Σήμερα: 30/07/2026
Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2018 11:57

Συντάξεις σαν «φιλοδώρημα»

rompolis-betsis-e1500285331915-1-696x517.jpg

Μελέτη – σοκ: Η μείωση της συνταξιοδοτικής δαπάνης και ο χαμηλός ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ οδηγούν στη φτωχοποίηση τους συνταξιούχους

Συντάξεις (αθροιστικά κύριες και επικουρικές) της τάξης των 900 ευρώ μικτά θα παρέχει το κοινωνικο-ασφαλιστικό σύστημα της χώρας μας το 2070 λόγω της ραγδαίας μείωσης της συνταξιοδοτικής δαπάνης αλλά και του χαμηλού ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ.

Όπως τονίζεται σε νέα μελέτη για το «Ασφαλιστικό στη μεταμνημονιακή περίοδο» των Σάββα Γ. Ρομπόλη (ομότιμου καθηγητή Παντείου Πανεπιστημίου) και Βασίλειου Γ. Μπέτση (υποψήφιου διδάκτορα Παντείου Πανεπιστημίου), το σύνολο της μέσης κύριας και επικουρικής σύνταξης θα ανέρχεται το 2070 στο επίπεδο των 850-900 ευρώ μεικτά (45% συνολικός συντελεστής αναπλήρωσης από 75% το 2009).

Οι συγγραφείς, αξιολογώντας τις επιπτώσεις της ύφεσης της μνημονιακής περιόδου (2010-2018) στο επίπεδο των συντάξεων στη χώρα μας, κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι, εάν η ελληνική οικονομία κατά τη συγκεκριμένη περίοδο δεν είχε πληγεί από τη συντελούμενη μείωση κατά 27% του ΑΕΠ, ακόμη και με την απαισιόδοξη παραδοχή των δανειστών για μεταβολή του ΑΕΠ κατά 0,8% κατά μέσο όρο ετησίως μέχρι το 2070 (ΑΕΠ 351 δισ. ευρώ το 2070), τότε το συνολικό (κύρια και επικουρική σύνταξη) ποσοστό αναπλήρωσης θα ήταν 60%. Σε αυτή την περίπτωση η μέση μηνιαία συνολική σύνταξη θα ήταν το 2070 1.200 ευρώ (μεικτά). Στην παραδοχή αύξησης του ΑΕΠ κατά τη μεταμνημονιακή περίοδο κατά 1,5% ή 2% κατά μέσο όρο ετησίως μέχρι το 2070, τότε η μέση μηναία συνολική σύνταξη το 2070 θα διαμορφωνόταν στο επίπεδο των 1.600 ευρώ ή 2.100 ευρώ μεικτά αντίστοιχα.

Όπως επισημαίνεται στην ίδια μελέτη, αυτό συμβαίνει γιατί από το 2010 και μετά το κοινωνικο-ασφαλιστικό ζήτημα στην Ελλάδα και οι συσσωρευμένες διαρθρωτικές παθογένειες του, με τις μνημονιακές παρεμβάσεις της περιόδου 2010-2018, κατανοήθηκαν και κατανοούνται λανθασμένα και δογματικά ως δημοσιονομικό πρόβλημα και ως εκ τούτου αντιμετωπίστηκαν και αντιμετωπίζονται με παρεμβάσεις δημοσιονομικής περιστολής.

ΜΕΙΩΣΗ 45%: Στην κατεύθυνση αυτή, οι δανειστές και οι μνημονιακές κυβερνήσεις επέβαλαν από το 2010 μέχρι σήμερα είκοσι επτά διαδοχικές μειώσεις (45%) των συντάξεων, αφαιρώντας από τους συνταξιούχους τουλάχιστον 63 δισ. Ευρώ, προκειμένου ο δείκτης «συνταξιοδοτικές δαπάνες προς ΑΕΠ» να διαμορφωθεί στο ανώτερο όριο (16% του ΑΕΠ) μέχρι το 2060.

Με άλλα λόγια, η μακροχρόνια χρηματοοικονομική επιδίωξη των δανειστών συνίσταται στον περιορισμό αύξησης των συνταξιοδοτικών δαπανών κατά 2,5 ποσοστιαίες μονάδες επιπλέον του ποσοστού (13,5% του ΑΕΠ) που ήταν το 2009. Αυτό σημαίνει ότι σε περίπτωση που ο δείκτης «συνταξιοδοτικές δαπάνες προς ΑΕΠ» υπερβεί το ανώτερο όριο του 16% του ΑΕΠ, τότε θα λειτουργήσει ο «κόφτης» των δαπανών των συντάξεων (κύριων και επικουρικών).

Ως εκ τούτου, τονίζεται στην μελέτη, σε συστημικούς όρους ο κλάδος της κύριας ασφάλισης, μετά τον κλάδο της επικουρικής ασφάλισης, μεταλλάσσεται στη μεταμνημονιακή περίοδο από διανεμητικό σύστημα καθορισμένων παροχών σε διανεμητικό σύστημα καθορισμένων αλλά μη εγγυημένων παροχών, με την έννοια ότι ο ασφαλισμένος πλέον δεν θα μπορεί να γνωρίζει εκ των προτέρων το επίπεδο της συνταξιοδοτικής του παροχής, δεδομένου ότι αυτή θα μεταβάλλεται ανάλογα με το επίπεδο του δείκτη «δαπάνες συντάξεων προς ΑΕΠ».

Ταυτόχρονα, με βάση το νόμο Κατρούγκαλου, η συνολική κρατική χρηματοδότηση (τριμερής χρηματοδότηση 4,5% του ΑΕΠ – 8,9 δισ. ευρώ) και η κρατική επιχορήγηση (κάλυψη ελλειμμάτων) 5,5% του ΑΕΠ – 9,1 δισ. ευρώ) του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, που το 2015 ήταν 10% του ΑΕΠ (18 δις ευρώ), δεν θα υφίστανται από 1/1/2026, δεδομένου ότι η κρατική χρηματοδότηση μετά το 2025 θα περιορίζεται στη χρηματοδότηση της εθνικής σύνταξης (384 ευρώ με ασφάλιση 20 ετών και 346 ευρώ με ασφάλιση 15 ετών), η οποία θα ανέρχεται σε 7% του ΑΕΠ (13 δισ. ευρώ περίπου).

Παράλληλα, οι δανειστές στη σχετική μελέτη τους υποστήριξαν(2010) και υποστηρίζουν (2018) λανθασμένα ότι κατά την περίοδο 2010-2070 ο ετήσιος μέσος ρυθμός μεταβολής του ΑΕΠ θα είναι 0,8% (εκτίμηση για 275 δισ. ευρώ ΑΕΠ το 2070). Κατά συνέπεια, οι δυσμενείς αυτές προοπτικές επιβάλλεται να κατανοηθούν ως ανησυχητικές προκλήσεις και όχι ως δεδομένες εξελίξεις.

ΠΗΓΗ: iskra.gr

kotzias223.jpg

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΗΛΑΚΑΣ

Αντιμέτωπος με μια σοβαρή ζημιά που άφησε πίσω του (σκόπιμα; από άγνοια;) ο Νίκος Κοτζιάς βρέθηκε ο πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας κατά την πρώτη του σύσκεψη (και με την ιδιότητα του Υπουργού) στο Υπουργείο Εξωτερικών. Η δημοσιοποίηση των «έτοιμων προεδρικών διαταγμάτων» για την επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια που ανακοίνωσε φεύγοντας ο  πρώην ΥΠΕΞ και την οποία χειροκρότησε  (προφανώς από άγνοια) κατά την τελετή παράδοσης παραλαβής ο πρωθυπουργός πρόσθεσαν στην ελληνική διπλωματία προβλήματα τα οποία δεν είναι έτοιμη να τα αντιμετωπίσει.

Οι γενικές ανακοινώσεις του Νίκου Κοτζιά για την επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στη δυτική Ελλάδα μέχρι και τα Αντικύθηρα (το δυτικό τμήμα των χωρικών του υδάτων έχει να κάνει με το Ιόνιο, το ανατολικό του με το Αιγαίο) προκάλεσαν την αναμενόμενη αντίδραση της Τουρκίας. Ο Ελληνας πρεσβευτής στην Αγκυρα κλήθηκε στο τουρκικό ΥΠΕΞ το οποίο υπενθύμισε την  νομοθετημένη εξουσιοδότηση της τουρκικής βουλής προς την κυβέρνηση να κηρύξει πόλεμο στην Ελλάδα (casus belli)  αν προχωρήσει στην επέκταση των χωρικών της υδάτων. 

Με τον τρόπο αυτό η τουρκική κυβέρνηση εκμεταλλεύτηκε την εκτός τόπου και χρόνου δημοσιοποίηση (από κακό υπολογισμό; από ιδιοτελή μικροπολιτική σκοπιμότητα;) του Νίκου Κοτζιά και έσπευσε άμεσα να εγγράψει διπλωματικά κέρδη. Γιατί, στην περίπτωση που η κυβέρνηση προχωρήσει στην επέκταση των χωρικών υδάτων   μόνο στη δυτική Ελλάδα η Τουρκία θα υποστηρίξει ότι έχει επιβάλλει ειδικό καθεστώς στο Αιγαίο το οποίο  δεν τολμούν να αγγίξουν οι Ελληνες. Στην (πιθανότατη) περίπτωση που η κυβέρνηση «παγώσει» την διαδικασία της επέκτασης των χωρικών υδάτων ακόμα και στη δυτική Ελλάδα η τουρκική κυβέρνηση επίσης θα έχει να λέει ότι κατόπιν των αντιδράσεων και της πολιτικής πυγμής που επέδειξε συγκράτησε την Ελλάδα.

Μετά από την ενασχόλησή του με αυτήν την υπόθεση ο πρωθυπουργός προφανώς αντιλήφθηκε το νόημα της αποκάλυψης του Νίκου Κοτζιά για τα έτοιμα προεδρικά διατάγματα τα οποία «απλώς θέλουν μια υπογραφή» για να επεκταθεί το εύρος της ελληνικής επικράτειας: Αν δεν υλοποιηθεί η εξαγγελία (Κοτζιά) θα εμφανιστούν ως ανίκανοι ή φοβισμένοι  οι αντικαταστάτες του συμπεριλαμβανομένου και του πρωθυπουργού. Αν παρ ελπίδα υλοποιηθούν ο πρώην υπουργός θα έχει να λέει ότι απλώς υλοποίησαν τον αριστοτεχνικό σχεδιασμό του…

Όπως υποστηρίζουν διπλωματικές πηγές από τεχνικής απόψεως η προετοιμασία για την επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στη δυτική Ελλάδα είναι έτοιμη τουλάχιστον εδώ και 3 χρόνια. Εντελώς απροετοίμαστο ωστόσο παραμένει το πολιτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα μπορούσε να υλοποιηθεί—χωρίς προειδοποιητικές πανηγυρικές εξαγγελίες– μια τέτοια μείζονος σημασίας ενέργεια. 

  • Δεν έχει γίνει καμία ενημέρωση των πολιτικών δυνάμεων για μια τέτοια κρίσιμη κίνηση
  • Δεν έχει γίνει αρμόδια διαβούλευση και προετοιμασία έτσι ώστε να μην υπάρξουν παρεξηγήσεις και αντιδράσεις από τον διεθνή παράγοντα
  • Δεν έχει μελετηθεί ούτε έχει προφανώς αποφασιστεί  αν είναι η κατάλληλη πολιτική συγκυρία  στο εσωτερικό και διεθνώς για την επέκταση

Τελικά όπως υποστηρίζουν έμπειροι διπλωμάτες η δημοσιοποίηση στην οποία προχώρησε ο Νίκος Κοτζιάς υποχρεώνει τον Αλέξη Τσίπρα να φρενάρει την εξέλιξη της υπόθεσης σε βαθμό που η υλοποίηση της απόφασης για την επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων να μην είναι δυνατό να προχωρήσει εντός του βίου της σημερινής κυβέρνησης…

Πηγή: topontiki.gr 

PENEN_YEN.JPG

Πραγματοποιήθηκε στις 24/10/2018 η προγραμματισμένη συνάντηση μεταξύ της Διοίκησης της ΠΕΝΕΝ με τον Υπουργό Εμπορικής Ναυτιλίας κ. Φώτη Κουβέλη.

Η αντιπροσωπεία της ΠΕΝΕΝ έθεσε ως κεντρικά προβλήματα στην σύσκεψη αυτή την απασχόληση, την αντιμετώπιση της ανεργίας αλλά και την λήψη μέτρων για την προστασία των ανέργων.

Στο πλαίσιο αυτό τόνισε την ανάγκη κατάργησης των εγκριτικών πράξεων και των διαδοχικών μειώσεων των οργανικών συνθέσεων στην ποντοπόρο ναυτιλία που έχουν μετατρέψει την ελληνική ναυτιλία σε μια σύγχρονη εργασιακή γαλέρα στην οποία επικρατεί η μαύρη ανασφάλιστη και χαμηλόμισθη εργασία και ταυτόχρονα δημιουργούνται οι συνθήκες για τον αφελληνισμό της ποντοπόρου ναυτιλίας και την οριστική και αμετάκλητη αποβολή του ελληνικού ναυτεργατικού δυναμικού.

Στην κατεύθυνση αυτή σημείωσε την ανάγκη αυτές οι μειωμένες συνθέσεις να καταργηθούν και συγχρόνως να επανέλθουν στα επίπεδα των πραγματικών αναγκών των πλοίων. Επίσης αντέκρουσε και απομυθοποίησε την εφοπλιστική προπαγάνδα για δήθεν υψηλούς μισθούς των ελλήνων Ναυτεργατών και ανέφερε πλήθος στοιχείων που αποδεικνύουν την τεράστια κερδοφορία που απολαμβάνει το παρασιτικό εφοπλιστικό κεφάλαιο της ποντοπόρου ναυτιλίας το οποίο απολαμβάνει μια σειρά μοναδικών προνομίων με 57 φοροαπαλλαγές, χαμηλή συμμετοχή στην δαπάνη της κοινωνικής ασφάλισης, ολόπλευρη υποστήριξη στα διεθνή φόρα από την εκάστοτε κυβέρνηση.

Στο ίδιο πλαίσιο έγινε εκτενής αναφορά για την κρουαζιερόπλοιο Ναυτιλία αλλά και την επιβατηγό Ακτοπλοΐα και διατυπώθηκε η θέση των Ναυτεργατών για κατάργηση του νόμου 4150/2013 και των σχετικών Υπουργικών αποφάσεων με τις οποίες μειώθηκαν οι συνθέσεις τόσο στην Ακτοπλοΐα όσο και στα Ε/Γ πλοία Διεθνών γραμμών.

Η αντιπροσωπεία της ΠΕΝΕΝ έθεσε και αυτή την φορά στον νέο Υπουργό Ε.Ν. το πρόβλημα του εκδημοκρατισμού στο Ναυτεργατικό συνδικαλιστικό κίνημα καθώς και της Ναυτικής νομοθεσίας η οποία είναι βαθύτατα αναχρονιστική, αντιδημοκρατική και διατηρείται έτσι επί δεκαετίες ώστε να διευκολύνεται το μακρύ χέρι του εφοπλιστικού κεφαλαίου στον έλεγχο της εσωτερικής λειτουργίας του Ναυτεργατικού συνδικαλιστικού κινήματος και παράλληλα τα συνδικαλιστικά και δημοκρατικά δικαιώματα των Ναυτεργατών να είναι υπό διωγμό!

Επίσης έγινε εκτενής αναφορά σε εργασιακά προβλήματα των Ναυτεργατών σε όλες τις κατηγορίες πλοίων τα οποία οι εφοπλιστές, με την ανοχή των Λιμενικών και των αρμόδιων υπηρεσιών του ΥΕΝ, καθημερινά τα ποδοπατούν μετατρέποντας σε αφόρητες τις εργασιακές συνθήκες του Ναυτεργατικού μας κόσμου.

Τέλος η αντιπροσωπεία της ΠΕΝΕΝ δήλωσε στον Υπουργό Ε.Ν την πλήρη και κατηγορηματική αντίθεσή της τόσο στην ασκούμενη αντιλαϊκή κυβερνητική πολιτική όσο και στο τμήμα της Ναυτιλίας, υπογραμμίζοντας ότι μόνο οι μαζικοί αγώνες των εργαζομένων και των Ναυτεργατών μπορούν να κλονίσουν και να καταφέρουν ρήγματα και ανατροπές σε αυτή την πολιτική.

Από την πλευρά του ο Υπουργός Ε.Ν δήλωσε ότι θέλει ένα εύλογο χρονικό διάστημα να ενημερωθεί και ακολούθως να δώσει σχετικές απαντήσεις σε όλο το φάσμα των προβλημάτων που τέθηκαν κατά την διάρκεια της συνάντησης.

Η Διοίκηση της ΠΕΝΕΝ δεν έχει αυταπάτες σχετικά με την θέση και την πολιτική της κυβέρνησης αφού από το πρώτο κιόλας διάστημα τάχθηκε αναφανδόν με την αστική πολιτική της ανταγωνιστικότητας και της κερδοφορίας του εφοπλιστικού κεφαλαίου, αυτήν την κυβερνητική πολιτική υπηρέτησε και αυτήν εφαρμόζει πιστά σε όλο το διάστημα της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ.

Οι αγώνες των Ναυτεργατών και μόνο αυτοί μπορούν να αποτελέσουν την κινητήριο δύναμη για να δοθούν λύσεις στα οξυμένα προβλήματα αλλά και να αλλάξει η ρότα της πολιτικής στην Ναυτιλία και ευρύτερα στην χώρα μας.

Η Διοίκηση της ΠΕΝΕΝ

papakonstantinou-241018.jpg

Από Πέτρος Παπακωνσταντίνου
 

Παρά τις οξύτατες αντιδράσεις του Κογκρέσου για τη φρικτή δολοφονία ενός αρθρογράφου αμερικανικής εφημερίδας, αυτοεξόριστου στις ΗΠΑ, ο Ντόναλντ Τραμπ διεμήνυσε εξαρχής ότι δεν εννοεί να διαρρήξει τους δεσμούς με τους Σαούντ. Μάλιστα πρότεινε στο Ριάντ μια έξοδο κινδύνου πιθανολογώντας ότι ο Κασόγκι δολοφονήθηκε από «ανεξέλεγκτα στοιχεία», κι όχι με εντολή του θρόνου. Πολλοί έσπευσαν να αποδώσουν αυτή τη στάση στον κυνισμό ενός προέδρου που θέτει τα οικονομικά και γεωπολιτικά συμφέροντα υπεράνω των θεμελιωδών αξιών. Η αλήθεια είναι, όμως, ότι ο Ντόναλντ Τραμπ δεν υπήρξε η εξαίρεση, αλλά η συνέχεια μιας παράδοσης δεκαετιών.

Η ιστορία ξεκινά στις 14 Φεβρουαρίου του 1945. Μόλις τρεις μέρες μετά το τέλος της διάσκεψης της Γιάλτας, ο πρόεδρος Ρούζβελτ, παρά τη βαρύτατα κλονισμένη υγεία του (θα πέθαινε ύστερα από δύο μήνες), έσπευσε από τη Μαύρη Θάλασσα στη Διώρυγα του Σουέζ. Εκεί, στο κατάστρωμα του αμερικανικού καταδρομικού «Κουίνσι», έκλεισε άλλο ένα ιστορικό «ντιλ», αυτή τη φορά με τον Σαουδάραβα βασιλιά Ιμπν Σαούντ. Παρά την αγεφύρωτη αντίθεσή τους γύρω από το Παλαιστινιακό, οι δύο ηγέτες έβαλαν τις βάσεις της ιστορικής συμμαχίας που εξασφάλιζε φτηνό πετρέλαιο και στήριξη των αμερικανικών συμφερόντων στη Μέση Ανατολή, με αντάλλαγμα την ασφάλεια της σκοταδιστικής μοναρχίας. Μια ανίερη συμμαχία, που απέκτησε πρόσθετη σημασία το 1979, με την κατάρρευση της φιλοαμερικανικής δικτατορίας του Σάχη στο Ιράν και τη σοβιετική εισβολή στο Αφγανιστάν.

Ο δεσμός Ουάσιγκτον – Ριάντ δοκιμάστηκε την επαύριο της 11ης Σεπτεμβρίου του 2001, όπου 15 από τους 19 αεροπειρατές ήταν Σαουδάραβες, όπως βέβαια και ο ίδιος ο Οσάμα μπιν Λάντεν. Παρά τη γενικευμένη κατακραυγή, η «κυβέρνηση πετρελαιάδων» Μπους – Τσένι και ΣΙΑ προστάτεψε ως κόρην οφθαλμού την ειδική σχέση με τους Σαούντ. Τα πράγματα άλλαξαν έως έναν βαθμό επί Μπαράκ Ομπάμα. Τον Απρίλιο του 2016, ο Δημοκρατικός πρόεδρος, με συνέντευξή του στο Atlantic, κατηγόρησε το Ριάντ ότι «υποστηρίζει τον σουνιτικό εξτρεμισμό» και του συνέστησε να έρθει σε συνδιαλλαγή με την Τεχεράνη. Τρεις μήνες αργότερα, αποχαρακτήρισε απόρρητα έγγραφα που πιστοποιούσαν χρηματοδότηση των αεροπειρατών της 11ης Σεπτεμβρίου από σαουδαραβικούς κύκλους. Ηδη από το 2015, η ιστορική συμφωνία με το Ιράν για το πυρηνικό του πρόγραμμα είχε εξαγριώσει τον βασιλικό οίκο των Σαούντ.

Στην προεκλογική εκστρατεία του 2016, ο υποψήφιος που είχε τις πιο σκληρές θέσεις απέναντι στο Ριάντ ήταν ο Ντόναλντ Τραμπ, απειλώντας ακόμη και με εμπάργκο πετρελαϊκών εισαγωγών – ενώ η Χίλαρι Κλίντον υπερασπιζόταν την παραδοσιακή σχέση με το βασίλειο. Ωστόσο, μετά την εκλογή του επέλεξε το Ριάντ για το πρώτο του ταξίδι στο εξωτερικό, όπου έκανε στροφή 180 μοιρών, υπογράφοντας συμφωνία-μαμούθ για αγορά αμερικανικών όπλων αξίας 110 δισ. δολαρίων. Επιπλέον, η Σαουδική Αραβία αποκτούσε πρόσθετη αξία στα μάτια του ως πολιορκητικός κριός για την ανατροπή του ιρανικού καθεστώτος.

Παράλληλα, ο γαμπρός του, Τζάρεντ Κούσνερ, επενδύει στη θερμή σχέση που έχει αποκαταστήσει με τον Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν για μια «λύση» του Παλαιστινιακού κομμένη και ραμμένη στα μέτρα του Ισραήλ. Αυτό εξηγεί εν πολλοίς και την επίμονη προπαγάνδα όχι μόνο του Τραμπ, αλλά πολλών έγκυρων αμερικανικών μίντια, που εμφανίζουν τον πρίγκιπα διάδοχο ως «μεταρρυθμιστή» απλώς και μόνο επειδή επιτρέπει στις γυναίκες να οδηγούν  – ενώ ταυτόχρονα οδηγεί στις φυλακές τις ακτιβίστριες του γυναικείου κινήματος.

Η «σκακιέρα»

Γεγονός είναι ότι η τόσο αποτρόπαιη υπόθεση Κασόγκι ενίσχυσε στις Ηνωμένες Πολιτείες τις φωνές που πιέζουν για μια πιο ισορροπημένη πολιτική της χώρας τους στον Περσικό Κόλπο. Το Ιράν έχει κάθε λόγο να τρίβει τα χέρια του από αυτή την εξέλιξη.

Ο δεύτερος περιφερειακός παίκτης που μπορεί να προσδοκά οφέλη είναι, βέβαια, η Τουρκία. Ο Ταγίπ Ερντογάν ακολουθεί μια παμπόνηρη τακτική δύο ταχυτήτων στον χειρισμό της υπόθεσης Κασόγκι. Από τη μια πλευρά, αφήνει να διαρρέουν στον Τύπο ανατριχιαστικές λεπτομέρειες που ενισχύουν την πίεση προς το Ριάντ και την Ουάσιγκτον, χωρίς όμως να δημοσιοποιεί αδιάσειστα ντοκουμέντα που θα τις στηρίζουν. Από την άλλη, ο ίδιος αποφεύγει να δείξει με το δάχτυλο τον θρόνο, αφήνοντας ανοιχτό στον Τραμπ το ενδεχόμενο μιας κυνικής συνδιαλλαγής, ώστε ναι μεν να πέσουν κάποια κεφάλια στο Ριάντ, αλλά να μη τεθεί σε κίνδυνο το ίδιο το καθεστώς.

Δεν υπάρχει αμφιβολία, όμως, ότι ο Τούρκος πρόεδρος θα ζητήσει ακριβά ανταλλάγματα για κάτι τέτοιο, αρχίζοντας από την οικονομία και φθάνοντας μέχρι τη Συρία και το Κουρδικό.

*Πηγή: Καθημερινή

Σελίδα 3221 από 4491
  • Τελευταια
  • Δημοφιλή