Σήμερα: 16/07/2026
Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

switzerland-womens-strike.jpg

Από την απεργιακή συγκέντρωση στη Βέρνη

Πηγή: Associated Press

Πανελβετική απεργία των γυναικών,  προκηρύχτηκε για τις 14 Ιούνη, από γυναικείες οργανώσεις,  η οποία και στηρίχτηκε από τις βασικές συνδικαλιστικές οργανώσεις και από σωματεία σε διάφορους χώρους δουλειάς. Η 14η Ιούνη επιλέχθηκε συμβολικά, δίνοντας έτσι ένα χαρακτήρα συνέχειας της προηγούμενης γυναικείας απεργίας που πραγματοποιήθηκε στην Ελβετία, στις 14 Ιούνη 1991.

Η προκήρυξη της απεργίας πατάει πάνω στη συσσωρευμένη αγανάκτηση των εργαζόμενων γυναικών στην Ελβετία που βλέπουν τα δικαιώματα τους να συνθλίβονται στον μύλο των κερδών των επιχειρήσεων: κυριαρχία ελαστικών εργασιακών σχέσεων, της ημιαπασχόλησης, οι μισθολογικές διακρίσεις (20% λιγότερη αμοιβή από τους άντρες), οι ελλείψεις σε δομές κοινωνικής φροντίδας (για τα παιδιά, ηλικιωμένους, ΑμΕΑ) είναι κάποια από τα οξυμένα προβλήματα που αντιμετωπίζει καθημερινά η εργαζόμενη και άνεργη γυναίκα στην Ελβετία.

Σύμφωνα με το γραφείο στατιστικών ερευνών της Ελβετίας η μερική απασχόληση το 2018 πλησίασε το 40%. Στον γυναικείο εργαζόμενο πληθυσμό το ποσοστό αυτό πλησιάζει το 60 %. Η αστική τάξη και οι πολιτικοί της εκπρόσωποι παρουσιάζουν τις «ευέλικτες» εργασιακές σχέσεις ως «ευκαιρία» για τη γυναίκα για να συνδυάσει την καριέρα με την οικογένεια, να μη χάσει την επαφή με το επάγγελμα, κλπ. Μάλιστα, παρουσιάζεται ως «επιλογή» της γυναίκας η δυνατότητα να διαλέξει «εργασιακό συμβόλαιο» με διάφορα «ποσοστά εργασίας», δηλαδή ώρες εργασίας. Μπορεί, δηλαδή, κάποιος ή κάποια να δουλεύει με συμβόλαιο που προβλέπει ωράριο 10, 20 ή 30% του πλήρους ωραρίου εργασίας, που στην Ελβετία είναι κατά μέσο όρο 41 ώρες την εβδομάδα (με διακυμάνσεις ανά κλάδο λόγω της ευελιξίας που επιτρέπει το εργατικό δίκαιο). Συμβόλαιο που προβλέπει δουλειά στο 10% του πλήρους ωραρίου εργασίας σημαίνει 4 ώρες δουλειάς, 10% του ολόκληρου μισθού, λειψά συνταξιοδοτικά δικαιώματα, λειψή κοινωνική ασφάλιση, προσωρινότητα και ανασφάλεια. 

Επιπλέον, περίπου 10% των γυναικών δεν εργάζεται καν γιατί οι δομές για τη φροντίδα των παιδιών δεν επαρκούν και το κόστος όσων υπάρχουν είναι τεράστιο. Σύμφωνα πάντα με την ίδια πηγή, το ποσοστό των παιδιών που δεν έχει θέση σε δομή προσχολικής φροντίδας και αγωγής ξεκινά από 40% μέχρι και 80% ανάλογα με την πόλη!. Η κατάσταση είναι ακόμα χειρότερη αν αναλογιστεί κανείς το γεγονός ότι «θέση στον παιδικό σταθμό» θεωρείται η φιλοξενία του παιδιού έστω και μία μέρα την εβδομάδα. Αυτό σημαίνει ότι ο σταθμός μπορεί να δεχτεί το παιδί για παράδειγμα μόνο κάθε Δευτέρα, αναγκάζοντας τους γονείς να αναζητήσουν άλλη λύση τις υπόλοιπες ημέρες της εβδομάδας. Το κόστος των παιδικών σταθμών μπορεί να ξεπερνά και τα 3.000 φράγκα (περίπου 2.670 ευρώ) τον μήνα, δηλαδή σχεδόν όσο πληρώνεται ο ανειδίκευτος εργάτης για ένα μήνα! Ένα ελάχιστο ποσοστό θέσεων στους παιδικούς σταθμούς είναι επιδοτούμενο.

Τι προσανατολισμό, όμως, δίνουν οι γυναικείες οργανώσεις και οι συνδικαλιστικές οργανώσεις που καλούν στην απεργία; Παρά τις επιμέρους διαφοροποιήσεις, το βασικό κάλεσμα με τις διεκδικήσεις των γυναικείων οργανώσεων παρουσιάζει ως κύρια αιτία των οξυμένων προβλημάτων των γυναικών την «ανδροκρατούμενη κοινωνία», φέρνοντας σε αντιπαράθεση τα δύο φύλα και αφήνοντας στο απυρόβλητο την πραγματική αιτία των κοινωνικών διακρίσεων σε βάρος της γυναίκας: την ταξική εκμεταλλευτική κοινωνία. Ενώ τα  αιτήματα που υιοθετεί η Συνδικαλιστική Ένωση Ελβετίας εκφράζουν ορισμένους αναγκαίους εκσυγχρονισμούς για την άνοδο της γυναικείας απασχόλησης, εξασφαλίζοντας ένα ελάχιστο δίχτυ δικαιωμάτων για την εργαζόμενη στην Ελβετία, όπως μείωση του χρόνου εργασίας σε 35 ώρες την εβδομάδα αντί για μερική απασχόληση, αύξηση της άδειας μητρότητας από 14 σε 18 εβδομάδες με πλήρεις αποδοχές και όχι με 80% του τελευταίου μισθού, καθιέρωση άδειας πατρότητας 8 εβδομάδων (σήμερα είναι μόνο μία μέρα) και γονικής άδειας 24 εβδομάδων.

Ακόμα και το γεγονός ότι ονομάζεται «απεργία των γυναικών» και όχι απεργία για τα δικαιώματα των γυναικών, όπως και το γεγονός ότι όλα τα καλέσματα καλούν όλες στην απεργία, έχει προκαλέσει σύγχυση για το ποιος απεργεί και αν συμμετέχουν οι άνδρες εργαζόμενοι. Σε κάποιους χώρους εργασίας η διεύθυνση ενημερώνει τους εργαζόμενους ότι έχουν … την «άδειά της» να συμμετέχουν στις απεργιακές κινητοποιήσεις, αλλού τους καλούν... να πάρουν κανονική άδεια. Στον ιδιωτικό τομέα, οι εργοδότες ανακοίνωσαν ότι η απεργία είναι παράνομη σύμφωνα με το ελβετικό σύνταγμα, γιατί «δεν έχουν εξαντληθεί τα περιθώρια διαπραγμάτευσης μεταξύ των πλευρών». Την ίδια στιγμή, οι συνδικαλιστικές οργανώσεις αφήνουν τις εργαζόμενες και τους εργαζόμενους έκθετους με την ... εκκωφαντική σιωπή τους.

Όσο λοιπόν κι αν επικρατεί στο μυαλό των περισσότερων η ταύτιση της Ελβετίας με τον πλούτο και την ευημερία, στην πραγματικότητα αυτό σχετίζεται με την τεράστια κερδοφορία των ελβετικών εταιριών και τραπεζών, αλλά και των ξένων μονοπωλίων, που μεταφέρουν την έδρα τους στην Ελβετία, για να εκμεταλλευτούν τη φορολογική ασυλία που τους χαρίζει η ελβετική νομοθεσία. Στην Ελβετία τα εργασιακά δικαιώματα ανδρών και γυναικών θυσιάζονται στο βωμό του καπιταλιστικού κέρδους, πολύ περισσότερο οι ανισοτιμίες και διακρίσεις σε βάρος των γυναικών γίνονται πηγή απομύζησης πρόσθετου κέρδους στη βάση του μεγαλύτερου βαθμού εκμετάλλευσης, μέσο γενικότερης μείωσης μισθών αλλά και πολιτικής χειραγώγησης. Μόνο ο κοινός αγώνας των εργαζόμενων, ανδρών και γυναικών, μπορεί να βάλει εμπόδια στη σημερινή βαρβαρότητα των κοινωνικών διακρίσεων σε βάρος της γυναίκας, κόντρα σε αντιλήψεις και πρακτικές που μπαίνουν εμπόδιο στη ριζοσπαστικοποίηση της πάλης.

Στα πλαίσια αυτά η Επιτροπή Αγώνα Γαλλόφωνης Ελβετίας συμμετέχει στην απεργία αυτή διεκδικώντας μόνιμη και σταθερή δουλειά για όλους και όλες, κατάργηση κάθε μορφής προσωρινής και ελαστικής απασχόλησης, μέτρα προστασίας της μητρότητας. Δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη για όλη την οικογένεια, δημόσιες και δωρεάν δομές προσχολικής αγωγής και φροντίδας, δημιουργικής απασχόλησης παιδιών, ενιαίο δημόσιο και δωρεάν εκπαιδευτικό σύστημα, χωρίς ταξικούς φραγμούς. Δωρεάν δημόσιες υποδομές για τους ηλικιωμένους και τα άτομα με ειδικές ανάγκες.

πηγη: 902.gr

xronios_ponos.jpg

VI-90174-DEPON-3/2019

«Μια δυσάρεστη αισθητική και συναισθηματική εμπειρία, σε συνδυασμό με πραγματική ή δυνητική βλάβη των ιστών ή περιγράφεται με τους όρους μιας τέτοιας βλάβης που παραμένει πέρα από την αναμενόμενη περίοδο επούλωσης τους». Με αυτά τα λόγια περιγράφει το χρόνιο πόνο η Διεθνής Ένωση για τη Μελέτη του Πόνου. Πρόκειται για μια ασθένεια που επιδρά στην ποιότητα της ζωής των ασθενών, επηρεάζει τη λειτουργικότητα, τη ψυχοσύνθεση και την κοινωνική δραστηριότητα, ενώ μειώνει και την παραγωγικότητά τους.

Ο χρόνιος πόνος ουσιαστικά οφείλεται σε κακή λειτουργία του οργανισμού, ο οποίος βρίσκεται λανθασμένα σε κατάσταση συναγερμού για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 12 εβδομάδων. Αυτός ο «νευροπαθητικός πόνος» οφείλεται στο γεγονός ότι ο εγκέφαλος αντιλαμβάνεται τον πόνο ως κάποια βλάβη στο σώμα που χρειάζεται να διορθωθεί άμεσα επειδή απειλεί τη ζωή του ατόμου. Η διαφορά από τον οξύ πόνο είναι ότι ο χρόνιος, δεν έχει να αντιμετωπίσει καμιά απειλή για τον ανθρώπινο οργανισμό, αφού πολλές φορές δεν υπάρχει ή κι αν υπάρχει δεν προκαλεί άμεσα πρόβλημα. Τυπικά, βέβαια, ο χρόνιος πόνος ξεκινά με ένα επεισόδιο έντονου οξέος πόνου και δεν μειώνεται με τη θεραπεία και με την πάροδο του χρόνου.

Διάγνωση

Για τη διάγνωση του χρόνιου πόνου δεν υπάρχει κάποιο τεστ, που να μπορεί να μετρήσει ή να εντοπίσει τον πόνο με ακρίβεια. Σε ένα ποσοστό ασθενών, μάλιστα, η αιτία που προκαλεί το χρόνιο πόνο δεν μπορεί να προσδιοριστεί, καθώς οι συνέπειές του είναι μια πολύ προσωπική και υποκειμενική εμπειρία. Στις περισσότερες περιπτώσεις το ιστορικό του πόνου αποτελεί βασικό στοιχείο για τη διάγνωση, με τους ειδικούς να βασίζονται στην περιγραφή που θα τους δώσουν οι ασθενείς, σχετικά με τη μορφή, το σημείο, το χρόνο και τη διάρκεια εκδήλωσής του.

nfbgdfvr5

Αντιμετώπιση

Αν και έχει βελτιωθεί σε σημαντικό βαθμό η διάγνωση και η θεραπεία του χρόνιου πόνου τα τελευταία χρόνια, η αντιμετώπισή του είναι συχνά εξατομικευμένη, σύμφωνα με τις ανάγκες και ιδιαιτερότητες του κάθε ασθενή. Εξάλλου, τα χαρακτηριστικά του χρόνιου πόνου, όπως η αίσθηση και η διάρκεια, ποικίλουν.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, δηλαδή, ο πόνος ως «παραφωνία» του εγκεφάλου μπορεί να περιγράφεται ως δριμύς και σε άλλες ήπιος και μονότονος. Κατά συνέπεια, ο στόχος της θεραπείας στις περισσότερες περιπτώσεις είναι η μείωση της έντασης και συχνότητας του πόνου. Αν και υπάρχουν διάφορες θεραπευτικές επιλογές καταπολέμησης του χρόνιου πόνου, δεν είναι όλες οι μέθοδοι το ίδιο αποτελεσματικές για όλους τους ασθενείς.

efgrstg4tgsdf

Συνήθως ο χρόνιος πόνος δεν μπορεί να ιαθεί πλήρως, αλλά να τύχει καλύτερης «διαχείρισης», ανάλογα με τη θεραπευτική οδό που έχει επιλεχθεί, όπως είναι, παραδείγματος χάρη, η χρήση φαρμάκων παρακεταμόλης, η οποία μάλιστα βάσει ερευνών έχει αποδειχθεί αποτελεσματική στην ανακούφιση των ενοχλήσεων της πάθησης. Άλλες θεραπείες που ακολουθούνται -συνδυαστικά ή κατά μόνας- περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, τεχνικές χαλάρωσης και αυτοβοήθειας, ψυχοθεραπεία, φυσικοθεραπεία, καθώς και χειρουργικές επεμβάσεις.

πηγη: onmed.gr - depon.com.gr

diodia.jpg

Μεγάλες αυξήσεις σε δύο δόσεις στα διόδια της «ιδιωτικής» Αττικής Οδού από την 1η Ιούλη αλλά και από την 1η Γενάρη 2020 ανακοίνωσε η εταιρεία. 

Το διόδιο για τα ΙΧ από 2,80 ευρώ που είναι σήμερα αυξάνεται στα 3 ευρώ από την 1η Ιούλη και στα 3,30 ευρώ από την 1η Γενάρη (αύξηση σε σχέση με σήμερα 17,85%).

Τα οφέλη για την εταιρεία μέτοχοι της οποία είναι Άκτωρ Παραχωρήσεις (59,2%), J&P Άβαξ (20,8%), ΕΤΕΘ (10,02%), Τράπεζα Πειραιώς (9,88%) και Egis Projects, θα είναι τεράστια αφού μιλάμε για μια εξωφρενική αύξηση!

Ωστόσο η εταιρεία εντελώς προκλητικά ισχυρίζεται ότι κάνει χάρη στους διερχόμενους καθώς «η νέα ονομαστική τιμή του διοδίου, που θα ισχύσει από την 1η Ιούλη 2019, είναι περίπου 20% χαμηλότερη από το όριο που προσδιορίζεται στη Σύμβαση Παραχώρησης, αφού το Άνω Συμβατικό Όριο Διοδίων Τελών ανέρχεται σήμερα σε 3,77 ευρώ»!

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ όπως και οι προκάτοχοι της μέσω χαριστικών συμβάσεων όχι μόνο παρέδωσαν ένα αυτοκινητόδρομο που κατασκευάστηκε με τα χρήματα του ελληνικού λαού, αλλά εξασφάλισαν στους εργολάβους και τους τραπεζίτες μετόχους της Αττικής οδού μόνιμα και μεγάλα κέρδη. 

Ειδικότερα ανά κατηγορίες των οχημάτων, οι αυξήσεις έχουν ως εξής:

Πληρωμή με καταβολή μετρητών:

Κατηγορία 1: Από 1,40 ευρώ σε 1,50 από 1η Ιούλη και 1,60 από 1η Γενάρη.

Κατηγορίες 2, 3 και 4: Από 2,80 ευρώ σε 3 και  3,30 αντίστοιχα.

Κατηγορία 5: Από 7,10 ευρώ σε 7,50 και 8,20.

Κατηγορία 6: Από 11,30  ευρώ σε 12 και 13,20.

Αντίστοιχα, αυξήσεις θα ισχύσουν και στα εκπτωτικά προγράμματα, με τις νέες τιμές για κάθε εκπτωτικό πρόγραμμα και κατηγορία οχήματος να ανακοινώνονται στους χρήστες σε εύλογο χρονικό διάστημα προ της εφαρμογής τους.

πηγη: imerodromos.gr

grafi1.jpg

Παναγιώτης Μαυροειδής*

ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ επιδίδονται σε αλληλοκατηγορίες για το ποιος είναι χειρότερος από τον άλλο.

Με τον τρόπο αυτό επιχειρούν από κοινού αφενός να εξασφαλίσουν την πολιτική κυριαρχία ενός νέου αντιδραστικού αστικού διπολισμού και αφετέρου να κατοχυρώσουν, το κάθε κόμμα για λογαριασμό του, την πρωτοκαθεδρία του με την κατάχτηση της κυβέρνησης.

Τι καλούμαστε να διαλέξουμε στις 7 Ιούλη;

Τίθεται αλήθεια ως ερώτημα η επιλογή της πολιτικής που θα ασκηθεί ή μήπως απλά αυτό της κυβέρνησης που θα διαχειριστεί μια λίγο ως πολύ δεδομένη πολιτική;

Κατά τη γνώμη μας τα δύο κόμματα επιχειρούν να στριμώξουν τον κόσμο αποκλειστικά στο δεύτερο, αποκρύπτοντας την ουσιαστική συμφωνία στα «χοντρά γράμματα» της πολιτικής που θα εφαρμοστεί, όποιος και αν βγει.

Έχουμε και λέμε λοιπόν:

Πρώτο, μπορεί ο Τσίπρας να λέει ότι η Ελλάδα «δεν είναι πλέον μια χρεωκοπημένη χώρα», αλλά η αλήθεια είναι η ελληνική κοινωνία έχει κυριολεκτικά γονατίσει πληρώνοντας τις δόσεις ενός ληστρικού, άδικου, ιμπεριαλιστικού χρέους, κατά βάση προς τον ΕΕ και τον ESM. Μόνο για την τρέχουσα χρονιά και την τετραετία για την οποία θα εκλεγεί Βουλή και κυβέρνηση με αυτές τις εκλογές, θα πρέπει να πληρωθούν 44 δις ευρώ, ενώ οι δανειακές υποχρεώσεις συνεχίζονται εξίσου επαχθείς ή/και πολύ βαρύτερες ως το 2060 και βάλε. Πρόκειται για το κόστος της υποταγής στους δανειστές και της μη ρήξης με την ευρωζώνη και το πλαίσιό της.

Δεύτερο, το Πρόγραμμα Σταθερότητας που υπέβαλλε στην ΕΕ η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ μόλις πριν 1,5 μήνα, ορίζει τους βασικούς μεσομακροπρόθεσμους στόχους/δεσμεύσεις της πολιτικής που θα εφαρμοστεί, ανεξάρτητα από το ποια θα είναι η κυβέρνηση, έως και το 2022.

Σε αυτό λοιπόν περιλαμβάνονται θηριώδη αιματηρά πλεονάσματα ως εξής

  • 2019 4,7%
  • 2020 4%
  • 2021 4,2%
  • 2022 4,6%

Δηλαδή πάνω και από την «υποχρέωση» για 3,5%. Τέτοια δουλικότητα και προθυμία! Ήδη ο επικεφαλής του ESM Κ. Ρέγκλινγκ έκανε ξεκάθαρο πως αυτές οι δεσμεύσεις δεν είναι υπό συζήτηση.

Για να βγουν αυτά τα πλεονάσματα είναι κοστολογημένη με ανατριχιαστική λεπτομέρεια η κοινωνική γενοκτονία, με μεγάλη αύξηση εσόδων που θα προέλθει από φοροληστεία των εργατικών στρωμάτων, μιας και οι φόροι των επιχειρήσεων θα μειωθούν, αλλά και μεγάλη μείωση δαπανών.

Για να φανεί το «χρώμα» που θα έχει αυτή η μείωση δαπανών, ενδεικτικά αναφέρουμε ότι:

  • Οι δαπάνες για την παιδεία από 3,9% του ΑΕΠ θα βρεθούν το 2022 στο 3,5% (μείωση 10%)
  • Οι δαπάνες για την υγεία από 5,2% του ΑΕΠ θα βρεθούν το 2022 στο 4,7% (μείωση 10%)
  • Οι δαπάνες για την κοινωνική προστασία από 19,4% του ΑΕΠ θα βρεθούν το 2022 στο 17,4% (μείωση 10,3%)
  • Οι δαπάνες για μισθοδοσία Δημοσίων Υπαλλήλων από το 11,8% θα κατέβουν στο 10,6% του ΑΕΠ που σημαίνει μείωση προσωπικού ή/και μισθών μέσω χαμηλής αμοιβής των όποιων νέων
  • Σε ότι αφορά τη συνταξιοδοτική δαπάνη, υπάρχει μεσομακροπρόθεσμη, αλλά και σε ορίζοντα 50 χρόνων έως το 2070, δέσμευση για υποδιπλασιασμό της με σφαγή των συντάξεων, αλλά και διαρκή άνοδο της ηλικίας συνταξιοδότησης. Η συνταξιοδοτική δαπάνη θα μειωθεί από 18% του ΑΕΠ περίπου το 2016, σε περίπου 10% το 2068, ενώ ήδη αυτά τα χρόνια μειώνεται με ρυθμό 1 δις το χρόνο κατ’ ελάχιστο.

Τρίτο, αν κανείς δει τα πεπραγμένα της απερχόμενης κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και τις παρατηρήσεις τόσο της έκθεσης της επιτροπείας της ΕΕ όσο και το κείμενο απολογισμού για την ελληνική οικονομία (2018) του ESM, οι ιδιωτικοποιήσεις είναι πολύ υψηλά στην ατζέντα των μηχανισμών επιβολής των πολιτικών του ευρωπαϊκού και εγχώριου κεφαλαίου στην Ελλάδα. Όποια κυβέρνηση και αν εκλεγεί θα λειτουργεί ως dealer ή/και «μεσάζοντας» επιχειρηματικών συμφερόντων και ως γνωστόν όπου υπάρχουν μεσάζοντες υπάρχει και μαύρο πολιτικό χρήμα.

Τέταρτο, η επόμενη κυβέρνηση θα διαχειριστεί ένα συμφωνημένη πλαίσιο συμφωνίας και συμμαχίας θανάτου με ΗΠΑ και Ισραήλ, στην οποία σημαντική πλευρά είναι η εκχώρηση της λεηλασίας της ελεύθερης θάλασσας στις πολυεθνικές εξόρυξης υδρογονανθράκων. Παίζουν με τη φωτιά του πολέμου, αλλά και της περιβαλλοντικής καταστροφής, φωνασκώντας για «κυριαρχικά δικαιώματα» στις ΑΟΖ. Στο πλαίσιο αυτό αναπτύσσονται εξοπλιστικά προγράμματα μαμούθ και γενικά άνοδος των πολεμικών δαπανών.

Στην ουσία λοιπόν, δεν κρίνεται σε αυτές τις εκλογές το ζήτημα της πολιτικής που θα εφαρμοστεί, τουλάχιστον σε ότι αφορά τις κύριες πλευρές της.

Θα λέγαμε και κάτι περισσότερο: Εξ αιτίας των παραπάνω, είναι βέβαιο ότι η επόμενη κυβέρνηση που θα εκλεγεί θα είναι ΧΕΙΡΟΤΕΡΗ από τη σημερινή, ανεξάρτητα από το αν θα είναι της ΝΔ (το πιθανότερο, καθώς έχει την ορμή της «δικαίωσης» με την αποτυχία ΣΥΡΙΖΑ) ή του ΣΥΡΙΖΑ.

Το ζήτημα επομένως δεν είναι να διαλέξουμε ποια ΧΕΙΡΟΤΕΡΗ εκδοχή κυβέρνησης θα παίζει το ρόλο του δήμιου για τα εργατικά λαϊκά συμφέροντα και του dealer των επιχειρηματικών συμφερόντων και της ΕΕ, αλλά, αντίθετα, αν την επόμενη μέρα θα υπάρχει μαχητική αντιπολίτευση και ανατρεπτική αριστερά που να μπορεί να την εμπνεύσει.

Στο σημείο αυτό πρέπει να γίνει μια ουσιαστική επισήμανση: τα δύο κόμματα του αστικού διπολισμού, με υποδειγματική αυτοπειθαρχία, είναι δεσμευμένα στην ευρωενωσιακή πολιτική και καπιταλιστική επίθεση, είτε βρίσκονται σε θέση κυβέρνησης είτε σε θέση αντιπολίτευσης. Μας το έδειξε η ΝΔ με τη στήριξη του ΣΥΡΙΖΑ όταν αυτός παραπατούσε την επόμενη του Δημοψηφίσματος του 2015 ψηφίζοντας μαζί του το Τρίτο Μνημόνιο. Το ίδιο θα κάνει και ο ΣΥΡΙΖΑ και αυτό προανήγγειλε ο Σταθάκης θέτοντας στην ουσία ως στόχο στο εξής όχι την κυβέρνηση αλλά την αξιοπιστία του ΣΥΡΙΖΑ ως του δεύτερου πόλου στον αστικό δικομματισμό πολιτικής σταθεροποίησης.

Όποιος νομίζει ότι η αστική πολιτική και το πολιτικό της σύστημα ασχολούνται μόνο στο να απαντήσουν το ζήτημα της κυβέρνησης που θα δουλέψει για αυτούς, κάνει μεγάλο λάθος. Το ζητούμενο για αυτούς είναι γενικότερα η πολιτική σταθεροποίηση του συστήματός της. Αυτό πρωτίστως αφορά στην εξουδετέρωση της δυνάμει εξεργετικής στάσης και δυνατότητας των εργατικών και λαϊκών κοινωνικών δυνάμεων να αντισταθούν.

Για αυτόν ακριβώς το λόγο, με τον ίδιο τρόπο που ασχολούνται με το θέμα της κυβέρνησης, θέλουν και να ορίσουν τα πράγματα στο πεδίο της αντιπολίτευσης.

Η διαφαινόμενη κατάρρευση του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και η παταγώδης ήττα της ΛΑΕ, θα διαμορφώσουν νέα δεδομένα στο χώρο της αντιπολίτευσης. Διαμορφώνεται εκ των πραγμάτων ένα κενό στα αριστερά, που αδυνατεί να λάβει δημιουργικά υπόψη του το ΚΚΕ (πασχίζει να εμφανιστεί σαν δύναμη σταθερότητας, εθνικής ευθύνης και ανησυχίας για την «ασφάλεια των πολιτών», αντί να κινηθεί ριζοσπαστικά και ανατρεπτικά), ενώ δεν μπορεί να το καλύψουν κόμματα τύπου Βαρουφάκη.

Με αυτή την έννοια, θα πρέπει να δει κανείς και την πίεση πάνω στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ για την υποβάθμισή της μέσω συμπερίληψής της σε ένα σχέδιο μιας «light» αριστεράς στα όρια του προκυβερνητικού ΣΥΡΙΖΑ ή/και της πρώτης κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ των Βαρουφάκη, Λαφαζάνη κλπ. Η προσπάθεια αυτή έπεσε στο κενό, με την αποφασιστική συστράτευση ενός σημαντικού αντικαπιταλιστικού μαχόμενου δυναμικού που θέλει μια ανεξάρτητη από την αστική πολιτική και τα ρεφορμιστικά ρεύματα αριστερά.

Η κάθοδος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στις εκλογές αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης προσπάθειας για Μαχητική Αντιπολίτευση από θέσεις εργατικών δικαιωμάτων και αντικαπιταλιστικού προγράμματος πάλης και μια Ανατρεπτική Αριστερά που με το πρόγραμμά της αλλά και την πράξη της να την εμπνέει αποφασιστικά.

Η κάθετη αντιπαλότητα και στις δύο όψεις του νέου αντιδραστικού αστικού διπολισμού ΝΔ και ΣΥΡΙΖΑ, αποτελεί σημαντική πλευρά της παρουσίας της αντικαπιταλιστικής αριστεράς και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Αυτό απαιτεί μια πολιτική προετοιμασία για μάχες ενάντια στην προοπτική της επιθετικής διακυβέρνησης από μεριάς της ΝΔ, αλλά και αποφασιστική πολιτική αντιπαράθεση με το ΣΥΡΙΖΑ, ώστε αυτός να μην ηγεμονεύσει στο χώρο της αντιπολίτευσης σταθεροποιώντας έτσι το αστικό πολιτικό σύστημα και την ευρωενωσιακή μνημονιακή κοινωνική γενοκτονία. Με αυτή την έννοια, η ρητή απόρριψη της συμπερίληψης του ΣΥΡΙΖΑ στην αριστερά στο όνομα κάποιου «αντιφασιστικού» και «λαϊκού μετώπου», είναι απολύτως απαραίτητη.

Η αντιπολίτευση την οποία χρειαζόμαστε και σε αυτή θα συμβάλει και η ενίσχυση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ στις Βουλευτικές εκλογές, πρέπει να χαρακτηρίζεται από την ανάγκη μεγάλων τομών τόσο στο πεδίο της πολιτικής διαπάλης, όσο και σε αυτό των άμεσων κοινωνικών αγώνων.

Η προτεραιότητα των εργατικών δικαιωμάτων με επιθετική προβολή εργατικών πολιτικών στόχων (αυξήσεις, χρόνος εργασίας, συμβάσεις κλπ) αλλά και οργάνωση «εκτός ορίων» και ελέγχων από τη ΓΣΕΕ αγώνων, αλλά και ευρύτερων κοινωνικών στόχων για παιδεία, υγεία κλπ, είναι αποφασιστικής σημασίας κόντρα στα νεφελώματα περί «μεσαίας τάξης» ή τις σκόπιμες αοριστίες περί «παραγωγικής ανασυγκρότησης». Η ταξική ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος καθώς και η άνθιση νέων μορφών εργατικού αγώνα, είναι βασικό πεδίο σε αυτή την κατεύθυνση.

Η ανατρεπτική αριστερά στοχεύει στην πολιτική αναβάθμιση της κοινωνικής αντίστασης και ριζοσπαστικοποίησης στο επίπεδο πολιτικών στόχων ανατροπής που στο σύνολό τους θα αρνούνται το προκαθορισμένο πλαίσιο για το λαό από την ευρωενωσιακή και αστική πολιτική ή το ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ. Με αυτή την έννοια οι στόχοι για έξοδο από την ΕΕ, διαγραφή του χρέους, άρνηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας και επιτροπείας, έξοδο από το ΝΑΤΟ και άλλοι, είναι κεντρικοί στόχοι που ορίζουν τις ζωτικές προϋποθέσεις ανατροπής για μια άλλη πορεία στη χώρα. Αποτελούν μια ρητή άρνηση από μεριάς της ανατρεπτικής αντικαπιταλιστικής αριστεράς της αστικής πολιτικής, αλλά και της διαχρονικής ηγεμονίας εντός της αριστεράς κατά περίπτωση του «ευρωπαϊσμού», του ιμπεριαλιστικού και καπιταλιστικού πλαισίου και του εθνικισμού.

Είναι απαραίτητη ωστόσο και μια βαθιά τομή στην ίδια την έννοια της πολιτικής και πως αυτή ασκείται. Σε μια πολιτική στιγμή που η σαπίλα του αστικού πολιτικού συστήματος και η μπόχα της διαπλοκής κράτους, αστικών κομμάτων εξουσίας, επιχειρήσεων, δικαστικής εξουσίας και ΜΜΕ αναδεικνύεται δύσοσμη παντού, η αντικαπιταλιστική κομμουνιστική αριστερά οφείλει να αναδεικνύει ριζοσπαστικές μορφές πολιτικές οργάνωσης και δράσης που θα διακρίνονται από ανταγωνιστικότητα προς τους αστικούς θεσμούς, δημοκρατία, συμμετοχή, αυτενέργεια, δεσμεύσεις αρχών και στόχους κομμουνιστικής καθολικής χειραφέτησης. Δεν μας είναι ξένη μόνο η αστική πολιτική γενικά, αλλά και τα αρχηγικά κόμματα, τα κόμματα του σωλήνα, δημιουργήματα επιχειρηματιών και των ΜΜΕ, τα μέτωπα «αδειανά πουκάμισα», τα «σοφά» και αλάθητα κόμματα, οι εκλογικές κοινοπραξίες χωρίς αρχές και οι αρχηγισμοί παλαιού και νέου μιντιακού τύπου.

*Μέλος της ΠΕ του ΝΑΡ και του ΠΣΟ της ΑΝΤΑΡΣΥΑ

πηγη: pandiera.gr

Σελίδα 2907 από 4489
  • Τελευταια
  • Δημοφιλή