Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
ΣΤΑΣΗ ΠΛΗΡΩΜΩΝ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΔΑΝΕΙΣΤΕΣ ΚΑΙ ΕΚΛΟΓΕΣ

ΠΑΡΕΜΒΑΣΗ ΤΟΥ Γ. ΣΑΠΟΥΝΑ ΜΕΛΟΥΣ ΤΗΣ ΚΕ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ ΣΤΗΝ ΕΚΔΗΛΩΣΗ «ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ ΤΩΡΑ ΜΕ ΤΟΥΣ ΔΑΝΕΙΣΤΕΣ», ΠΟΥ ΟΡΓΑΝΩΣΕ Η ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΑ RPROJECT ΤΗΝ ΤΡΙΤΗ 19 ΜΑΗ
1. Η 4μηνη εμπειρία από την διαπραγμάτευση ξεκαθαρίζει (προς την κυβέρνηση, το κόμμα και την κοινωνία) ότι δεν μπορεί να υπάρξει «κοινά επωφελής» συμφωνία.
Η κυβερνητική στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ ήταν και πρέπει να παραμείνει η ανατροπή των μνημονίων. Αυτό σημαίνει την ανατροπή των κατακτήσεων του εγχώριου μεγάλου κεφαλαίου σε βάρος του κόσμου της εργασίας και της κοινωνικής πλειοψηφίας. Κατακτήσεις που επετεύχθησαν στην 5ετία της σφοδρής υποτίμησης της εργασίας μέσω των μνημονίων.
Απαιτεί, ως άμεση προϋπόθεση, την απαλλαγή από την πληρωμή τοκοχρεωλυσίων και συνακόλουθα την διαγραφή χρέους ταυτόχρονα με την έναρξη μιας πολιτικής «μνημονίου για το κεφάλαιο, για τους πλούσιους».
Η υποχώρηση από αυτή την γραμμή προς την γραμμή να μην παρθούν περαιτέρω μέτρα ταξικής λιτότητας δεν αποτελεί αντινεοφιλελεύθερη και αριστερή πολιτική καθώς αποδέχεται και επικυρώνει τον ταξικό συσχετισμό, διατηρώντας μέτρα όπως οι ιδιωτικοποιήσεις και ο ΕΝΦΙΑ, αναβάλλοντας θετικές εξαγγελίες όπως το αφορολόγητο των 12.000, τον μισθό των 751 κ.α. Μάλιστα όπως φαίνεται από τις διαρροές για την συμφωνία πιέζεται να πάρει και νέα μέτρα λιτότητας.
Τα ιμπεριαλιστικά κέντρα δεν θα χρηματοδοτήσουν την ανατροπή της στρατηγικής τους από μια αριστερή κυβέρνηση στην Ελλάδα.
2. Μπορεί να υπάρξει οποιοσδήποτε συμβιβασμός; Μένει ν' αποδειχτεί σύντομα. Αφορά στις επιλογές των ιμπεριαλιστικών κέντρων και της ντόπιας οικονομικής ελίτ και των πολιτικών της εκπροσωπήσεων. Αν θα επικρατήσει μια στάση αδιάλλακτη με προφανή συνέπεια/στόχευση την πρόκληση πολιτικών εξελίξεων ή αν θα επιχειρηθεί μια συμφωνία, λεόντεια βεβαίως υπέρ των δανειστών και στην δεδομένη και επικυρωμένη εκ νέου ν/φ κατεύθυνση. Στη συνέχιση της λιτότητας με «ρήτρα ανάπτυξης».
Αυτή η ενδεχόμενη εξέλιξη εξαρτάται ασφαλώς και από την στάση της ελληνικής κυβέρνησης και τις επιλογές που τελικά θα κάνει καθώς και από την στάση του κόμματος ΣΥΡΙΖΑ. Μέχρι σήμερα είναι φανερό ότι υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις που κυμαίνονται από την έντονη επιθυμία για συμφωνία μέχρι την αποφασιστικότητα για σύγκρουση και ενδεχόμενη ρήξη.
3.Το ζήτημα της «ανάπτυξης». Κεντρικό σημείο της κυρίαρχης ιδεολογίας (και σήμερα της νεοφιλελεύθερης αντιμετώπισης της κρίσης) είναι πως η ενδεχόμενη αύξηση των μισθών, των συντάξεων, των παροχών του κοινωνικού κράτους εξαρτάται πρώτ' απ' όλα από τους ρυθμούς της ανάπτυξης. Προηγείται «να μεγαλώσει η πίτα» πριν από οποιαδήποτε συζήτηση για τη μοιρασιά της.
Αν δεχτούμε αυτή τη θέση πρέπει να εγκαταλείψουμε κάθε προσδοκία φιλολαϊκής, φιλεργατικής και αντινεοφιλελεύθερης πολιτικής και να προσχωρήσουμε στον συστημικό «ρεαλισμό» ή/και πολιτικά στον σοσιαλφιλελευθερισμό.
Το κεντρικό πρόβλημα της κρίσης βρίσκεται ακριβώς στον «τρόπο» της «ανάπτυξης» και αφορά στην ουσία του καπιταλισμού ως σχέση. Η αναζήτηση οικονομικών στρατηγικών διαφορετικών από την κυρίαρχη νεοφιλελεύθερη στρατηγική ταυτόχρονα με τον πλήρη σεβασμό στους νόμους της αγοράς αποτελεί ουτοπία.
Η αριστερή πολιτική στην κρίση ξεκινά αντίστροφα, στην βάση επιλογών που αμφισβητούν και δημιουργούν ρήγματα στην καπιταλιστική ορθοδοξία (σήμερα νεοφιλελεύθερη). Θέτουν την αναδιανομή πλούτου και ισχύος υπέρ της εργασίας και σε βάρος του κεφαλαίου ως πρώτη προτεραιότητα και προϋπόθεση για την όποια ανάπτυξη. Αυτό είναι το ουσιαστικό νόημα της εθνικοποίησης όχι μόνο των τραπεζών αλλά και σημαντικών τομέων της οικονομίας και της παραγωγής. Αυτό είναι το νόημα της εμβάθυνσης και διεύρυνσης της δημοκρατίας με μέτρα και θεσμούς εργατικού και κοινωνικού ελέγχου. Είναι πλήγμα στην έννοια της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής.
4. Η σύγκρουση με τους δανειστές καθώς και με το ντόπιο μεγάλο κεφάλαιο αποτελούν «πλευρές του ίδιου νομίσματος». Η επιλογή εσωτερικού «ταξικού μορατόριουμ» προκειμένου να αντιμετωπίσουμε πρώτα τους δανειστές αποτελεί κορυφαίο λάθος για την αριστερή κυβέρνηση. Η σύμπραξη με τους ΑΝΕΛ, η επιλογή Παυλόπουλου και οι προσπάθειες συνεννόησης και συνεργασίας με την ντόπια οικονομική ολιγαρχία και τμήματα της πολιτικής της εκπροσώπησης υπονομεύουν καθοριστικά κάθε προσπάθεια αριστερής και αντινεοφιλελεύθερης πολιτικής. Μάλιστα η προτεραιότητα βρίσκεται στο «εσωτερικό μέτωπο», στην ανατροπή του εσωτερικού συσχετισμού, ακόμη κι αν υπάρχουν αστικά τμήματα στην χώρα που ενδεχομένως θα επιθυμούσαν για τους δικούς τους λόγους, την έξοδο από την ΟΝΕ. Πολύ περισσότερο τότε, καθώς από την αστική πλευρά, η έξοδος από την ΟΝΕ θα σήμαινε ακόμη σκληρότερη ταξική λιτότητα χάρη στην αυξημένη ανάγκη ανταγωνιστικότητας. Η αριστερή στρατηγική για την σύγκρουση με τους δανειστές, ακόμη και την ενδεχόμενη ρήξη με την ΟΝΕ, δεν έχει σε τίποτα να κάνει με τα συμφέροντα και τις επιδιώξεις του μεγάλου εγχώριου κεφαλαίου.
Η Αριστερά καλείται να υπερασπιστεί τα συμφέροντα του κόσμου της εργασίας και της κοινωνικής πλειοψηφίας επιτυγχάνοντας πρώτ' απ' όλα την ανεξαρτησία της όχι μόνο από τους ιμπεριαλιστικούς εκβιασμούς αλλά κυρίως από την εγχώρια οικονομική ελίτ. Καλείται να μην ξανακάνει για πολλοστή φορά στην Ιστορία το ίδιο τραγικό λάθος.
5.Υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την σύγκρουση με τους δανειστές και την ενδεχόμενη ρήξη; Οι όροι για την οικοδόμηση αυτών των προϋποθέσεων είναι παρόντες μέσα στην περίοδο και καθώς η κρίση διαρκώς εξελίσσεται. Αφορούν στις κοινωνικές ανάγκες, στις απαιτήσεις του εργατικού κινήματος και των κινημάτων και στην πολιτική βούληση της Αριστεράς και την ικανότητά της να ηγηθεί των κοινωνικών αγώνων και αιτημάτων. Αυτοί οι όροι επέτρεψαν να φτάσει ο ΣΥΡΙΖΑ στην κυβέρνηση και οι Podemos ένα βήμα πριν, στην Ισπανία.
Εντούτοις η περίοδος έχει βάθος και πολλά επεισόδια. Δεν αποτελεί «μονόπρακτο» χωρίς αύριο.
Το δήθεν δίλημμα «σωτηρία της Αριστεράς ή σωτηρία του λαού» είναι προφανώς, εντελώς λάθος. Σήμερα εμφανίζεται η δυνατότητα της ανασυγκρότησης της Αριστεράς, με σαφή αντικαπιταλιστική, σοσιαλιστική στρατηγική και κυρίως δυνατότητες μαζικής πολιτικής και κοινωνικής παρέμβασης μετά από πολλές δεκαετίες. Μάλιστα εδώ προκύπτουν τα διεθνή και διεθνιστικά καθήκοντα και υποχρεώσεις του ΣΥΡΙΖΑ καθώς η μάχη που σήμερα δίνεται στην Ελλάδα έχει την ιστορική ευκαιρία να δημιουργήσει ντόμινο πολιτικών και κοινωνικών εξελίξεων τουλάχιστον πανευρωπαϊκά. Στους λαούς, στα κινήματα και στην Αριστερά και όχι ασφαλώς στον Ρένζτι, τον Ολάντ και τον Σούλτς.
Το 4μηνο της διαπραγμάτευσης οδηγεί σε συμπεράσματα και την κοινωνία. Το ποσοστό των ανθρώπων που βλέπουν θετικά την προοπτική της σύγκρουσης και της ενδεχόμενης ρήξης, μάλιστα χωρίς να αποτελεί την αιχμή της κυβερνητικής γραμμής και του κόμματος, είναι ιδιαίτερα μεγάλο και μπορεί μέσα από τις επιλογές του ΣΥΡΙΖΑ και της κυβέρνησης, με την προβολή του εναλλακτικού ταξικού και αναδιανεμητικού σχεδίου της Αριστεράς, να γίνει πλειοψηφικό.
Πρώτο βήμα αυτού του σχεδίου είναι η αθέτηση πληρωμής της επόμενης δόσης προς τους δανειστές. Ταυτόχρονα προκήρυξη εκλογών με ανανεωμένη γραμμή σύγκρουσης ως απόρροια των συμπερασμάτων από την διαπραγμάτευση. Ο ΣΥΡΙΖΑ παρά τις δυσκολίες και τις διαψεύσεις παραμένει μακράν πρώτο κόμμα και μπορεί να ανανεώσει την σχέση του με την κοινωνία μέσα από νέα λαϊκή ετυμηγορία ξεδιπλώνοντας το εναλλακτικό ριζοσπαστικό του πρόγραμμα (το πραγματικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ – βασισμένο στην θέση «άμεση κατάργηση των μνημονίων και της λιτότητας – καμιά θυσία για το ευρώ»). Αντίθετα το δημοψήφισμα αποτελεί μέθοδο κατάλληλη για την αποδοχή της συμφωνίας.
Χρειάζεται άμεσα να πάμε σε κομματικές διαδικασίες, σε σύνοδο της Κεντρικής Επιτροπής, όπου όλες οι τάσεις και τα στελέχη του κόμματος θα χρειαστεί να αντιστοιχήσουν τις δηλώσεις και τις δημόσιες εκφωνήσεις τους με την συγκρότηση του αντίστοιχου συσχετισμού. Προκειμένου να προχωρήσουμε αποφασιστικά στην επόμενη «πράξη του έργου», καθορίζοντας τις εξελίξεις προς τ' αριστερά και εμπνέοντας την άνοδο της ταξικής και πολιτικής πάλης σε Ελλάδα και Ευρώπη.
ΠΗΓΗ: iskra.gr
Η ΚΥΡΙΑΡΧΗ ΑΝΤΙΘΕΣΗ ΚΑΙ Η ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΠΙΛΥΣΗΣ ΤΗΣ

Του ΓΙΑΝΝΗ ΤΟΛΙΟΥ*
Το τελευταίο διάστημα προβάλλονται τα πλέον αντιφατικά σενάρια για τις μελλοντικές εξελίξεις που συμπυκνώνονται στις φράσεις «κωλοτούμπα ΣΥΡΙΖΑ», νέες εκλογές, δημοψήφισμα, κ.ο.κ. Όλα έχουν ως αφετηρία την πιθανή έκβαση των διαπραγματεύσεων με τους «θεσμούς» (ΕΕ-ΔΝΤ-ΕΚΤ) που η πορεία τους θυμίζει «σκωτσέζικο ντουζ». Τα συστημικά «ΜΜΕ.» εντείνουν την παραπληροφόρηση και κινδυνολογία με στόχο τον εκφοβισμού του λαού για την αναγκαιότητα «σκληρών μέτρων» προκειμένου να εξασφαλισθεί η «πάση θυσία» παραμονή στην ευρωζώνη και το ευρώ. Το πολιτικό μνημονιακό κατεστημένο Σαμαρά-Βενιζέλου και από κοντά το «Ποτάμι» του Σταύρου Θεοδωράκη σε συγχορδία με την εγχώρια οικονομική ελίτ κάνουν ότι μπορούν για να πετύχουν την «αριστερή παρένθεση» στη διακυβέρνηση της χώρας.
ΟΙ «ΚΟΚΚΙΝΕΣ ΓΡΑΜΜΕΣ» ΚΑΙ ΤΟ «ΕΛΛΕΙΜΜΑ ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗΣ»
Με τη δημιουργία της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, έγινε η πρώτη δοκιμαστική αναμέτρηση με τους «θεσμούς», η οποία κατάληξε στη συμφωνία της 20ης Φλεβάρη. Μια συμφωνία με πολλές υποχωρήσεις από τις «κόκκινες γραμμές» των προγραμματικών δηλώσεων και πολύ περισσότερες από το Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης. Στη συγκεκριμένη διαπραγμάτευση αποκαλύφθηκαν οι σοβαρές ανεπάρκειες, τόσο λόγω απειρίας, όσο και εξ’ αιτίας ταλαντεύσεων και απουσίας σαφούς στρατηγικής και τακτικής της «διαπραγματευτικής ομάδας».
Η απροσδιοριστία του όρου «έντιμη συμφωνία» και η «δημιουργική ασάφεια» του διαπραγματευτικού πλαισίου, έπαιξαν το ρόλο τους στην αποδυνάμωση των διαπραγματευτικών θέσεων της ελληνικής πλευράς. Από την άλλη οι επικοινωνιακές «ατάκες» και τα αλλεπάλληλα «πέρα-δώθε» με τους «θεσμούς», το μόνο που έδειξαν ήταν το έλλειμμα προετοιμασίας της ελληνικής πλευράς, καθώς η υποκρισία της «γαλατικής ευγένειας» και η ωμή εκβιαστική πρακτική των κυρίαρχων ελίτ Βρυξελών και Βερολίνου.
Η ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ ΚΑΙ ΤΑΚΤΙΚΗ ΤΩΝ «ΘΕΣΜΩΝ»
Με βάση την ως τώρα εμπειρία, χρειάζεται με «κρύο μυαλό», να κάνουμε μια εκτίμηση της στρατηγικής και τακτικής των «θεσμών», από οικονομική, κοινωνική και κυρίως πολιτική άποψη. Στη βάση της συγκεκριμένης εκτίμησης θα μπορούσαμε έστω και την «τελευταία στιγμή» να χαράσσαμε πιο αποτελεσματική στρατηγική και τακτική απέναντι στους δανειστές. Συγκεκριμένα έχει πλέον διαφανεί ότι αυτό που κυρίως επιδιώκουν οι «θεσμοί» σε πολιτικό επίπεδο, είναι να πετύχουν ακύρωση του «αριστερού παραδείγματος» στην Ελλάδα, ώστε να μη γίνει μοντέλο μίμησης για άλλες χώρες, κυρίως της περιφέρειας.
Παράλληλα σε οικονομικό επίπεδο επιδιώκουν να εξασφαλίσουν την απόλυτη πειθαρχία στα νεοφιλελεύθερα δόγματα της ευρωζώνης και των «πυλώνων» στήριξης της (ΕΚΤ-ευρώ, δημοσιονομικό σύμφωνο, τραπεζική ενοποίηση, εξάμηνα συντονισμού, κά), καθώς και την «επίλυση» του τεράστιου χρέους της με πολύμορφη δήμευση του ελληνικού εισοδήματος λαού και της δημόσιας περιουσίας.
Τέλος σε κοινωνικό επίπεδο επιδιώκουν να επιβάλουν το μοντέλο της πλήρους κατάργησης του «κράτους πρόνοιας» και της ισοπέδωσης των εργασιακών δικαιωμάτων, ως μοντέλο για όλη την ευρωζώνη. Η τακτική τους είναι η μέθοδος της «καταπόνησης» του αντιπάλου και της οικονομικής «εξουθένωσης», προβάλλοντας σε κάθε βήμα νέες απαιτήσεις, μέχρι να φέρουν την ελληνική πλευρά στα όρια του e-mail Χαρδούβελη, δηλαδή ενός τρίτου Μνημονίου, που αυτή τη φορά θα εφαρμοστεί από μια αριστερή κυβέρνηση.! Έτσι απαξιώνεται και ακυρώνεται πρακτικά όχι μόνο η ιδέα της αριστερής διακυβέρνησης στην Ελλάδα, αλλά και η προοπτική της Αριστεράς τις άλλες χώρες της ΕΕ.!
Εδώ ίσως προβληθεί το ερώτημα: Άραγε δεν υπολογίζουν οι «θεσμοί» το κόστος μιας ενδεχόμενης φυγής της Ελλάδας από το ευρωσύστημα; Επίσης ο αμερικάνικος παράγοντας μένει αδιάφορος στο ενδεχόμενο μιας τέτοιας εξέλιξης; Σύμφωνα με δημόσιες τοποθετήσεις βασικών παραγόντων της ευρωζώνης (πχ Σόϊμπλε) όχι μόνο δεν αποκλείουν το Grexit αλλά είναι προετοιμασμένοι για «παν ενδεχόμενο», παρ’ ότι δεν το επιθυμούν, ενώ από την άλλη έχουν ήδη προτείνει διευκόλυνση της Ελλάδας για αποδέσμευση. Άρα η απειλή «αποχώρησης» ως διαπραγματευτικό χαρτί, δεν είναι ιδιαίτερα ισχυρό από ελληνικής πλευράς, πολύ περισσότερο που η επίσημη θέση της ελληνικής κυβέρνησης είναι υπέρ της παραμονής στο ευρώ. Όσον αφορά τις ΗΠΑ αυτό που πρωτίστως επιδιώκουν είναι η διασφάλιση της επικυρίαρχης θέσης τους στον ελλαδικό χώρο και δευτερευόντως η παραμονή ή μη της χώρας στην ευρωζώνη.
Ο «ΚΟΜΠΟΣ» ΕΧΕΙ ΦΘΑΣΕΙ ΣΤΟ «ΧΤΕΝΙ»
Αν η παραπάνω εκτίμηση για τη στρατηγική και τακτική των αντιπάλων, ιδιαίτερα των κυρίαρχων ελίτ Βρυξελών-Βερολίνου, είναι σωστή, τότε η ουσία της πολιτικής τους στο ελληνικό ζήτημα δεν αλλάζει, ακόμα και αν δεχτούν κάποιες επουσιώδεις οριακές διαφοροποιήσεις στο τελικό σχέδιο της απόφασης, που ζητούν να γίνει δεκτό από την ελληνική κυβέρνηση. Κατά συνέπεια η κυρίαρχη αντίθεση μεταξύ ελληνικού λαού από τη μια και της εγχώριας ελίτ μαζί και των υπερεθνικών «θεσμών» από την άλλη, επιζητά την επίλυση της. Το δίλημμα είναι ξεκάθαρο. Θα συνεχιστούν ή θα ανατραπούν οριστικά οι μνημονιακές πολιτικές, ώστε να ανοίξει ο δρόμος στην παραγωγική ανασυγκρότηση, στην εθνική και λαϊκή κυριαρχία; Ο χρόνος δουλεύει αντίστροφα για την Ελλάδα. Ο λαός έχει εξαντληθεί από την πληρωμή των τεράστιων τοκοχρεολυσίων, τα δημόσια ταμεία είναι άδεια, η ανεργία εξαθλιώνει εκατομμύρια πολίτες, το κλίμα διάψευσης των προσδοκιών από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ αρχίζει να απλώνεται. Η απόσταση από το «Ωσαννά ευλογημένος ο ερχόμενος» της γνωστής Βιβλικής ρήσης, έως το…. «σταύρωσον, σταύρωσον αυτόν»… δεν είναι μεγάλη.
Θα πει κάποιος, ότι «είναι προτιμότερη μια κυβέρνηση της Αριστεράς που κάνει έστω και λίγα, σε σχέση με μια κυβέρνηση της δεξιάς που κάνει …ότι θέλει».! Ίσως η ιδέα να ήταν αποδεκτή αν οι όποιες υποχωρήσεις δεν υπερέβαιναν τις «κόκκινες γραμμές» τουλάχιστον των προγραμματικών δηλώσεων και αν όχι του προγράμματος της ΔΕΘ. Ο κατώτατος μισθός, οι συντάξεις, οι επαχθείς φόροι, θεμελιώδη εργασιακά δικαιώματα, η μείωση της ανεργίας, η παραγωγική ανασυγκρότηση, κά αποτελούν τη ψυχή της εναλλακτικής αριστερής πρότασης. Όταν οι συνεχείς υποχωρήσεις φθάνουν στο σημείο της αποδοχής ενός νέου Μνημονίου που δεν θα διαφέρει ουσιαστικά από εκείνο του e-mail Χαρδούβελη, τότε η «αριστερή κυβέρνηση» αυτο-ακυρώνεται από τον ίδιο τον ΣΥΡΙΖΑ, ανοίγοντας πρακτικά το δρόμο για την «αριστερή παρένθεση». Εκατομμύρια πολίτες (εργατουπάλληλοι, αγρότες, επαγγελματίες, μικρο-ιδιοκτήτες, άνεργοι νέοι, κλπ), που ψήφισαν στις τελευταίες εκλογές ΣΥΡΙΖΑ, θα στραφούν ενεργητικά η παθητικά, στην αναζήτηση άλλης πολιτικής έκφρασης, όχι απαραίτητα προς την Αριστερά από την οποία διαψεύστηκαν, με ότι αυτό συνεπάγεται για τους ίδιους αλλά και τη χώρα.
Η ΕΛΠΙΔΟΦΟΡΑ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ
Υπό τις παρούσες συνθήκες προκύπτει ένα κρίσιμο ερώτημα. Μήπως παρά τις υποχωρήσεις ακόμα και από τις προγραμματικές δηλώσεις της κυβέρνησης, υπάρχει δυνατότητα με κάποιες προσωρινές θυσίες να ξανακερδίσουμε το χαμένο έδαφος όταν ομαλοποιηθεί η κατάσταση στο μέλλον; Είναι ερώτημα που θέτει την τελευταία γραμμή άμυνας. Η απάντηση είναι ότι οι υφεσιακές πολιτικές Μνημονίου δοκιμάστηκαν και μας έφεραν σε αυτό το σημείο. Η συνέχιση τους δεν φέρνει μελλοντική βελτίωση αλλά διαιώνιση του φαύλου κύκλου λιτότητας, ανεργίας, «λουκέτων», παραγωγικής αποδιάρθρωσης, φτωχοποίησης, κοκ. Η κατάργηση των υφεσιακών πολιτικών, η τόνωση της «ενεργού ζήτησης» (καταναλωτικής και επενδυτικής, δημόσιας και ιδιωτικής), η αθέτηση πληρωμής των τοκοχρεολυσίων τουλάχιστον για κάποιο χρονικό διάστημα και η απομείωση του χρέους, η διασφάλιση των συντάξεων, η προστασία θεμελιωδών εργασιακών δικαιωμάτων, κά, αποτελούν βασικό όρο για την επανεκκίνηση της οικονομίας.
Μια τέτοια πολιτική, από τη στιγμή που δεν μπορεί να εξασφαλιστεί στα πλαίσια της ευρωζώνης, η αποδέσμευση από αυτήν δίνει ελπιδοφόρα προοπτική. Μάλιστα η συγκεκριμένη επιλογή θα έχει λιγότερα προβλήματα αν εξασφαλιστούν δύο προϋποθέσεις.
Πρώτον, η αποδέσμευση να γίνει συμφωνημένα με τους «εταίρους» και δεύτερον, να υπάρξει έστω και την τελευταία στιγμή κατάλληλη οργανωτικο-τεχνική και πολιτική προετοιμασία. Η ύπαρξη μιας αριστερής κυβέρνησης, η ενημέρωση και ενεργοποίηση του λαού, το συγκροτημένο σχέδιο παραγωγικής ανασυγκρότησης, η αξιοποίηση των δυνατοτήτων ισότιμης διεθνούς οικονομικής συνεργασίας, κά, μπορούν να περιορίσουν στο ελάχιστο τα όποια προβλήματα προκύψουν κατά τον πρώτο χρόνο μετάβασης στη νέα κατάσταση.
Το βασικό πλεονέκτημα μιας τέτοια επιλογής, βρίσκεται στην ανάκτηση του εθνικού ελέγχου επί των βασικών οικονομικών εργαλείων χάραξης και εφαρμογής αριστερής οικονομικής πολιτικής (δημοσιονομικής, νομισματικής, συναλλαγματικής, εισοδηματικής, αναπτυξιακής κλπ), που είναι ταυτόχρονα και ουσιαστικό στοιχείο άσκησης της εθνικής και λαϊκής κυριαρχίας. Οι ιστορικές εμπειρίες της αποχώρησης χωρών από νομισματικές ενώσεις, επιβεβαιώνουν τα πλεονεκτήματα μιας τέτοιας επιλογής και τονίζουν ότι οι όποιες προσωρινές δυσκολίες είναι ασύγκριτα μικρότερες από τα πλεονεκτήματα και τις ελπιδοφόρες προοπτικές που ανοίγονται στη χώρα και στον λαό, πολύ περισσότερο όταν επικεφαλής της προσπάθειας είναι αριστερή κυβέρνηση.! Κατά συνέπεια η πλατιά ενημέρωση του λαού, συσπείρωση και κινητοποίηση του σε ένα τέτοιο σχέδιο, είναι κρίσιμος παράγοντας ώστε να αποτρέψουμε διάφορους εκβιασμούς και πιέσεις των κυρίαρχων ελίτ εντός και εκτός της χώρας, για να ελέγξουν σε όφελος τους τις πολιτικές εξελίξεις.
* Ο Γιάννης Τόλιος είναι διδάκτωρ Οικονομικών και μέλος της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ
ΠΗΓΗ: iskra.gr
Η ΠΡΟΣΘΗΚΗ-ΤΡΟΠΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ‘’ΑΡΙΣΤΕΡΗΣ ΠΤΕΡΥΓΑΣ’’ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ ΣΤΗΝ ΚΕ ΤΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ

Έληξαν αργά την Κυριακή (24/5) το απόγευμα, με έγκριση κατά πλειοψηφία πολιτικής απόφασης, οι εργασίες της Κεντρικής Επιτροπής του ΣΥΡΙΖΑ.
Κατά τη συνεδρίαση η ‘’αριστερή πτέρυγα’’ του κόμματος κατέθεσε προσθήκη –τροπολογία για το κείμενο της τελικής απόφασης, που έφερε την υπογραφή 9 μελών της Κεντρικής Επιτροπής.
Η προσθήκη-τροπολογία ετέθη στο τέλος των εργασιών σε ψηφοφορία και απερρίφθη, συγκεντρώνοντας 75 ψήφους υπέρ έναντι 95 κατά και 1 λευκό,ενώ υπήρξαν 30 απόντες .
Ολόκληρη η τροπολογία-προσθήκη μαζί με όσους/-ες την υπογράφουν έχει ως εξής:
Οι «θεσμοί» δεν επιδιώκουν αυτό που ορισμένοι αποκαλούν «έντιμο συμβιβασμό», αν και «έντιμος» συμβιβασμός δεν μπορεί να υπάρξει με ιδιωτικοποιήσεις και νέα βάρη στα λαϊκά στρώματα και ασφαλώς δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς πραγματική άρση της λιτότητας, χωρίς διαγραφή του χρέους (του μεγαλύτερου μέρους) και χωρίς ισχυρή ρευστότητα για την αναζωογόνηση της οικονομίας.
Αυτό που οι κυρίαρχοι κύκλοι της ΕΕ, της ΕΚΤ και του ΔΝΤ επιδιώκουν, αδίστακτα και με συνέπεια, εδώ και τέσσερις περίπου μήνες, είναι να στραγγαλίσουν την οικονομία, να αποστραγγίξουν και το τελευταίο ευρώ από τα αποθέματα της χώρας και να εξωθήσουν, «απροστάτευτη», την κυβέρνηση στην πλήρη υποταγή και τον παραδειγματικό διασυρμό.
Αυτή η τακτική των εταίρων επιβεβαιώθηκε και στη Σύνοδο Κορυφής της Ρίγα.
Η κυβέρνηση δεν έχει άλλη επιλογή από το να περάσει άμεσα στην αντεπίθεση με ένα εναλλακτικό σχέδιο που θα στηρίζεται στις προεκλογικές δεσμεύσεις του ΣΥΡΙΖΑ και τις κυβερνητικές προγραμματικές εξαγγελίες.
Αυτές τις ώρες χρειάζεται να έλθει κατεπειγόντως στο προσκήνιο:
Η άμεση εθνικοποίηση των τραπεζών με όσα συνοδευτικά μέτρα είναι απαραίτητα για να διασφαλισθεί και να λειτουργήσει με καθαρά παραγωγικά, αναπτυξιακά και κοινωνικά κριτήρια.
Η εγκαθίδρυση της δημοκρατικής νομιμότητας και διαφάνειας στα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης, μαζί με τον ουσιαστικό έλεγχο των δανειακών και άλλων υποχρεώσεων τους.
Ο άμεσος τερματισμός κάθε πλέγματος προστασίας της διαπλεκόμενης ολιγαρχίας στη χώρα.
Η άρση των προνομίων, των προνομιακών ρυθμίσεων και της ασυλίας των μεγάλων οικονομικών συμφερόντων.
Η ουσιαστική φορολόγηση του μεγάλου πλούτου, των μεγάλων περιουσιών, των πολύ μεγάλων εισοδημάτων και της υψηλής κερδοφορίας των μεγάλων επιχειρήσεων.
Η άμεση και πλήρης επαναφορά, κατοχύρωση και τήρηση στην πράξη, των εργασιακών και συνδικαλιστικών δικαιωμάτων του κόσμου της εργασίας.
Η κυβέρνηση οφείλει να αντικρούσει την προπαγάνδα των κυρίαρχων κύκλων, οι οποίοι κατατρομοκρατούν το λαό με την απόλυτη καταστροφή που, υποτίθεται, θα επιφέρουν η διακοπή αποπληρωμής του χρέους και η ενδεχόμενη έξοδος από την Ευρωζώνη.
Η μεγαλύτερη καταστροφή για τη χώρα είναι η επιβολή νέου μνημονίου, εκείνης ή της άλλης μορφής και η παράταση της εφαρμογής των προηγούμενων.
Είναι αυτή η εξέλιξη που, πάση θυσία και με κάθε δυνατό μέτρο, πρέπει να αποτραπεί.
Κάθε εναλλακτική λύση για μια αντιμνημονιακή προοδευτική πορεία και πρώτα από όλα η διακοπή πληρωμής του χρέους, όσες δυσκολίες και αν έχει, είναι πολύ προτιμότερη για τη χώρα, γιατί κυρίως προσφέρει ελπίδα και προοπτική στον τόπο.
Είναι σημαντικό το επόμενο διάστημα η κυβέρνηση να απευθυνθεί ανοιχτά στο λαό, περιγράφοντας όλα τα δεδομένα, με στόχο αφενός τον απεγκλωβισμό της κοινωνίας από λογικές μονόδρομων και αφετέρου για να διαμορφώσει αποφασιστικά τους όρους ενός πολιτικού κινήματος διεξόδου, το οποίο θα αγωνιστεί για μια άλλη πορεία από αυτήν που επιχειρούν να διαμορφώσουν με τετελεσμένα οι δανειστές. Για να δημιουργήσουμε μια Ελλάδα η οποία μπορεί να παράγει, να δημιουργεί, να ζει, να είναι κυρίαρχη.
Η κυβέρνηση, εφόσον οι «θεσμοί» συνεχίσουν τις επόμενες μέρες την ίδια εκβιαστική τακτική, οφείλει να δηλώσει από τώρα και ευθέως ότι δεν θα «πνίξει» τον ελληνικό λαό, αποστραγγίζοντας τις οικονομίες του, δεν θα πληρώσει την επόμενη δανειακή δόση του ΔΝΤ και ότι σχεδιάζει εναλλακτικές απαντήσεις για την πορεία της χώρας, οι οποίες θα διασφαλίζουν την εφαρμογή του προγράμματός της.
Λουκάς Αξελός
Αλέκος Καλύβης
Δημήτης Κοδέλας
Πάνος Κοσμάς
Στάθης Λεωτσάκος
Αντώνης Νταβανέλλος
Σόφη Παπαδόγιαννη
Γιώργος Σαπουνάς
Ελένη Σωτηρίου
ΠΗΓΗ: iskra.gr
Είναι εφικτή και τι συνεπάγεται μια «Χρεοκοπία Εντός Ευρώ»;

Του Κώστα Παπουλή
Η χρεοκοπία μιας χώρας της ευρωζώνης, όπως η Ελλάδα θα πρέπει να την οδηγήσει κανονικά σε έξοδο από το ευρώ. Ο λόγος είναι απλός: οι τράπεζες στηρίζονται από την Ε.Κ.Τ. επειδή υπάρχει το αξιόχρεο του ελληνικού κράτους και στο βαθμό που αυτό δεν αθετεί τις υποχρεώσεις του και τις συμφωνίες-συνθήκες που έχει υπογράψει με την Ε.Ε..
Όμως, όπως είδαμε και στην περίπτωση της Κύπρου με τον έλεγχο στην κυκλοφορία των κεφαλαίων, οι γενικές αρχές και το νομικό πλαίσιο της Ε.Ε., μπορούν να παρακαμφθούν άμα αυτό εξυπηρετεί την συγκεκριμένη χρονική στιγμή τα ισχυρά κράτη, τα «γενικά» δηλαδή συμφέροντα της ευρωζώνης. Έτσι μπορεί να γίνει δεκτή η στήριξη των ελληνικών τραπεζών , παρά την χρεοκοπία του ελληνικού κράτους, υπό την αυστηρή προϋπόθεση ότι αυτές θα «εξυγιανθούν» σε τέτοιο βαθμό, που ως αυτοτελή ιδρύματα θα εξασφαλίζουν την βιωσιμότητά τους και έτσι οι ίδιες θα εγγυούνται τον δανεισμό της Ε.Κ.Τ..
Είναι σαφές ότι η Ελλάδα δεν φέρει πλέον τον οικονομικό κίνδυνο του 2010, μια που το χρέος της μεταφέρθηκε στον επίσημο τομέα, ώστε να αποτελέσει πρόβλημα για την ευρωζώνη. Σήμερα απασχολεί οικονομικά το Βερολίνο όσο περίπου η Ηγουμενίτσα την Αθήνα. Σε αυτήν την υποβάθμιση του κινδύνου, παίζουν μεγάλο ρόλο και τα τελευταία μέτρα Ντράγκι.
Έχει βέβαια αντίστροφο γεωπολιτικό βάρος. Όμως το μεγάλο πρόβλημα με την Ελλάδα είναι το εξής: Σε περίπτωση στάσης πληρωμών και επιστροφής σε εθνικό νόμισμα, όλα συνηγορούν ώστε σύντομα να μετατραπεί στην Αργεντινή της Μεσογείου. Αν δηλαδή η Αθήνα αρχίσει να ανακάμπτει, όπως ακριβώς το Μπουένος Άιρες, τότε θα είναι δύσκολο να διατηρηθεί η ενότητα της ζώνης του ευρώ, ακόμη και αν αυτή προσωρινά ενισχυθεί από μια ελληνική έξοδο. Το παράδειγμα για τους λαούς θα είναι εκκωφαντικό. Είναι πιθανόν ότι από τον Ατλαντικό ως το Αιγαίο, όλα τα έθνη θα ανακτήσουν την εθνική και λαϊκή τους κυριαρχία. Οι δυνάμεις της δημοκρατίας και της εργασίας θα ενισχυθούν σε όλη την ευρωπαϊκή Μεσόγειο.
Αυτό είναι κάτι που το γνωρίζει ο γερμανικός παράγοντας. Έτσι φαίνεται να σχεδιάζει (και) την εναλλακτική λύση μιας «χρεοκοπίας εντός ευρώ», για να κρατηθεί η χώρα δεμένη στον ευρωαντλαντικό άξονα και να γίνει αντι-παράδειγμα οικονομικής παρακμής. Καθώς η χώρα βαδίζει σε νέα ύφεση και σε ίσως σε παρατεταμένη πολιτική αστάθεια που θα τροφοδοτεί την στασιμότητα, η χρεοκοπία δεν μπορεί να αποκλειστεί και με τρίτο μνημόνιο - που είναι το βασικό και ισχυρό σενάριο-, μια που μια νέα σημαντική αναδιάρθρωση χρέους που γίνεται περισσότερο αναγκαία, είναι κάτι εξαιρετικά δύσκολο. Οι γερμανοί λοιπόν ετοιμάζονται για όλα τα ενδεχόμενα, σε οποιοδήποτε βάθος χρόνου. Είτε δηλαδή συμβεί τώρα, είτε σε τρία ή πέντε χρόνια.
Μια προσωρινή αθέτηση πληρωμών, μια «ρήξη» ή μια κρίση λίγων εβδομάδων, που είναι και αυτό ένα σενάριο στο βαθμό που δημιουργήσει μια νέα και ισχυρή κυβέρνηση εθνικής ενότητας, η οποία θα λύσει βραχυχρόνια η μεσοχρόνια το ζήτημα της χρεοκοπίας δεν ανάγεται βέβαια στην περίπτωση της «χρεοκοπίας εντός ευρώ».
«Χρεοκοπία εντός ευρώ» σημαίνει παρατεταμένο χρεοστάσιο του ελληνικού κράτους που θα οδηγήσει την διευθέτηση του χρέους σε νέα βάση μεταξύ των πιστωτών και της Ελλάδας, πιθανόν μέσω άλλων «θεσμών» όπως «η Λέσχη των Παρισίων».
Για να μείνει η Ελλάδα στο ευρώ θα πρέπει οι τράπεζες να μείνουν ανοικτές και να χρηματοδοτηθούν από την Ε.Κ.Τ.. Εδώ ακριβώς αρχίζει ο εφιάλτης. Οι τράπεζες θα χρεοκοπήσουν και αυτές μια που κατέχουν τίτλους του ελληνικού δημοσίου. Καθώς το ελληνικό δημόσιο που είναι ο εγγυητής τους θα γίνει αναξιόχρεο θα πρέπει αυτές να καταστούν αξιόχρεες. Τότε θα πρέπει να ζήσουμε μια νέα «εξυγίανση» των τραπεζών τύπου Κύπρου. Οι τράπεζες θα πρέπει να ανακεφαλοποιηθούν από τις σάρκες τους. Όλες οι «εγγυήσεις» και τα χαρτιά του ελληνικού δημοσίου θα εξατμιστούν. Αυτό ακριβώς προανήγγειλε ο Σόιμπλε, ο οποίος -δυστυχώς- πάντα ξέρει τι λέει. Τα ομόλογα και οι μετοχές των τραπεζών δεν επαρκούν για να αντέξουν το βάρος. Θα υπάρξει γενναίο και οριζόντιο κούρεμα καταθέσεων, ενώ σκληροί νόμοι θα περάσουν κατά των δανειοληπτών. Μεγάλο κομμάτι της ιδιωτικής περιουσίας ελλήνων πολιτών θα εκποιηθεί για ένα κομμάτι ψωμί. Ίσως απαιτηθούν άμεσα μέρος και από τα 40 δις που έχουν πάρει ως κεφάλαια οι τράπεζες
Το ευρύτερο δημόσιο, καθώς θα είναι άδειο από οποιαδήποτε ρευστότητα, στεγνωμένο από τις τελευταίες πληρωμές στους πιστωτές δεν θα καλύπτει τις υποχρεώσεις του. Φυσικά δεν πρόκειται να του επιτραπεί να εκδώσει άλλο νόμισμα, γιατί κάτι τέτοιο σημαίνει μια ελευθερία νομισματικής πολιτικής, κάτι που αποκλείεται στη ζώνη του ευρώ. Το κούρεμα των καταθέσεων θα έχει σημαντικές επιπτώσεις στην φοροδοτική ικανότητα των ελλήνων, ενώ η ελληνική οικονομία θα μπει σε νέο υφεσιακό σοκ. Τα έσοδα θα μειωθούν περαιτέρω και από τον νέο κύκλο ύφεσης. Είναι πολύ πιθανό το μεγάλο τμήμα των μεταβιβάσεων των κοινωνικών ταμείων από την Ε.Ε. να μπλοκαριστεί, μια που η Ελλάδα δεν τηρεί τις υποχρεώσεις της, συνεπώς τους δημοσιονομικούς κανόνες, κάτι που έχει προηγούμενο στην περίπτωση της Ουγγαρίας.
Η ανεργία θα σκαρφαλώσει και άλλο, το κοινωνικό κράτος θα συρρικνωθεί ακόμη περισσότερο. Εν ολίγοις η χώρα μας θα υποβαθμιστεί πάλι στην Ε.Ε., όχι μόνο οικονομικά, αλλά και πολιτικά ως ο παρίας της Ευρώπης. Στο τέλος και αυτού κύκλου η χώρα θα στερείται πάλι των βασικών εργαλείων οικονομικής πολιτικής (δημοσιονομικής, νομισματικής, συναλλαγματικής) που είναι απαραίτητα για την έξοδο από την κρίση, μια που θα παραμένει στο ευρώ. Αν μάλιστα εκείνη η στιγμή αρχίσει η αντίστροφη μέτρηση πολιτικής στην ευρωζώνη με άνοδο του ευρώ, η χειρότερα σε συνδυασμό με άνοδο των τιμών του πετρελαίου, τότε η χώρα θα υποστεί και άλλο οδυνηρό πλήγμα.
Τι θα γίνει με το δημόσιο χρέος; Και εδώ οι εξελίξεις δεν θα είναι «ευχάριστες» μια που οι αποφάσεις δεν θα μπορούν να αμφισβητηθούν όσο άλλοι κρατάνε τα κλειδιά των ελληνικών τραπεζών.
Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε, ότι η χρεοκοπία εντός ευρώ είναι κατά την γνώμη μας το χειρότερο δυνατό σενάριο για την πατρίδα μας. Βέβαια η εξίσωση που οδηγεί σε αυτή την λύση είναι εξαιρετικά περίπλοκη και σύνθετη. Όμως δεν μπορεί να αποκλειστεί γιατί είναι στα σχέδια και εξυπηρετεί τα «γενικά» συμφέροντα της ευρωζώνης. Φυσικά προϋποθέτει την συναίνεση της κυβέρνησης που θα βρίσκεται εκείνη την στιγμή στο τιμόνι της χώρας. Η κυβέρνηση που θα συναινέσει σε μια τέτοια εξέλιξη, είναι πιθανόν να το κάνει επειδή δεν θα έχει δικό της σχέδιο για επιστροφή στην δραχμή. Ο ελληνικός λαός όμως μπορεί να σωθεί μόνο από τον εαυτό του, μόνο από τις δικές του πολιτικές. .
ΠΗΓΗ: sxedio-b.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή