Σήμερα: 19/05/2026
Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

doro-pasxa38.jpg

Σύμφωνα με τις διατάξεις της ΚΥΑ 19040/81 (ΦΕΚ 742/Β/81) των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας που εκδόθηκε σε εκτέλεση του άρθρου 1 του Ν. 1082/80 (ΦΕΚ 250/Α780) καθορίζεται πάγια το σύστημα υπολογισμού του Δώρου εορτών Πάσχα, στην οποία προβλέπεται ότι:

  • Στο αρ.1, παρ.2 προϋπόθεση καταβολής του επιδόματος Πάσχα 2018 είναι η ύπαρξη απασχολήσεως (εργασιακής σχέσεως) του μισθωτού μέσα στο χρονικό διάστημα από 01-01-2019 μέχρι 30-04-2019.

  • Στο αρ.3 παρ.1 ως βάση υπολογισμού του δώρου αποτελούν οι καταβαλλόμενες αποδοχές της 15ης ημέρας πριν από το Πάσχα. Για τους μισθωτούς των οποίων η σχέση εργασίας λύθηκε προ της 15ης ημέρας πριν από το Πάσχα, λαμβάνονται υπόψη οι αποδοχές της ημέρας λύσεως της σχέσεως.

  • Στο αρ. 10 παρ.1 ορίζεται ότι η καταβολή του επιδόματος Πάσχα θα γίνει μέχρι την Μεγάλη Τετάρτη (24/4/2019). Τα επιδόματα εορτών δεν επιτρέπεται να καταβληθούν σε είδος, αλλά μόνο σε χρήμα.

  • Για την καθυστέρηση καταβολής του Δώρου Πάσχα, το οποίο θεωρείται τακτική αποδοχή, όπως έχει γίνει αυτό δεκτό πάγια από τη Νομολογία του Αρείου Πάγου, επισύρονται οι ποινικές κυρώσεις του ΑΝ. 690/45, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8, παρ.1 του Ν. 2336/95.

Με βάση την προαναφερόμενη διάταξη, κάθε εργοδότης ή διευθυντής ή επιτετραμμένος ή με οποιονδήποτε τίτλο εκπρόσωπος οποιασδήποτε επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή εργασίας, ο οποίος δεν καταβάλλει εμπρόθεσμα στους απασχολούμενους σε αυτόν τις οφειλόμενες αποδοχές του Δώρου Πάσχα, τιμωρείται κατόπιν μηνύσεως των ενδιαφερομένων ή των οργάνων του Υπουργείου Εργασίας (Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας) ή της οικείας Αστυνομικής Αρχής ή της οικείας επαγγελματικής οργάνωσης των εργαζομένων, με φυλάκιση μέχρι έξι (6) μήνες και χρηματική ποινή, της οποίας το πόσο δεν μπορεί να ορίζεται κάτω του 25% ούτε πάνω του 50% του καθυστερούμενου χρηματικού ποσού. Η εκδίκαση των παραπάνω υποθέσεων γίνεται με τη διαδικασία του αυτοφώρου, όπως προβλέπεται από τα άρθρα 417 επ. του ΚΠΔ.

ΠΗΓΗ: ergasianet.gr

tsakalwtos.jpg

Δεν έκρυβαν τη χαρά τους τα στελέχη της κυβέρνησης με αφορμή τα αποτελέσματα από την εκτέλεση του κρατικού προϋπολογισμού το πρώτο τρίμηνο του έτους, καθώς φαίνεται οι στόχοι που είχαν τεθεί όχι μόνο να υλοποιούνται αλλά και να ξεπερνιούνται.

Μια πιο προσεκτική ματιά όμως στα στοιχεία του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους (εδώολόκληρη η ανακοίνωση) δείχνει πώς η όποια θετική εικόνα είναι αποτέλεσμα της εφαρμογής νέων μέτρων λιτότητας, πέραν των όσων έχουν ήδη συμφωνηθεί και ψηφισθεί στη Βουλή, με τη συμφωνία της ΕΕ. Αυτό έτσι που αποδεικνύεται είναι ότι η επίτευξη των στόχων του προϋπολογισμού περνάει πάνω από τις λαϊκές ανάγκες…

Ας δούμε συγκεκριμένα: Στον τομέα των εσόδων, συγκεντρώθηκαν περισσότεροι φόροι απ’ όσους είχαν προϋπολογιστεί. Ενώ η αρχική εκτίμηση του προϋπολογισμού ήταν 10,316 δισ. ευρώ, συγκεντρώθηκαν 10,561 δισ., δηλαδή 245 εκ. ευρώ παραπάνω. Στον τομέα των δαπανών, οι δαπάνες του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων έφτασαν τα 545 εκ. ευρώ αντί για 665 εκ. που είχαν προϋπολογιστεί. Η κυβέρνηση δηλαδή απέσπασε αυθαίρετα κι εν κρυπτώ 120 εκ. ευρώ τα οποία θα μπορούσαν να είχαν δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας κι επιπλέον εισόδημα που θα τροφοδοτούσε την κατανάλωση, συμβάλλοντας στην άνοδο του ΑΕΠ. Αντιαναπτυξιακή ήταν κι η ντε φάκτο αναμόρφωση στις «αγορές αγαθών και υπηρεσιών», καθώς αντί της αρχικής εκτίμησης του προϋπολογισμού για 134 εκ. ευρώ, δαπανήθηκαν μόνο 101.

Οφείλουμε ωστόσο να αναγνωρίσουμε τη «γενναιοδωρία» της κυβέρνησης σε ό,τι αφορά τους τόκους: αντί για 2.149 δόθηκαν 2.211 στους πιστωτές, που συνεχίζουν να αφαιμάζουν την ελληνική οικονομία και τους φορολογούμενους. Στο θετικό αποτέλεσμα του πρώτου τριμήνου, που μένει να οριστικοποιηθεί, συνέβαλαν σημαντικά και τα έσοδα από πωλήσεις αγαθών και υπηρεσιών που ανήλθαν σε 1,028 δισ. προερχόμενα από την σύμβασης παραχώρησης του Διεθνούς Αερολιμένα Αθηνών.

Μόνο που ανάλογα έσοδα είναι …μη επαναλαμβανόμενα. Γεμίζουν πρόσκαιρα τα δημόσια ταμεία, στερώντας τα όμως από μερίσματα που εισέπραττε σε ετήσια βάση μ τα οποί θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει την κοινωνική πολιτική, τα οποία καταλήγουν στις τσέπες των ιδιωτών…

Τη δική της συνεισφορά στα θετικά αποτελέσματα από την εκτέλεση του κρατικού προϋπολογισμού είχε επίσης η …ανεξάντλητη υπομονή των συνταξιούχων, καθώς στις 250.000 ανέρχονται πλέον οι «στοκαρισμένες» συντάξεις, που το ελληνικό δημόσιο αρνείται να καταβάλλει προκειμένου να εμφανίζεται το δημοσιονομικό πλεόνασμα. Η εσωτερική στάση πληρωμών αντανακλάται στις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις της κυβέρνησης. Με βάση ανακοίνωση του υπουργείου Οικονομικών, με ημερομηνία 22 Μαρτίου, το σύνολο των υποχρεώσεων της γενικής κυβέρνησης ανερχόταν σε 1.579 εκ. ευρώ, με το μεγαλύτερο μέρος (642 εκ. ευρώ) να αφορά τους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης, τα νοσοκομεία (359 εκ.) και την τοπική αυτοδιοίκηση (207 εκ. ευρώ).

Διόλου ευκαταφρόνητο δεν είναι επίσης και το ποσό που εξοικονομεί η κυβέρνηση από τις εκκρεμείς επιστροφές φόρων. Τον Ιανουάριο του 2019 ανερχόταν σε 488 εκ. ευρώ. Σημαντικά υποδεέστερο του παρελθόντος μεν (12/2018: 506 εκ., 12/2017: 765 εκ. και 12/2016: 1.226 εκ. ευρώ), αυθαίρετα παρακρατούμενο δε έστω κι αν ανακυκλώνεται…  

Τα παραπάνω μεγέθη δείχνουν ότι η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ ακολουθεί την πεπατημένη όλων των προηγούμενων κυβερνήσεων, έστω κι αν η λιτότητα που εφαρμόζει είναι μικρότερης έντασης σε σχέση με την πολιτική περικοπών που εφάρμοζαν ΝΔ και ΠΑΣΟΚ. Η λιτότητα ωστόσο ποτέ δεν ήταν θέμα ποσότητας…

Πηγή: Λεωνίδας Βατικιώτης - vathikokkino.gr

 

_ο_αδύναμος_κρίκος_στο_καπιταλιστικό_σύστημα.jpg

Ανάλυση

Σταύρος Μαυρουδέας*

Είκοσι χρόνια μετά την εισαγωγή του ευρώ, το εγχείρημα της ευρωπαϊκής ενοποίησης βρίσκεται σε βαθύτατη κρίση. Η πάλη για την αποδέσμευση από την ΕΕ – που ή θα γίνει υπόθεση της Αριστεράς και του λαϊκού κινήματος ή δεν θα υπάρξει καθόλου – αποτελεί βασικό κόμβο της επαναστατικής στρατηγικής για την μετάβαση στον σοσιαλισμό, αλλά πρέπει να ξεχωρίζει και σαν αυτοτελής στόχος.

Μια χρυσή ευκαιρία για κίνημα και Αριστερά

Σήμερα, η ευρωπαϊκή ενοποίηση αποτελεί τον σύγχρονο «μεγάλο ασθενή». Αυτό το σημαντικό ιμπεριαλιστικό μπλοκ του διεθνούς συστήματος του καπιταλισμού διαπερνάται από βαθύτατες και ασυμφιλίωτες αντιφάσεις. Οι αστικές τάξεις του εμφανίζονται ολοένα και πιο διαιρεμένες απέναντι στις προοπτικές της. Οι λαοί οι οποίοι είναι εγκλεισμένοι σε αυτό το απεχθάνονται ολοένα και περισσότερο. Και οι άλλοι ανταγωνιστικοί ιμπεριαλιστικοί πόλοι του διεθνούς καπιταλισμού το υπονομεύουν συστηματικά – αν και ταυτόχρονα, σε διαφορετικούς βαθμούς ο καθένας, δεν επιθυμούν μία ανεξέλεγκτη κατάρρευσή του, καθώς μια τέτοια εξέλιξη θα δημιουργούσε ένα επικίνδυνο στρατηγικό κενό.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η ΕΕ αποτελεί δυνητικά έναν από τους πιο αδύναμους κρίκους του καπιταλιστικού συστήματος και μία χρυσή ευκαιρία για την Αριστερά και το εργατικό κίνημα στις χώρες της για να κερδίσουν στρατηγικές νίκες έναντι των αστικών τάξεων τους. Και όμως, αυτό δεν συμβαίνει. Στις χώρες του Βορρά, η λαϊκή δυσαρέσκεια εγκλωβίζεται σε επικίνδυνες εθνικιστικές και ακροδεξιές μορφές και γίνεται έρμαιο των ενδοαστικών ανταγωνισμών. Βασικός λόγος γι’ αυτό είναι η ενσωμάτωση της δυτικο-ευρωπαϊκής Αριστεράς (;) στο αστικό σύστημα, μετά τις ήττες του 1980, και η μετατροπή της σε ουρά ολοένα πιο συντηρητικών και δειλών αστικών ρεφορμιστικών ρευμάτων.

Όμως και στις χώρες του Νότου, όπου αφενός η ιστορική παράδοση του κομμουνιστικού ρεύματος είναι ισχυρότερη και, αφετέρου, η κοινωνική αγανάκτηση εξακολουθεί να κοιτάζει στα αριστερά, λείπει ένα συγκροτημένο ιδεολογικά και προγραμματικά αριστερό και εργατικό ρεύμα που να μπορέσει να την οργανώσει και να την οδηγήσει σε αποφασιστικές νίκες. Η οικοδόμηση του αποτελεί το πιο βασικό καθήκον για την επαναστατική Αριστερά στη χώρα μας.

Ένα ιμπεριαλιστικό μπλοκ σε βαθιά κρίση

Στην ήδη παρερχόμενη εποχή της ψευδεπίγραφης «παγκοσμιοποίησης» οι ευρωπαϊκές αστικές τάξεις, αλλά και για μία αρχική περίοδο οι ΗΠΑ (για να αντιμετωπίσουν την απειλή του «ανατολικού μπλοκ»), πρόβαλλαν την ευρωπαϊκή ενοποίηση ως μία αντικειμενική και τελεσίδικη εξέλιξη. Η μεγάλη μάζα της δυτικο-ευρωπαϊκής Αριστεράς προσχώρησε ασμένως στην αντίληψη αυτή – συνήθως κακοποιώντας την Γκραμσιανή σκέψη – και καλλιέργησε την φαιδρή ιδέα της «κοινωνικής Ευρώπης». Ακόμη και σήμερα, που ο βαθύτατα αντιλαϊκός και αντιδημοκρατικός χαρακτήρας της ευρωπαϊκής ενοποίησης έχει κατανοηθεί εμπειρικά από τις λαϊκές τάξεις, συνεχίζει με έναν ανεδαφικό ευρωσκεπτικιστικό μεταρρυθμισμό (που τυπικές εκφράσεις του είναι στη χώρα μας το κόμμα- μαριονέττα Βαρουφάκη και η αθεράπευτα ακολουθητική στον αστικό μεταρρυθμισμό ΛΑΕ).

Η καλλιέργεια αυτών των ανεδαφικών και καταστροφικών αντιλήψεων δεν είναι μόνο συνέπεια του ιδεολογικού εκπεσμού της δυτικής Αριστεράς σε ένα πολιτικά καθωσπρεπιστικό, ψευτο-υπερδιεθνιστικό, δικαιωματικό ρεύμα με δυσκόλως υποκρυπτόμενη απέχθεια στην ταξική πολιτική και στην εργατική λαϊκότητα. Είναι και αποτέλεσμα αντικειμενικών δεσμεύσεων που προκύπτουν από την οργανική ενσωμάτωση βασικών τμημάτων της (ιδιαίτερα στη Γερμανία αλλά όχι μόνο) στο αστικό σύστημα. Αυτά τα στοιχεία αποξενώνουν την μεγάλη πλειοψηφία της δυτικο-ευρωπαϊκής Αριστεράς από τις λαϊκές και εργατικές μάζες και αφήνουν τις τελευταίες – σήμερα που η πολιτική της «παγκοσμιοποίησης» έχει εξαντλήσει την προσφορά της στο κεφάλαιο και οι αστικές τάξεις ερίζουν στο εσωτερικό τους, αλλά και διεθνώς, για την επιστροφή στον οικονομικό και πολιτικό εθνικισμό – έρμαια των εθνικιστικών και ακροδεξιών αστικών κομμάτων.

Στην ελληνική Αριστερά οι αντιλήψεις αυτές είναι ακόμη αρκετά αδύναμες. Η ιστορική παράδοση και διαδρομή της, παρ’ όλες τις ήττες και τις αδυναμίες, εμπόδισε την επικράτησή τους. Παράλληλα, η δραματική αποτυχία της σύγχρονης «Μεγάλης Ιδέας» της ελληνικής αστικής τάξης (δηλαδή το σχέδιο αναβάθμισης μέσα στην ιμπεριαλιστική πυραμίδα από ένα μεσαίου επιπέδου υπο-ιμπεριαλισμό σε, έστω μικρό, συνεταίρο ενός από τα βασικά παγκόσμια ιμπεριαλιστικά μπλοκ) έχει ήδη αποτύχει παταγωδώς. Η Ελλάδα των μνημονίων – που φυσικά πληρώνονται από την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα – σηματοδοτεί την διεθνή υποβάθμιση του ελληνικού καπιταλισμού και δεν αφήνει περιθώρια ψευδαισθήσεων.

Σε αυτή την ρωγμή του χρόνου καλείται η ελληνική επαναστατική Αριστερά και ιδιαίτερα η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, να αναμετρηθεί με τον εαυτό της

Βέβαια, η ελληνική αστική τάξη και οι βασικοί πολιτικοί της φορείς (ΣΥΡΙΖΑ, ΝΔ και ΚΙΝΑΛ) εξακολουθεί να μηρυκάζει βλακωδώς τον ξεπερασμένο μύθο του «παραδείσου της ΕΕ», νομίζοντας ότι έτσι αποκοιμίζει τις λαϊκές μάζες. Ο ελληνικός υπο-ιμπεριαλισμός, εν μέσω της διαρκούς υποβάθμισής του στην ιμπεριαλιστική πυραμίδα και έχοντας απωλέσει τους περισσότερους βαθμούς ελευθερίας κίνησης έναντι των μεγάλων ιμπεριαλιστικών κέντρων, είναι πλήρως ανίκανος να κινηθεί ανεξάρτητα από τους ξένους πάτρωνές του. Γι’ αυτό, απουσιάζει στη χώρα μας ένα σοβαρό τμήμα της ελληνικής αστικής τάξης που να αμφισβητεί την ένταξη στην ευρωπαϊκή ενοποίηση. Αυτό κάνει τον ελληνικό αστισμό ακόμη πιο αδύναμο και ανίκανο να μπορέσει να ενσωματώσει και να καταστείλει την λαϊκή αγανάκτηση.

Το σιωπηρό λαϊκό τσουνάμι που οδήγησε στο συντριπτικό «Όχι» του δημοψηφίσματος (παρά την αντικειμενική υπονόμευσή του από το ΚΚΕ και την αναμενόμενη προδοσία του από τον ΣΥΡΙΖΑ) αποδεικνύει τα παραπάνω. Ταυτόχρονα, όμως, η αποτυχία της επαναστατικής Αριστεράς να κεφαλαιοποιήσει αυτή την αυθόρμητη λαϊκή αντίδραση και να την μετατρέψει σε νικηφόρο κοινωνικο-πολιτικό ρεύμα αποδεικνύει ότι δεν αρκούν οι καλές προθέσεις και η αγωνιστικότητα, αλλά απαιτείται ξεκάθαρη ιδεολογική αντίληψη και συνεκτικό και ρεαλιστικό πρόγραμμα. Χωρίς αυτά, η λαϊκή αγανάκτηση αφήνεται έρμαιο τυχοδιωκτών και, εάν αύριο οι ενδο-αστικές και ενδο-ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις το επιτρέψουν, ενός ισχυρού ακροδεξιού εθνικιστικού ρεύματος.

Σε αυτή την ρωγμή του χρόνου καλείται η ελληνική επαναστατική Αριστερά και ιδιαίτερα η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, να αναμετρηθεί με τον εαυτό της και να αποδείξει ότι μπορεί να επιτελέσει τον ανατρεπτικό ρόλο της. Ο στόχος της αποδέσμευσης από την ΕΕ πρέπει να προβληθεί με τον πιο επιτακτικό τρόπο σαν υπόθεση της Αριστεράς και να αποτυπωθεί ως κεντρικός στόχος της επαναστατικής στρατηγικής.

Για να επιτευχθεί αυτό, οφείλει καταρχήν να μιλήσει κανείς απλά, αλλά και καθαρά στις λαϊκές και εργατικές μάζες. Να αφήσει στην άκρη διάφορους επιθετικούς προσδιορισμούς της αποδέσμευσης από την ΕΕ, οι οποίοι το μόνο που κάνουν είναι να αδυνατίζουν την ουσία. Αυτά ανήκουν είτε σε υπεραριστερές ομαδούλες που επιδίδονται σε θρησκευτικού τύπου διαμάχες για λόγους μυωπικής αυτό-αναπαραγωγής είτε στο συστημικό ιερατείο του Περισσού, προκειμένου να αποφύγει την σύγκρουση με το κεφάλαιο.

Η αποδέσμευση της Ελλάδας από την ΕΕ δεν διεκδικείται από κανένα τμήμα της αστικής τάξης. Η αποδέσμευση ή θα είναι υπόθεση της Αριστεράς και του λαϊκού κινήματος ή δεν θα υπάρξει καθόλου. Και αντίστροφα, καμία σοσιαλιστική προοπτική δεν μπορεί να διανοιχθεί μέσα στη φυλακή της ΕΕ. Τα δε φληναφήματα περί ταυτόχρονης σοσιαλιστικής επανάστασης (που μάλιστα δεν θα σπάσει ούτε μία τζαμαρία) και αποδέσμευσης από την ΕΕ είναι ανεδαφικά και εκ του πονηρού. Με αυτή την λογική, η Αριστερά στο μεταπολιτευτικό δημοψήφισμα για τον βασιλιά θα έπρεπε να απέχει, γιατί πάλι καπιταλισμό θα είχαμε.

Ο στόχος της αποδέσμευσης από την ΕΕ πρέπει να αποτελεί κόμβο μίας ενιαίας στρατηγικής για την μετάβαση στο σοσιαλισμό, αλλά ταυτόχρονα να ξεχωρίζει σαν αυτοτελής στόχος. Αυτό δεν συνιστά σε καμία περίπτωση στρατηγική σταδίων και οι κουτοπόνηρες κριτικές ιδιαίτερα από όψιμους αντιπάλους της τελευταίας μόνο υποκριτικές και εκ του περισ(σ)ού είναι.

Πρέπει, επίσης, να ξεχωρίσει από τον υποστηρικτικό στο σύστημα και ψευδεπίγραφο «αριστερό ευρωσκεπτικισμό» και δραχμισμό της ΛΑΕ. Η πανικόβλητη αυτή λογική δεν διαθέτει στρατηγική και προγραμματική ρεαλιστικότητα και συνοχή, ενώ αναπαράγει ψευδαισθήσεις και οδηγεί τελικά σε γελοίες συμπράξεις με φαιδρά ρετάλια του αστικού πολιτικού συστήματος. Ο συγχρωτισμός μαζί τους δεν θα πολλαπλασιάσει δυνάμεις αλλά θα βαθύνει διαιρέσεις και, πάνω απ’ όλα, θα θολώσει τόσο την προγραμματική στόχευση όσο και την λαϊκή απεύθυνση.

Οι αγωνιστικές δυνάμεις που βρίσκονται στο συγκεκριμένο χώρο θα πρέπει να καταλάβουν ότι με διγλωσσίες, πολιτική και προγραμματική αστάθεια και εγκλωβισμό στην επιβίωση μέσω του κοινοβουλευτισμού δεν συνεισφέρουν στην υπόθεση της Αριστεράς και του εργατικού κινήματος. Αλλά και γενικότερα πρέπει να είναι κατανοητό ότι, ιδιαίτερα σήμερα, συνενώσεις στη βάση ασαφών και αντιφατικών προγραμματικών στοχεύσεων δεν βοηθούν. Η αποτελεσματικότητα της γραμμής της επαναστατικής Αριστεράς δεν θα κριθεί σε ασταθείς και ασαφείς συνενώσεις οργανώσεων, αλλά στο κατά πόσο το προγραμματικό της μήνυμα γίνει κτήμα των λαϊκών μαζών.

Μεταβατικό πρόγραμμα σοσιαλιστικής προοπτικής

Διαφορετική παραγωγική δομή, με οδηγό τις ανάγκες του λαού

Το σημαντικότερο καθήκον της ελληνικής επαναστατικής Αριστεράς και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ είναι η διατύπωση ενός συγκροτημένου και ρεαλιστικού μεταβατικού πολιτικού προγράμματος. Ένα τέτοιο πρόγραμμα θα πρέπει να διευκρινίζει τόσο τον στρατηγικό στόχο του όσο και τα βραχυπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα ορόσημα και εργαλεία του. Για την επαναστατική Αριστερά ένα τέτοιο πρόγραμμα πρέπει να αποτελεί την συνολική προγραμματική της πρόταση. Ταυτόχρονα όμως, σε μετωπικό επίπεδο, θα μπορεί να συμπορευθεί στο κίνημα – αλλά όχι μόνο – και με δυνάμεις και ιδιαίτερα λαϊκές μάζες που δεν είναι πεισμένες για τον τελικό στόχο, αλλά συμφωνούν στον αναγκαίο κρίσιμο κόμβο της αποδέσμευσης από την ΕΕ.

Βασική είναι η κατεύθυνση στην δημιουργία ενός υπόδειγμα αυτόκεντρης (αλλά όχι κλειστής) ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας (σε αντιδιαστολή με την εξαρτημένη ανάπτυξη εντός ΕΕ), που απαιτεί την δημιουργία μίας νέας και ριζικά διαφορετικής παραγωγικής δομής με εσωτερική συνοχή (ισχυρές διακλαδικές διασυνδέσεις προς τα εμπρός και προς τα πίσω), με οδηγό τις ανάγκες του λαού και του τόπου και αυτοτελή και διακριτική εξωτερική οικονομική πολιτική.

Το μεταβατικό αυτό πρόγραμμα οφείλει να διακρίνει φάσεις στην ανάπτυξη του: Πρώτα, την αρχική ειδική περίοδο, χαρακτηρισμένη από έντονη σύγκρουση με την ΕΕ και την Δύση και συγκροτημένη με έκτακτα μέτρα αντιμετώπισης άμεσων αναγκών. Στη συνέχεια, την περίοδο σταθεροποίησης, με κεντρικό χαρακτηριστικό την παγίωση μίας οικονομίας με κατά βάση κρατικο-καπιταλιστικές σχέσεις αλλά και ένα διευρυνόμενο σοσιαλιστικό τομέα. Και τέλος, την περίοδο σοσιαλιστικής μετάβασης με την ισορροπημένη και βιώσιμη ενίσχυση του σοσιαλιστικού τομέα, καθώς και τον αντίστοιχο περιορισμό του ιδιωτικού.

Τα «κλειδιά» στην πρώτη και κρίσιμη  περίοδο

Οι βραχυχρόνιοι άξονες της αρχικής ειδικής περιόδου είναι: Η αποδέσμευση από την ΕΕ. Η διαγραφή του εξωτερικού χρέους. Η επιβολή ελέγχων στην κίνηση των κεφαλαίων (για να αποφευχθεί η φυγή τους). Η κρατικοποίηση του τραπεζικού συστήματος (για την εξασφάλιση της επιβίωσής του και της χρηματοδότησης της οικονομίας). Ένα σύστημα έντονα προοδευτικής φορολογίας (τα βάρη στα πλούσια στρώματα για να βελτιωθεί η θέση των λαϊκών και να εξευρεθούν πόροι για αναπτυξιακή πολιτική). Η ελεγχόμενη διαχείριση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του νέου νομίσματος (μέσα ενδεχομένως από ένα σύστημα πολλαπλών ισοτιμιών ή ένα βραχύβιο πρόγραμμα διπλού νομίσματος), έτσι ώστε να υποβοηθηθεί η ανταγωνιστικότητα και να αντιμετωπισθούν οι ανάγκες της χώρας σε συνδυασμό με ένα εκτεταμένο σύστημα ελέγχου των τιμών (ώστε να αποφευχθούν πληθωριστικές αυξήσεις).

Ο πιο κρίσιμος, όμως, άξονας του μεταβατικού προγράμματος είναι η σχεδιασμένη παραγωγική αναδιάρθρωση της οικονομίας με βάση τον δημόσιο τομέα (δηλαδή με κοινωνική ιδιοκτησία και έλεγχο τουλάχιστον των βασικών κλάδων), μέσω της δημοκρατικής εκπόνησης πενταετών προγραμμάτων για το σύνολο της οικονομίας. Βασικός πυλώνας θα είναι ο δημόσιος τομέας (με την ιδιοκτησία των βασικών στρατηγικών κλάδων της οικονομίας), αλλά με υποχρεωτική εφαρμογή και στον ιδιωτικό. Κύριος στόχος οφείλει να είναι η ανάπτυξη του παραγωγικού τμήματος της οικονομίας (επανεκκίνηση του πρωτογενούς τομέα, επανεκβιομηχάνιση και αντίστοιχος σχετικός περιορισμός των υπηρεσιών). Αυτή η αναδιάρθρωση δεν μπορεί να υποταχθεί στη σημερινή παραγωγική δομή, η οποία έχει αποτύχει, αλλά πρέπει να κινηθεί ρηξικέλευθα και καινοτόμα. Επίσης, βασικό στοιχείο του προγράμματος είναι η πλήρης αξιοποίηση του εργατικού δυναμικού (δηλαδή η πλήρης απασχόληση). Αναγκαία συμπληρώματα είναι αντίστοιχη νομισματική και εισοδηματική πολιτική, καθώς και μία ανεξάρτητη διεθνή οικονομική πολιτική.

(*) Ο Σταύρος Μαυρουδέας είναι καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και υποψήφιος στο ευρωψηφοδέλτιο της ΑΝΤΑΡΣΥΑ.

ΠΗΓΗ:  prin.gr

720_641809_14e780c8ac-a3e76663389476b2.jpg

"Δήλωσέ το για να το σώσεις, γιατί αλλιώς κινδυνεύεις να το χάσεις". Το μότο αυτό του Κτηματολογίου πρέπει να το λάβουν υπόψη σοβαρά οι ιδιοκτήτες ακινήτων γιατί αν δεν το κάνουν, κινδυνεύουν να μην κατοχυρώσουν την περιουσία τους και να τη χάσουν. Το ελάχιστο κόστος που πρέπει να πληρώσει ένας ιδιοκτήτης στο Κτηματολόγιο στην περίπτωση που έχει χάσει (ή δεν έχει) τα απαραίτητα έγγραφα είναι γύρω στα 360 ευρώ αν χρειαστεί τοπογραφικό και 160 ευρώ χωρίς τοπογραφικό.

Τι πληρώνουμε στο Κτηματολόγιο

Πάγιο Τέλος Κτηματογράφησης

35 ευρώ ανά δικαίωμα για κάθε χώρο: διαμέρισμα, κατάστημα, οικόπεδο κλπ

 

20 ευρώ για τους βοηθητικούς χώρους: αποθήκες, πάρκινγκ που αποτελούν αυτοτελείς ιδιοκτησίες

50 ευρώ (κατά μέσο όρο) αμοιβή μηχανικοί για τη σύνταξη δήλωσης ανά δικαίωμα

20-50 ευρώ για τον εντοπισμό ακινήτου από μηχανικό

200- 1.000 ευρώ για τη σύνταξη τοπογραφικού

5 ευρώ ανά φύλλο (από υποθηκοφυλακείο) για αντίγραφο συμβολαίου

50- 100 ευρώ για ένορκη βεβαίωση σε συμβολαιογράφο στην περίπτωση που δεν υπάρχουν τίτλοι, ούτε κάποιο άλλο έγγραφο 20ετίας και γίνεται επίκληση στην έκτακτη χρησικτησία

12,5 ευρώ για απόσπασμα κτηματολογικού φύλλου (όπου υπάρχουν οριστικές εγγραφές)

14,5 ευρώ για απόσπασμα κτηματολογικού διαγράμματος

Προκύπτει πως ένας ιδιοκτήτης που δεν έχει κανένα έγγραφο θα πρέπει να πληρώσει το ελάχιστο 360 ευρώ με τοπογραφικό και 160 ευρώ χωρίς τοπογραφικό

Καταβολή προστίμων σε περίπτωση υποβολής εκπρόθεσμης δήλωσης

Σε αστική περιοχή

70 ευρώ επί αδόμητου γεωτεμαχίου μικρότερου των 400 τ.μ.

120 ευρώ επί αδόμητου γεωτεμαχίου μεγαλύτερου των 400 τ.μ.

150 ευρώ επί γεωτεμαχίου με κτίσμα εμβαδού μικρότερου των 200 τ.μ.

250 ευρώ επί γεωτεμαχίου με κτίσμα εμβαδού μεγαλύτερου των 200 τ.μ.

100 ευρώ επί διηρημένης ιδιοκτησίας μικρότερης των 200 τ.μ.

250 ευρώ επί διηρημένης ιδιοκτησίας μεγαλύτερης των 200 τ.μ.

50 ευρώ επί βοηθητικού χώρου (αυτοτελούς διαδικασίας)

Σε αγροτική περιοχή

70 ευρώ επί γεωτεμαχίου μικρότερου από 4 στρέμματα

100 ευρώ επί αδόμητου γεωτεμαχίου μεγαλύτερου από 4 στρέμματα σε αγροτική περιοχή

200 ευρώ επί γεωτεμαχίου μεγαλύτερου από 4 στρέμματα με κτίσμα

70 ευρώ επί οιουδήποτε άλλοτε εγγραπτέου δικαιώματος

Στις αγροτικές περιοχές τα φυσικά πρόσωπα μόνο όταν δηλώνουν περισσότερα από δύο δικαιώματα κυριότητας ή δουλείας στον ίδιο προκαποδιστριακό ΟΤΑ καταβάλλουν πάγιο τέλος για δύο μόνο δικαιώματα.

Με πληροφορίες από εφημερίδα ΤΑ ΝΕΑ

πηγη: enikos.gr

Σελίδα 2953 από 4478
  • Τελευταια
  • Δημοφιλή