Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Ένα «μυστικό» που δεν ήταν ποτέ μυστικό

Γράφει ο Γιώργος Πετρόπουλος.
Αυτές τις μέρες συμπληρώνονται εξήντα χρόνια από το 20ο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης. Ένα συνέδριο που έμεινε στην Ιστορία από ένα γεγονός. Στο πλαίσιο των εργασιών του, από τον τότε γ.γ. της Κ.Ε. του Κόμματος, Ν. Χρουστσόφ, εκφωνήθηκε η πασίγνωστη πια «Μυστική Έκθεση», βάσει της οποίας όχι μόνο το σοβιετικό κόμμα αλλά και ολόκληρο το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα ερχόταν σε ρήξη με την εποχή Στάλιν. Ακριβώς γι' αυτό το γεγονός το 20ο Συνέδριο μπορεί να μην ήταν το σημαντικότερο στην Ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης και του σοβιετικού Κ.Κ. αλλά σίγουρα είναι το πιο πολυσυζητημένο.
Το Συνέδριο πραγματοποιήθηκε στο διάστημα από 14 έως 25 Φεβρουαρίου του 1956, με τη συμμετοχή αντιπροσώπων που εκπροσωπούσαν 6.796.000 τακτικά και πάνω από 419.000 δόκιμα κομματικά μέλη. Τις εργασίες του παρακολούθησαν 55 αντιπροσωπείες ξένων κομμουνιστικών και εργατικών κομμάτων («Ιστορία του ΚΚΣΕ», εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1976, σελ. 668). Ανάμεσά τους και η αντιπροσωπεία του ΚΚΕ με επικεφαλής τον Ν. Ζαχαριάδη, τον οποίο το σοβιετικό κόμμα -όσο διαρκούσαν οι εργασίες του Συνεδρίου- παρέπεμψε σε μια διεθνή επιτροπή έξι κομμουνιστικών κομμάτων η οποία και τον απέπεμψε από γ.γ. της Κ.Ε. του ελληνικού Κομμουνιστικού Κόμματος.
Σε μια κλειστή συνεδρίαση
Η «Μυστική Έκθεση» -ο τίτλος της οποίας ήταν «Για την προσωπολατρία και τις συνέπειές της»- εκφωνήθηκε από τον Ν. Χρουστσόφ σε πρωινή κλειστή σύνοδο του Συνεδρίου, στις 25 Φεβρουαρίου του 1956. Η απόφαση για κλειστή συνεδρίαση είχε ληφθεί την παραμονή της έναρξης του συνεδρίου (13/2/1956) από το προεδρείο της Κ.Ε. του ΚΚΣΕ. Στην κλειστή σύνοδο του συνεδρίου συμμετείχαν οι σύνεδροι αλλά και προσκεκλημένοι που είχαν διωχθεί επί Στάλιν και που πρόσφατα είχαν απελευθερωθεί και αποκατασταθεί στο κόμμα. Οι αντιπροσωπείες ξένων κομμάτων και δημοσιογράφοι δεν κλήθηκαν να παρακολουθήσουν την κλειστή σύνοδο (Ζόρες και Ρόι Μεντβέντιεφ: «Ο άγνωστος Στάλιν», εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2004, σελ. 159).
Σύμφωνα με τα επίσημα σοβιετικά ιστορικά στοιχεία, στη σύνοδο δεν κρατήθηκαν στενογραφημένα πρακτικά και μετά την εκφώνηση της «Μυστικής Έκθεσης» από τον Χρουστσόφ αποφασίστηκε να μην ακολουθήσει συζήτηση αλλά να βγει απόφαση του συνεδρίου πάνω στο θέμα και να δημοσιευτεί. Επίσης αποφασίστηκε η «Μυστική Έκθεση» να σταλεί στις κομματικές οργανώσεις για ενημέρωση, αλλά να μη δημοσιευτεί στον επίσημο σοβιετικό και κομματικό Τύπο. Λίγες ημέρες αργότερα, την 1η Μαρτίου του 1956, η «Μυστική Έκθεση» δόθηκε στο προεδρείο και στους γραμματείς της Κ.Ε. του ΚΚΣΕ, διορθώθηκε συντακτικά και στιλιστικά, προστέθηκαν σε αυτήν οι πηγές των ντοκουμέντων στα οποία αναφερόταν, καθώς και φράσεις τις οποίες ο εισηγητής είχε πει εκτός κειμένου. Επίσης, σε ορισμένα σημεία του κειμένου καταγράφηκαν οι αντιδράσεις των παρευρισκόμενων συνέδρων, κατά τη διάρκεια της εκφώνησής της, στη σύνοδο της 25ης Φεβρουαρίου (χειροκροτήματα, επιφωνήματα κ.λπ.). Αυτό σημαίνει ότι μαγνητοφωνημένα ή και μαγνητοσκοπημένα πρακτικά κρατήθηκαν.
Την τελική απόφαση για τη «Μυστική Έκθεση» την έλαβε το προεδρείο της Κ.Ε. του ΚΚΣΕ στις 5 Μαρτίου του 1956. Η απόφαση αυτή έλεγε: «1. Να προτείνουμε στις περιφερειακές επιτροπές και στις Κ.Ε. των κομμουνιστικών κομμάτων των σοσιαλιστικών δημοκρατιών να ενημερώσουν όλα τα μέλη του κόμματος, της κομμουνιστικής νεολαίας, αλλά και μη κομματικές συγκεντρώσεις των εργαζομένων, των υπαλλήλων και των μελών των κολχόζ σχετικά με την εισήγηση του συν. Χρουστσόφ Ν.Σ. ‘‘Για την προσωπολατρία και τις συνέπειές της''. 2. Η εισήγηση του συν. Χρουστσόφ να αποσταλεί στις κομματικές οργανώσεις με την ένδειξη ‘‘όχι προς δημοσίευση” και να αφαιρεθεί από την μπροσούρα η ένδειξη ‘‘άκρως απόρρητο''».
Το ενδιαφέρον στοιχείο που πρέπει να κρατήσουμε από αυτή την απόφαση είναι ότι η περίφημη «Μυστική Έκθεση Χρουστσόφ» αποχαρακτηρίστηκε κι έπαψε να είναι μυστική, δηλαδή απόρρητη, μόλις δέκα ημέρες μετά την εκφώνησή της στο 20ό Συνέδριο («Νέα της Κ.Ε. του ΚΚΣΕ», τεύχος 3/1989, όπως αναφέρεται στην ελληνική έκδοση: «Ν.Σ. Χρουστσόφ: «Για την προσωπολατρία και τις συνέπειές της», μετάφραση Δ. Τριανταφυλλίδης, Μεταμεσονύκτιες εκδόσεις, Αθήνα 2007, σελ. 5-6).
Η έκθεση προκάλεσε σοκ στη σοβιετική κοινωνία
Μετά την προαναφερόμενη απόφαση του προεδρείου της Κ.Ε. του ΚΚΣΕ, η έκθεση διαβάστηκε σε όλες τις κομματικές οργανώσεις, όπως επίσης και σε όλες τις οργανώσεις της κομμουνιστικής νεολαίας, σε συγκεντρώσεις κομματικών και εξωκομματικών στους χώρους δουλειάς και στις περιφέρειες κ.ο.κ. Οι αντιδράσεις ήταν ποικίλες. Οι συζητήσεις ήταν αδύνατο να αποφευχθούν. Το σοκ ήταν αρκετά ισχυρό. Στην παρουσίαση της έκθεσης, σε πολλές συνεδριάσεις στελεχών, στη Μόσχα και στο Λένινγκραντ, παραβρέθηκε και μίλησε ο ίδιος ο Χρουστσόφ. Στη Γεωργία, ιδιαίτερη πατρίδα του Στάλιν, και συγκεκριμένα στην Τιφλίδα, οι αντιδράσεις πήραν τη μορφή εξέγερσης. Από τις 5 έως τις 10 Μαρτίου του 1956 η πόλη βρισκόταν σε πλήρη αναταραχή με καθημερινές διαδηλώσεις. Στις 10 Μαρτίου επενέβησαν ο στρατός και η αστυνομία, με αποτέλεσμα να επανέλθει ο έλεγχος που, όμως, στοίχισε πολλούς νεκρούς και τραυματίες.
Ο συγκλονισμός που έφερε στη σοβιετική κοινωνία η γνωστοποίηση της έκθεσης ήταν μεγάλος και τα προσωπικά δράματα καθόλου λίγα. Διωχθέντες και διώκτες της προηγούμενης εποχής Στάλιν έπρεπε να βρουν μια ισορροπία συμβίωσης στη νέα πραγματικότητα, καθώς οι πρώτοι απελευθερώνονταν από τους χώρους κράτησης και οι δεύτεροι ήταν υπόλογοι απέναντι τους. Επιπλέον, η ίδια η σοβιετική ηγεσία υπό τον Ν. Χρουστσόφ -που πρωταγωνίστησε ώστε η σοβιετική κοινωνία να υποστεί το σοκ της «Μυστικής Έκθεσης»- επί Στάλιν ήταν στην ηγεσία του κράτους και του κόμματος, άρα συνυπεύθυνη για όσα κατήγγειλε. Πώς θα λογοδοτούσε;
Για όλα αυτά επιλέχθηκε η μέση οδός. Κατ' αρχήν ελήφθησαν μέτρα ώστε οι αντιδράσεις να μην ξεφύγουν πέρα από ορισμένα όρια. Έτσι, εμποδίστηκε οποιαδήποτε διερεύνηση της περιόδου Στάλιν πέραν των ορίων που έθετε η έκθεση. Οι αποκαταστάσεις πρώην διωχθέντων γίνονταν χωρίς δημοσιότητα. Για μια σειρά ηγετικά στελέχη του Σοβιετικού Κόμματος (π.χ. Μπουχάριν, Κάμενεφ, Ζινόβιεφ κ.ά.) δεν έγιναν αναθεωρήσεις των δικών της περιόδου 1936-1939. Οι πρώην διώκτες δεν οδηγήθηκαν ποτέ στη Δικαιοσύνη. Στον Χρουστσόφ αποδίδονται δύο επιλογές: Η μία ότι είπε πως το κόμμα δεν θα προετοίμαζε ποτέ μια «νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου». Η δεύτερη αφορά τον τρόπο με τον οποίο δικαιολόγησε τον εαυτό του και τους συντρόφους του για το παρελθόν τους επί Στάλιν. Σε μια συνεδρίαση στελεχών -κατά την παρουσίαση της έκθεσης- έλαβε ένα ανώνυμο σημείωμα που έλεγε: «Πώς μπόρεσες εσύ, ένα μέλος του Π.Γ., να επιτρέψεις να συμβούν τέτοια φρικτά εγκλήματα στη χώρα μας;». Η αντίδραση του Χρουστσόφ ήταν να δικαιολογήσει την ανωνυμία του ερωτώντος επικαλούμενος τον φόβο του τελευταίου. «Εκείνος που το έγραψε φοβάται», είπε ο Χρουστσόφ. Και πρόσθεσε: «Αυτό συνέβαινε και σε μας με τον Στάλιν» (Ζόρες και Ρόι Μεντβέντιεφ, στο ίδιο, σελ. 159- 184).
Πολύ γρήγορα, η σοβιετική ηγεσία έκανε ένα ακόμα βήμα ελέγχου της κατάστασης. Ενώ στη «Μυστική Έκθεση» δεν γινόταν καμία αναφορά σε θετικά του Στάλιν, ξαφνικά άρχισαν να προβάλλονται και οι θετικές αναφορές ως αντίβαρο σε όσα η έκθεση του καταμαρτυρούσε. Στις 30 Ιουνίου του 1956 δημοσιοποιήθηκε η απόφαση της Κ.Ε. του ΚΚΣΕ «Για την κατανίκηση της προσωπολατρίας και των συνεπειών της», η οποία ανάμεσα σε άλλα είχε και τούτη την αναφορά: «Κατέχοντας για πολύ χρονικό διάστημα τη θέση του γενικού γραμματέα της Κ.Ε. του κόμματος, ο I. Β. Στάλιν αγωνιζόταν δραστήρια με άλλους καθοδηγητικούς παράγοντες για την πραγματοποίηση των λενινιστικών υποθηκών. Ο Στάλιν ήταν αφοσιωμένος στον μαρξισμό-λενινισμό και καθοδήγησε σαν θεωρητικός και μεγάλος οργανωτής του αγώνα του κόμματος εναντίον των τροτσκιστών, των δεξιών οπορτουνιστών, των αστών εθνικιστών, εναντίον των μηχανορραφιών της καπιταλιστικής περικύκλωσης. Μέσα σ’ αυτή την πολιτική και Ιδεολογική πάλη, ο Στάλιν απόκτησε μεγάλο κύρος και δημοτικότητα. Ωστόσο, με τ’ όνομά του άρχισαν εσφαλμένα να συνδέονται όλες οι μεγάλες νίκες μας. Οι επιτυχίες που κέρδισαν το κομμουνιστικό κόμμα και η Σοβιετική χώρα, τα προσωπικά εγκώμια ζάλισαν το κεφάλι του Στάλιν. Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες άρχισε να δημιουργείται σιγά σιγά ή λατρεία της προσωπικότητας του Στάλιν» («Η Προσωπολατρία και οι συνέπειές της», εκδόσεις ΓΝΩΣΗ, σελ. 48). Στο 21ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ, τον Φεβρουάριο του 1959, δεν έγινε καμία αναφορά στην περίοδο Στάλιν. Το θέμα επανήλθε στο 22ο Συνέδριο του κόμματος, τον Οκτώβριο του 1961. Τρία χρόνια αργότερα, τον Οκτώβριο του 1964, ο Ν. Χρουστσόφ αντικαταστάθηκε στην ηγεσία του ΚΚΣΕ από τον Λ. Μπρέζνιεφ.
Η διαρροή στη Δύση και η δημοσιοποίηση στην Ελλάδα
Για τη «Μυστική Έκθεση» Χρουστσόφ, ο δυτικός κόσμος πληροφορήθηκε πολύ γρήγορα. Αμέσως μετά το 20ό Συνέδριο υπήρξαν δημοσιεύματα στον δυτικό Τύπο, που έκαναν λόγο για την ύπαρξη ενός τέτοιου ντοκουμέντου και δίνονταν περιλήψεις από το περιεχόμενό του. Ολόκληρη η έκθεση δόθηκε στη δημοσιότητα στις 4 Ιουνίου του 1956 από το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών. Οι Αμερικανοί αξιωματούχοι -όπως αναφέρεται στα ρεπορτάζ των ελληνικών εφημερίδων εκείνων των ημερών- δήλωσαν ότι η «Μυστική Έκθεση» έφτασε στα χέρια τους από «εμπιστευτική πηγή», αλλά ταυτόχρονα κράτησαν και επιφυλάξεις περί της αυθεντικότητας του κειμένου. Γενικά δεν αρνήθηκαν την αυθεντικότητα, αλλά με τον τρόπο που τοποθετήθηκαν κρατούσαν επιφυλάξεις για το αν είχαν το πλήρες κείμενο στα χέρια τους κι αν το αντίγραφό τους ήταν απολύτως πιστή αναπαραγωγή του πρωτοτύπου. Στα στοιχεία που δημοσιοποίησαν, το σύνολο του ντοκουμέντου αποτελούνταν από 25.000 λέξεις. Το ρωσικό κείμενο ήταν 58 σελίδες και η μετάφρασή του στα αγγλικά 82. Επίσης, από τους Αμερικανούς δημοσιοποιήθηκε ότι η «Μυστική Έκθεση» εκφωνήθηκε από τον Χρουστσόφ στο 20ό Συνέδριο στις 25-2-1956.
Ολόκληρη η «Μυστική Έκθεση», όπως δόθηκε από τους Αμερικανούς, δημοσιεύτηκε σε συνέχειες και σε ελληνική μετάφραση, σε τουλάχιστον τρεις ελληνικές εφημερίδες: στο «Βήμα» (από 8 έως 14 Ιουνίου 1956), στην «Καθημερινή» (το ίδιο διάστημα) και στην «Ελευθερία» (από 8 Ιουνίου έως 1 Ιουλίου 1956). Λίγο αργότερα, (μέσα στο 1956), η «Μυστική Έκθεση» κυκλοφόρησε και σε μια μπροσούρα 80 σελίδων, υπό τον τίτλο «Νικήτα Κρούτσεφ: Ο Αληθινός Στάλιν». Η έκδοση αυτή δεν έφερε κανένα στοιχείο εκδότη παρά μόνο την ένδειξη «Αθήνα 1956». Επίσης δεν υπήρχε καμία εισαγωγή. Υπήρχαν όμως 26 υποσημειώσεις, που από τον τρόπο που είναι γραμμένες φαίνεται πως αξιοποιούσαν εκείνες του σοβιετικού πρωτοτύπου. Η γλώσσα της έκθεσης, στην έκδοση αυτή, ήταν δημοτική, σε αντίθεση με εκείνη που χρησιμοποίησαν οι εφημερίδες, που ήταν απλή καθαρεύουσα. Ποιος προχώρησε σε αυτή την έκδοση παραμένει ακόμα μυστήριο. Οι αριστεροί, τότε, τη θεωρούσαν δουλειά των αμερικανικών υπηρεσιών σε συνεργασία με τα επιτελεία των ελληνικών αντικομμουνιστικών υπηρεσιών του κράτους.
Εν πάση περιπτώσει, τώρα πια, έχοντας γνώση του σοβιετικού πρωτοτύπου της έκθεσης, μπορούμε με απόλυτη βεβαιότητα να πούμε πως στα χέρια των Αμερικανών, το 1956, έφτασε ακριβές αντίγραφο της «Μυστικής Έκθεσης». Και μάλιστα το τελικό, όπως διορθώθηκε και συμπληρώθηκε από τους Σοβιετικούς την 1η Μαρτίου του 1956, καθώς στο κείμενο που δημοσιοποίησε το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών περιλαμβάνονται οι αντιδράσεις των συνέδρων στα διάφορα σημεία της εκφώνησής του από τον Χρουστσόφ. Με δεδομένο ότι το κείμενο αποχαρακτηρίστηκε από τη σοβιετική ηγεσία σχεδόν αμέσως και έπαψε να είναι άκρως απόρρητο και με δεδομένο ότι ελήφθησαν μέτρα ώστε να μην αναπαράγεται σε αντίγραφα (υπήρχε ελεγχόμενος αριθμός αντιγράφων κατά τη διαδικασία της ενημέρωσης των μελών του Σοβιετικού Κόμματος και των εξωκομματικών), μπορούμε βάσιμα να υποθέσουμε ότι η έκθεση διέρρευσε στη Δύση με σχέδιο ή με την ανοχή της σοβιετικής ηγεσίας υπό τον Ν. Χρουστσόφ.
Η νέα γραμμή του ΚΚΣΕ για ρήξη με το παρελθόν
Ενδεχομένως ο τελευταίος και οι επιτελείς του ήθελαν να στείλουν ένα μήνυμα στη Δύση για την αλλαγή πραγμάτων στη χώρα τους, αλλά και να επιδράσουν με τη νέα γραμμή ρήξης με το παρελθόν επί Στάλιν πάνω στα κομμουνιστικά κόμματα, στην Αριστερά και στο διεθνές εργατικό κίνημα. Αν αυτός ήταν ο στόχος, μπορούμε να πούμε ότι επιτεύχθηκε, ανεξαρτήτως του αποτελέσματος. Ο συγκλονισμός των κομμουνιστών και των αριστερών ήταν μεγάλος. Από το 20ό Συνέδριο και μετά οι σχέσεις της ΕΣΣΔ με την Κίνα μπήκαν σε αντίστροφη μέτρηση ρήξης. Σε διάφορα κομμουνιστικά κόμματα έγιναν αλλαγές -μικρότερες ή μεγαλύτερες, δεν έχει σημασία- στην ηγεσία τους και τίποτα δεν ήταν ίδιο με πριν. Σε ό,τι αφορά το ΚΚΕ, ο Ν. Ζαχαριάδης καθαιρέθηκε από γ.γ. της Κ.Ε. Αλλά αυτό οι Σοβιετικοί το είχαν αποφασίσει πριν εκφωνηθεί η έκθεση στο 20ό Συνέδριο. Η καθαίρεσή του, όμως, ήταν μέσα στο πνεύμα των αλλαγών που το συνέδριο επέφερε. Το αποτέλεσμα ήταν το ΚΚΕ να βιώσει μια σιωπηρή διάσπαση σε υποστηρικτές και επικριτές του Ζαχαριάδη. Η διάσπαση αυτή δεν πήρε ποτέ οργανωτική μορφή, καθώς το ΚΚΕ ήταν τότε παράνομο κι επειδή η αίγλη της Σοβιετικής Ένωσης ήταν ακόμα ισχυρή, ειδικά για τον κόσμο που μαχόταν στην Ελλάδα σε καθεστώς αστυνομικών διώξεων. Χωρίς αμφιβολία, η «Μυστική Έκθεση» άνοιξε τον «ασκό του Αιόλου» και απελευθέρωσε ανέμους που το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα κατάφερε ένα διάστημα να ηρεμήσει, αλλά ουδέποτε να ελέγξει πλήρως. Αυτό φάνηκε ακόμη πιο καθαρά με την περεστρόικα του Μ. Γκορμπατσόφ, όταν η συζήτηση γύρω από την περίοδο Στάλιν επανήλθε, για να φανεί πως ο λογαριασμός με το παρελθόν ήταν ακόμα ανοικτός.
Αρχική δημοσίευση: efsyn.gr
Οι «παντός καιρού» δηλώσεις της Αλ. Παπαρήγα

Γράφει ο Κωνσταντίνος Παπαναγιώτου.
Οι σημερινές θέσεις της ηγεσίας του ΚΚΕ όχι μόνο δεν έχουν σχέση με τις ανάγκες της εργατικής τάξης και του κινήματος αλλά και καμιά σχέση με τις θέσεις που είχε το ίδιο το κόμμα. Η διολίσθηση των θέσεων του ΚΚΕ ίσως δεν είναι ευκρινής αν ειδωθεί αποσπασματικά. Είναι, όμως, ξεκάθαρη αν συγκριθεί με παλιότερες θέσεις. Σήμερα επιχειρούμε μια πρώτη ανάγνωση παρακολουθώντας τις «παντός καιρού» δηλώσεις του προσώπου που από την ανώτατη καθοδηγητικά θέση έδωσε το δικό του στίγμα σ’ αυτή τη μετάλλαξη. Της επί σειρά ετών ΓΓ της ΚΕ του ΚΚΚΕ Αλέκας Παπαρήγα. Ας ξετυλίξουμε το νήμα προς τα πίσω:
Στα τέλη του 2015, η Αλέκα Παπαρήγα, μιλώντας στην εκδήλωση των κλαδικών οργανώσεων της ΚΟ Μακεδονίας για τα διδάγματα του Οχτώβρη του 1917, θέλησε να υπερασπιστεί την σημερινή πολιτική του κόμματος δηλαδή την εγκατάλειψη του μετώπου. Σημείωσε μεταξύ άλλων:
«Ο αγώνας που κατευθύνεται στο σοσιαλισμό, ο ίδιος ο σοσιαλισμός δεν είναι για μας ένα εικόνισμα, ένας αόριστος «τελικός» σκοπός, που κάπου κάποτε θα έλθει από μόνος του. Απαιτείται επαναστατική στρατηγική που στηρίζεται στο χαρακτήρα της εποχής μας, ως εποχής περάσματος από τον καπιταλισμό στο σοσιαλισμό, η αδιαπραγμάτευτη θέση ότι ανάμεσα στον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό δεν υπάρχει ενδιάμεσο στάδιο και πολιτικό καθεστώς, ότι το Κόμμα δεν συμμετέχει σε αστικές κυβερνήσεις, σε κυβερνήσεις αστικής διαχείρισης».
Και παρακάτω: «Η αντίθεση επανάσταση ή μεταρρύθμιση εκφράζεται και στις γραμμές του εργατικού κινήματος ως αντίθεση της ταξικής γραμμής με την αστική, τη ρεφορμιστική και την οπορτουνιστική. Ο στόχος των τελευταίων είναι ένας: Η πολύπλευρη χειραγώγηση, ώστε το εργατικό κίνημα, το λαϊκό κίνημα να περιορίζονται στα στενά όρια της γραμμής πίεσης για καλύτερους όρους πώλησης της εργατικής δύναμης, για κάποια ψίχουλα που θα πέσουν από το τραπέζι των μονοπωλίων, να αποδέχονται βουβά την κατάργηση των κατακτήσεων σε συνθήκες κρίσης. Οι αστικές, μικροαστικές και οπορτουνιστικές αντιλήψεις, ανεξάρτητα από τις διαφορές και ανταγωνισμούς στο επίπεδο των πολιτικών τους φορέων, προβάλλουν ότι η λαϊκή κυριαρχία πραγματοποιείται με τις εθνικές εκλογές, επομένως δεν έχει σημασία η εξωκοινοβουλευτική πάλη, η ταξική πάλη, ανάλογα, θεωρείται εχθρική ή ανεδαφική».
Τέλος: «Δυστυχώς, μετά την Οχτωβριανή Επανάσταση, το Διεθνές Κομμουνιστικό Κίνημα επεξεργάσθηκε διαφορετικές στρατηγικές για τα Κομμουνιστικά Κόμματα ανάλογα με τον βαθμό ανάπτυξης του καπιταλισμού και τη θέση της χώρας στο διεθνές ιμπεριαλιστικό σύστημα, σε αντίθεση με το χαρακτήρα της εποχής. Αυτή η επιλογή κόστισε πολύ, κυρίως είχε μακροπρόθεσμη επίδραση, γεννούσε αντιφάσεις και συγχύσεις, καθώς υιοθετήθηκε η επαναστατική διαδικασία των δύο σταδίων, και στη συνέχεια διάφοροι τύποι εργατικών κυβερνήσεων και ενδιάμεσων, μεταβατικών πολιτικών καθεστώτων. Δεν είναι καθόλου τυχαίο, ούτε περίεργο που οι σύγχρονοι οπορτουνιστές ασκούν πολεμική στο Κόμμα μας, γιατί αποκατέστησε τον επαναστατικό του χαρακτήρα με την κατάργηση των δύο σταδίων, στο 15ο Συνέδριο του 1996 και πιο ολοκληρωμένα στο 19ο Συνέδριο του 2013».
Στο σημείο αυτό, είναι ενδιαφέρον να δούμε τι είπαν για το θέμα των συμμαχιών και την νέα πολιτική του ΚΚΕ όπως υιοθετήθηκε στο 19ο Συνέδριο, ο τέως κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος και γραμματέας της ΚΟ του ΚΚΕ Αντώνης Σκυλλάκος και ο δημοσιογράφος Νίκος Μογιόπουλος στον προσυνεδριακό διάλογο. Απόψεις που τελικά τις πλήρωσαν με τον αποκλεισμό τους από το 19ο συνέδριο, αφού δεν εξασφάλισαν την ιδιότητα του συνέδρου μέσα από τις εκλογικές διαδικασίες στις κομματικές οργανώσεις τους:
Αντ. Σκυλλάκος: «Αν θέλουμε συσπείρωση ευρύτερων μαζών, θα πρέπει να συγκεντρωθούν όσο το δυνατόν περισσότερες δυνάμεις, που θίγονται ή καταστρέφονται από τα μονοπώλια και τον ιμπεριαλισμό, που υφίστανται στο «πετσί» τους την κρατική καταστολή. Δεν είναι δυνατόν σε συνθήκες καπιταλισμού, οι πλατιές λαϊκές μάζες να αποκτήσουν αντικαπιταλιστική συνείδηση και να συμφωνούν με το ΚΚΕ στη δικτατορία προλεταριάτου.»
Ν. Μπογιόπουλος: «Με αυτήν την (μη) πολιτική συμμαχιών ‘πλησιάζουμε’ το σοσιαλισμό μόνο ως αντικατοπτρισμό. Η Λαϊκή Συμμαχία, που δεν είναι πολιτική, δεν συμμετέχει σε εκλογικές μάχες, που απορρίπτει όσους διαφοροποιούνται από το ΚΚΕ (Θέση 67), που «έχει μια ορισμένη μορφή διαμόρφωσης με τη δράση σε κοινό πλαίσιο των ΠΑΜΕ, ΠΑΣΕΒΕ, ΠΑΣΥ, ΜΑΣ», είναι «συμμαχία» μόνο με τον εαυτό μας.»
Αυτά συνοπτικά όσον αφορά το θέμα γύρω από την πολιτική του κόμματος σύμφωνα με τις αποφάσεις του 19ου Συνέδριου.
Ας πάμε πίσω. Στο 15ο Συνέδριο:
«…Στις γραμμές του Μετώπου εντάσσονται δυνάμεις ανομοιογενείς από άποψη κοινωνικής θέσης και ιδεολογικοπολιτικής στάσης. Αντανακλώνται διαφορετικές τάσεις, σε ό,τι αφορά την προοπτική και το σκοπό της αντιιμπεριαλιστικής, αντιμονοπωλιακής πάλης.
Η ανάπτυξη των κοινωνικοπολιτικών αναμετρήσεων, των ταξικών συγκρούσεων, θα φέρνει στην ημερήσια διάταξη το πρόβλημα της εξουσίας. To KKE κατευθύνει τη δράση του, ώστε η αντιιμπεριαλιστική, αντιμονοπωλιακή πάλη να αναπτύσσεται και να βαθαίνει η αντικαπιταλιστική συνείδηση της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων. Το ΚΚΕ σταθερά προσπαθεί να πείθει ότι δεν αρκεί να φύγουν τα αστικά κόμματα και οι σύμμαχοί τους από το τιμόνι της διακυβέρνησης. Πρέπει να ανατραπεί το αστικό κράτος και οι μηχανισμοί του. Να δημιουργηθεί μια νέα λαϊκή εξουσία, που δεν είναι άλλη από τη σοσιαλιστική.
Σε συνθήκες κορύφωσης της ταξικής πάλης, επαναστατικής ανόδου του λαϊκού κινήματος, όταν η επαναστατική διαδικασία έχει ξεκινήσει, μπορεί να προκύψει κυβέρνηση, ως όργανο λαϊκής εξουσίας, που έχει την έγκριση και τη συγκατάθεση του αγωνιζόμενου λαού, χωρίς γενικές εκλογές και κοινοβουλευτικές διαδικασίες. Αυτή η κυβέρνηση θα ταυτίζεται, ή θα τη χωρίζει τυπική απόσταση από την εξουσία της εργατικής τάξης και των συμμάχων της.
Σε συνθήκες ταξικών αναμετρήσεων και μεγάλης φθοράς στην επιρροή των αστικών κομμάτων και των συμμάχων τους, μπορεί να προκύψει κυβέρνηση αντιιμπεριαλιστικών αντιμονοπωλιακών δυνάμεων με βάση το κοινοβούλιο χωρίς να έχουν διαμορφωθεί ακόμα οι όροι για το επαναστατικό πέρασμα.
Η δρομολόγηση κυβερνητικών μέτρων που στοχεύουν στην ανακούφιση του λαού, ενάντια στο πολυεθνικό κεφάλαιο, στην εξάρτηση και τη συμμετοχή της χώρας στις ιμπεριαλιστικές ενώσεις, είναι δυνατόν να συσπειρώνει και να πείθει για την ανάγκη γενικότερης ρήξης.
Το ΚΚΕ επιδιώκει μια τέτοια κυβέρνηση, με τη δράση της και τη γενικότερη λαϊκή παρέμβαση, να συμβάλει στην έναρξη της επαναστατικής διαδικασίας. Το διάστημα μέσα στο οποίο θα κριθεί αν η κυβέρνηση θα προχωρήσει προς τα εμπρός δε θα είναι μακρόχρονο. Η πείρα δείχνει ότι θα είναι βραχύχρονο. Αν οι εξελίξεις δεν πάρουν θετική πορεία, τότε η κυβέρνηση θα ανατραπεί, κάτω από την αντίδραση της κυρίαρχης τάξης και την ιμπεριαλιστική παρέμβαση. Η ανατροπή της δε σημαίνει υποχρεωτικά συνολικό πισωγύρισμα. Μπορεί να γίνει παράγοντας για να κατανοηθεί βαθύτερα η ανάγκη ριζικής ανατροπής του καπιταλιστικού συστήματος».
.
Τέλος ας πάμε πολύ πίσω. Στον Ιούνιο του 1991:
«Οι ιδέες της περεστρόικα απαντούν στις απαιτήσεις της αναδιοργάνωσης του σοσιαλισμού, συμβάλλουν σημαντικά στην ανάπτυξη της σύγχρονης θεωρίας του…σοσιαλισμού, έκαναν το σοσιαλισμό πιο ελκυστικό». Αλέκα Παπαρήγα Ιούνιος 1991
Κατά τα άλλα η Αλέκα Παπαρήγα έχει μόνιμα στο στόχαστρο της τους οπορτουνιστές και όποιους κατά την ίδια κάνουν "υπονομευτική δουλειά" στο ΚΚΕ, όπως ο Εργατικός Αγώνας.
Σαν επίλογο παραθέτω απόσπασμα από την διακήρυξη της Κίνησης Κομμουνιστών-Εργατικός Αγώνας:
«Το ΚΚΕ, όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα με την ευθύνη των καθοδηγητικών του οργάνων, δεν μπορεί να επιτελέσει τον ιστορικό του ρόλο, να οργανώσει τους καθημερινούς αγώνες για την επιβίωση του λαού, να προωθήσει την ενότητα της εργατικής τάξης και τη συμμαχία της με τα άλλα εκμεταλλευόμενα και καταπιεσμένα τμήματα της κοινωνίας, να διαμορφώσει τις προϋποθέσεις για την επαναστατική αλλαγή της κοινωνίας. Με τη σημερινή του πολιτική, την τακτική που εφαρμόζει, τις ιδεολογικές και πολιτικές του αντιλήψεις, το πρόγραμμα που ψήφισε στο τελευταίο συνέδριο του, την αναθεώρηση της ιστορίας του που προωθεί, μόνο ως σεχταριστικός φορέας, ο οποίος εξ αντικειμένου δρα ανασχετικά στους αγώνες και στην ανάπτυξη της ταξικής συνείδησης, μπορεί να λειτουργήσει.
Ελπίδα και προοπτική μπορεί να υπάρχει: Μόνο με ένα κόμμα που, στηριγμένο στον Μαρξισμό - Λενινισμό, θα μελετάει την σύγχρονη πραγματικότητα και θα γενικεύει μέσα από αυτή αντί να την προσαρμόζει σε σχήματα και γενικεύσεις καταστάσεων που προηγήθηκαν».
Τα συμπεράσματα δικά σας.
ΠΗΓΗ: ergatikosagwnas.gr
Ένα σχόλιο για την πολιτική διακήρυξη της ΛΑΕ

Του Πάνου Δαμέλου
Θετικές διεργασίες και προβληματισμοί είναι σε εξέλιξη στη βάση της ΛΑΕ, όπως φαίνεται από το κείμενο 30 μελών από όλη την Ελλάδα, όπου ζητούν μεταξύ άλλων ξεκάθαρη θέση κατά της ΕΕ, δημοκρατική συγκρότηση και συμμαχίες προς τα αριστερά. Από την άλλη, χθες η ηγεσία της ΛΑΕ δημοσίευσε μία πολυσέλιδη διακήρυξη που σε γενικές γραμμές επαναλαμβάνει το πολιτικό πλαίσιο του Σεπτέμβρη και δείχνει σαφή τάση πρώτα να κατοχυρωθεί, σε επίπεδο κοινωνίας, τόσο η ηγεσία όσο και η πολιτική γραμμή, ώστε μετά να γίνει ένα συνέδριο ουσιαστικά επικύρωσης (και οι οργανωμένες δυνάμεις που φιλοδοξούν να αποτελέσουν την «αριστερή πλατφόρμα» -και όχι ηγεμονική τάση- εντός της ΛΑΕ, δυστυχώς φαίνεται να συναινούν και πρακτικά να συμβάλλουν σε αυτό).
Για την ίδιο τη διακήρυξη θα μπορούσαν να γραφτούν διάφορα. Συνολικά αναπαράγει αυτούσιες όλες τις προβληματικές πλευρές του ΣΥΡΙΖΑ του 2012, με κάποια καλοδεχούμενα προχωρήματα (έξοδος από ευρώ και ΝΑΤΟ, εθνικοποιήσεις χωρίς αποζημιώσεις στο μεγάλο κεφάλαιο) τα οποία όμως δεν αλλάζουν τη συνολική εικόνα: Η φυσιογνωμία που επιχειρείται να κατοχυρωθεί από την ηγεσία της ΛΑΕ είναι αυτή της συνεπούς σοσιαλδημοκρατίας. Όλο το κείμενο διαπνέεται από άκρατο κυβερνητισμό, ουσιαστικά περιγράφει τι θα κάνει η… κυβέρνηση της ΛΑΕ, πώς θα ξαναπιάσει το νήμα που άφησε ο ΣΥΡΙΖΑ τον Ιούλη του ’15 μετά το δημοψήφισμα (μέχρι τότε μάλλον πήγαιναν όλα καλά – αφού και η ηγεσία του Αριστερού Ρεύματος συμμετείχε και νομιμοποιούσε…). Συνεχίζει να αρνείται να μιλήσει για τη φύση της ΕΕ και ρίχνει τα πάντα στους σημερινούς συσχετισμούς εντός της: Λέει πως το δίλημμα που ΙΣΩΣ να τεθεί είναι «σύγκρουση με τη σημερινή Ε.Ε. ή εγκατάλειψη του προοδευτικού, ριζοσπαστικού μας προγράμματος» – μήπως να το ξανασκεφτούμε, αφού αύριο μπορεί να μετατραπεί σε μία άλλη Ε.Ε.; Υπάρχει καλύτερη Ε.Ε. και τη θέλουμε; Δεν μπορώ να μη σχολιάσω και το σλόγκαν «για μια νέα Ελλάδα σε μια άλλη Ευρώπη» – δεν θέλω να γίνω κακεντρεχής αλλά ειλικρινά μου θύμισε την αφίσα του Ανδρέα Παπανδρέου που έλεγε «για μια Ελλάδα που αγαπάμε σε μια Ευρώπη που θέλουμε». Θα αναμετρηθεί η αριστερά επί της ουσίας με την ηγεμονική αφήγηση των «Μένουμε Ευρώπη» και της Ε.Ε.-«Ευρώπης των λαών» ή θα κοροϊδεύουμε – και θα κοροϊδευόμαστε; Για το χρέος, η θέση της διακήρυξης είναι «…στάση πληρωμών για τη διαγραφή του “παράνομου, επονείδιστου και επαχθούς χρέους”- όπως αυτό περιγράφεται στο πόρισμα της αρμόδιας επιτροπής της Βουλής- ή τουλάχιστον του μεγαλύτερου μέρους του». Δηλαδή το χρέος είναι «παράνομο, επονείδιστο και επαχθές» αλλά η κυβέρνηση της ΛΑΕ μπορεί και να δεχθεί να πληρώσουμε π.χ. το 40%; Όσο για τους μετανάστες, συνεχίζει να αρνείται να μιλήσει για πολιτικά μέτρα όπως νομιμοποίηση και μιλάει γενικά για «πολιτική ανθρωπισμού».
Αυτά είναι τα πολύ βασικά, θα μπορούσε κανείς να σχολιάσει πολλά σημεία ακόμη. Το μεγαλύτερο πρόβλημα όμως για μένα είναι η ουσία της πολιτικής πρότασης, η εναπόθεση των ελπίδων εκ νέου στην… «κυβέρνηση της αριστεράς» (παρά τις διακηρύξεις κατά του κυβερνητισμού – και ο ΣΥΡΙΖΑ αυτά έλεγε άλλωστε) και ο περιορισμός σε μία σοσιαλδημοκρατική πρόταση (παρά τις θολές παραπομπές στον «σοσιαλισμό του 21ου αιώνα» – ξανά, και ο ΣΥΡΙΖΑ τα ίδια έλεγε, παραπέμποντας επί της ουσίας τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό στις καλένδες, λέγοντας ότι τώρα προέχει να «σώσουμε την οικονομία»).
Ελπίζω ότι οι άνθρωποι που στήριξαν τον ΣΥΡΙΖΑ δεν θα ξανακάνουν το ίδιο λάθος, θα δουν πού οδήγησε το κίνημα, την αριστερά και εν τέλει την κοινωνία η αναμονή της κυβερνητικής λύσης από τα πάνω, ότι δεν θα χτίσουν εκ νέου έναν φορέα ανάθεσης και σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης, έναν φορέα που θα υπόσχεται εύκολες λύσεις χωρίς πολλές ρήξεις «επειδή αλλιώς τρομάζει ο κόσμος». Επειδή λοιπόν εμείς νομίζουμε ότι ο Μαρξ… δεν έλεγε βλακείες, ας τον θυμηθούμε:
«Οι κομμουνιστές θεωρούν ανάξιό τους να κρύβουν τις απόψεις και τις προθέσεις τους. Δηλώνουν ανοιχτά ότι οι σκοποί τους μπορούν να πραγματοποιηθούν μονάχα με τη βίαιη ανατροπή όλου του σημερινού κοινωνικού καθεστώτος.»
(από το Κομμουνιστικό Μανιφέστο)
Κι επειδή αν πρέπει να κρατήσουμε ένα μάθημα από την πορεία του ΣΥΡΙΖΑ είναι ότι, αν δεν κοιτάς εκεί που θέλεις να πας, στο τέλος θα πας εκεί που κοιτάς… Αυτή τη φορά, ας το πάρουμε αλλιώς.
ΠΗΓΗ: pandiera.gr
Στην ταξική πάλη δεν υπάρχουν αδιέξοδα

Άρθρο συμβολής στο διάλογο για την 3η Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ
του Μιχάλη Ρίζου
Σε αντίθεση με διάφορους δημοσιολόγους και «πλατφόρμες» της αριστεράς που μέχρι χθες υποστήριζαν ότι ο Τσίπρας και η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ θα εφάρμοζαν αντιμνημονιακό, ανακουφιστικό ή έστω “παράλληλο” πρόγραμμα, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ σχετικά έγκαιρα (παρά τις αντιφάσεις της) διέβλεψε ότι η διαχειριστική, φιλο ΕΕ στρατηγική φυσιογνωμία του ΣΥΡΙΖΑ, πολύ γρήγορα θα οδηγούσε σε βίαιη εφαρμογή όλου του πακέτου των αντιδραστικών αναδιαρθρώσεων που υπαγορεύει το κεφάλαιο, το ΔΝΤ και οι ευρωδικτάτορες. Ήδη η πρόταση νόμου για το Ασφαλιστικό συντρίβει κάθε αυταπάτη για άμβλυνση της αντιλαϊκής επίθεσης, διαλύει αντικειμενικά κάθε περιθώριο λαϊκής ανοχής στη νέα κυβέρνηση και αποδεικνύει την ορθότητα της προηγούμενης εκτίμησης.
Οι μεγάλες κινητοποιήσεις των αυτοαπασχολούμενων επιστημόνων, τα αγροτικά μπλόκα, οι απεργίες των ναυτεργατών και κυρίως, η πολύ πετυχημένη πανεργατική απεργία της 4 Φλεβάρη δείχνουν ότι (ξανα)ανεβαίνει η μαχητικότητα στην εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα, ότι μέσα στη μαζική απογοήτευση (ξανα)αχνίζουν σπίθες ελπίδας για μια διαφορετική πολιτική διέξοδο. Tο ερώτημα του άλλου δρόμου ξανατίθεται.
Σε αυτή τη συγκυρία και μπροστά στην 3η συνδιάσκεψή της, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρέπει να ανέβει κατηγορία. Το δυναμικό υπάρχει, οι θέσεις της αποτελούν προωθητική αφετηρία αντικαπιταλιστικής συσπείρωσης, ωστόσο είναι ζητούμενη η ενιαία μετωπική της συγκρότηση, η ξεκάθαρη τοποθέτησή της υπέρ της ταξικής ανασυγκρότησης του εργατικού κινήματος κόντρα στον εργοδοτικό-κυβερνητικό συνδικαλισμό (ΓΣΕΕ κλπ) και η προσήλωσή της στο αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα και την επανάσταση – την αναγκαία τομή για την αρχή της απελευθέρωσης της εργατικής τάξης από την σημερινή βαρβαρότητα.
Οφείλουμε να παραδεχτούμε και να ορίσουμε το πρόβλημα: Πράγματι η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν έχει ευθύνη για την κατάρρευση του σχεδίου ΣΥΡΙΖΑ. Και οι δυνάμεις που προσχώρησαν ή επέλεξαν τακτική κριτικής στήριξης σε αυτό, πέρα από μια γόνιμη αυτοκριτική (που δεν έχουν κάνει!), οφείλουν να μην τσουβαλιάζουν και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ στο “μέτωπο” του ξεπεσμού της αριστερής πολιτικής. Επιτέλους, όλοι αυτοί που μας αποκαλούσαν μυωπικούς και σεχταριστές, επειδή δεν βλέπαμε την “ιστορική ευκαιρία για την αριστερά στην εξουσία”, δεν μπορούν να μας απαγγέλουν την ίδια κατηγορία επειδή δήθεν αγνοούμε τους συσχετισμούς και δεν αναγνωρίζουμε την “ιστορική ήττα της αριστεράς” από τη στιγμή που απέτυχε και ο ΣΥΡΙΖΑ.
Οι ευθύνες μας υπάρχουν, εδράζονται όμως σε διαφορετική κατεύθυνση: στο ότι μετά τη 2η Συνδιάσκεψη περιορίσαμε τη συζήτηση στα τρέχοντα και κυρίως στις συνεργασίες, ιδιαίτερα τις εκλογικές. Στο ότι δεν έχουμε συζητήσει – διαμορφώσει την στρατηγική για τον άλλο τρόπο κοινωνικής οργάνωσης, σε ρήξη με το κεφάλαιο και την ιδιοκτησία του. Στο ότι παρά την πρωτοπόρα στάση μας στο μαζικό κίνημα και τη συμβολή μας στο αναγκαίο για το λαό αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα (το οποίο παραμένει ανολοκλήρωτο), δεν μπορέσαμε ως τώρα, εν μέσω καπιταλιστικής κρίσης και μεγάλων κ-π ανακατατάξεων, να απαντήσουμε επαναστατικά στο ερώτημα του «ποιος-ποιον», στο ζήτημα των ζητημάτων, εκεί που κατά Λένιν συμπυκνώνονται όλες οι ταξικές αντιθέσεις, δηλ. στο ζήτημα του κράτους και της εξουσίας. Στο ότι δεν μπορέσαμε να οργανώσουμε σε ανώτερη βάση το υποκείμενο της ανατροπής.
Δεν είναι ότι δεν προσπαθήσαμε!
Το προηγούμενο διάστημα επιχειρήσαμε να αναπτυχθεί στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ και εν μέρει σε όλη την αριστερά η “τεκμηρίωση του άλλου δρόμου”. Το πώς μπορούμε να ζήσουμε έξω από το ευρώ και την ΕΕ. Η οριοθέτηση μιας πορείας αντικαπιταλιστικών ανατροπών για την διέξοδο από το άθλιο καθεστώς του ευρωμνημονίου και της επιχειρηματικής δικτατορίας. Η περιγραφή αυτού του δρόμου βασιζόταν πάνω στο αντικειμενικό, το αντικαπιταλιστικό μας πρόγραμμα πάνω στο κοινωνικά αναγκαίο, αποκοβόταν όμως από το υποκείμενο αυτού του δρόμου, από την κατάλληλη τακτική που το υπηρετεί, τελικά απομακρυνόταν και από το ζήτημα της εξουσίας. Παρότι με σαφήνεια διατυπώναμε πως το πρόγραμμά μας στην πληρότητά του εφαρμόζεται μόνο μετά το επαναστατικό τσάκισμα της αστικής μηχανής, η τακτική μας αποσυνδεόταν από αυτή τη στρατηγική.
Πρέπει να πούμε σαφώς ότι αυτή η αντίφαση παραχώρησε έδαφος στο πολιτικό ζήτημα υπέρ του ΣΥΡΙΖΑ. Αφού το ζήτημα της εξουσίας είναι για το μέλλον, αφού θα τεθεί κάποια … στιγμή επί τάπητος, η σημερινή απάντηση για «τον άλλο δρόμο» μπορεί να έρθει – ή τουλάχιστον να ανοίξει – μόνο με μια αριστερή κυβέρνηση. Το ίδιο έκανε σε χειρότερη εκδοχή και το ΚΚΕ. Αφού η λαϊκή εξουσία είναι για το ακαθόριστο μέλλον, αφού οι αντικαπιταλιστικοί στόχοι (διαγραφή χρέους, έξοδος από την ΕΕ κλπ) είναι λίγο – πολύ ρεφορμιστικοί και δεν μπορούν να επιφέρουν ρήγματα στην επίθεση του κεφαλαίου, δεν μένει τίποτα άλλο από «την αντίσταση» και την «κομματική συντήρηση». Αυτό είναι το ιστορικό πρόβλημα στην αριστερά.
Ο επαναστατικός δρόμος, στην εποχή μας, και η μαρξιστική προσέγγιση του ζητήματος κράτος- επανάσταση- εξουσία δεν είναι όμως για το μετά. Δεν είναι αποκομμένος από το πρόγραμμα και την τακτική. Και όσο κι αν η απάντηση ότι «σήμερα δεν υπάρχει συσχετισμός για επανάσταση» είναι σωστή, η ευκολία με την οποία αυτή τίθεται (έτσι για να ξεμπερδεύει κανείς!) θολώνει τη συζήτηση για το πώς θα δημιουργηθεί αυτός ο συσχετισμός. Αναβάλλει τις προγραμματικές επεξεργασίες για την οικοδόμηση του αντικαπιταλιστικού μετώπου, στερεί το εργατικό κίνημα από μια πολιτική διέξοδο χειραφέτησης, το συνθλίβει διαρκώς σε κοινοβουλευτικές αυταπάτες και απογοητεύσεις. Ας το πούμε πιο καθαρά: καμιά αντικαπιταλιστική τακτική που δεν συνδέεται με το ζήτημα της επανάστασης δεν επιδρά αποφασιστικά στο συσχετισμό και καμιά «επαναστατική» πρόταση αν δεν πατάει σε άμεσο πρόγραμμα ρήξης με τους κόμβους της επίθεσης του κεφαλαίου δεν έχει μέλλον.
Κακά τα ψέματα, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν έχει ανοίξει αυτή τη συζήτηση. Η στρατηγική της επανάστασης δεν έχει γίνει κτήμα της. Κι όταν το επιχειρεί, είτε γίνεται τυπικά, ως υποχρέωση, είτε με όρους ταύτισης της τακτικής με την στρατηγική (αντικαπιταλιστική ανατροπή = επανάσταση) ή ακόμα με λογική «ενιαίου μετώπου» της δεκαετίας του ’20. Όχι ως ανίχνευση των σημερινών επαναστατικών δυνατοτήτων, των αντικειμενικών ρωγμών του συστήματος, της όξυνσης των αντιθέσεών του και της αναπτυσσόμενης πολιτικής κρίσης, της πιθανότητας μόνιμης «δυσκυβερνησίας» (ακυβερνησία τη λένε οι αστοί δημοσιολόγοι).
Το 2016 μπήκε με νέες αναταράξεις. Η καπιταλιστική κρίση υποτροπιάζει πιο επιθετικά, ο πόλεμος είναι προ των πυλών ενώ ο ολοκληρωτισμός στην ΕΕ οδηγεί σε σύγχρονα Άουσβιτς (με δήμευση ακόμα και των προσωπικών αντικειμένων των μεταναστών – προσφύγων πριν τους ρίξουν απλήρωτους δούλους στα κάτεργα της αυτοματοποιημένης παραγωγής τους). Στην Ελλάδα η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ «καίγεται» πιο σύντομα από ότι αναμενόταν και η πολιτική αστάθεια υποβόσκει πιο οξυμένη αυτή τη φορά. Εκτός των άλλων, είναι απόλυτα απαραίτητη η επαναστατική – πολιτική ωρίμανση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, όταν σε αυτή την κατάσταση βλέπει κανείς την κουραστική και μονότονη επανάληψη διαχειριστικών, κοινοβουλευτικών και εκλογικών λύσεων από τους ίδιους δημοσιολόγους και «πλατφόρμες», αναμασώντας σε διαφορετικές εκδοχές τα συμπεράσματα και τις λύσεις του 2011-2012, που οδήγησαν στην τραγική αποτυχία και τη μαζική απογοήτευση.
Ας γίνουμε πιο συγκεκριμένοι:
1) Υπάρχει πολιτικό αδιέξοδο;
Πολλοί απαντάνε ΝΑΙ. Εκτιμούν ότι η μνημονιακή στροφή του ΣΥΡΙΖΑ, οδήγησε όλη την αριστερά (και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ) σε στρατηγική οπισθοχώρηση και ότι δεν μπορεί να υπάρχει πολιτική πρόταση ανατροπής αυτή την περίοδο. Η θέση αυτή έχει τρεις παραλλαγές:
Η πρώτη, η πιο “δεξιά” θα λέγαμε, θεωρεί ότι ο δρόμος των αντιδραστικών μεταρρυθμίσεων-αναδιαρθρώσεων στα πλαίσια της ΕΕ, του ΔΝΤ και του χρέους είναι μονόδρομος και ότι σε αυτόν χωράει μόνο ένα «παράλληλο» πρόγραμμα οριακών βελτιώσεων και ανακούφισης των εξαθλιωμένων. Και άρα σε πολιτικό επίπεδο αν ανατραπεί η κυβέρνηση Τσίπρα, η μόνη επιλογή είναι ο … Κυριάκος. Πάλι ο μπαμπούλας της νεοσυντηρητικής δεξιάς (ή/και της ΧΑ), πάλι ο “καλός” Πλαστήρας απέναντι στον “κακό” Παπάγο.
Όμως οι Θέσεις της 3ης Συνδιάσκεψης λένε: Η επίθεση αυτή δεν αποτελεί «μία από τις επιλογές του κεφαλαίου, αλλά αναπόδραστη ανάγκη του για το ξεπέρασμα της κρίσης του μέσα από τη συντριβή των δικαιωμάτων των εργαζόμενων. Στη σημερινή φάση της κρίσης του καπιταλισμού δεν υπάρχει μοντέλο «κεϋνσιανής διαχείρισης» και κάθε «κοινωνικό συμβόλαιο» είναι αδύνατο.
Αυτή η εκτίμηση είναι που κάνει τον Αλέξη … νεοσυντηρητικό, το παράλληλο πρόγραμμα …. ευθύ μνημονιακό και τη δεξιά παλινόρθωση … πολιτική γελοιογραφία.
Υπάρχει και δεύτερη παραλλαγή, πιο “αριστερή”. Που θεωρεί πολιτική διέξοδο ένα αντιμνημονιακό και πατριωτικό μέτωπο, εν πολλοίς διαταξικό, εντός της ΕΕ αλλά με εθνικό νόμισμα. Που αντιμετωπίζει τις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις ως πρόβλημα “εξαγωγικού εμπορίου” και την υποτίμηση της εργατικής δύναμης ως πρόβλημα ρευστότητας και παραγωγικής ανασυγκρότησης (δηλ. καπιταλιστικής ανάπτυξης)!. Φυσικά αυτή η θέση έχει και το πολιτικό της αντίστοιχο: μια κυβέρνηση αντιμνημονιακή, “όλων των Ελλήνων”, ως απάντηση στην “οικουμενική κυβέρνηση” των μνημονιακών δυνάμεων, που σύμφωνα με την εκτίμηση αυτή είναι στα σκαριά.
Αντίθετα οι Θέσεις διαπιστώνουν ότι «επιβεβαιώνεται από παντού πως πρόκειται για μια δομική κρίση του καπιταλισμού, που για το κεφάλαιο έχει μόνο μία διέξοδο. Μια νέα βουτιά στην εκμετάλλευση, με παράλληλη όξυνση των ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και πολέμων, με προώθηση της διεθνούς επέλασης των πολυεθνικών (ΤΤΙΡ) παραπέρα αντιδραστικοποίηση των καπιταλιστικών ολοκληρώσεων, κρίση της αστικής δημοκρατίας και μεγάλη αντιδραστική στροφή σε όλον τον κόσμο και την Ευρώπη».
Τέλος υπάρχει και η “κινηματική” παραλλαγή. Που θεωρεί διέξοδο την διαταξική συσπείρωση απέναντι σε ένα νόμο (βλέπε την επιδιωκόμενη συμμαχία μεγαλο-, μικρο-αγροτών που “καταπίνει” το υπεραντιδραστικό θέμα του μητρώου και της ΚΑΠ για να “ενώσει” όλες τις δυνάμεις στο αίτημα της απόσυρσης του αντιασφαλιστικού νόμου). Ή σε μια άλλη οπτική, την αντικατάσταση του πολιτικού αγώνα από “καθαρά εργατικά αιτήματα”.
Και οι τρείς θέσεις εντείνουν το πολιτικό αδιέξοδο, δεν συσπειρώνουν δυνάμεις στη ρήξη με την επίθεση του κεφαλαίου, του αστικού πολιτικού συστήματος και της ΕΕ, πρέπει να ηττηθούν στον αριστερό κόσμο και το μαζικό κίνημα.
2) Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ χρειάζεται μπροστά στην 3η συνδιάσκεψη να ανιχνεύσει με μεγαλύτερη επάρκεια την προγραμματική, πολιτική διέξοδο που προτείνει. Αποτελεί ζήτημα εξαιρετικής σημασίας στην κλιμάκωση των αγώνων αλλά και στην επίδραση στους συσχετισμούς σε συνθήκες που κρύβουν τη δυνατότητα ριζικής αλλαγής τους.
Για μας η λύση δεν είναι εκλογική – κοινοβουλευτική. Σε αντίθεση με το αστικό δόγμα “στη δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα”, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρέπει να φωνάξει “στην ταξική πάλη δεν υπάρχουν αδιέξοδα”. Και κάνει μεγάλο λάθος η ηγεσία της ΛΑΕ που πιστεύει ότι “Οι εκλογές είναι βέβαιο ότι θα βάλουν ταφόπετρα στο τρίτο μνημόνιο”. Και ότι “η μόνη δύναμη που θα βγει σίγουρα ωφελημένη από τις εκλογές είναι η ΛΑ.Ε, η οποία γνωρίζει αυτήν την περίοδο μια μεγάλη ανοδική λαϊκή δυναμική”.
Βέβαια ταξική πάλη δεν εννοούμε την “απεργία διαρκείας”, ούτε στενά τους συνδικαλιστικούς αγώνες, χωρίς να παραγνωρίζει κανείς τη σημασία τους.
3) Θα συνοψίζαμε την πρόταση ανατρεπτικής πολιτικής διεξόδου στα εξής σημεία:
Α) Στον άμεσο πολιτικό κρίκο του προγράμματος μας. Που είναι “η ανατροπή της αντιλαϊκής μνημονιακής επίθεσης κυβέρνησης-κεφαλαίου-ΕΕ-ΔΝΤ, η κατάργηση όλων των μνημονίων και του αντιδραστικού καθεστώτος που οικοδομούν, η ήττα της συγκυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ που την υλοποιεί και όλου του μνημονιακού μπλοκ, με την δύναμη ενός ισχυρού εργατικού και λαϊκού κινήματος. Η συνολική αντικαπιταλιστική ανατροπή της επίθεσης και των αντιδραστικών αναδιαρθρώσεων του κεφαλαίου. Για να ανοίξει ο δρόμος για μια κοινωνία που ο πλούτος και η εξουσία θα είναι στα χέρια των εργαζομένων” (Θέση 36). Στη βάση αυτή οικοδομούμε και εργαζόμαστε για τις συμμαχίες και τις συνεργασίες μας και όχι το αντίστροφο.
Β) Στην ανάγκη οικοδόμησης ενός αγωνιστικού κέντρου που θα ενοποιεί τους εργαζόμενους, τη νεολαία, τη φτωχομεσαία αγροτιά και τους αυτοαπασχολούμενους σε ένα πολιτικό πλαίσιο μάχης που θα λέει:
-Πάρτε πίσω τον αντιασφαλιστικό νόμο λαιμητόμο. Κανένας διάλογος. Μπλοκάρισμα όλων των αναδιαρθρώσεων, των προαπαιτούμενων του Αυγούστου, του προγράμματος της 3ης αξιολόγησης.
-Έξω η ΕΕ και το ΔΝΤ. Στάση πληρωμών στο ληστρικό χρέος και συνολική διαγραφή του.
-Να πληρώσει ο πλούτος, η αστική τάξη, οι επιχειρηματίες, οι νεοτσιφλικάδες του κάμπου, οι μεγαλογιατροί και μεγαλοδικηγόροι, οι τεχνικές και νομικές εταιρείες σε φορολογία, ασφαλιστικές εισφορές, ιδιοκτησία, κέρδη.
-Έξω το ΝΑΤΟ. Καμιά συμμετοχή σε ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις. Διεθνιστική αλληλεγγύη στους πρόσφυγες και τους λαούς που μάχονται για την ανεξαρτησία και την απελευθέρωσή τους.
Γ) Το πλαίσιο αυτό θα προωθείται και θα επιβάλλεται σήμερα από τον πολιτικό αγώνα των εργαζομένων και του οργανωμένου λαού και από το αναπτυσσόμενο αντικαπιταλιστικό μέτωπο.
Για μας το αντικαπιταλιστικό μέτωπο είναι το εξελισσόμενο υποκείμενο της ανατροπής. Δεν είναι ενότητα αντικαπιταλιστών (και μη ρεφορμιστών) ούτε συνδικαλιστική συσπείρωση για την επιτυχία μιας απεργίας. Ούτε είναι βέβαια πολιτική-εκλογική συνεργασία στη βάση ενός minimum στόχων και κοινών σημείων. Δεν είναι «ενιαίο μέτωπο» των υπαρχουσών δυνάμεων, ούτε αποτυπώνει μια απλή ενότητα στη βάση, όπως λένε κάποιοι σ/φοι. Η αντίληψη που κατακερματίζει, “σπάει” το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα σε “πλατύ πρόγραμμα βάσης” για να χωράει ακόμα και δυνάμεις του εργοδοτικού συνδικαλισμού ή του δήθεν “ρεφορμιστικού” ΣΥΡΙΖΑ, και σε “στενό” πρόγραμμα κορυφής – πόλου που θεωρεί αντικαπιταλιστές και πρόσφορους για πολιτική συνεργασία μόνο όσους … γεννήθηκαν αντικαπιταλιστές, είναι αντιδιαλεκτική.
Στον πυρήνα της περικλείει το «προπατορικό αμάρτημα» του κομμουνιστικού κινήματος. Που κατά κανόνα αποσυνδέει την τακτική από τη στρατηγική ενώ υπάρχει και η τάση να την ταυτίζει. Που θεωρεί “πολιτική” τη διαπραγμάτευση για μια κοινή δήλωση, δεν παίρνει θέση όμως στη συγκρότηση αγωνιστικού κέντρου πρωτοβάθμιων σωματείων και συλλογικοτήτων γειτονιάς στο μαζικό κίνημα γιατί είναι «κινηματισμός». Ή που αντίστροφα δίνει τα πάντα στο κίνημα και την απεργία, συμμαχώντας “ακόμα και με το διάβολο”, χωρίς όμως να ενδιαφέρεται να ολοκληρώσει πολιτικά την ταξική, εργατική συσπείρωση. Που διασπά τις συνεργασίες σε “τακτικές” και “στρατηγικές” χωρίς να βλέπει σε αυτές τη σχέση τακτικής-στρατηγικής και το κριτήριο της συσπείρωσης στους βασικούς πυλώνες του αντικαπιταλιστικού προγράμματος.
Στη λογική των Θέσεων της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ενυπάρχει η ικανότητα και δυνατότητα του αντικαπιταλιστικού μετώπου και του προγράμματος να επιβάλλει κατακτήσεις και νίκες σε επιμέρους στόχους, να μεταβάλλει ριζικά τους πολιτικούς συσχετισμούς στην πορεία προς την επανάσταση. Είναι δυναμικό, αναπτυσσόμενο και όχι στατικό. Είναι ενιαίο, απευθύνεται και στη βάση για την οικοδόμηση του αγωνιστικού μετώπου ρήξης και ανατροπής της επίθεσης με εργατική ηγεμονία και στις πολιτικές πρωτοπορίες για τον αντικαπιταλιστικό πόλο σε επαφή με όλες τις πολύμορφες προς τα αριστερά αναζητήσεις της περιόδου!
Δ) Η προηγούμενη τοποθέτηση απαντά και στο πολυβασανισμένο ερώτημα του «ποιος θα τα κάνει όλα αυτά». Η μονοπώληση του ερωτήματος περί κυβέρνησης και συσχετισμών στο αστικό κοινοβούλιο την προηγούμενη περίοδο στοίχισε από την αναγκαία προσήλωση (και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ) στον εξωκοινοβουλευτικό αγώνα! Και παρά το πολύπλευρο προβοκάρισμα της θέσης περί πολιτικού αγώνα της εργατικής τάξης και των οργάνων της ως υποκείμενο των αλλαγών (ακόμα και από ανθρώπους που ορκίζονται στο Μαρξισμό!) η ανάγκη έρχεται όλο και πιο επιτακτικά στο προσκήνιο. Αρκεί να μη μένει στο γενικό ορισμό!
Γιατί πχ σήμερα δεν θα μπορούσε, αν υπήρχε διάθεση από τις δυνάμεις τουλάχιστον που κινούνται στα αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ, να συγκροτούνταν μια πανελλαδική συνέλευση των αγροτικών μπλόκων, των ταξικών ομοσπονδιών και σωματείων, των επιτροπών αυτοαπασχολούμενων και των ανεξάρτητων οργάνων της νεολαίας που θα σήκωναν το γάντι της «αντίστασης και της ανατροπής» με αιχμή την απόσυρση του αντιασφαλιστικού νόμου και πλαίσιο τη συνολική ρήξη με την αντιλαϊκή επίθεση. Με εκλεγμένους αντιπροσώπους στη βάση των ΓΣ. Σε πλήρη διαχωρισμό από τα όργανα του ταξικού συμβιβασμού και της συνδιαλλαγής. Αυτό το στοιχειακό «όργανο αντίστασης» θα μπορούσε στην πορεία του αγώνα να μαζικοποιηθεί, να δημιουργήσει πολιτικό πρόβλημα στην κυβέρνηση, να μετεξελιχτεί και να ωριμάσει σε «όργανο ανατροπής». Σε μια πορεία να συμβάλει σε ανατρεπτικά, ακόμα και επαναστατικά γεγονότα να συγκροτήσει τη Βουλή των κάτω, τους δικούς του αντιπροσώπους σε πανεθνική κλίμακα, να καλεί τους λαϊκούς βουλευτές να έρθουν μαζί του. Να απαιτήσει λαϊκές συνταγματικές αλλαγές, να επιβάλλει συνολική ανατροπή της επίθεσης αναμετρούμενο με το ζήτημα της εξουσίας. Αντί να ζητάει εκλογές και να επιδιώκει συνεργασίες ειδικού σκοπού για να μην περάσει ένας νόμος, επιλογές που αντικειμενικά δίνουν προβάδισμα στη Δεξιά.
Εδώ πρέπει να ορκιστούν τα κόμματα, οι συνεργασίες, οι συμμαχίες, τα μέτωπα.
Αυτή τη συζήτηση πρέπει θαρρετά να ανοίξει η ΑΝΤΑΡΣΥΑ.
Η πρόκληση είναι μπροστά μας!
ΠΗΓΗ: pandiera.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή