαρκώς μπροστά σε «αναχώματα». Διότι κάποιοι άλλοι και όχι αυτό γίνονται εκφραστές των λαϊκών διαθέσεων για πολιτική ανατροπή. Διότι όσο αυτές οι διαθέσεις υπάρχουν, θα τείνουν να αποκτήσουν πολιτική έκφραση. Και όταν είναι μαζικές, θα τείνουν να αποκτήσουν τη δυναμική μαζικού λαϊκού ρεύματος. Τεκμηριώνοντας θεωρητικά την αποχή του από οποιαδήποτε προσπάθεια να εκφράσει τέτοιες μαζικές λαϊκές διαθέσεις, το ΚΚΕ βρίσκεται σε μια συνθήκη ιδιόμορφης «αντιδικίας» με τον κόσμο που θέλει λύσεις πολιτικής ανατροπής τώρα, στη σκληρό σήμερα, κι όχι στο θολό και μακρινό αύριο της λαϊκής εξουσίας. Άλλωστε, το μεταβατικό σχέδιο και πρόγραμμα έχει ακριβώς αυτή τη λειτουργία: να φτιάξει μια «γέφυρα» ανάμεσα σε τέτοιες ώριμες διαθέσεις και την εργατική εξουσία.
Θα συμφωνούσαμε με το ΚΚΕ αν έλεγε ότι αυτή η «γέφυρα» δεν έχει νόημα αν δεν υπάρχουν τέτοιες μαζικές λαϊκές διαθέσεις ή αν δεν υπάρχουν σε προδρομική έστω μορφή τα στοιχεία μιας πολιτικής κρίσης όπου οι η κυρίαρχη τάξη δεν μπορεί να κυβερνά όπως πριν και οι κυριαρχούμενες τάξεις δεν θέλουν να κυβερνώνται όπως πριν. Όμως, μπορεί να μη γνωρίσαμε στα τελευταία 5 χρόνια στην Ελλάδα μια κατάσταση άμεσα επαναστατική, αλλά η βασική αυτή συνθήκη υπήρξε. Και άρα η «γέφυρα» όχι μόνο είχε νόημα, αλλά ήταν και απαραίτητη. Αυτό είναι που εξηγεί γιατί το ΚΚΕ βρίσκει συνέχεια μπροστά του «αναχώματα»: είναι οι συνέπειες της δικής του αποχής από τα μεταβατικά πολιτικά καθήκοντα του σήμερα.
πηγη: rproject.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή