Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Στέλιος Καζαντζίδης. Η φωνή των «κάτω» που δεν σίγησε ποτέ

του Νίκου Γουρλά
Σαν σήμερα 14 Σεπτέμβρη του 2001 έφυγε από την ζωή ο Στέλιος Καζαντζίδης. Ο Καζαντζίδης ήταν όχι μόνο η μεγάλη φωνή του λαϊκού τραγουδιού, αλλά και ο κατεξοχήν εκπρόσωπος μιας εποχής που έχει κάποιες αναλογίες με τη σημερινή. Τα τραγούδια του συνδέθηκαν με την μεταπολεμική ιστορία, εκφράζοντας πολύ πλατιά λαϊκά στρώματα.
Δεν μπορεί κανείς να αμφισβητήσει πως ο Στέλιος Καζαντζίδης έκφρασε με τον πιο χαρακτηριστικό και αυθεντικό τρόπο την πίκρα, τον πόνο, τον καημό της ήττας του λαϊκού κινήματος μετά τον Εμφύλιο. Και μάλιστα μέσα από μια φωνή με τεράστιες εκφραστικές δυνατότητες και λαϊκή «ρίζα». Μ' αυτή την έννοια, ήταν ένας αυθεντικός και ανεπανάληπτος λαϊκός τραγουδιστής.
Γεννημένος από πρόσφυγες γονείς στην Νέα Ιωνία, βιώνει από τα πρώτα του χρόνια την κοινωνική αδικία και την φτώχια. Ζει την κατοχή και την φασιστική τρομοκρατία, αφού ο οικοδόμος πατέρας του βασανίζεται από γερμανοτσολιάδες στην κατοχή και πεθαίνει λίγο μετά την απελευθέρωση. Ο Στέλιος Καζαντζίδης αναγκάζεται να κάνει τότε πολλές δουλειές για να επιβιώσει αυτός και η οικογένεια του. Παράνομος μικροπωλητής, οικοδόμος, εργάτης σε εργοστάσιο κ.λπ. Φαντάρο, μετά τον Εμφύλιο, τον στέλνουν στην Μακρόνησο, όπου γνωρίζει τη φρίκη της “διαπαιδαγώγησης” του νέου ελληνικού κράτους. Τα βιώματα αυτά αντανακλώνται στα τραγούδια του. Κανένας άλλος καλλιτέχνης δεν έχει ερμηνεύσει τόσο μεγάλο αριθμό τραγουδιών που να μιλάνε για τη φτώχεια, την κοινωνική αδικία και την εκμετάλλευση.

H εμφάνισή του στο λαϊκό τραγούδι (1952) γίνεται σε μια περίοδο που οι μνήμες από την τραγωδία της φασιστικής κατοχής και της αντίστασης, αλλά και του ένοπλου αγώνα του Δημοκρατικού Στρατού, είναι ακόμα νωπές, ενώ οι συνέπειες της ήττας του εργατικού και λαϊκού κινήματος επιδρούν και στην τελευταία πτυχή της ζωής των ανθρώπων. Η ήττα των δυνάμεων του Δημοκρατικού Στρατού σηματοδότησε και τον τερματισμό μιας εποχής ηρωικών και ελπιδοφόρων αγώνων ενός λαού που είχε αποτολμήσει με όρους μαζικού λαϊκού κινήματος, αλλά και ενόπλου αγώνα, να πάρει τις τύχες του στα χέρια του, παλεύοντας για το όραμα της «λαοκρατίας»
Οι δυνάμεις της αστικής τάξης έβγαιναν νικηφόρες από μια ταξική αναμέτρηση, αφού είδαν τον χάρο με τα ματιά τους, γεμίζοντας τα ξερονήσια με αγωνιστές, τρομοκρατώντας την ύπαιθρο με τα ΤΕΑ, και εκτελώντας, μέχρι το 1955, κομμουνιστές. Όσοι είχαν και την παραμικρή σχέση με το ΕΑΜ φακελώνονται και θεωρούνται «μιάσματα», ενώ κυριαρχεί σε όλα τα επίπεδα η ιδεολογία της εθνικοφροσύνης, των πιστοποιητικών “κοινωνικών φρονημάτων” κ.λπ.
Όλα αυτά και σε συνδυασμό με το ότι ο εργαζόμενος λαϊκός κόσμος ζούσε μέσα σε μεγάλη ανέχεια, αφού ακόμη και στις αρχές της δεκαετίας του ‘60 η ανεργία έτρεχε στο 25%, ενώ τα μεροκάματα ήταν τόσο άθλια που δεν έφταναν καν για να ξεπληρώνουν τα βερεσέδια στον μπακάλη. Στα εργοστάσια και στους τόπους δουλειάς βασιλεύει η εργοδοτική αυθαιρεσία, ενώ το συνδικαλιστικό κίνημα ελέγχεται από την Ασφάλεια με τους έμμισθους αντικομουνιστές εργατοπατέρες. Όλα αυτά και πολλά άλλα συμπληρώνουν την εικόνα της ζωής που βίωνε η εργατική τάξη.
Σε αυτές της συνθήκες προβάλει το είδος εκείνο του τραγουδιού που καθιέρωσε τον Καζαντζίδη, με στίχους που αποπνέουν την αίσθηση της κοινωνικής αδικίας, της ατομικής και συλλογικής απελπισίας. Ο Στέλιος Καζαντζίδης αναδεικνύεται στον κατ’ εξοχήν ερμηνευτή αυτού του τραγουδιού όχι τυχαία, καθώς και ο ίδιος προέρχεται και παραμένει δεμένος με τον κόσμο που εκφράζει. Η μεγάλη αποδοχή που έχει στην εργατική τάξη το συγκεκριμένο είδος τραγουδιού, είναι αντανάκλαση της σκληρής καθημερινότητας που βιώνει ο λαϊκός κόσμος, η οποία συντρίβει τα οράματα και της ιδέες της απελευθέρωσης. Αυτός ο χτυπημένος κόσμος δεν μπορεί πια να τραγουδήσει τα επαναστατικά τραγούδα της εαμικής Αντίστασης, όπως έκανε στα χρόνια της κατοχής και του δεύτερου αντάρτικου.

Ούτε, όμως, από την άλλη, μπορούσε να τραγουδήσει τα ανάλαφρα τραγουδάκια που αναφέρονταν στις χαρές της ζωής των μικροαστών, τους ρομαντικούς έρωτες. Τραγουδούσε Καζαντζίδη, γιατί είχε συνείδηση της κατάστασης που βίωνε. Το τραγούδι του Στέλιου Καζαντζίδη παρακολουθούσε βήμα-βήμα τη διαμόρφωση αυτής της συνείδησης, γι’ αυτό διατήρησε και αυτή τη σχέση με την εργατική τάξη επί δεκαετίες.
Στα τραγούδια του Στέλιου Καζαντζίδη κυριαρχεί η καταγγελία της κοινωνικής αδικίας, με τρόπο μερικές φορές αφελή. Όμως, η δική του διαμαρτυρία είναι άμεση και αυθόρμητη διαμαρτυρία της ψυχής. Μιλάει την γλώσσα του κόσμου απ’ όπου προέρχεται, εκφράζοντας το επίπεδο της εργατικής και λαϊκής συνείδησης σε συνθήκες ήττας και διάψευσης των ελπίδων. Αυτός είναι ο λόγος που η εργατική τάξη της εποχής αγκαλιάζει τα τραγούδια του. Αυτό το πρωτόγνωρο είδος τραγουδιού η Αριστερά αρχικά θα το αγνοήσει, στην συνέχεια την δεκαετία του ’60 θα το απορρίψει, χαρακτηρίζοντας το μοιρολατρικό, άρα εμπόδιο στην ταξική συνειδητοποίηση.
Τραγούδι απελπισίας και απόγνωσης το «σήμερα χειρότερο από το χτες» το 1956. Τραγούδι μισοαισιόδοξο στα τέλη της δεκαετίας του ‘50 το «μια καινούργια κοινωνία θα να χτίσω κι απ’ τον κόσμο φτώχια και άδικο να σβήσω». Θα ακολουθήσει και πάλι την έξαρση του κινήματος στις αρχές της δεκαετίας του ‘60 που θα ακουστούν «τα μουτζουρωμένα χέρια και η φόρμα η παλιά κρύβουν χρήμα και αξία και μια τίμια καρδιά», ύμνος των απανταχού μουτζούρηδων των μηχανουργείων του Πειραιά και της Ζώνης του Περάματος. Μετά από τα γεγονότα του ’65, όταν οι οικοδόμοι είναι η ψυχή της εξέγερσης, ο Στέλιος Καζαντζίδης τραγουδά το «οικοδόμοι παλληκάρια με περήφανη ψυχή».
Ο Στέλιος Καζαντζίδης θα εκφράσει όσο κανένας άλλος τον πόνο της ξενιτιάς. Χιλιάδες εργάτες φεύγουν καθημερινά μετανάστες «στις φάμπρικες της Γερμανίας και του Βελγίου τις στοές». Και τώρα το άμεσο ταξικά αισθητήριο θα καταστήσει τον Καζαντζίδη τραγουδιστή της μετανάστευσης, εκφραστή του πόνου του εργάτη που παίρνει «το τραίνο Γερμανίας-Αθηνών στην τρίτη θέση σε μιαν άκρη καθισμένος».
Φυσικά, ο Καζαντζίδη δεν θα είχε εξελιχθεί σε αυτό που γνωρίσαμε αν δεν είχε επιλέξει να πει τραγούδια συνθετών όπως ο Δερβενιώτης, ο Κολοκοτρώνης ο Μπακάλης που σε συνδυασμό με τους στίχους του Κώστα Βίρβου έδιναν το συγκεκριμένο αποτέλεσμα. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι αυτοί και οι μετά απ’ αυτούς, όπως ο Πυθαγόρας, ήταν στην πλειοψηφία τους αριστεροί.
Ο Στέλιος Καζαντζίδης θα αποσυρθεί από το πάλκο το 1965, όταν η αστική τάξη ανακαλύπτει τα «μπουζούκια», και, όπως εξομολογούνταν ο ίδιος, ενοχλείται αφάνταστα από τους νεόπλουτους και βολεμένους, «που ήθελαν να κάνουν επιδείξεις, που σκορπάνε το χρήμα τους γιατί το ‘χουν βγάλει χωρίς κόπο». Θα συνεχίσει, όμως, να επικοινωνεί με την εργατιά μέσα από τους δίσκους του, μέχρι που κι αυτός ο δίαυλος επικοινωνίας κλείνει με τα γνωστά προβλήματα με τον Μάτσα.
«Αυτό που διαχωρίζει το λαϊκό τραγούδι, μέσα στη γενική εικόνα ενός έθνους και της κουλτούρας του, δεν είναι το καλλιτεχνικό γεγονός, ούτε η ιστορική καταγωγή, αλλά ο τρόπος που έχει να αντιλαμβάνεται τον κόσμο και την ζωή, σε αντίθεση με τις ισχύουσες αντιλήψεις της κοινωνίας»
Αντόνιο Γκράμσι
Αυτή την εκτίμηση του Γκράμσι η Αριστερά αρχικά μάλλον την αγνόησε στην περίπτωση του Καζαντζίδη, αλλά και προηγούμενα στην περίπτωση του ρεμπέτικου την δεκαετία του τριάντα. Βέβαια, πρέπει να πούμε ότι είναι η ίδια αριστερά που θέτει πρώτη το ζήτημα για το ρεμπέτικο τραγούδι με το άρθρο του Φ. Ανωγειανάκη στον Ριζοσπάστη τον Γενάρη του 47. Με εκείνο το κείμενο και τον μικρό διάλογο που ακολούθησε ( έγραψαν απάντηση οι Α. Ξένος και Ν. Πολίτης), ανοίγει η συζήτηση για το ρεμπέτικο και λαϊκό τραγούδι που μέχρι τότε ήταν καταδικασμένο από την ηγεσία και τη διανόηση του ΚΚΕ. Δεν πρόλαβε, όμως, να αναπτυχθεί παραπέρα, αφού ο Ριζοσπάστης κλείνει τον Οκτώβριο του ’47. Ακολουθεί η ομιλία του Χατζιδάκι το ’49 που συνέχισε την συζήτηση και έβγαλε οριστικά το ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι από το κοινωνικό και καλλιτεχνικό περιθώριο.
Κατά ένα περίεργο τρόπο, ένα μεγάλο μέρος της αριστερής διανόησης με λίγες εξαιρέσεις, όπως αυτή του Φ. Ανωγειανάκη και του Τ. Βουρνά, ταυτιζόταν με τους εκπρόσωπους της αστικής ιδεολογίας από διαφορετικές φυσικά αφετηρίες, που θεωρούσε το ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι ανατολίτικο, ξενόφερτο, παρακμιακό.
Αυτό έχει να κάνει με τις λαθεμένες αναγνώσεις που έκανε η Αριστερά, στην προσπάθεια της να καθορίσει τη στάση της απέναντι σε λαϊκά φαινόμενα και σχετιζόταν με την ίδια την γενική πολιτική της γραμμή, και εκείνη σε θέματα αισθητικής και πολιτισμού.
Αυτό που δεν καταλάβαινε η τότε ηγεσία της Αριστεράς είναι ότι η εργατική τάξη εκείνης της εποχής δεν θα μπορούσε να είναι επαναστατικά αισιόδοξη. Η ήττα λειτούργησε συντριπτικά στις συνειδήσεις του κόσμου, ακριβώς γιατί αποτέλεσε της διάψευση της δυνατότητας να ανατρέψει το σύστημα της κοινωνικής ανισότητας και εκμετάλλευσης.
Τομή που αλλάζει την σχέση της Αριστεράς με το λαϊκό τραγούδι είναι η νέα ενορχήστρωση από τον Μ. Θεοδωράκη του “Επιτάφιου” του Γ. Ρίτσου με την λαϊκή ορχήστρα του Μ. Χιώτη, που ξεσήκωσε θύελλα στους κύκλους της αριστερής διανόησης μέσα από τις σελίδες της “Επιθεώρησης Τέχνης”. Αυτή η τομή θεμελιώνεται στις περιφρονημένες από την Αριστερά βάσεις του λαϊκού τραγουδιού. Ο Θεοδωράκης μέσα από την φωνή του Σ. Καζαντζίδη βρίσκει τον τρόπο να απευθυνθεί απευθείας στην εργατική τάξη χωρίς άλλες διαμεσολαβήσεις. Ο Καζαντζίδης θα ερμηνεύσει, μεταξύ πολλών άλλων, το «βράχο βράχο τον καημό μου», κόλαφος στο καραμανλικό καθεστώς που συνεχίζει να κρατά στα ξερονήσια εκατοντάδες λαϊκούς αγωνιστές. Θα αντιλαλήσουν οι εργατογειτονιές του Αιγάλεω και του Περιστερίου από το «Σαββατόβραδο» και το «Τι θέλεις απ’ τα νιάτα μου».

Ήδη από τα μέσα τις δεκαετίας του ’60, στις νέες γενιές των αριστερών διανοουμένων, σε εκείνη την περίφημη πολιτιστική άνοιξη, το ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι γίνεται κεντρικό σημείο αναφοράς.
Στην περίοδο της δικτατορίας το ρεμπέτικο και το λαϊκό τραγούδι συνδέθηκε στενά με το αντιδικτατορικό κίνημα, ιδιαίτερα τα τραγούδια του Στέλιου Καζαντζίδη. Είναι τα τραγούδια που τραγουδάνε οι παρέες με νόημα και συνενώνονται στις ταβέρνες, για να συναντηθούν έπειτα στις σκληρές διαδηλώσεις.
Έτσι, στη μεταπολίτευση, μαζί με το νόμιμο Θεοδωράκη, “νομιμοποιείται” μαζικά στη συνείδηση των ανθρώπων της Αριστεράς το λαϊκό και το ρεμπέτικο τραγούδι. Χωρίς αντιδράσεις; Όχι.
Δεν έχουν οριστικά εκλείψει απόψεις που λένε πως αυτό το είδος μουσικής δεν καλλιεργεί το αγωνιστικό πνεύμα, δίνοντας έμφαση στα “χασικλίδικα” και τα “μηδενιστικά” τραγούδια. Ωστόσο, η άποψη αυτή σαρώνεται. Χαρακτηριστική και κορυφαία εκδήλωση είναι τα Φεστιβάλ της ΚΝΕ, με αποκορύφωμα τη μεγάλη εκδήλωση το ’86 για το κοινωνικό και λαϊκό τραγούδι που έγινε στο ΣΕΦ.
Η σημερινή εποχή της μαζικής ανεργίας, της απότομης φτωχοποίησης, της μαζικής εξαθλίωσης, της διάψευσης των προσδοκιών της νεολαίας για μια ζωή καλύτερη από αυτή των γονιών τους, αλλά και της μεγάλης της οπισθοχώρησης του εργατικού κινήματος, φέρνει στο προσκήνιο το ερώτημα αν θα μπορέσει να υπάρξει συνέχεια του λαϊκού τραγουδιού. Αυτό, που μας δίδαξε εκείνη η εποχή είναι ότι και στο λαϊκό τραγούδι αλλά και εν γένει στον πολιτισμό, αντανακλάται, με όλες τις αντιφάσεις της που είναι και αντιφάσεις του ίδιου του λαϊκού πολιτισμού, η πραγματική συνείδηση της εργατικής τάξη. Στις μέρες μας αυτό είναι δύσκολο να ανιχνευτεί. Το ποια θα είναι η συνέχεια σε αυτό που ονομάζουμε λαϊκό τραγούδι είναι δύσκολο να το απαντήσει κανείς. Όπως όμως και να έχει, σε μια εποχή που κυριαρχούν οι ατομικότητες και οι κατακερματισμοί, που οι λαϊκές τάξεις βρίσκονται οικονομικά και πολιτιστικά στο περιθώριο, έχει πολύ περισσότερες δυσκολίες να εκφραστεί η σύγχρονη μορφή του.
Βιβλιογραφία:
Γιώργου Αλεξάτου: «Το τραγούδι των ηττημένων. Κοινωνικές αντιθέσεις και λαϊκό τραγούδι στη μεταπολεμική Ελλάδα», εκδόσεις Κουκκίδα.
Γιώργου Αλεξάτου: «Ο Στέλιος Καζαντζίδης και η ελληνική μεταπολεμική πραγματικότητα», περιοδικό «Λαϊκό τραγούδι».
Πάνου Γεραμάνη: «Στέλιος Καζαντζίδης. Όταν η φωνή φτάνει το θρύλο», εκδόσεις Άγκυρα.
Θωμά Κοροβίνη: «Στέλιος Καζαντζίδης. Αφιέρωμα», εκδόσεις Οδός Πανός.
Κώστα Μπαλαχούτη: «Και όσο υπάρχεις θα υπάρχω», εκδόσεις Ατραπός
Γκέιλ Χολστ: «Δρόμοι για το ρεμπέτικο (άρθρα για το ρεμπέτικο τραγούδι (1947-1976)», Αγγλοελληνικές εκδόσεις.
ΠΗΓΗ: kommon.gr
Δείξε μου τον φίλο σου....

Γράφει ο Γεράσιμος Λιβιτσάνος.
Περιοδεία σε σχολεία της Θεσσαλονίκης, με τον βουλευτή της Α' περιφέρειας Στράτο Σιμόπουλο που αποτελεί ένα από τα πλέον ακραία πολιτικά στοιχεία της Κ.Ο της Νέας Δημοκρατίας, επέλεξε να πραγματοποιήσει η υπουργός Παιδείας Νίκη Κεραμέως. Πρόκειται για τον βουλευτή που είχε ξεσηκώσει θύελλα διαμαρτυριών, όταν λίγες μέρες μετά τον θάναντο του Μανώλη Γλέζου είχε κάνει μία απαξιωτική ανάρτηση: Ανέφερε μεταξύ άλλων ότι ο Μανώλης Γλέζος βρέθηκε "στην λάθος πλευρά της ιστορίας".
Αν και η ίδια η Νίκη Κεραμέως δεν δημοσιοποίησε την πολιτική αυτή πρωτοβουλία της, φρόντισε να το κάνει ο ίδιος ο βουλευτής Α' Θεσσαλονίκης. Ανάρτησε τις σχετικές εικόνες στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ενώ εξέδωσε και ανακοίνωση.
Όπως μάλιστα χαρακτηριστικά επισημαίνει σε αυτή: "Την Υπουργό Παιδείας κ. Νίκη Κεραμέως συνόδευσε σήμερα στην επίσκεψή της στο 3ο Πειραματικό Δημοτικό Σχολείο Ευόσμου ο βουλευτής Α’ Θεσσαλονίκης της ΝΔ, κ. Στράτος Σιμόπουλος.". Μάλιστα στην ίδια ανακοίνωση προσθέτει ότι πρέπει "να σημειωθεί ότι είναι η πρώτη, εδώ και δεκαετίες, επίσκεψη στην περιοχή υπουργού παιδείας"".
Αξίζει να επισημάνουμε ότι ο Στράτος Σιμόπουλος, είναι ένας βουλευτής και πολιτικό στέλεχος ιδιαίτερα συνεπής στην αναπαραγωγή εμφυλιοπολεμικών διλλημάτων. Προφανώς αναφερόμενος στο ανάλογο κοινό της πολιτικής βάσης της Νέας Δημοκρατίας. Συχνά μάλιστα ακόμη και σε αντίθεση με κατευθύνσεις και αποφάσεις της κυβέρνησης.
Είναι χαρακτηριστικό ότι πρόσφατα εγκωμίασε την πρόθεση του υφυπουργού Άμυνας Αλκιβιάδη Στεφανή να παραβρεθεί σε εκδήλωση για την μάχη στο Γράμμο-Βίτσι. Ο Στράτος Σιμόπουλος σχολίασε σε ανάρτησή του πως "όταν ο υφυπουργός άμυνας είναι να βρεθεί εκεί σε εκδηλώσεις της Ένωσης Αποστράτων σηκώνεται αριστερή θύελλα". Αν και τελικά θυμίζουμε ότι η κυβέρνηση δεν υλοποίησε αυτή την απόφαση.
Για τον Μανώλη Γλέζο ο Στράτος Σιμόπουλος είχε δηλώσει στις 2 Απριλίου, πως "σε όλη του τη ζωή ήταν στη λάθος πλευρά της ιστορίας, με μάχες για δεκαετίες εναντίον της κοινοβουλευτικής μας δημοκρατίας", προσθέτοντας πως "αν οι αγώνες του μετά τον πόλεμο είχαν ευοδωθεί, θα ήμασταν για πολλά χρόνια 'Σοβιετία'». Είχε μάλιστα συμβουλεύσει την ηγεσία της Ν.Δ λέγοντας πως "δεν χρειάζεται όσοι από εμάς ήμασταν στη σωστή πλευρά της Ιστορίας να 'εξαγνίζουμε' όσους ήταν στην αντίθετη πλευρά της και έτσι άθελα να δίνουμε χώρο στη λάθος άποψη για την καταλληλότερη πορεία της κοινωνίας και της οικονομίας μας στο μέλλον". Πρόσθεσε μάλιστα ότι "αντιμετωπίζω, με μεγάλο σκεπτικισμό οποιαδήποτε 'άφεση πολιτικών αμαρτιών' που δίνει λάθος μηνύματα, κυρίως στη νεολαία", επικρίνοντας έτσι την στάση του κόμματός του που είχε αναφερθεί τιμητικά στον Μανώλη Γλέζο.
Η Νίκη Κεραμέως, όπως και κάθε πολιτικό πρόσωπο, έχει βεβαίως κάθε δικαίωμα να διαμοφώνει τις πολιτικές σχέσεις που επιθυμεί. Πόσο δε μάλλον αν αφορούν στο ίδιο της το κόμμα. Όμως σίγουρα η συγκεκριμένη πρωτοβουλία της είναι πολιτικά αξιοπρόσεκτη, ιδίως από την στιγμή που βρίσκεται στον θώκο της υπουργού Παιδείας. Μια θέση με σημαντικό συμβολισμό.
Πηγή: news247.gr - ergatikosagwnas.gr
Χωρίς δυναμική η πορεία του ΣΥΡΙΖΑ προς το κέντρο

Δημήτρης Γρηγορόπουλος
Οι αλλαγές που επέβαλλε ο Α. Τσίπρας στο κομματικό επιτελείο του ΣΥΡΙΖΑ, με κορυφαία την αντικατάσταση του Π. Σκουρλέτη από τη θέση του γραμματέα, σηματοδοτούν την πορεία μετεξέλιξης του ΣΥΡΙΖΑ προς ένα κόμμα του προοδευτικού κέντρου. Προβληματίζει, παράλληλα, την ηγεσία το γεγονός πως ο ΣΥΡΙΖΑ, παρά τις μεγάλες δυσκολίες που αντιμετωπίζει η ΝΔ, δεν κερδίζει πόντους επιρροής, αλλά είναι καθηλωμένος.
Την Κυριακή 6 Σεπτέμβρη συνεδρίασε η ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ, προκειμένου να εγκρίνει την πρόταση του Αλέξη Τσίπρα για την αναδιάρθρωση των ηγετικών θέσεων στον κομματικό μηχανισμό. Όπως αναμενόταν, εγκρίθηκε η πρόταση Τσίπρα, με 29 λευκά όμως. Η σημαντικότερη αλλαγή αφορούσε τη θέση του γραμματέα του κόμματος. Ο Πάνος Σκουρλέτης απομακρύνθηκε απ’ αυτό το αξίωμα, όπου τοποθετήθηκε ο Δημήτρης Τζανακόπουλος του ηγετικού περιβάλλοντος. Πρόκειται για πολύ σοβαρή κίνηση που σηματοδοτεί αλλαγές στον ΣΥΡΙΖΑ. Το αξίωμα του γραμματέα είναι πολύ σημαντικό στον ΣΥΡΙΖΑ και στα αστικά κόμματα που το θεσμοθετούν, αν και όχι το κορυφαίο όπως στα παραδοσιακά κομμουνιστικά κόμματα. Η αξία του αξιώματος του γενικού γραμματέα στον ΣΥΡΙΖΑ έγκειται στο ότι τίθεται επικεφαλής και έχει την ευθύνη του κομματικού μηχανισμού. Εννοείται ότι ο γενικός γραμματέας του ΣΥΡΙΖΑ από αυτή τη θέση θα διαδραματίσει αποφασιστικό ρόλο στο πλευρό της ηγεσίας του κόμματος (Αλέξης Τσίπρας) στις επερχόμενες αποφασιστικές αλλαγές σ’ αυτό. Η επικέντρωση από την ηγεσία του κόμματος του κέντρου βάρους στην ανασυγκρότηση του ΣΥΡΙΖΑ αποτελεί τη Λυδία λίθο για την δυναμική ανάτασή του, αφού μετά τις εκλογές καρκινοβατεί και δεν πείθει, παρά τις πρωτοφανείς δυσκολίες που αντιμετωπίζει η κυβέρνηση της ΝΔ.
Ο κατάλογος των προβλημάτων που προσδιορίζουν τη στασιμότητα του ΣΥΡΙΖΑ είναι μακροσκελής: Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει ακόμη συνέλθει απ’ την εκλογική ήττα που υπέστη στις πρόσφατες εκλογές, αν και με αξιοπρεπές ποσοστό (31,5%). Η ηγεσία του πίστευε στη δεύτερη τετραετία διακυβέρνησης. Υιοθετώντας την παραδοσιακή ρουσφετολογία, τα έδωσε όλα στο βωμό της προεκλογικής πλειοδοσίας, χωρίς να ευοδωθούν όμως οι ευσεβείς πόθοι της. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει συνέλθει ακόμη από το σοκ της προεκλογικής ήττας, όπως περίτρανα δείχνουν οι δημοσκοπήσεις. Η ψαλίδα με τη ΝΔ παραμένει πολύ μεγάλη, η ΝΔ δεν έχει ακόμη απομαγευτεί στη συνείδηση της εκλογικής πλειοψηφίας, παρά τα επώδυνα προβλήματα που την περισφίγγουν ασφυκτικά (κορονοϊός, ύφεση με ό,τι συνεπάγεται, ελληνοτουρκικά, προσφυγικό κ.α.).
Το κυριότερο, ο ΣΥΡΙΖΑ πελαγοδρομεί ακόμη, χωρίς να αρθρώνει μία συνεκτική και συνεπή τακτική και μια στρατηγική πρόταση. Αυτό, σε μεγάλο βαθμό βέβαια, είναι αναπόφευκτο, αφού και ο ΣΥΡΙΖΑ στη διακυβέρνησή του, τοις κείνων ρήμασι πειθόμενος (κεφάλαιο, ιμπεριαλισμός) στα νεοφιλελεύθερα δόγματα βασίστηκε, με ολίγον επιδοματικό κεϋνσιανισμό και « αριστερίζουσα» ρητορική. Είναι ζητούμενο, λοιπόν, η άρθρωση μιας συνεκτικής τακτικής και στρατηγικής, που θα τον διαφοροποιεί κυρίως ρητορικά και εν μέρει πραγματικά από τη ΝΔ, ώστε να εμπνεύσει στις μάζες ένα νέο όραμα, διαφορετικό όμως από την αριστερή δημαγωγία του 2012-15 που αποκαΐδια της μόνον σώζονται.
Προς το παρόν ο ΣΥΡΙΖΑ επιδίδεται σ’ έναν ατελέσφορο κλεφτοπόλεμο κατά της κυβέρνησης της ΝΔ. Χτυπάει, όπου και όπως μπορεί, την κυβέρνηση με «αριστεροδέξια» επιχειρήματα: Από τη μία, κατηγορεί την κυβέρνηση για ενδοτικότητα έναντι της Τουρκίας, από την άλλη όμως συμφωνεί με το πλαίσιο διαλόγου και συνδιαλλαγής των δύο αστικών τάξεων, που επιβάλλουν οι δυτικοί ιμπεριαλιστές, για να υπηρετήσουν κυρίως τα δικά τους συμφέροντα. Στην κρίση του κορονοϊού, από τη μία, κατηγορεί την κυβέρνηση για αντιλαϊκά και αντεργατικά μέτρα, από την άλλη, όμως, δεν επεξεργάζεται μία συγκεκριμένη και πειστική προοδευτική εναλλακτική πρόταση. Στην κριτική για το «πακέτο στήριξης» δεν επικεντρώνεται στον ανεπαρκή και μεροληπτικό υπέρ του κεφαλαίου χαρακτήρα του, αλλά στο ότι δεν είναι «εμπροσθοβαρές» αλλά « οπισθοβαρές».
Ο ανασχηματισμός στον ΣΥΡΙΖΑ σηματοδοτεί την επιτάχυνση του βηματισμού προς την προοδευτική παράταξη
Το βάλτωμα του εγχειρήματος του ΣΥΡΙΖΑ δεν διαφεύγει από την ηγεσία του. Εξάλλου είναι οφθαλμοφανές. Απ’ όλες τις πλευρές του ΣΥΡΙΖΑ τονίζεται ότι πρέπει να δοθεί το σάλπισμα μιας επανεκκίνησής του. Κινητήρια δύναμη αυτής της επανεκκίνησης θεωρείται η δημιουργία μιας ευρείας προοδευτικής παράταξης, απ’ την αριστερά ως το προοδευτικό κέντρο, στα χνάρια της Ένωσης Κέντρου του 1964-65 και του ΠΑΣΟΚ του 1981-85, που θα είναι σε θέση να αγκαλιάσει και να σφυρηλατήσει μιαν ευρεία κοινωνική πλειοψηφία. Αυτή η προοπτική έχει κάνει ήδη τα πρώτα βήματά της με το σχήμα ΣΥΡΙΖΑ – Προοδευτική Συμμαχία. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ δεν περιορίζει την προοπτική της προοδευτικής παράταξης που οραματίζεται στο ήδη υπάρχον σχήμα ούτε σε μιαν, όχι ιδιαίτερα πιθανή, συμμαχία με το ΚΙΝΑΛ, η οποία θα προκαλέσει ίσως περισσότερα προβλήματα απ’ όσα θα λύσει. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ ορθά διαβλέπει ότι στην κοινωνία λογικά δεν υπάρχει χώρος για δύο παρεμφερή σοσιαλδημοκρατικά κόμματα και ότι ιστορικά το ΚΙΝΑΛ έχει εκμετρήσει το ζην. Προτιμά όμως την κατά μόνας ή κατά ομάδες ένταξη πασοκογενών και άλλων κεντρώων στην Προοδευτική Συμμαχία. Αυτή η μορφή συγκρότησης διευκολύνει και την κατασίγαση των αντιδράσεων της αριστερής πτέρυγας του ΣΥΡΙΖΑ στην κορυφή της κομματικής πυραμίδας (Σκουρλέτης, Βούτσης, Φίλης, Τσακαλώτος, 53), αλλά και από απλά μέλη απροσδιόριστου αριθμού. Από την κορυφή της αριστερής πυραμίδας έχει ανοιχτά, αλλά όχι οξυμένα, εκφραστεί ο φόβος για την αλλοίωση της φυσιογνωμίας του κόμματος, για την «πασοκοποίηση» του ΣΥΡΙΖΑ.
Ο ανασχηματισμός λοιπόν στο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι απλώς ένα προεδρικό ανακάτεμα της τράπουλας. Απεναντίας, υπηρετεί την ανάγκη επιτάχυνσης του βηματισμού σε πνεύμα ενότητας προς την προοδευτική παράταξη με τη σταδιακή δημιουργία και καθιέρωση μιας νέας ηγετικής ομάδας περί τον Τσίπρα, ώστε να «τρέξει» την πορεία προς ένα νέο, ισχυρό, ενωτικό κόμμα του Προοδευτικού Κέντρου.
Σε αυτήν την απροκάλυπτη δεξιά στροφή του ΣΥΡΙΖΑ δεν φαίνεται να αντιδρά δυναμικά και αποτρεπτικά η αριστερή πτέρυγά του, ακόμη και τα στελέχη που έχουν θητεύσει στο ΚΚΕ εσ. και στον Ρήγα Φεραίο. Αυτή τη στάση φαίνεται ότι εκφράζει το «ενωτικό» άρθρο του Ευκλείδη Τσακαλώτου στην Αυγή (30/8/2020), στο οποίο προβάλλεται ως υπέρτατη ανάγκη και αξία η ενότητά του ΣΥΡΙΖΑ και περιορίζονται οι επιφυλάξεις σε δευτερεύοντα θέματα και ήπιο τόνο. Η ήττα του πολύ ισχυρότερου και ριζοσπαστικότερου ρεύματος Λαφαζάνη στην πολωτική σύγκρουσή του με την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ μετά το δημοψήφισμα αποτρέπει τις όποιες αριστερές διαφοροποιήσεις από τη σκέψη δυναμικής αντίθεσης στην προϊούσα αστικοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ, παράλληλα βέβαια και με τις πιο συντηρητικές απόψεις της.
πηγη: prin.gr
Με υποδείξεις Πισσαρίδη ο νέος εργασιακός νόμος

Χριστίνα Κοψίνη
Η άρση των περιορισμών στον αριθμό των υπερωριών στη βιομηχανία. Η ανάλογη μείωση του κόστους της πρόσθετης εργασίας. Το ψαλίδισμα των συνδικαλιστικών αδειών που δικαιούνται οι εκλεγμένοι επικεφαλής Ομοσπονδιών και Εργατικών Κέντρων.
Η μεταφορά της μεσολαβητικής -για τις εργατικές διαφορές- παρέμβασης από το Σώμα Επιθεωρητών Εργασίας στον Οργανισμό Μεσολάβησης και Διαιτησίας. Η κωδικοποίηση των εργατικών διατάξεων που είχε ήδη συμφωνήσει η προηγούμενη κυβέρνηση. Η απλοποίηση των διαδικασιών ως προς τη δήλωση των εργασιακών αλλαγών από τα λογιστικά γραφεία των επιχειρήσεων. Ιδού μερικά από τα επίμαχα θέματα που θα περιλαμβάνει ο νέος εργασιακός νόμος, τον οποίο προανήγγειλε χθες ο πρωθυπουργός απαντώντας σε ερώτηση συντάκτη της «Εφ.Συν.».
Μολονότι ο πρωθυπουργός κατά τη διάρκεια της ομιλίας του έκανε λόγο για παρεμβάσεις στον εργατικό νόμο που δεν αποτελούν παρά την ανταπόκριση σε προτάσεις του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας (ΔΓΕ) και της Επιτροπής Πισσαρίδη, η αλήθεια, τουλάχιστον ως προς το σκέλος των υπερωριακών υποχρεώσεων που θα κληθεί να εκτελέσει ο εργαζόμενος της βιομηχανίας, είναι εντελώς διαφορετική.
Διότι δεν γνωρίζουμε να έχει θέσει το ΔΓΕ θέμα αλλαγής του νόμου περί υπερωριακής εργασίας. Αντιθέτως, αυτοί που έθεσαν μετ' επιτάσεως το θέμα της αλλαγής του νόμου για τις υπερωρίες είναι οι συντάκτες της έκθεσης Πισσαρίδη, τους οποίους τώρα ο πρωθυπουργός συνδέει με τη Διεθνή Οργάνωση ώστε να γίνει κοινωνικά αποδεκτή η παρέμβασή τους και να μην ξυπνούν μνήμες της περιβόητης έκθεσης Σπράου.
Να τι επισημαίνει η έκθεση: «Εξορθολογισμός της χρήσης και του κόστους των υπερωριών. Η ευελιξία στη χρήση υπερωριών είναι σημαντική για την οικονομική δραστηριότητα. Το κόστος των υπερωριών πρέπει να ευθυγραμμιστεί με εκείνο σε άλλα κράτη-μέλη της Ε.Ε.».
Πάντως, ο πρωθυπουργός απέκλεισε ότι θα θιγεί το 8ωρο, ενώ ανακοίνωσε ότι θα προηγηθεί εκτενής διαβούλευση. Στο ίδιο πνεύμα, επιτελείς του υπουργείου Εργασίας δήλωσαν χθες στην «Εφ.Συν.» ότι «το 8ωρο αποτελεί την κόκκινη γραμμή, δεν επιτρέπεται από κανέναν η παραβίασή του». Αξίζει να σημειωθεί ότι η όποια παρέμβαση θα αιτιολογηθεί στη βάση της ελευθερίας του εργαζόμενου να αποφασίζει τον επιπλέον χρόνο που επιθυμεί να εργαστεί αλλά και των διαφορών που ισχύουν ως προς τα ανώτατα όρια υπερωριών ανάμεσα στη βιομηχανία, το εμπόριο και τις τράπεζες.
Αντιφατικά μέτρα
Μόνο που η προσπάθεια αύξησης των υπερωριών (ενδεχομένως και της υπερεργασίας), την οποία συνδέει η κυβέρνηση με την προσπάθεια εκσυχρονισμού των διατάξεων του ιστορικού, για τον εκδημοκρατισμό του εργατικού κινήματος, νόμου 1264/82, ενδεχομένως και της υπερεργασίας, σε συνθήκες ανεργίας που οδεύει προς το 20% και περιορισμού της παραγωγικής και επενδυτικής δραστηριότητας, έρχεται σε πλήρη αντίφαση με τη δεύτερη δέσμη μέτρων που ανακοίνωσε ο κ. Μητσοτάκης για τη διατήρηση και αύξηση των θέσεων εργασίας.
Σε αυτήν τη δεύτερη δέσμη μέτρων ξεχωρίζουν οι εξής δύο ρυθμίσεις:
Η πρώτη αφορά την εκπόνηση ενός προγράμματος με το οποίο θα χρηματοδοτηθεί για ένα εξάμηνο το σύνολο των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών όσων νέων προσλήψεων γίνουν από τις επιχειρήσεις. Εκτός από τη χρηματοδότηση των εισφορών, προβλέπεται πρόσθετο ποσό 200 ευρώ για κάθε μία πρόσληψη μακροχρόνια ανέργου (ανέργου, εγγεγραμμένου στον ΟΑΕΔ για περισσότερο από 12 μήνες).
Σύμφωνα με πληροφορίες, το πρόγραμμα της επιδότησης των 100.000 θέσεων εργασίας θα έχει τη μορφή επιταγής (voucher) στην οποία θα φορτωθεί το ύψος του ποσού που αντιστοιχεί στις εισφορές και με την οποία ο άνεργος θα διεκδικεί μια θέση εργασίας και ο εργοδότης θα εγγράψει ως επιδότηση από το κράτος.
Το ενδιαφέρον γι' αυτό το μαζικό πρόγραμμα -του οποίου, ωστόσο, η αποτελεσματικότητα θα κριθεί στην πράξη- είναι ότι α. θα παραμείνει ανοιχτό μέχρι την εξάντληση του συνόλου των 100.000 ανέργων και β. η επιδότηση των εισφορών θα αφορά όλα τα επίπεδα μισθών, χωρίς περιορισμούς.
Δικλίδες ασφαλείας
Κρίσιμα στοιχεία στη ρύθμιση, η οποία, σύμφωνα με τις πρώτες πληροφορίες, ανέρχεται στο ποσό των 400 εκατομμυρίων ευρών, καταρτίζεται στο υπουργείο Εργασίας και αναμένεται να δημοσιοποιηθεί τις επόμενες ημέρες, είναι ο βαθμός διασφάλισης του υφιστάμενου προσωπικού και η αποφυγή οιασδήποτε οπής θα επέτρεπε την υποκατάστασή του με νέες προσλήψεις που θα αντικαθιστούσαν απολύσεις.
Το πρόγραμμα θα λειτουργήσει συμπληρωματικά με τον μηχανισμό «Συν-εργασία» (μισός χρόνος εργασίας, επιδότηση από το Δημόσιο του 60% του μισθού) που επίσης επεκτείνεται, αλλά μόνο μέχρι τα τέλη του 2020, χωρίς όμως να έχει τύχει της αποδοχής από την πλειονότητα των εργοδοτών και επιχειρήσεων.
Η δεύτερη ρύθμιση με την οποία επιχειρείται η μείωση του μη μισθολογικού κόστους των επιχειρήσεων, σύμφωνα με τις ανακοινώσεις του Κυρ. Μητσοτάκη, είναι αυτή της περικοπής των ασφαλιστικών εισφορών κατά 3 ποσοστιαίες μονάδες (1,21 για τον εργαζόμενο και 1,79 για τον εργοδότη). Το μέτρο θα ισχύσει κατ' αρχάς για το 2021 επιφέροντας χαμηλό όφελος εργαζόμενου - εργοδότη, που ξεκινά από τα 20 ευρώ τον μήνα για τον κατώτατο μισθό των 650 ευρώ και φτάνει έως τα 60 ευρώ τον μήνα για μικτούς μισθούς 2.000 ευρώ.
Η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών θα είναι οριζόντια για όλους τους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα, με πλήρη ή με μερική απασχόληση, και θα προέλθει από τους συνεισπραττόμενους κλάδους που αφορούν το πακέτο εισφορών του ΟΑΕΔ (ΛΑΕΚ, ΟΕΚ, Ανεργία), επιφέροντας στα Ταμεία του ΟΑΕΔ απώλειες ύψους 750-800 εκατομμυρίων ευρώ.
ΠΗΓΗ: efsyn.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή