Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Οι νέες συνθήκες που διαμορφώνονται και η τακτική του εργατικού κινήματος

Γράφει ο Δ. Δημητριάδης
Η χώρα εισήλθε σε συνθήκες που χαρακτηρίζονται από τη μεγάλη επιτάχυνση των εξελίξεων και τη μεγάλη ρευστότητα στο πολιτικό επίπεδο. Με μια έννοια τα μνημόνια και η παρουσία του ΔΝΤ το επόμενο διάστημα θα επιφέρουν πολύ μεγαλύτερες πολιτικές ανατροπές από ότι μέχρι σήμερα. Η ουσιαστική κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ και η καταβύθιση της ΝΔ, η δημιουργία νέων κομμάτων, τα περισσότερα εκ των οποίων ήταν θνησιγενή, η ανάδειξη ενός αριστερού μικροαστικού κόμματος στη ισχυρότερη πολιτική δύναμη της χώρας και στην κυβέρνηση, μάλλον θα υστερούν σε σχέση με τις ανατροπές που έρχονται.
Σημειώνουμε ορισμένα βασικά στοιχεία που διαμορφώνουν τις εξελίξεις: Την ακόμη μεγαλύτερη απαξίωση του αστικού πολιτικού συστήματος και κορυφαίων θεσμών του με τη στάση και τη συμπεριφορά του, η οποία το τελευταίο διάστημα επιδεινώνει την κατάσταση. Τη μετατροπή του περήφανου ΟΧΙ του ελληνικού λαού από τη μια στιγμή στην άλλη σε ΝΑΙ και σε ολοκληρωτική παράδοση του λαού και της χώρας από τον πρωθυπουργό και την κυβέρνηση στις ορέξεις του πολυεθνικού κεφαλαίου. Τη στάση των αστικών πολιτικών κομμάτων. Η συμπεριφορά τους ολόκληρο το προηγούμενο διάστημα, που πρακτικά λειτουργούσαν ως εκπρόσωποι του μεγάλου κεφαλαίου και της ευρωπαϊκής ολιγαρχίας και μάλιστα με τρόπο προκλητικό πιέζοντας την κυβέρνηση να υπογράψει τις απαιτήσεις της τρόικας από την πρώτη στιγμή, έχει δημιουργήσει ένα πολύ μεγάλο χάσμα ανάμεσα στα κόμματα αυτά και το λαό. Τη λειτουργία της βουλής και συνολικά τους όρους λειτουργίας της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Την άθλια στάση των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Την ολοκληρωτική απαξίωση στη συνείδηση του λαού της ΕΕ και του περίφημου «ευρωπαϊκού ιδεώδους». Στα μάτια του κόσμου φάνηκε ανάγλυφα αυτό που πάντα η ΕΕ ήταν, ιμπεριαλιστική και αδίστακτη, ιδιαίτερα όταν αντιμετωπίζει έστω και ελάχιστη αντίσταση. Οι συνθήκες διαβίωσης εκατομμυρίων ανθρώπων θα χειροτερεύσουν απότομα, ως συνέπεια της εφαρμογής των μέτρων αυτών και θα δώσουν ώθηση στη δυσαρέσκεια, θα φέρουν σε ευθεία αντίθεση το λαό με την κυβέρνηση, το κράτος και τα αστικά πολιτικά κόμματα και μάλιστα σε συνθήκες ενός εντελώς απαξιωμένου πολιτικού συστήματος που αδυνατεί να ελέγξει τις λαϊκές διαθέσεις και να ενσωματώσει τις αντιδράσεις.
Αυτά είναι ορισμένα βασικά στοιχεία που συνθέτουν το κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον, εντός του οποίου θα εξελιχθεί η πολιτική ζωή και οι αγώνες το επόμενο διάστημα. Είναι μια καλή βάση για την άνοδο ενός νέου ριζοσπαστισμού που μπορεί να εκφραστεί στο κίνημα και στους αγώνες και υπό προϋποθέσεις να διαμορφώσει νέα δεδομένα.
Θα ήταν όμως σοβαρή παράλειψη να μην ληφθούν υπόψη οι δυσκολίες για το λαό και το λαϊκό κίνημα. Η αστική τάξη θα πάρει οπωσδήποτε τα μέτρα της και έχει λύσεις και εφεδρείες, διαθέτει εμπειρία και σοβαρούς μηχανισμούς εντός της χώρας, στην ΕΕ και γενικότερα. Ένας επιπλέον κίνδυνος είναι η πιθανή άνοδος της λαϊκής απογοήτευσης, συνεπεία κυρίως του ξεπουλήματος του λαού μετά τη μετατροπή του ΟΧΙ σε ΝΑΙ και επιπλέον να ενισχυθεί η αντίληψη περί παντοδύναμου αστικού συστήματος και του μάταιου των εργατικών και λαϊκών αγώνων.
Οι εξελίξεις στον ΣΥΡΙΖΑ, ιδιαίτερα η πιθανή δημιουργία ενός αριστερού ριζοσπαστικού κόμματος και η μετατροπή του υπολοίπου σε κεντρώο αστικό κυβερνητικό κόμμα αυτόνομα ή σε συμμαχία με άλλα κόμματα, κάτι σαν νέα ΔΗΜΑΡ, θεωρούμε ότι είναι καταρχήν θετικό γεγονός. Η ύπαρξη του ενιαίου ΣΥΡΙΖΑ και μάλιστα με δύναμη 27%, ήτοι 37% ήταν σοβαρό εμπόδιο στη ριζοσπαστικοποίηση των εργαζομένων και την ανάπτυξη του κινήματος και αυτό το ζήσαμε μετά τον Ιούνιο του 2012. Φυσικά δεν ήταν η μοναδική και πιθανόν ούτε η κυρία αιτία. Ουσιαστικότερο ρόλο έπαιξε η ανεπάρκεια της κομμουνιστικής αριστεράς.
Η διαμόρφωση ενός αριστερού ριζοσπαστικού κόμματος με κορμό την αριστερή πλατφόρμα μπορεί να δώσει ώθηση στους αγώνες και στη βελτίωση του πολιτικού συσχετισμού. Η καταγγελία που επιχειρείται από ορισμένες πλευρές της αριστερής τάσης του ΣΥΡΙΖΑ, ως το μελλοντικό ανάχωμα που θα εμποδίσει τους εργαζόμενους να πάνε στην κομμουνιστική αριστερά και να διαμορφώσουν επαναστατική συνείδηση είναι η χειρότερη πρακτική που μπορεί να χρησιμοποιηθεί. Τα κόμματα δεν δημιουργούνται, ούτε ισχυροποιούνται ως συνέπεια της θέλησης της ηγεσίας τους, ούτε παρεμποδίζεται η ανάπτυξή τους αν κάποιοι τα καταγγέλλουν. Αν εκφράζουν οι υπαρκτές τάσεις και υπαρκτές πολιτικές ανάγκες ορισμένων κοινωνικών δυνάμεων, αν έχουν δηλαδή ρόλο στην πολιτική ζωή, μόνο τότε επιβιώνουν και αναπτύσσονται. Ο ΣΥΡΙΖΑ του 4% έγινε μεγάλο κόμμα και κυβέρνηση όχι γιατί οι υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις δεν κατήγγειλαν το χαρακτήρα και τις κρυφές επιδιώξεις του, αλλά γιατί στο τεράστιο κενό που άφησε το 2010-2012 η κομμουνιστική αριστερά κατάφερε να εκφράσει, προφανώς με ρεφορμιστικό τρόπο, τις λαϊκές ανάγκες και επιδιώξεις και φυσικά οδήγησε τη λαϊκή υπόθεση στην υποταγή. Η αντιμετώπιση του ΣΥΡΙΖΑ τότε και αντίστοιχα σήμερα δεν μπορούσε να ήταν η καταγγελία και το ξεσκέπασμα, αλλά η χάραξη της πολιτικής εκείνης που, ερμηνεύοντας τη συγκυρία και τα διακυβεύματά της, συνενώνει αρμονικά τον αγώνα για τις άμεσες ανάγκες του λαού με τις στρατηγικές επιλογές και στόχους.
Σήμερα είναι λάθος να καταγγέλλεται η αριστερή πλατφόρμα και να θεωρείται ότι έτσι θα καθηλωθεί. Πρέπει να αξιοποιείται η παρουσία της για την ανάπτυξη των ταξικών αγώνων και του λαϊκού κινήματος, ενώ παράλληλα η κομμουνιστική αριστερά θα θέτει τις ιδεολογικές και πολιτικές παραμέτρους, ανοίγοντας τα αναγκαία ιδεολογικά μέτωπα, τη σύνδεση της δράσης σήμερα με την προοπτική. Μόνο τότε ωφελείται το λαϊκό κίνημα και η κομμουνιστική αριστερά. Αυτά καταρχήν. Μένει να δει κανείς την εξέλιξη των γεγονότων, πώς διαμορφώνεται, ποιες είναι οι θέσεις και η συμπεριφορά του νέου φορέα, οι ιδεολογικές βάσεις του κ.λπ.
Με βάση όλα τα προηγούμενα το πλαίσιο της δράσης του εργατικού κινήματος και της κομμουνιστικής αριστεράς πρέπει να είναι η επιμονή, χωρίς εκπτώσεις, στο πλαίσιο στόχων που έχει συζητηθεί εκτενώς τα προηγούμενα χρόνια, το οποίο πρέπει να περιλαμβάνει:
Τον αγώνα για τη μη εφαρμογή του νέου μνημονίου, την ανατροπή των μνημονίων και των μνημονιακών νόμων, συγκεκριμένα μέτρα και διεκδικήσεις για τη βελτίωση της ζωής των εργαζομένων. Οι διεκδικήσεις αυτές συνδέονται με την προοπτική με μεγάλους πολιτικούς στόχους και αιτήματα, οι οποίοι αντιστρατεύονται την αστική κυριαρχία, βελτιώνουν υπέρ του εργατικού κινήματος τον ταξικό συσχετισμό, υπονομεύουν τα βάθρα της αστικής στρατηγικής και διευρύνουν την ενότητα της εργατικής τάξης και τη συμμαχία της με τα ενδιάμεσα μικροαστικά στρώματα. Η ανάπτυξη των αγώνων για τα άμεσα ζητήματα και για την ανατροπή των μνημονίων είναι πολύ μεγάλης σημασίας κρίκος που μπορεί να οδηγήσει σε γενικότερη αμφισβήτηση της αστικής κυριαρχίας.
Κόκκινη γραμμή σε αυτό το πλαίσιο διεκδικήσεων, η οποία διαχωρίζει το αστικό στρατόπεδο από τις πολιτικές δυνάμεις και το μπλοκ του εργαζόμενου λαού, αποτελεί η σύγκρουση με την ΕΕ και η αποδέσμευση. Ανεξαρτήτως της τακτικής με βάση την οποία θα διεκδικηθεί ο στόχος αυτός, αν θα προβληθεί καταρχήν η σύγκρουση και η αποχώρηση από την ευρωζώνη, ο στόχος είναι η ΕΕ και θα πρέπει να διεκδικηθεί χωρίς ταλαντεύσεις. Τυχόν υποχώρηση απ' αυτόν μπορεί να αποδειχθεί το όχημα της διολίσθησης προς τον ρεφορμισμό. Το ζήτημα της διαγραφής του δημόσιου χρέους, ένα πρόγραμμα εθνικοποίησης επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας και καταρχήν των τραπεζών, χωρίς αποζημίωση και με εργατικό ελέγχου, ένα κοινωνικά δίκαιο φορολογικό σύστημα, ένα πλαίσιο διεκδικήσεων για τα δημοκρατικά δικαιώματα και συνολικά για τα ζητήματα της δημοκρατίας, η ανάπτυξη του αγώνα εναντίον του ιμπεριαλισμού και της κάθε είδους εξάρτησης, είναι ορισμένοι από τους άξονες αυτού του πλαισίου. Η πολιτική αυτή και οι στόχοι που την απαρτίζουν πρέπει να γίνεται αντιληπτή όχι αποσπασματικά, αλλά ως το όχημα που αφενός μεν αντιμετωπίζει σημερινές λαϊκές ανάγκες και αφετέρου οδηγεί, πρέπει να οδηγεί, στο στρατηγικό στόχο.
Τις διεκδικήσεις αυτές τις αναπτύσσει και της καθοδηγεί ένα ενιαίο μέτωπο κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων εναντίον των μονοπωλίων και του ιμπεριαλισμού και ο αγώνας κατευθύνεται σε βαθιές αντικαπιταλιστικές αλλαγές στην κατεύθυνση του σοσιαλισμού. Η συμμαχία στη βάση, μέσα στην κοινωνία, είναι συμπαράταξη της εργατικής τάξης, των αγροτών, των ενδιάμεσων μικροαστικών στρωμάτων των πόλεων, της νεολαίας που το περιεχόμενό της ποικίλει, ανάλογα με τις συνθήκες κάθε χώρου, υπηρετεί όμως το γενικό πλαίσιο και τις επιδιώξεις του Μετώπου. Στο πολιτικό επίπεδο συσπειρώνονται στο μέτωπο όλες οι πολιτικές δυνάμεις και οργανώσεις που θέτουν τέτοιους στόχους. Με βάση τα σημερινά δεδομένα στο πλαίσιο αυτό μπορούν να συμπαραταχθούν το ΚΚΕ, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, οι δυνάμεις του Αριστερού Ρεύματος και άλλες μικρότερες οργανώσεις και συλλογικότητες.
Στην πορεία, αναπτύσσεται η κοινή δράση και η συνεργασία όλων αυτών των πολιτικών δυνάμεων και διαμορφώνονται οι προϋποθέσεις αλληλοκατανόησης και σύγκλισης σε κοινή προγραμματική βάση, ώστε να διαμορφωθεί το μέτωπο. Το εργατικό κίνημα στη χώρα μας έχει πλούσια θετική και αρνητική πείρα μετωπικής πολιτικής και των κινδύνων τους οποίους διατρέχει. Υπερβολικές υποχωρήσεις σε κρίσιμα ζητήματα, ώστε να επιτευχθεί συμφωνία, στρογγυλέματα στα κεντρικά πολιτικά και ιδεολογικά ζητήματα π.χ. ΕΕ και η διαμόρφωση των προϋποθέσεων για το σοσιαλισμό μέσω αυτής της δράσης είναι ζητήματα στα οποία οι υπερβολικές υποχωρήσεις υπάρχει κίνδυνος να οδηγήσουν την προσπάθεια σε εκτροπή. Ο κίνδυνος του ρεφορμισμού, ο κίνδυνος να επικρατήσει η λογική του μικρότερου κακού είναι υπαρκτός, ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες. Τον ζήσαμε το 2010-2012 και μπορούμε να τον αποφύγουμε.
Ορισμένες επισημάνσεις για την τακτική του ΚΚΕ το τελευταίο διάστημα
Οι περίοδοι που χαρακτηρίζονται από μεγάλη ρευστότητα και μεγάλες ανακατατάξεις είναι και περίοδοι σημαντικών δυνατοτήτων για το εργατικό κίνημα και την κομμουνιστική Αριστερά. Εκεί φαίνονται τα προτερήματα και οι αδυναμίες κάθε πολιτικής και κάθε ηγεσίας. Στις συνθήκες αυτές δύο δρόμοι υπάρχουν για τη δράση της κομμουνιστικής αριστεράς. Ή θα διαμορφώσει σχέδιο δράσης με μεγάλες παρεμβάσεις και πρωτοβουλίες που θα απηχούν τα εργατικά συμφέροντα και τις διεκδικήσεις στις συνθήκες αυτές και μαζί την προοπτική της επαναστατικής πάλης και αυτό σημαίνει πέραν των άλλων την ανάληψη σημαντικού ρίσκου ή θα συνεχίσει στο ίδιο πλαίσιο, στον ίδιο ρυθμό με τις προηγούμενες συνθήκες, οπότε την προσπερνούν οι εξελίξεις και ο εργαζόμενος λαός. Ο πρώτος δρόμος είναι αυτός που χαρακτηρίζει ζωντανές πολιτικές δυνάμεις, που έχουν πολύ ισχυρούς δεσμούς με την εργατική τάξη και εκφράζουν με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα της και ο δεύτερος εκφράζει συνήθως γραφειοκρατικές σε σημαντικό βαθμό δυνάμεις που τρομοκρατούνται από το άγνωστο και θέλουν να προφυλάξουν τα κεκτημένα, να μην αναλάβουν κανένα ρίσκο και επιτίθενται σε καθετί που τους αντιτίθεται και θεωρούν ότι αποτελεί πιθανό κίνδυνο.
Η συμπεριφορά αυτή σε ένα λίγο πολύ σταθερό πλαίσιο, σε συνθήκες παγιωμένων εξελίξεων δεν έχει πολιτικό κόστος, σε φάσεις όμως μεγάλης ρευστότητας τα αποτελέσματα μπορεί να αποδειχθούν ακόμη και καταστροφικά. Απ' ό,τι μέχρι σήμερα είδαμε, το ΚΚΕ συνεχίζει μια τακτική ανάλογη με αυτή των τελευταίων ετών, η οποία φυσικά δεν ανταποκρίνονταν ούτε στις παλαιότερες ούτε στις σημερινές συνθήκες. Χαρακτηρίζεται από συντήρηση των δυνάμεων του, από περιχαράκωση, ξεχωριστή κινητοποίηση των δυνάμεων του και οξύτατες πολιτικές αντιπαραθέσεις με την υπόλοιπη Αριστερά και μέσα στο κίνημα. Σε τελική ανάλυση καμία αξιοποίηση των δυνατοτήτων που υπάρχουν.
Χαρακτηριστική είναι η στάση του στο πρόσφατο δημοψήφισμα και συνολικά στις τελευταίες εξελίξεις. Με το επιχείρημα ότι το ερώτημα του δημοψηφίσματος ήταν αποσπασματικό και υπήρχε ο κίνδυνος να αξιοποιήσει το αποτέλεσμα του η κυβέρνηση επέλεξε αυτό που, για όσους γνωρίζουν, ήταν το αναμενόμενο με βάση την πολιτική του, επέλεξε το άκυρο, θέτοντας τη θέση «όχι» στα μέτρα της τρόικας, ούτε σε αυτά της κυβέρνησης και τα συμπλήρωνε με τη γνωστή θέση εξόδου από την ΕΕ με εργατική εξουσία. Αυτό σημαίνει ότι στο δημοψήφισμα και σε κάθε δημοψήφισμα το ΚΚΕ καλεί για την ψήφιση της συνολικής στρατηγικής του.
Αποτέλεσμα, ο λαός απάντησε με ένα μεγάλο περήφανο ΟΧΙ, στο 61,3% των ψηφοφόρων, που τουλάχιστον η κυβέρνηση δεν το περίμενε και δεν το ήθελε, γιατί δυσκόλευε τους χειρισμούς που είχε κατά νου, δηλαδή να οδηγήσει τα πράγματα στο συμβιβασμό και την υπογραφή μνημονίου. Στο 61,3% συγκεντρώθηκε η συντριπτική πλειοψηφία της εργατικής τάξης και του εργαζομένου λαού εκφράζοντας τη θέληση της για απαλλαγή από τα μνημόνια και τη λιτότητα και από την άλλη πλευρά ήταν η αστική τάξη, το σύνολο του ντόπιου και ευρωπαϊκού κατεστημένου. Ήταν ένας πρωτοφανής για τα μεταπολιτευτικά χρονικά ταξικός διαχωρισμός. Με τη στάση του το ΚΚΕ βρέθηκε έξω από το λαϊκό στρατόπεδο, ορισμένες φορές μάλιστα με διάφορα προσχήματα το λοιδόρησε. Η εργατική τάξη είδε το ΚΚΕ όχι ως το κόμμα της, αλλά κάτι πέρα και έξω από αυτήν, ξένο προς τα συμφέροντα της. Είναι φυσικό ότι τα μέλη και οι ψηφοφόροι του πλειοψηφικά δεν ακολούθησαν τις κομματικές επιλογές, με αποτέλεσμα έναν νέο βαθύ ρήγμα ανάμεσα στην ηγεσία και την πολιτική της και στον κόσμο του κόμματος.
Την ώρα που μπορούσε να αναδειχθεί σε κινητήρια δύναμη της συντριπτικής πλειοψηφίας της εργατικής τάξης και του λαού, του 61,3%, να το εκφράσει πολιτικά και να προωθήσει την ενότητα της εργατικής τάξης και την κοινωνική συμμαχία, το ΚΚΕ βρέθηκε απομονωμένο, αποσπώντας τη δυσαρέσκεια της εργατικής τάξης και τους επαίνους των αστικών δυνάμεων περί του σταθερού και συνεπούς χαρακτήρα του. Αναρωτιέται κανείς ποια τύχη μπορεί να έχει μακροπρόθεσμα ένας πολιτικός σχηματισμός που η ηγεσία του αδυνατεί να δει σωστά κατ' επανάληψη την αντικειμενική πραγματικότητα και τοποθετείται κατ’ επανάληψη διαιρώντας τους ψηφοφόρους του.
Δυστυχώς η στάση αυτή δεν είναι λάθος και προϊόν κάποιων λανθασμένων εκτιμήσεων, είναι το συνεπακόλουθο των ιδεολογικών και προγραμματικών αντιλήψεων που διαμόρφωσε τα τελευταία χρόνια το ΚΚΕ και των επιδιώξεων της ηγεσίας του, οι οποίες συμπυκνώνονται στα εξής:
Όχι μεγάλες πρωτοβουλίες και ανάληψη δράσης που διαμορφώνουν προϋποθέσεις συσπείρωσης μεγάλων λαϊκών τμημάτων και φυσικά θέτουν την αναγκαιότητα της πολιτικής συνεργασίας και του μετώπου με άλλες πολιτικές δυνάμεις, σημαίνει ότι δεν γίνεται καμία προσπάθεια αξιοποίησης της συγκυρίας για την ισχυροποίηση του εργατικού κινήματος και φυσικά δεν αμφισβητείται ουσιαστικά η αστική τάξη και η κυριαρχία της. Απλά συντηρεί τις δυνάμεις του, επιδιώκει «να μη το έχει ο αντίπαλος στο χέρι την κρίσιμη ώρα, να έχει την ανεξαρτησία του», όπως ανέφερε χαρακτηριστικά παλαιότερη κομματική απόφαση, εννοώντας ως κρίσιμη ώρα την επαναστατική κατάσταση. Επιπλέον την επαναστατική κατάσταση την συναρτά αποκλειστικά και μόνο από ένα γενικευμένο πόλεμο[1] και τα μέσα για την κατάληψη της εξουσίας είναι μόνο, κατά την αντίληψή του, η εξέγερση και ο εμφύλιος πόλεμος[2].
Αυτή η στρατηγική είναι φανερό ότι δεν απαιτεί μεγάλους ταξικούς αγώνες με επιδίωξη να διαμορφωθεί και καθημερινά να ισχυροποιείται το μέτωπο των επαναστατικών δυνάμεων και του εργατικού κινήματος, δεν απαιτεί πλατύ ταξικό κίνημα στο οποίο το ΚΚΕ θα αγωνιστεί να αποκτήσει ηγεμονική θέση. Η έννοια της ηγεμονίας του είναι άγνωστη, διότι ηγεμονία κάποιου στον εαυτό του δεν έχει κανένα νόημα. Η στρατηγική αυτή απαιτεί ένα μικρό, κλειστό, αυστηρά οριοθετημένο κόμμα που αναμένει την επαναστατική κατάσταση για να ηγηθεί της εξέγερσης για την εξουσία. Ο Αύγουστος Μπλανκί σε έκδοση του 2015. Μόνο που ο Μπλανκί και οι Γάλλοι επαναστάτες της εποχής του είχαν ένα επαναστατικό άρωμα σε μια εποχή μάλιστα που η εξέγερση και τα οδοφράγματα ήταν ο κανόνας, τακτική που οι κλασικοί του μαρξισμού την αντιμετώπισαν αποτελεσματικά και την απαξίωσαν και αργότερα στις αρχές του 20ου αιώνα το ίδιο αποτελεσματικά την αντιμετώπισε και ο Λένιν.
Όποιος αρνείται την πιθανότητα της εξέγερσης για την εξουσία σαφέστατα δεν έχει σχέση με το μαρξισμό. Οι κομμουνιστές πρέπει να είναι προετοιμασμένοι για τη χρήση όλων των μορφών πάλης, ανάλογα με τις συνθήκες. Η φιλολογία όμως για την εξέγερση και τον εμφύλιο πόλεμο σήμερα, αυτή τη στιγμή, είναι η καλύτερη πρόφαση να μην κάνει κανείς τίποτα για να προετοιμάσει την επανάσταση και ενδεχομένως την εξέγερση. Είναι η συνταγή της ήττας.
[1] Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ για το 19ο συνέδριο σ. 59
[2] Θεωρητικά ζητήματα στο πρόγραμμα του ΚΚΕ , σ. 105-116
ΠΗΓΗ: ergatikosagwnas.gr
Παντιέρα Επικαιρότητα Εργατικό Κίνημα Οικονομία Ελληνικό τραπεζικό σύστημα και Ευρωζώνη -Τα βίντεο της εκδήλωσης Ελληνικό τραπεζικό σύστημα και Ευρωζώνη

Η ΠΡΟΤΑΣΗ ΠΡΟΟΠΤΙΚΗΣ -Ανεξάρτητη Αριστερή Κίνηση Εργαζομένων Εθνικής διοργάνωσε ανοιχτή εκδήλωση – συζήτηση με θέμα:
Ελληνικό τραπεζικό σύστημα και Ευρωζώνη
Η εκδήλωση έγινε την Τρίτη 14 Ιουλίου 2015 στην αίθουσα της ΟΤΟΕ (Σίνα και Βησσαρίωνος 9).
Ομιλητές ήταν:
Ο Νίκος Στραβελάκης, Οικονομολόγος και
η Μαρία Μπικάκη, Συντ/χος Τραπεζοϋπάλληλος.
Την εκδήλωση συντόνισε η Μαρία Ξιφαρά.
Ρήξη με την ΕΕ και πέρασμα των τραπεζών υπό δημόσιο ιδιοκτησία ή στραγγαλισμός από την ΕΚΤ;
Γιατί έκλεισαν οι τράπεζες; Έπρεπε να επιβληθεί έλεγχος στην κίνηση κεφαλαίων;
Πώς σχετίζονται τα μνημόνια με ανακεφαλοποίηση των τραπεζών;
ELA, ESM, EFSF, ΕΚΤ: Πώς επηρεάζουν το εγχώριο τραπεζικό σύστημα;
Τι σημαίνει η κρατικοποίηση των τραπεζών για τις καταθέσεις και τον έλεγχο της οικονομίας;
Μπορεί να υπάρξει εργατικός έλεγχος στις τράπεζες προς όφελος της λαϊκής πλειοψηφίας και πως;
Τι κίνδυνος υπάρχει για τους τραπεζοϋπάλληλους;
Σε αυτά και άλλα ερωτήματα έδωσαν ενδιαφέρουσες απαντήσεις οι ομιλητές.
Δείτε στα βίντεο που ακολουθούν το άνοιγμα της εκδήλωσης από την συντονίστρια Μαρία Ξιφαρά και τις δύο ομιλίες.
Άνοιγμα της εκδήλωσης και η ομιλία του Νίκου Στραβελάκη:
Η ομιλία της Μαρίας Μπικάκη:
ΠΗΓΗ: pandiera.gr
Η στρατηγική του γερμανικού κεφαλαίου, ο εφιάλτης της ομάδας Τσίπρα και ο Ανταίος

Του Αλέξανδρου Καπακτσή
Για τους Γερμανούς[1] ισχυρίζονται, όταν τους περιγράφουν με διάφορα επίθετα, ότι είναι άκαμπτοι και σκληροί, αλαζόνες και υπερόπτες, αλλά και προνοητικοί και μεθοδικοί. Η αλήθεια είναι ότι δεν αφήνουν τίποτα στην τύχη, φροντίζουν στα πλαίσια του δυνατού με επιστημονικό τρόπο να προσεγγίζουν την πραγματικότητα έτσι ώστε να μπορούν να την αλλάζουν, να την τροποποιούν κατά το δοκούν αν είναι δυνατόν ή να επηρεάζουν τις εξελίξεις όσο το δυνατόν περισσότερο προς ίδιον όφελος. Σε καμιά περίπτωση δεν πρόκειται το κυρίαρχο μπλοκ εξουσίας της Γερμανίας, έχοντας εδώ και εκατό χρόνια επιτύχει τη μέγιστη δυνατή συναίνεση σε οικονομικό και πολιτικό πεδίο, να αφήνει τα πράγματα να τρέχουν εγκαταλελειμμένα στην τύχη τους χωρίς από πριν να έχει προνοήσει μέτρα παρέμβασης. Τώρα αν αυτό προσδίδει χαρακτηριστικά ακαμψίας σε απότομες στροφές των οικονομικών και πολιτικών εξελίξεων είναι ένα από τα δυσάρεστα ενδεχόμενα που όμως έχουν μια πιθανότητα να συμβούν ενώ είναι δεδομένη η επιτυχία της στιβαρότητας με την οποία αντιμετωπίζουν την καθημερινότητα αλλά και το μέλλον και τις προκλήσεις τους. Είναι οι πρώτοι διδάξαντες που χρησιμοποίησαν γενικευμένο σχεδιασμό, σε πανκρατική κλίμακα, στις πολεμικές συνθήκες ανάπτυξης του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού στον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο.
Έτσι κορυφαίοι εκπρόσωποι[2] τους έχουν παραθέσει τη στρατηγική τους για την περίοδο. Στρατηγική που εξειδικεύτηκε και παγιώθηκε μετά και την εμπειρία της πρόσφατης διεθνούς κρίσης. Αυτή τεκμηριώνεται και περιγράφεται ως εξής: «Κάθε βήμα προς τα πίσω από την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση θα σήμαινε ανυπολόγιστους κινδύνους για την οικονομική και πολιτική σταθερότητα. Τα διδάγματα από την κρίση δείχνουν ότι η ΕΕ θα πρέπει να συνεχίσει να αναπτύσσεται προς μια πολιτική ένωση. Είναι πολύ σημαντικό να προωθηθούν «διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις» και τα δημόσια χρέη που ναρκοθετούν τους κρατικούς προϋπολογισμούς είναι μεγάλο πρόβλημα. Ανακεφαλαιώνοντας τα μέχρι τώρα οφέλη αναφέρει ότι: Η ιστορία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης είναι μια ιστορία επιτυχίας, και η εισαγωγή του ευρώ παραμένει σωστή για τους παρακάτω λόγους: 1) Το ευρώ έχει ενισχύσει το εμπόριο της Γερμανίας με τη ζώνη του ευρώ. Η ζώνη του ευρώ είναι για πολλές γερμανικές εταιρείες το έρεισμα για να διεισδύσουν στις διεθνείς αγορές. 2) Η ανταγωνιστικότητα της γερμανικής οικονομίας αυξήθηκε σημαντικά μετά την εισαγωγή του ευρώ. Το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος, κατά την πρώτη δεκαετία του 21ου αιώνα, αυξήθηκε σημαντικά πιο λίγο από ό, τι στην υπόλοιπη ζώνη. Την εποχή του γερμανικού μάρκου συγκριτικά πλεονεκτήματα εξαλείφονταν από την ανατίμηση του γερμανικού μάρκου και την υποτίμηση των νομισμάτων των χωρών της νότιας Ευρώπης. 3) Το ευρώ έχει συμβάλει σε πιο σταθερές συναλλαγματικές ισοτιμίες. Η διακύμανση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ευρώ έναντι του δολαρίου είναι κατώτερη από την μεταβολή της για το γερμανικό μάρκο έναντι του δολαρίου τις δεκαετίες 1980 και 1990. Η μείωση της αξίας του ευρώ σε σωστά επίπεδα κάνει καλό στη γερμανική οικονομία. 4) Η εισαγωγή του ευρώ έχει βελτιώσει τη σταθερότητα των τιμών στη Γερμανία (παρόλη την αύξηση στις τιμές για τον απλό καταναλωτή σσ) 5) Το ευρώ έχει οδηγήσει σε μια διαρθρωτική μείωση των επιτοκίων και συνεπώς σε πιο ευνοϊκές συνθήκες επενδύσεων και προϋποθέσεις ανάπτυξης. Από το 2001, τα επιτόκια των κρατικών ομολόγων δεκαετούς μειώθηκαν, ιδίως στις νότιες χώρες της Ευρώπης, σημαντικά. Αυτό έχει οδηγήσει σε επενδύσεις και ανάπτυξη, αλλά και αύξηση της κατανάλωσης επί πιστώσει. (Αυτό βοηθάει την απορρόφηση γερμανικών προϊόντων σσ) Από την αρχή της κρίσης του δημόσιου χρέους, τα επιτόκια αυξήθηκαν απότομα στις περιφερειακές χώρες σε σύγκριση με τη Γερμανία. 6) Το ευρώ δίνει στη Γερμανία το οικονομικό βάρος για να συμβάλει στη διαμόρφωση της διεθνούς πλαισίου πολιτικής στο μέλλον. Το μερίδιο της Γερμανίας στο παγκόσμιο ακαθάριστο εγχώριο προϊόν έχει μειωθεί. Ενώ το μερίδιο της Γερμανίας το 2011, αντιπροσώπευε μόνο περίπου τέσσερα τοις εκατό, το μερίδιο της ζώνης του ευρώ ήταν περίπου 14,5 τοις εκατό. Στην ήπειρό μας, μόνο η ΕΕ είναι ένας πραγματικός παγκόσμιος παίκτης, με σχεδόν μισό δισεκατομμύριο ανθρώπους που παράγει το ένα τέταρτο της παγκόσμιας παραγωγής. Ένα ικανό και αξιόπιστο πακέτο διάσωσης είναι ουσιαστικής σημασίας για τη μακροπρόθεσμη σταθερότητα της ζώνης του ευρώ. Δεν ταιριάζει με τη φιλοσοφία μας για να απαιτήσουμε οικονομικό ακτιβισμό και απερίσκεπτους ελιγμούς της πολιτικής σε οικονομικά δύσκολους καιρούς. Ήταν πάντα η σταθερότητα και ο μακροπρόθεσμος προσανατολισμό, οι εγγυητές της επιτυχίας της γερμανικής οικονομίας.»
Η συγκεκριμένη στρατηγική με τα συγκριτικά οφέλη που έφερε στο γερμανικό κεφάλαιο έχει και άλλες πλευρές που δεν αναφέρονται εδώ αλλά που είναι κρίσιμες για να συνεχίσει, με το διπλό όχημα ευρώ-ΕΕ, να είναι παγκόσμιος παίκτης με μεγάλες βλέψεις. Σπάει τη μονοκρατορία του δολαρίου ως παγκόσμιου νομίσματος κυκλοφορίας και αποθεματοποίησης, υποσκάπτει τη θέση και τα οφέλη των ΗΠΑ ως παγκόσμιου νταβατζή χάρις στη δυνατότητα τους να τυπώνουν νόμισμα κατά το δοκούν και να αποσπούν στην ουσία φόρο υποτέλειας από το σύνολο του κόσμου έτσι ώστε να μην έχουν ακόμη κηρύξει επίσημα χρεοκοπία. Για να γίνει ελκυστικό το ευρώ και να προσελκύει συνεχώς νέα κεφάλαια πρέπει να είναι σταθερότερο από το δολάριο, με λιγότερη διολίσθηση, έναντι του δολαρίου, της πραγματικής του αξίας. Να μην ξεχνάμε εδώ ότι αντίστοιχες κινήσεις με το δολάριο κάνουν και άλλες χώρες με τα νομίσματα τους π.χ. Κίνα για να μην υποσκάψουν την ανταγωνιστικότητα τους. Αυτό όμως είναι ένα άλυτο δίλημμα. Δεν μπορείς και τη ζώνη του ευρώ να εκμεταλλεύεσαι σαν όχημα για παγκόσμια κυριαρχία της δικής σου παραγωγικής βάσης και ισχυρό νόμισμα που προσελκύει κεφάλαια να έχεις. Το δίλημμα πάει να λυθεί δια της πολιτικής-οικονομικής-δημοσιονομικής και νομισματικής ολοκλήρωσης με γενικευμένη επίθεση ενάντια στα εργατικά δικαιώματα και το μερίδιο του κόσμου της εργασίας στον κοινωνικό πλούτο που παράγει, δια του περιορισμού του «κοινωνικού κράτους» για ανάπτυξη νέων πεδίων κερδοφορίας και την αύξηση της δυνατότητας άμεσων και έμμεσων ενισχύσεων του κεφαλαίου σε κάθε χώρα. Λογική που δια των πλεονεκτημάτων της για τα επιμέρους κεφάλαια συγκαλύπτει τις αντιθέσεις τους που ενίοτε εκδηλώνονται με σφοδρότητα.
Θα ξεχωρίσουμε δύο ομάδες αντιθέσεων. α) Τα κεφάλαια που είναι προσανατολισμένα κυρίως στις εξαγωγές και αυτά που είναι προσανατολισμένα κυρίως στις εσωτερικές-τοπικές αγορές. Τα πρώτα προκρίνουν με ένταση κανιβαλικές επιθέσεις ενάντια στα εργατικά εισοδήματα ενώ τα δεύτερα προκρίνουν τη σταθερότητα τους ή την ελεγχόμενη λελογισμένη μείωση τους. β) Το «παραγωγικό» κεφάλαιο προκρίνει σχετικά χαμηλή και ευλύγιστη ισοτιμία του ευρώ ενώ το «χρηματοπιστωτικό» απαιτεί σκληρό νόμισμα και για να προσελκύει κεφάλαια και για τις τοκογλυφικές του δραστηριότητες και για τις πειρατικές του ανά την υφήλιο επιδρομές. Η διαχείριση του διλήμματος απαιτεί ομαλές και ελέγξιμες καταστάσεις. Το καρκίνωμα της βαθιάς κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού στο σώμα του οχήματος ευρώ-ΕΕ που δεν λέει να αναταχθεί, παρά τα νεοφιλελεύθερα φάρμακα, απαιτεί χειρουργικές επεμβάσεις. Στην απόφαση συντελεί και η συνεχιζόμενη επίμονη αντίσταση του ελληνικού λαού που κάτω από συγκεκριμένες συνθήκες μπορεί να πάρει, ή μάλλον να επιβάλει, απρόβλεπτες και ανεξέλεγκτες εξελίξεις. Το τραπεζικό κεφάλαιο που απαιτούσε[3] να κόψει η Αθήνα το κεφάλι της και να βρει τρόπο για να εξυπηρετήσει το δημόσιο χρέος γίνεται επιθετικότερο. Το resalto στις καταθέσεις των κυπριακών τραπεζών επιταχύνει τις κινήσεις κεφαλαίων προς το ασφαλές καταφύγιο των γερμανικών τραπεζών και ομολόγων έστω και αν μαζί με τις πρόσφατες αποφάσεις-οδηγίες για τη «διάσωση» των τραπεζών (συμμετοχή καταθετών κλπ) ρίγη τρόμου διαπέρασαν την ευρωζώνη από άκρου εις άκρον. Κερδισμένες μακροπρόθεσμα οι μεγάλες γερμανικές τράπεζες και τα «ασφαλή» γερμανικά ομόλογα.
Έτσι μέσα σε όλα αυτά μας προέκυψε και η κυβέρνηση Σύριζα με την υπερφίαλη, φαντασιακή, απόλυτα αφελή – και ύποπτη τελικά- άποψη ότι θα επιβάλει ρωγμές στην πανευρωπαϊκή λιτότητα και ρύθμιση του βρόγχου κάθε ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας, που είναι το δημόσιο χρέος, δια της … διαπραγμάτευσης και της επίκλησης των «αρχών» της ενωμένης Ευρώπης. Να μην ξεχνάμε ότι πήρε την εντολή για να μην πληρώσει το μεγαλύτερο μέρος του χρέους και η εντολή για «σκληρή διαπραγμάτευση» ήταν μόνο για αυτό το σκοπό. Ταυτόχρονα ξέρουν ότι μόνο η εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους το 2015 απαιτεί 39 δις[4] που είναι αδύνατον να βρεθούν χωρίς νέα δανεικά και μνημόνιο. Ο οδικός χάρτης κάθε διαπραγμάτευσης τους που θα τηρούσε τις προεκλογικές υποσχέσεις θα ήταν στάση κάθε εξυπηρέτησης του χρέους, ανακοίνωση του ποσοστού κουρέματος, έναρξη των όποιων διαπραγματεύσεων μόνο για το ύψος του ποσοστού κουρέματος, κρατικοποίηση των τραπεζών, μεταφορά όλων των αποθεματικών σε μια νέα κεντρική τράπεζα για να μην χρησιμοποιούν τα κεφάλαια της χώρας ο Ντράγκι και οι πραιτοριανοί του, περιορισμός της κίνησης κεφαλαίων, γνωστοποίηση της πρόθεσης ότι αν πάνε να στραγγαλίσουν οικονομικά τη χώρα θα προσφύγει στην έκδοση νομίσματος, ενίσχυση με όλους τους τρόπους των ελεγκτικών μηχανισμών για να παταχθεί η φοροδιαφυγή και να ελεγχθούν τα παρελθόντα έτη και οι εξαγωγές καταθέσεων, νομοθέτηση άμεση της κατάργησης των μνημονιακών νόμων και άμεση εφαρμογή κάθε φιλεργατικού και φιλολαϊκού μέτρου κοκ. Έτσι και θωρακίζεσαι απέναντι σε εκβιασμούς και τα λαϊκά συμφέροντα υπερασπίζεσαι. ΑΝ ΘΕΛΕΙΣ. Αν δεν θέλεις, κάνεις, ότι έκανε η ομάδα Τσίπρα. Η ηγετική ομάδα του Σύριζα, αυτή δηλαδή περί τον Τσίπρα, που εκφράζει τα πιο ευρωλιγούρικα μικροαστικά τμήματα της ελληνικής κοινωνίας καθώς και νέα μισθωτά στρώματα συνδεδεμένα με τις ευρωμπίζνες και την ποικιλότροπη εξυπηρέτηση συμφερόντων της αστικής τάξης σε σχέση με την ΕΕ και όχι μόνο, βρέθηκε μεταξύ σφύρας και άκμονος στα χρόνια της φωτιάς της αντιμνημονιακής πάλης, προσάρμοσε τη τακτική της, συγκάλυψε τις πραγματικές επιδιώξεις της πρώτα και κύρια μέσα στο κόμμα για να μπορέσει να κυριαρχήσει. Μόνο που η σύντομη διαχείριση της κυβερνητικής εξουσίας αποκάλυψε και τις αυταπάτες και τις προθέσεις της να έρθει σε συνεννόηση με τους κυρίαρχους κύκλους της ΕΕ και του ευρώ. Η αδιαφανής «σκληρή διαπραγμάτευση» της είχε ως κύριο στόχο την ενσωμάτωση των λαϊκών απαιτήσεων και προσδοκιών στα όποια μίζερα περιθώρια άφηναν οι στρατηγικές των κυρίαρχων κύκλων της ΕΕ. Να εξαναγκάσει δια της μεθοδολογίας του αφοπλισμού να αποδεχθούν τα μνημόνια οι εργαζόμενοι και τα λαϊκά στρώματα σαν μονόδρομο και να εγκαταλείψουν κάθε άλλο εναλλακτικό ριζοσπαστικό δρόμο. Μόνο που το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, εν μέσω σηκωμένης σημαίας παράδοσης δια των διαφόρων «προτάσεων», ανέτρεψε αυτούς τους σχεδιασμούς. Δεν έφτασε όμως να τους εμποδίσει να δείξουν το πραγματικό τους πρόσωπο, το μισητό πρόσωπο του προδότη που αδιαφορεί για κάθε έννοια δικαίου και δημοκρατίας. Έφτασε η εγκληματική πολιτική της να ακυρώσει μέσα σε ώρες – δεν γνωρίζουμε τόσο γρήγορη παραχάραξη στην παγκόσμια ιστορία- τη λαϊκή βούληση, που εκφράσθηκε μέσα από ένα δημοψήφισμα που έκανε για να σώσει τις καρέκλες της και να πατρονάρει την παράδοση των συμφερόντων του λαού και της χώρας. Ενός λαού που με γυμνά χέρια έδωσε τη μάχη σε ένα σύγχρονο ασύμμετρο κοινωνικό πόλεμο και με τη μεγαλειώδη απάντηση του κατήγαγε περήφανη νίκη και έδειξε το μόνο δρόμο διεξόδου και αξιοπρέπειας . Οδήγησε με αυτή την εγκληματική πολιτική ένα μεγάλο κομμάτι της αριστεράς στην ατίμωση του ΝΑΙ μέσω του εκβιασμού να μην πέσει «η κυβέρνηση της αριστεράς» γιατί τάχα αυτή θα μπορέσει να σώσει ότι σώζεται. Ο κ. Τσίπρας μπαίνει στο κάδρο των «τελειωμένων» πολιτικών και πρωθυπουργών μαζί με τον Παπανδρέου, τον Παπαδήμο, τον Βενιζέλο και τον Σαμαρά. Πολύ μικρότερη απάτη και ασέλγεια στο σώμα της δημοκρατίας, όχι αδιάφορη όμως για την ποιότητα του ανδρός, είναι η πλειοψηφία της ΚΕ του κόμματος σου να σε καλεί να μην ψηφίσεις τα αντιλαϊκά μέτρα και τη συμφωνία και εσύ να γράφεις στα παλιά σου παπούτσια την απόφαση και να κάνεις το αντίθετο.
Πριν από αυτό, όμως και ενώ η κορύφωση της ταξικής πάλης έχει χωρίσει τη χώρα στα δυο, εκφράζονται οι κυρίαρχοι κύκλοι του γερμανικού κεφαλαίου με δύο γραμμές που έχουν την αντανάκλαση τους και στις ηγετικές πολιτικές μορφές της χώρας, των Μέρκελ, Σόιμπλε, Γκάμπριελ. Ενδεικτικές είναι οι δηλώσεις του επικεφαλής της BDA της Συνομοσπονδίας Γερμανών Εργοδοτών, σε συνέντευξή του που δημοσιεύεται στις 6-6-2015 στην εφημερίδα Passauer Neue Presse, όπου προειδοποιεί: «Η υπόθεση της Ελλάδας δεν έχει μόνο οικονομική, έχει και πολιτική διάσταση. Περιμένω ότι μαζί η Ελλάδα και η Ευρώπη θα ανταποκριθούν σε αυτήν την πρόκληση για να εργαστούν από κοινού για να παραμείνει η Ελλάδα στο ευρώ» τονίζει ο κ. Κράμερ. «Σε αντίθετη περίπτωση» προειδοποιεί με νόημα ο πρόεδρος της Συνομοσπονδίας Γερμανών Εργοδοτών «όλοι θα αναρωτιούνται σε δέκα χρόνια, γιατί δεν μπορέσαμε να υπερασπιστούμε το κοινό μας νόμισμα». Σε ένα μήνα εκφράζεται με ένταση η άλλη γραμμή: Ο πρόεδρος της ένωσης γερμανικών τραπεζών είπε στο Reuters στις 5-7-2015 ότι… “Οι Έλληνες παραβίασαν τους κανόνες της Ευρωζώνης, γι αυτό πρέπει να φύγουν από την Ευρωζώνη. Στο ίδιο μήκος κύματος και ο επικεφαλής των γερμανών εξαγωγέων που τόνισε ότι δεν μπορεί να δει πως η Ελλάδα μπορεί να μείνει πλέον στην Ευρωζώνη. «Χαστούκι στο πρόσωπο όλων των Ευρωπαίων», χαρακτήρισε το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος ο πρόεδρος των Γερμανών Βιομηχάνων (BDI) Ούλριχ Γκρίλο, εκτιμώντας ότι η κατάσταση για την Ελλάδα έγινε τώρα «ακόμη πιο δραματική». Σε δηλώσεις του στην εφημερίδα Bild, o κ. Γκρίλο εκτίμησε ότι το ενδεχόμενο εξόδου της Ελλάδας από την Ευρωζώνη είναι πλέον πιθανό. «Δεν επιτρέπεται να γίνουν σάπιοι συμβιβασμοί. Η Ελλάδα δεν μπορεί να κρατηθεί στην νομισματική ένωση με κάθε κόστος», τόνισε ο κ. Γκρίλο.
Πανικόβλητη η ομάδα Τσίπρα, με κύριο μοχλό τον αρχιτέκτονα κάθε αντιλαϊκού συμβιβασμού Δραγασάκη, υψώνει λευκή σημαία. Οι Γερμανοί κάνουν ότι περνάει από το χέρι τους για να τους εξευτελίσουν, ακόμη και να ξαποστείλουν την Ελλάδα σε άτακτη χρεοκοπία με απόλυτα εξευτελισμένο και σε πλήρη απαξίωση το πολιτικό προσωπικό της. Έχουν εκτιμήσει, με επιφυλάξεις προς το παρόν, ότι τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα τους διασφαλίζονται καλύτερα έτσι. Η κινητοποίηση των Γάλλων αλλά και των άλλων για ηπιότερο συμβιβασμό γίνεται γιατί αντιλαμβάνονται ότι πίσω από την υποταγή της χώρας μας σε ένα νέο σκληρότερο, πλήρως απαράδεκτο ακόμη και από τον Τσίπρα μνημόνιο, κρύβεται όχι μόνο η επιδίωξη που στρώνει το δρόμο της εξόδου αλλά κυρίως η επιδίωξη για την απόλυτη κυριαρχία του γερμανικού κεφαλαίου στην ευρωζώνη και στην ΕΕ.
Η αριστερή πτέρυγα του Σύριζα, όπως και κάθε έντιμη φωνή στην ηγεσία και στα στελέχη του, παρά το ΟΧΙ τους, δε σήκωσε το γάντι του απόλυτου, κάθετου και οριζόντιου διαχωρισμού από την προδοτική, εγκληματική και αντεργατική-αντιλαϊκή πολιτική της ομάδας Τσίπρα. Του έδωσαν με την επαμφοτερίζουσα στάση τους ανάσες, αέρα ζωής, με αποτέλεσμα να προκαλεί με τον πιο χυδαίο τρόπο λέγοντας ότι είναι «υπερήφανος για την διαπραγμάτευση που έκανε» και, κάνοντας τον κουφό, ότι «όποιος πιστεύει ότι είναι πλαστό το δίλημμα ευρώ ή καταστροφή να του το πει και να προτείνει ένα άλλο δρόμο». Λέμε ότι κάνει τον κουφό, και τον θρασύ ψεύτη, γιατί ξέρει ότι δεν είναι αλήθεια και ότι έχουν προταθεί και άλλος δρόμος και παραλλαγές του. Ελπίζει ότι η διαχείριση της εξουσίας θα του δώσει δύναμη να διαφθείρει, και να κερδίσει με το μέρος του, τον κύριο κορμό του κόμματος του, και ελλείψει ισχυρής αντιπολίτευσης και ανάγκης να περάσει η συμφωνία της καταστροφής, θα του δώσουν χρόνο να συνέλθει. Όμως υπάρχει ένα Αλλά.
Οι οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές συνέπειες της συμφωνίας στα εργαζόμενα και λαϊκά στρώματα θα τροφοδοτήσουν όχι μόνο τάσεις συμβιβασμού αλλά και βαθύτερων εξεγερτικών διεργασιών που θα είναι ο μόνιμος εφιάλτης του Τσίπρα και της ομάδας του. Αν οι πολιτικές και κοινωνικές δυνάμεις του ΟΧΙ, μαζί και οι πολιτικές δυνάμεις που λόγο έντονων επιφυλάξεων εκφράστηκαν με άκυρο, πρέπει να συγκροτήσουν ένα πανίσχυρο εργατικό λαϊκό μέτωπο που θα βάλει τη σφραγίδα του σε όλη την περίοδο. Ο λαός σαν τον Ανταίο που παίρνει δύναμη από τη γη πρέπει να πάρει δύναμη από την πιο πλατιά, την πιο βαθιά συνεργασία για την ανατρεπτική του μνημονίου δράση, που θα αλλάζει μέσα από τους συναγωνιστικούς δεσμούς που θα αναπτύσσονται φοβίες, στερεότυπα, άκαιρες επιφυλάξεις από όλες τις λαϊκές, ταξικές, αγωνιστικές, ριζοσπαστικές, αντικαπιταλιστικές και κομμουνιστικές δυνάμεις. Η πλατιά γη των ταξικών αγώνων για την ανατροπή των μνημονίων θα δώσει δύναμη στον λαό Ανταίο για ένα βαδίσει ένα άλλο δρόμο ξεπεράσματος της κρίσης προς όφελος των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων, που η σκληρή πάλη γι αυτό θα δημιουργεί ρωγμές στα κοινωνικά τείχη της φυλακής μας, θα ανοίγει και θα στρώνει ένα μικρό μονοπάτι που θα αφήνει την ελπίδα ζωντανή για ένα μέλλον όπου θα κυριαρχεί η εργατική δημοκρατία. Όλοι μα όλοι θα κρινόμαστε σε σχέση με αυτό το ζήτημα. Δεν υπάρχουν δικαιολογίες για καθυστερήσεις και παραλείψεις.
16-7-2915
_______________________________________
[1] Εννοείται ότι μιλάμε μόνο για τους οικονομικούς, πολιτικούς, επιστημονικούς κλπ εκπροσώπους του κεφαλαίου. Επίσης όταν αναφέρουμε ονόματα εκπροσώπων τους θα εννοούμε τα συγκεκριμένα συμφέροντα. Ο γερμανικός λαός δίκαια υπερηφανεύεται για παιδιά του όπως ο Johann Wolfgang Goethe, o Karl Heinrich Marx ή ο Albert Einstein
[2] Ο πρόεδρος του συνδέσμου γερμανικών βιομηχανιών BDI Χανς Πέτερ Κάιτελ με δήλωση του για την νομισματική ένωση. Ιστοσελίδα των γερμανικών αποστολών στην Ελλάδα 7/8-2012
[3]12 Δεκεμβρίου 2009 Berliner Zeitung :Ο πρόεδρος της Γερμανικής Ομοσπονδιακής Ένωσης Τραπεζών (BdB) Μάνφρεντ Βέμπερ απέρριψε σήμερα κάθε ιδέα να δοθεί ευρωπαϊκή οικονομική βοήθεια στην Ελλάδα, τονίζοντας πως είναι θέμα της Αθήνας να διευθετήσει το πρόβλημα του σοβαρού ελλείμματος του προϋπολογισμού της.
[4] Δελτίο ΟΔΔΗΧ 31-12-2014
ΠΗΓΗ: pandiera.gr
Τα βαθύτερα αίτια της ήττας του ΣΥΡΙΖΑ

του Δημήτρη Γρηγορόπουλου
«Πώς φτάσαμε ως εδώ;»
ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΣΗ ΚΑΙ ΑΠΟΡΙΑ
Οδυνηρή κατάπληξη προκάλεσε η ολέθρια για το λαό επονείδιστη συμφωνία της κυβέρνησης Τσίπρα με τους δανειστές. Η απογοήτευση και η απορία έγινε εντονότερη γιατί ακολούθησε τον ενθουσιασμό της περήφανης λαϊκής νίκης στο δημοψήφισμα. Το «Τις πταίει;» (γνωστό άρθρο του Χ. Τρικούπη το 1874) πλανάται στην κοινωνία μας όχι μόνο στην ψυχολογική αλλά και στη λογική (γνωστική) του διάσταση. Οι ερμηνείες είναι διαφορετικές ανάλογα με την προέλευσή τους. Οι κυριότερες: Σύμφωνα με την πρώτη, που απευθύνεται κυρίως στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ, η ηγεσία του πραγματοποίησε ένα θεμιτό συμβιβασμό αλλά πάλι με χρόνια με καιρούς θα επανέλθει στη φιλολαϊκή πολιτική της. Σύμφωνα με τη ρεφορμιστική μόδα επικαλούνται και τον Λένιν: Τη συμφωνία του Μπρεστ – Λιτόφσκ, το «Ένα βήμα εμπρός δύο βήματα πίσω» κοκ! Πρόκειται για προπαγανδιστικό θράσος! Η συνθήκη του Μπρεστ – Λιτόφσκ έσωσε την επαναστατημένη Ρωσία. Η συνθήκη των Βρυξελλών από αύριο ολοκληρώνει την καταστροφή των λαϊκών στρωμάτων. Σύμφωνα με τη δεύτερη ερμηνεία φτάσαμε ως εδώ λόγω του πραξικοπήματος του Σόιμπλε και των αντιδραστικών κύκλων, που με τον εκβιασμό του ξαφνικού θανάτου της ελληνικής οικονομίας με τη διακοπή της ρευστότητας οδήγησαν την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ σε υποχώρηση 180° μοιρών. Όμως οι αντιδράσεις των δανειστών, και ιδιαίτερα των πιο αντιδραστικών, είναι δεδομένες. Το θέμα είναι πώς αντιδρά όποιος στέκεται απέναντί τους…
Ο Τσίπρας επιχειρηματολογεί και με την απουσία εναλλακτικής. Δεν είχε, γιατί δεν ήθελε… Αφού στον ΣΥΡΙΖΑ αφθονούν οι τεχνικές προϋποθέσεις εμπεριστατωμένης μελέτης της εξόδου απ’ το ευρώ…
Τέλος, τα συστημικά κόμματα κατηγορούν τον ΣΥΡΙΖΑ και κυρίως τον Βαρουφάκη για αναποτελεσματική και ανεύθυνη διαπραγμάτευση. Τα ίδια όμως τα συστημικά κόμματα δεν διαπραγματεύονταν, παραλάμβαναν τους νόμους συνταγμένους από επιτροπές της Κομισιόν και τους ψήφιζαν με τη διαδικασία του υπερεπείγοντος. Οι βουλευτές τους δεν προλάβαιναν καν να τους διαβάσουν! Στη διαπραγμάτευση του ΣΥΡΙΖΑ έφτασαν στον κολοφώνα της δουλοπρέπειά τους. Απαιτούσαν συμφωνία χωρίς όρους! Δήλωναν απερίφραστα ότι προτιμούν μια κακή συμφωνία απ’ τη μη συμφωνία! Σ’ ένα κρεσέντο συνωμοσιολογίας κατηγορούν τον Βαρουφάκη ότι συνειδητά υπέσκαπτε τις διαπραγματεύσεις, προετοιμάζοντας μυστικά την επιστροφή στη δραχμή. Όπως όμως παραδέχτηκε ο Τσίπρας (14/7, ΕΡΤ) με δική του εντολή επιτροπή υπό τον Βαρουφάκη μελετούσε τους όρους και τις επιπτώσεις της εισαγωγής εθνικού νομίσματος. Οι σύγχρονοι Νενέκοι της ΕΕ είναι τόσο διαβρωμένοι, ώστε να θεωρούν έγκλημα καθοσιώσεως και τη διερεύνηση απλώς της αντικατάστασης του ευρώ!
Στο δημοψήφισμα ο λαός με την ετυμηγορία του δημιούργησε όρους ήττας του συστήματος. Ευτυχώς γι’ αυτό, η κυβέρνηση εμπιστεύτηκε τον Σόιμπλε και όχι τον ελληνικό λαό…
Η αστική πολιτική έχει οδηγήσει τον ΣΥΡΙΖΑ αναπόφευκτα στην ήττα και τη διάψευση των ελπίδων. Διαψεύστηκε για μια ακόμη φορά η ρεφορμιστική θεωρία της «αριστερής κυβέρνησης», που με παροπλισμένο το κίνημα, υποτίθεται ότι θα ενεργοποιήσει εναλλακτική διαδικασία στο σύστημα.
Ο ΣΥΡΙΖΑ αυτοαφοπλίστηκε απ’ το μοναδικό πραγματικό όπλο που μπορούσε να ενεργοποιήσει: Το εργατικό λαϊκό κίνημα
Οι συστημικές ερμηνείες της τραγικής ήττας του ΣΥΡΙΖΑ κυρίως περιορίζονται στη φάση της διαπραγμάτευσης. Δεν εξετάζουν συνολικά τη διακυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και τον ταξικό χαρακτήρα της. Απεναντίας, η υλιστική ταξική προσέγγιση έχει προβλέψει σε γενικές γραμμές τη συστημικοποίηση του ΣΥΡΙΖΑ και την αντίρροπη δυνατότητα ανατροπής της. Στην αφετηρία του ο ΣΥΡΙΖΑ συγκροτήθηκε ως αριστερό μικροαστικό κόμμα με συγκρουόμενες ταξικές πολιτικές. Η αστική τάση ηγεμόνευσε εκμεταλλευόμενη την κρίση των αστικών μνημονιακω΄ν κομμάτων και προωθώντας την ανάδειξη αριστερής κυβέρνησης με σεβασμό της αστικής οικονομίας, του κράτους της και των διεθνών πλαισίων της. Ιδίως μετά τις εκλογές του 2012 η ηγεμονεύουσα παράταξη παρείχε αφειδώς πειστήρια νομιμοφροσύνης και αποτελεσματικής διαχείρισης. Δαχτυλίδι αρραβώνα με την άρχουσα τάξη αποτέλεσε η συμβολή του ΣΥΡΙΖΑ στην αποκλιμάκωση του κινήματος των πλατειών και στον παροπλισμό των μαζών με την πρακτική της ανάθεσης του κοινωνικού προβλήματος στην «αριστερή κυβέρνηση». Κομβική σημασία είχε και ο όρκος πίστης του Τσίπρα στους εγχώριους και διεθνείς ηγεμόνες και μάλιστα «μ’ όλη τη δύναμη της ψυχής του», ότι είναι αδιαπραγμάτευτο το δυτικό πλαίσιο της χώρας (ΕΕ-ΝΑΤΟ). Καθοριστική ήταν και η συμβολή του ευρωκομμουνιστικού ιδεολογήματος της «Ευρώπης των λαών» που κληρονόμησε ο ΣΥΡΙΖΑ απ’ το ΚΚΕ εσ. Στη λογική του οι θεωρητικοί του ΣΥΡΙΖΑ επεξεργάστηκαν τη θεωρία ότι τα προβλήματα του χρέους και της λιτότητας θα λύνονταν σε ευρωπαϊκή (ΕΕ) κλίμακα και εξ αντανακλάσεως σε εθνική βάση, παραγνωρίζοντας τον μη υποκείμενο σε προοδευτικές μεταρρυθμίσεις, αλλά συνεχώς αντιδραστικοποιούμενο ιμπεριαλιστικό χαρακτήρα της ΕΕ. Η πολιτική του ισχυρού νομίσματος και της παγιωμένης λιτότητας επιβάλλεται με το Δημοσιονομικό Σύμφωνο, που καθιερώνει μηχανισμούς διαρκούς εποπτείας και διαρκών μνημονίων. Πρόσφατα μάλιστα σε σύνοδο κορυφής ενισχύθηκε περαιτέρω αυτό το σύμφωνο, θωρακίζοντας το ιμπεριαλιστικό κέντρο έναντι της περιφερειακής ζώνης και των όποιων δυνάμεων διαφοροποίησης ή αμφισβήτησης. Η Γερμανία έχει πλέον και την οικονομική και τη θεσμική δύναμη, για να συντρίψει και μάλιστα τιμωρητικά προς παραδειγματισμό, και μια δευτερεύουσα ενδοσυστημική διαφοροποίηση. Παράλληλα, η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ επιχείρησε να αξιοποιήσει τις ενδοϊμπεριαλιστικές και τις ενδοΕΕ αντιθέσεις. Σωστή σκέψη υποθηκευμένη όμως απ’ την αμετακίνητη αγκίστρωσή της στην ΕΕ, κατά κύριο λόγο. Στον ολοκληρωτικό καπιταλισμό, λόγω της υπερδιεθνοποίησης, παράλληλα με την όξυνση του ανταγωνισμού των ιμπεριαλισμών αναπτύσσεται και η αλληλεξάρτησή τους. Για παράδειγμα, παρά τον πόλεμο της Ουκρανίας, η ενεργειακή τροφοδότηση της Ευρώπης απ’ τη Ρωσία συνεχίστηκε, φαινόμενο αδιανόητο σε άλλες εποχές. Μια μικρομεσαία χώρα, όπως η Ελλάδα, μόνο στη βάση αμοιβαίων ελκυστικών οικονομικών και πολιτικών οφελών (χωρίς βέβαια εκχωρήσεις τύπου Καμμένου) μπορεί να αξιοποιήσει τέτοιες αντιθέσεις. Είναι όμως τόσο σφιχτά δεμένη με τους Δυτικούς, ώστε ακόμη και η ευρωπαϊκού και όχι μόνον εθνικού οφέλους, επέκταση απ’ την Τουρκία του αγωγού φυσικού αερίου, είναι μετέωρη, λόγω αντίδρασης ΗΠΑ και ΕΕ. Αλλά η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ ούτε την αντίθεση των ΗΠΑ προς ΕΕ (όπως επιχείρησε για ένα διάστημα) δεν μπορεί να αξιοποιήσει, γιατί ανήκει στο χώρο κυριαρχίας της Γερμανίας. Το χαρτί της γεωστρατηγικής θέσης της χώρας όντως συγκινεί τις ΗΠΑ, αλλά λόγω των στρατηγικών δεσμών με την ΕΕ, επερχομένης μάλιστα και της Διατλαντικής Συμφωνίας, αρκέστηκαν σε αμοιβαίες αλλά ετεροβαρείς (λόγω μέτρων) για την Ελλάδα συστάσεις διευθέτησης… Η κυβέρνηση προσπάθησε να αξιοποιήσει και τις εντός ΕΕ ετερόκλητες αντιθέσεις. Υπερεκτίμησε όμως αυτές τις αντιθέσεις και τις δυνάμεις της. Όντως, ο Ολάντ, και δευτερευόντως ο Ρέντσι, για το συμφέρον της Γαλλίας αντιτάχθηκε στη Γερμανία αλλά μόνον για το Grexit, όχι για τον βαρύτατο πέλεκυ των μέτρων. Το ίδιο ισχύει και στην αντίθεση της σκληρής λιτότητας, της οποίας υπεραμύνεται η Γερμανία, και της πολιτικής της χαλάρωσης που εκφράζει ο Ντράγκι, όπως και στην πιο ασθενή αντίθεση, χριστιανοδημοκρατών και λαϊκοδημοκρατών. Όσοι «υποστήριζαν» την Ελλάδα απλώς απέκλειαν την αποβολή, συμμεριζόμενοι την αναγκαιότητα επαχθών μέτρων. Τέλος, κάποιες κινητοποιήσεις συμπαράστασης στην Ευρώπη, έχουν πολιτική και ηθική αξία για μας, χωρίς βέβαια να ιδρώνει το αυτί της Μέρκελ… Έτσι, το ισχυρό χαρτί της διαπραγμάτευσης, που ο Τσίπρας με περισσή αυτοπεποίθηση επέσειε στον ελληνικό λαό προεκλογικά, κατάντησε κουρελόχαρτο μπροστά στην ατσάλινη ισχύ των Γερμανών και στην έλλειψη διεθνών ερεισμάτων. Η ατελέσφορη εξαρχής διαπραγμάτευση άνοιξε το δρόμο στον τυχοδιωκτισμό της «μπλόφας», όπου, παρά τις διακυμάνσεις, ο δυνατός εξοντώνει τον αδύνατο…
Ο ΣΥΡΙΖΑ όμως αυτοαφοπλίστηκε απ’ το μοναδικό πραγματικό όπλο που μπορούσε να ενεργοποιήσει: Το εργατικό λαϊκό κίνημα. Υπάρχουν δύο κορυφαίες στιγμές του κινήματος στο πεντάμηνο, αρχές Φλεβάρη και αρχές Ιούλη, όταν ο λαός σε μεγαλειώδη αγωνιστική έξαρση απαίτησε να τεθεί τέρμα στη λιτότητας, την ταπείνωση, τα μνημόνια. Όμως, η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ ενσωμάτωσε αυτές τις αντιδράσεις στην αστική πολιτική της διαχείρισης.
Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ με την πολιτική του δεν υπηρετεί το λαό, αλλά το κεφάλαιο, ακόμη κι όταν θίγει επιμέρους συμφέροντά του, όπως με την αύξηση της φορολογίας απ’ το 26% στο 29%.
Το ελληνικό κεφάλαιο, αν και ορισμένα τμήματά του πλήττονται, όπως οι φαρμακοβιομηχανίες, που υποχρεώνονται σε οριζόντια μείωση τιμών, και η ποντοπόρος ναυτιλία, που καλείται να πληρώσει υψηλότερο φόρο χωρητικότητας και να απολέσει σταδιακά τις φοροαπαλλαγές, αλλά ακόμη κι όταν πλήττεται στο σύνολό του απ’ την αύξηση της φορολογίας, ωστόσο συνδέει τα συμφέροντά του ως τάξη με την παραμονή της χώρας στο ευρώ και την ΕΕ, αποβλέποντας στη σύνδεσή του με ισχυρά ευρωπαϊκά κεφάλαια στην προώθηση εξαγωγών, στην αξιοποίηση στην παρούσα συγκυρία 20 δισ. ΕΣΠΑ και 35 δισ. του πακέτου Γιούνκερ, στην περαιτέρω απορρύθμιση της εργασίας (αμοιβή, ασφαλιστικό, συλλογικές συμβάσεις), στη μείωση της φορολογίας, ειδικά για το μη μισθολογικό κόστος, στην ιδιωτικοποίηση δημόσιας περιουσίας. Εξάλλου, το κεφάλαιο, κι όταν πλήττεται, ξέρει να φοροδιαφεύγει, να μετακυλίει το βάρος στον εργαζόμενο και τον αγοραστή, να χρησιμοποιεί μαύρη εργασία, να δίνει, ιδιαίτερα σήμερα, «άδεια» άνευ αποδοχών στους εργαζόμενους, να μετακινείται στο εξωτερικό, Δηλωτική της στάση του κεφαλαίου είναι η επιστολή στον πρωθυπουργό εκπροσώπων των πέντε κορυφαίων εργοδοτικών οργανώσεων, με την οποία πιέζουν την κυβέρνηση ν’ αποφύγει τη ρήξη με τους εταίρους και την έξοδο απ’ την Ευρωζώνη. Επαναδιατύπωσαν το αίτημά τους τρεις μέρες μετά το δημοψήφισμα με δραματικούς τόνους. Η άμεση επέμβαση του κεφαλαίου στην κυβερνητική εξουσία και η κινδυνολογική πίεσή του είναι σαφείς. Η κυβέρνηση απομονωμένη με δική της θέληση απ’ τον νικητή λαό του δημοψηφίσματος, πιεζόμενη ασφυκτικά και εκβιαστικά απ’ τους δανειστές, το κεφάλαιο, το πολιτικό σύστημα και τα ΜΜΕ θα κάνει την απόλυτη υποχώρηση, προσφέροντας «γην και ύδωρ» στις Βρυξέλλες.
Ο όρκος υποταγής του Τσίπρα στο αστικό κράτος που συμπυκνώνεται στη φράση: «σεβόμαστε τη συνέχεια του κράτους» προδιέγραψε την αναπαραγωγή και διαχείριση του κράτους και την παραίτηση και από δευτερεύουσες συγκρούσεις. Στον ολοκληρωτικό καπιταλισμό η πολιτική εξουσία του κεφαλαίου διαπλεγμένη άμεσα με την οικονομική εξουσία του και τους θεσμούς της (ΕΚΤ, ΔΝΤ, ΟΟΣΑ κ.ά.) ενεργοποιείται άμεσα και δυναμικά εν συνόλω (en block) εναντίον και δευτερεύουσας κίνησης (άλλοτε ανεκτής, 1945-70), που ενδέχεται να ενεργοποιήσει τον εργατικό – λαϊκό παράγοντα. Η ολική και λυσσαλέα αντίδραση του συστήματος στο πρόσφατο δημοψήφισμα, μπορεί να θεωρηθεί «πρόβα τζενεράλε» του ολοκληρωτικού καπιταλισμού και της κοινοβουλευτικής δικτατορίας για την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών. Απ’ την ωμή επέμβαση της ηγεσίας της ΕΕ στα εσωτερικά της χώρας, την ασφυξία που επέβαλε η ΕΚΤ στο τραπεζικό σύστημα και τη μεθόδευση του capital control, την κινδυνολογική ταύτιση του Όχι με την έξοδο απ’ το ευρώ, ως το συνασπισμό της «Αγίας Οικογένειας» των κομμάτων του συστημικού τόξου, που με εμετική ευρωλαγνεία υπεράσπισαν τα ιερά και τα όσια του ευρώ, την επίκληση απ’ τον Καμμένο του σταθεροποιητικού ρόλου του στρατού, που πρέπει να ανταποκρινόταν σε αντίστοιχες κινήσεις, τη νεκρανάσταση πολιτικών βρικολάκων, την έμμεση αλλά σαφή επέμβαση υπέρ του ναι του Προέδρου της Δημοκρατίας, την επέμβαση και των κυριότερων οργανώσεων του κεφαλαίου υπέρ του ναι (ευρώ), των δημάρχων των τριών μεγάλων πόλεων και περιφερειαρχών, ως τη δήλωση υπέρ του ναι του επονείδιστου «ηγέτη» της ΓΣΕΕ Παναγόπουλου, τη σαρωτική και γκεμπελική κινδυνολογία των ΜΜΕ, όλοι αυτοί οι κρίκοι του συστήματος σε αγαστή σύμπνοια και με ιερό φανατισμό έδωσαν τον υπέρ πάντων αγώνα υπέρ του ναι. Ο λαός στη σύγκρουση νίκησε, αποδεικνύοντας ότι ακόμη κα αυτό το πανίσχυρο πλέγμα εξουσίας δεν είναι ανίκητο. Ταυτόχρονα, διαψεύστηκε για μια ακόμη φορά η ρεφορμιστική θεωρία της «αριστερής κυβέρνησης», που με παροπλισμένο το κίνημα, υποτίθεται ότι θα ενεργοποιήσει εναλλακτική διαδικασία στο σύστημα. Η θεωρία της αλλαγής με ακολουθία διαρκών ειρηνικών μεταρρυθμίσεων χωρίς επαναστατική ρήξη, όχι μόνο διαψεύστηκε, αλλά αντικαταστάθηκε από τρίτο μνημόνιο διαρκών αντιμεταρρυθμίσεων…
Η τραγική αποτυχία της «διαπραγμάτευσης»
ΤΟ ΔΙΛΗΜΜΑ ΠΟΥ ΘΕΤΕΙ Ο ΤΣΙΠΡΑΣ ΕΙΝΑΙ ΔΙΚΟ ΤΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΜΑ
Οι τρεις πυλώνες της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ (συμμαχία με τον δυτικό ιμπεριαλισμό, το κεφάλαιο και το κράτος του) και η αποστοίχισή του απ’ το κίνημα, προδιέγραψαν την αποτυχία του με οδυνηρές επιπτώσεις για το λαό. Η διαπραγμάτευσή του με ΕΕ-ΔΝΤ-ΕΚΤ προσδιορισμένη απ’ αυτό το πλαίσιο ήταν καταδικασμένη σ’ αποτυχία. Κάποια στιγμή αντιλήφθηκαν την αδιαλλαξία των πιστωτών και όπως αποκάλυψε ο Βαρουφάκης και επιβεβαίωσε ο Τσίπρας, συγκροτήθηκε επιτροπή μελέτης των όρων και συνεπειών της επανόδου σε εθνικό νόμισμα, χωρίς όμως, απ’ ότι φαίνεται, σοβαρότητα και συστηματικότητα. Εξάλλου, όπως ομολόγησε ο Τσίπρας, δεν πίστευε σ’ αυτή τη λύση… Επομένως, επανήλθαν σε μιαν ατελέσφορη διαπραγμάτευση. Η διαπραγμάτευση όμως του δυνατού με τον αδύνατο αποτελεί ακυρολεξία (Διάλογος Αθηναίων – Μηλίων, Θουκυδίδης). Ο δυνατός επιβάλλει τα συμφέροντά του και ο αδύνατος παίρνει το πολύ κάποια ψιχουλάκια. Ο Τσίπρας και ο κύκλος των κολάκων του είχε δύο σχεδόν μεταφυσικές ιδεοληψίες: Την πίστη στην επιτυχία «της πρώτη φορά αριστερής κυβέρνησης» και στην «επιτυχία» συνακόλουθα της διαπραγμάτευσης. Για την επιτυχία της διαπραγμάτευσης συνδυάστηκαν: Η θεωρία των παιγνίων του Βαρουφάκη, η μπλόφα του χαρτοπαίκτη και η πονηριά με την οποία ο αδύνατος «υπερισχύει» του δυνατού. Το στοίχημα ήταν ποιος θα υποχωρούσε πρώτος. Οι Έλληνες διαπραγματευτές ανόητα αρνήθηκαν στην αρχή τα 7,5δισ. της τελευταίας χρηματοδότησης, ενώ ήταν μεγάλες οι υποχρεώσεις εξόφλησης τοκοχρεωλυσίων. Σ’ ένα αγώνα δρόμου η κυβέρνηση αποστράγγισε τη ρευστότητα. Με αναλγησία και αυταρχισμό κατέτρωγε τις σάρκες της κοινωνίας. Πλήρωσε υπέρογκα ποσά στο ΔΝΤ σταματώντας τις πληρωμές στο εσωτερικό και προβαίνοντας σε υποχρεωτικό (με ΠΝΠ, μάλιστα) δανεισμό αποσπώντας τα διαθέσιμα από οργανισμούς, δήμους και περιφέρειες. Ο χειρισμός του δημοψηφίσματος (ως υπέρτατη μπλόφα απ’ τη μεριά των Τσίπρα – Βαρουφάκη) αποτέλεσε χρυσή ευκαιρία για τους εταίρους. Στέρησαν τη ρευστότητα απ’ τη χώρα και την οδήγησαν σε capital control. Ο κύβος είχε ριφθεί πλέον! Η κυβέρνηση πρόβαλε ένα «ευλογοφανές» δίλημμα. Ταπεινωτική συμφωνία ή grexit. Όμως πρόκειται για ακόμη ένα ψευδοδίλημμα αστικής πολιτικής; Πρώτο, το δίλημμα δεν έπεσε ουρανοκατέβατο. Είναι προϊόν της τυχοδιωκτικής, αυταρχικής, αντιλαϊκής πολιτικής της κυβέρνησης και των αυταπατών της. Δεύτερο, το δίλημμα δεν θα υπήρχε αν ως σοβαρή πολιτική αριστερή δύναμη ο ΣΥΡΙΖΑ είχε εξετάσει το grexit ως ενδεχόμενο προ των εκλογών ή το εξέταζε σοβαρά μετά απ’ αυτές. Τρίτο, έστω και τώρα θα μπορούσε να προχωρήσει σε εθνικό νόμισμα με την πλειοψηφία του λαού να τη στηρίζει. Αλλαγή νομίσματος έχει πραγματοποιηθεί άπειρες φορές, χωρίς λοιμούς, σεισμούς και καταποντισμούς…
ΑΡΙΣΤΕΡΑ
Διαφοροποιήσεις και αναγκαίες ρήξεις
ΜΕΣΑ ΣΕ ΡΑΓΔΑΙΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ
Θετικό γεγονός αποτελεί η διαφοροποίηση της Αριστερής Πλατφόρμας και η καταψήφιση απ’ τη μεριά της του τρίτου και χειρότερο μνημονίου, που συνομολόγησαν η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ και η αυτοκρατορία των Βρυξελλών. Αυτή η διαφοροποίηση, αν εξελιχθεί, μπορεί να συμβάλλει, υπό όρους βέβαια, στην προώθηση αριστερής λύσης στην ελληνική κρίση. Ερωτηματικά όμως εγείρει η δήλωση στήριξης της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ απ’ τον Λαφαζάνη και άλλα στελέχη της Πλατφόρμας σε θερμούς μάλιστα τόνους «Στηρίζουμε την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ. Τη στηρίζουμε πολύ δυνατά. Τη στηρίζουμε ολόθερμα» (Π. Λαφαζάνης). Η αντιφατικότητα στάσης και δήλωσης είναι εξόφθαλμη: Πώς είναι δυνατόν να στηρίζει κανείς την κυβέρνηση, αλλά να μη στηρίζει την κεντρική πολιτική επιλογή της; Αυτή η στάση δίνει λαβή για λοιδορίες και απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς στους πολιτικούς και τα μίντια του συστήματος.
Το κυριότερο όμως είναι ότι μ’ αυτή την επαμφοτερίζουσα στάση η Πλατφόρμα καλλιεργεί σύγχυση και αυταπάτες στις μάζες του ΣΥΡΙΖΑ που έχουν αγανακτήσει με την επιλογή της κυβέρνησης και αισθάνονται μετέωρες και προδομένες. Αντί ο Λαφαζάνης και η Κωνσταντοπούλου να καθαγιάζουν τον Τσίπρα, που περίπου παρομοιάζεται με αθώο αμνό που θυσιάζεται για χάρη του λαού, αναγκαίο είναι να στραφούν στον κόσμο του ΣΥΡΙΖΑ, να τον εμψυχώσουν, να του προτείνουν ένα ριζοσπαστικό όραμα, να μην τον εγκλωβίζουν στη διαπάλη της κομματικής καμαρίλας, αλλά να οδηγήσουν σε λαϊκούς αγώνες για ρήξη και ανατροπή τη βάση του ΣΥΡΙΖΑ, που η αγωνιστική της ορμή, όπως απέδειξε και το Δημοψήφισμα, είναι στο υψηλό σημείο της. Το πώς θα λύσει η Αριστερή Πλατφόρμα τις εσωκομματικές αντιθέσεις της με την αστική ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ είναι δικό της θέμα. Η γνώμη μας πάντως είναι ότι αν η Πλατφόρμα εγκλωβίσει αυτή την αντίθεση στην εσωκομματική διαπάλη, όπως έπραττε μέχρι τώρα, και δεν τη φέρει ενώπιον της κοινωνίας σαν ταξικό διακύβευμα σε τελευταία ανάλυση, μια αριστερή δυνατότητα θα πάει χαμένη.
Στους ρυθμούς και αιφνιδιασμούς της τρέχουσας συγκυρίας το ΚΚΕ αποδεικνύει εντονότερα τη θεωρητική και πολιτική ανεπάρκειά του. Την ισχυρή διαφοροποίηση της Πλατφόρμας την αντιμετωπίζει με λογική συνωμοσιολογίας και σχεδιασμού της άρχουσας τάξης. Σύμφωνα με τη λογική αυτή η Πλατφόρμα αξιοποιείται σαν ανάχωμα, που θα συγκρατεί τους ΣΥΡΙΖαίους εντός του συστημικού στρατοπέδου, αποτρέποντας τη μεταπήδησή τους στον αντισυστημικό χώρο. Δεν υπάρχει βέβαια αμφιβολία ότι η άρχουσα τάξη εξυφαίνει και θέτει σε εφαρμογή σχέδια για να διατηρεί και να διευρύνει τον έλεγχό της στην κοινωνία. Η Αριστερή Πλατφόρμα όμως ανεξάρτητα απ’ την επιλογή την οποία τελικά θα προκρίνει, αποτελεί την πολιτική διαμεσολάβηση μεταξύ της λαϊκής εργατικής βάσης του ΣΥΡΙΖΑ και της αστικής ηγεσίας του. Η άρχουσα τάξη δεν είναι παντοδύναμη μοίρα που κατευθύνει τα πάντα.
Μονοδιάστατη και στατική αντίληψη έχει το ΚΚΕ και στο θέμα του δημοψηφίσματος και του grexit. Στο πρώτο έβλεπε μόνο την υπαρκτή βέβαια πλευρά της χειραγώγησής του απ’ την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ. Το δεύτερο το ταυτίζει αποκλειστικά με την έξοδο απ’ το ευρώ. Το ΝΑΡ, αντίθετα, και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ είδαν και αξιολόγησαν ως κυρίαρχη πλευρά του δημοψηφίσματος τη ριζοσπαστική δυναμική που απελευθερώνει. Στο δεύτερο έστω κι αν οι συνθήκες δεν είναι αυτές που προβλέπουμε στην τακτική μας, θα αντιμετωπίσουμε το Grexit ως στόχο που συμπυκνώνει τις αντιθέσεις (αδύνατος κρίκος) και θ’ αγωνιστούμε για να διευρύνουμε το ρήγμα με άλλες απαραίτητες αντικαπιταλιστικές κατακτήσεις.
ΠΗΓΗ: pandiera.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή