Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
13 ΣΗΜΕΙΑ - ΣΥΜΒΟΛΗ ΣΤΗ ΜΕΤΕΚΛΟΓΙΚΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΑΠΟΥΝΑ*
1. Οι εκλογές της 20ης Σεπτέμβρη 2015 πέρασαν στην Ιστορία ως ένα ορόσημο που κλείνει έναν πολιτικό κύκλο και ανοίγει έναν καινούργιο. Επισφράγισαν την μνημονιακή μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και την «επιτυχία» του να εγκλωβίσει εκλογικά την κοινωνία εντός του «μνημονιακού κάδρου». Νίκησε η «μνημονιακή Αριστερά» την «μνημονιακή Δεξιά» σε μια προεκλογική περίοδο όπου η πολιτική συζήτηση αφορούσε σε οτιδήποτε εκτός του ....μνημονίου.
Οι εκλογές της 20ης Απρίλη 2015 πέρασαν στην Ιστορία ως ένα ορόσημο που κλείνει έναν πολιτικό κύκλο και ανοίγει έναν καινούργιο. Επισφράγισαν την μνημονιακή μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ αλλά και την «επιτυχία» του να εγκλωβίσει εκλογικά την κοινωνία εντός του «μνημονιακού κάδρου». Νίκησε η «μνημονιακή Αριστερά» την «μνημονιακή Δεξιά» σε μια προεκλογική περίοδο όπου η πολιτική συζήτηση αφορούσε σε οτιδήποτε εκτός του ....μνημονίου. Αυτή εξάλλου ήταν η σκοπιμότητα του Α. Τσίπρα όταν έκανε την επιλογή για εκλογές αμέσως μετά τη ψήφιση του 3ου μνημονίου ανατρέποντας την κοινωνική δυναμική του ΟΧΙ, ανασταίνοντας το πολιτικό σύστημα, επιβεβαιώνοντας το νεοφιλελεύθερο «μονόδρομο», βυθίζοντας τη κοινωνική πλειοψηφία σε αμηχανία και σοκ. Απ' αυτή την άποψη ο Α. Τσίπρας (και όσοι/ες απ' τα στελέχη του παλιού ΣΥΡΙΖΑ έμειναν μαζί του) θριάμβευσε εκλογικά την ώρα που συντρίφτηκε πολιτικά και πολύ περισσότερο ιδεολογικά.
2. Το συμπέρασμα ότι η κοινωνική πλειοψηφία ενέκρινε την εφαρμογή του μνημονίου και της λιτότητας είναι αυθαίρετη και επιφανειακή. Το αποτέλεσμα των εκλογών έδωσε μεγάλη μνημονιακή πλειοψηφία στην Βουλή με ταυτόχρονη διατήρηση της δύναμης των φασιστών και περιορισμό της αριστεράς και είναι ένα αποτέλεσμα που αναμφισβήτητα παίζει αρνητικό ρόλο στην εξέλιξη της ταξικής και πολιτικής πάλης. Ωστόσο η σπουδή για την ανακήρυξη της κοινωνικής συνθηκολόγησης με τη συνεχιζόμενη νεοφιλελεύθερη στρατηγική υποτίμησης της εργασίας και ταξικής λιτότητας, αποτελεί συστημική προσδοκία και μένει να αποδειχτεί στο επόμενο διάστημα, όταν το 3ο μνημόνιο θα αρχίσει να παίρνει «σάρκα και οστά».
Πολύ περισσότερο δεν μπορεί να προεξοφλείται η κοινωνική ήττα (αλλαγή περιόδου) από στελέχη της Αριστεράς θεωρώντας την ήττα της Αριστεράς αυτόματα ως ήττα του κινήματος και πτώση της ταξικής πάλης. Αυτή η αντίληψη που συνάγει τα συμπεράσματα για την κοινωνία άμεσα και αποκλειστικά από τις επιδόσεις της πολιτικής Αριστεράς έχει οδηγήσει σε άστοχα συμπεράσματα πολλές φορές ιστορικά καθώς δεν κατανοεί και υποτιμά την κοινωνική κίνηση. Χαρακτηριστικό πρόσφατο παράδειγμα αυτής της αντίληψης υπήρξε η υποτίμηση της σημασίας του φαινομένου της «αραβικής Άνοιξης» και η αδυναμία της αξιολόγησής του επειδή η απουσία ή η αδυναμία του πολιτικού υποκειμενικού παράγοντα της Αριστεράς οδήγησε στην τρέχουσα κατάσταση. Παραβλέποντας έτσι την λειτουργία του κοινωνικού φαινομένου ως έμπνευση για το κίνημα των πλατειών στην Ευρώπη και το κίνημα occupy Wall street στις ΗΠΑ.
Μπροστά μας ανοίγεται ένα διάστημα άμεσης εφαρμογής των νέων μνημονιακών μέτρων, με σφοδρότητα μάλιστα ως τον Δεκέμβρη, όπου και μόνο μία σημαντική κοινωνική αντίσταση σε οποιοδήποτε από τα πολλά μέτωπα που ανοίγουν αρκεί για να αναζωπυρώσει την κοινωνική διάθεση και να αναδείξει τις δυνατότητες. Η Αριστερά οφείλει να προετοιμαστεί και μάλιστα ταχύτατα. Περίοδος «πένθους» και περισυλλογής, όσο κι αν δικαιολογείται, δεν πρόκειται να έχει παρά μόνο αρνητικές συνέπειες.
3. Η κυβέρνηση Τσίπρα – Καμένου αποτελεί συνύπαρξη της «Αριστεράς» με την λαϊκιστική ακροδεξιά, μια πραγματική επιτομή της «μεταμοντέρνας πολιτικής» και δεν εξασφαλίζει την σταθεροποίηση του πολιτικού συστήματος δηλαδή την οικοδόμηση εκ νέου μηχανισμών συναίνεσης. Η οικονομική κρίση είναι σε πλήρη εξέλιξη και το 3ο μνημόνιο θα συνεχίσει να τροφοδοτεί την αποδόμηση της «ομαλότητας».
Για την φυσιογνωμία του μεταλλαγμένου ΣΥΡΙΖΑ, δεν υπάρχει περιθώριο να θεωρηθεί ως αναγέννηση του ρεφορμισμού, παρά την «φωτογραφία στιγμής» των εκλογών, καθώς η επικυριαρχία της νεοφιλελεύθερης στρατηγικής καθορίζει τον σοσιαλφιλελεύθερο χαρακτήρα της μετάλλαξης και οδηγεί τον ΣΥΡΙΖΑ όχι μόνο να μην έλκει τις αυθόρμητες ρεφορμιστικές αυταπάτες του κόσμου της εργασίας και της κοινωνικής πλειοψηφίας αλλά αντίθετα να βρεθεί σε πλήρη αντιπαράθεση με τα συμφέροντα αυτού του κόσμου άμεσα, με την υλοποίηση των μέτρων της συνεχιζόμενης λιτότητας. Ωστόσο επειδή το μεγαλύτερο μέρος των ψηφοφόρων του στις πρόσφατες εκλογές τον επέλεξε ακριβώς ως διακριτή επιλογή από τη ΝΔ, μέσα στο δίπολο Αριστερά – Δεξιά, τον επέλεξε δηλαδή ως αριστερή, ρεφορμιστική διαχείριση του «αναπόδραστου» μνημονίου, σύντομα η αντίφαση θα γίνει σαφής και το πολιτικό κενό προφανές. Εν κατακλείδι οφείλουμε να συμπεράνουμε ότι η ψήφος στον ΣΥΡΙΖΑ ήταν, ως προς την πρόθεση σημαντικού κοινωνικού τμήματος, μια αριστερόστροφη ψήφος.
4. Η άνοδος της αποχής σε επίπεδο ιστορικά ψηλό για βουλευτικές εκλογές, αποτελεί σημαντικό πολιτικό φαινόμενο, με ποιοτικά και δομικά πλέον χαρακτηριστικά στο πολιτικό σύστημα. Μαζί με την «ενεργητική» της έκφραση, την Ένωση Κεντρώων, δεν υποδηλώνει ρεύμα υποταγής και αποδοχής του «μονόδρομου» αλλά προφανή αδυναμία απάντησης στο πολιτικό αδιέξοδο. Μεγάλο μέρος της αποτελεί έκφραση της απελπισίας κοινωνικού τμήματος που ριζοσπαστικοποιήθηκε στο πρόσφατο παρελθόν.
5. Για την Αριστερά και ιδιαίτερα για την ΛΑΕ, η συζήτηση οφείλει να ξεκινά από την γενναία παραδοχή ότι δεν συγκροτήθηκε εκλογικό ρεύμα στην βάση της αναγνώρισης εναλλακτικής πολιτικής πρότασης – στοιχείο της απαραίτητης ταυτότητας - ιδιαίτερα στις συνθήκες σύγχυσης που προκλήθηκε από την μεταστροφή του ΣΥΡΙΖΑ. Αυτή η συζήτηση στο εσωτερικό της ΛΑΕ (αλλά και ευρύτερα), πρέπει να γίνει σε βάθος και με ουσιαστικούς συλλογικούς όρους. Αφορά σε πλήθος διαπιστώσεων και συμπερασμάτων που χρειάζεται να εξαχθούν, αρχίζοντας από την αναγνώριση των αντικειμενικών δυσκολιών λόγω του ελάχιστου διαθέσιμου χρόνου που υπήρχε για τη συγκρότησή της αλλά και των υποκειμενικών αδυναμιών που αφορούν στην αμηχανία εκτίμησης, στην ταλάντευση επιλογών και εν τέλει στην έλλειψη προετοιμασίας για τις εξελίξεις πριν από την προκήρυξη των εκλογών. Οφείλουν να φτάνουν στην αναγνώριση των διαδικασιών που συμβαίνουν στο «εσωτερικό» της κοινωνίας, στα χαρακτηριστικά δηλαδή των σύγχρονων όρων της ιδεολογικοπολιτικής διαπάλης.
6. Η επιλογή του ΟΧΙ στο δημοψήφισμα ξεδίπλωσε τη κοινωνική δυναμική και μάλιστα με έντονα ταξικά χαρακτηριστικά, καθώς το μέτωπο του ΝΑΙ ανάδειξε με τον πιο γλαφυρό τρόπο τη σύμπραξη των εγχώριων και των ευρωπαϊκών και διεθνών αστικών κέντρων υπό τη νεοφιλελεύθερη στρατηγική της λιτότητας, σαν απάντηση στην κρίση. Ανέδειξε την μαζική κοινωνική διαθεσιμότητα για μια «μη ρεαλιστική» διεκδίκηση και ανατροπή υπό «το κόμμα και την ηγεσία της Αριστεράς». Η υπογραφή του μνημονίου δημιούργησε αμηχανία, απογοήτευση και σύγχυση κυρίως ως προς το τι είναι εφικτό και τι όχι από την κοινωνική δράση και κυρίως από μια «αριστερή» κυβέρνηση στις σύγχρονες συνθήκες.
Έχει σημασία εδώ να παρατηρήσουμε ότι το μνημόνιο δεν γίνεται αντιληπτό από την κοινωνία κυρίως ή μόνο ως «συνθήκη εξαίρεσης» που αφορά αποκλειστικά στην Ελλάδα, όσο κι αν η συστημική προπαγάνδα επιχειρεί να αναδείξει ως πρωτεύουσες αιτίες τις «παθογένειες» του ελληνικού καπιταλισμού, την διαφθορά και την διαπλοκή, το «παραγωγικό έλλειμα» κ.α. Ταυτόχρονα το μνημόνιο αποτελεί συμπύκνωση της ευρωπαϊκής αν όχι της διεθνούς εμπειρίας για την κυρίαρχη καπιταλιστική στρατηγική της ταξικής λιτότητας απέναντι στη βαθιά κρίση του συστήματος.
7. Αποκαλυπτική είναι η πρόσφατη ποιοτική μέτρηση της κοινής γνώμης όπου η ανεργία (40%) και η (άδικη) φορολογία (31%) θεωρούνται τα πιο σημαντικά προβλήματα ενώ το μνημόνιο (20%) ακολουθεί τρίτο και το μεταναστευτικό μακράν τέταρτο (7%). Ο «λογικός» συνειρμός ότι η ανεργία και η φορολογία δεν αλλάζουν εάν δεν ανατραπεί το μνημόνιο με έξοδο από το ευρώ, δεν λειτουργεί αυτόματα καθώς η ανατροπή του μνημονίου και η επιστροφή στο εθνικό νόμισμα, ως σαφές μήνυμα προς την κοινωνία, δεν έχει συνδεθεί άρρηκτα με την άμεση αντιμετώπιση αυτών των απολύτως ταξικών ζητημάτων.
Η απόρριψη των ιμπεριαλιστικών εκβιασμών και των ασφυκτικών μνημονιακών πλαισίων της ευρωζώνης, η απόρριψη του μνημονίου, με προτεραιότητα την άμεση ανατροπή της λιτότητας και την αναδιανομή πλούτου και ισχύος μέσα στην χώρα, δηλαδή με άμεση απάντηση στην ανεργία υπό το (αριστερό – λαϊκό) κράτος – εργοδότη μέσω εθνικοποιήσεων – κοινωνικοποιήσεων και την αναστροφή του ταξικού πρόσημου στην φορολογία ή αντίθετα με προτεραιότητα ένα εναλλακτικό σχέδιο ανάπτυξης με εθνικό νόμισμα, ως έξοδο από την καπιταλιστική κρίση, δηλαδή χωρίς άμεση απάντηση στο πρόβλημα της ανεργίας και χωρίς επιθετική φορολογία στα κέρδη των μεγάλων επιχειρήσεων, αποτελούν διαφορετικές στρατηγικές.
Η κοινωνία και πρώτα απ' όλους η εργατική τάξη, αντιλαμβάνεται και αντιμετωπίζει με θάρρος και αποφασιστικότητα το «μεγάλο» διακύβευμα δηλαδή τη σύγκρουση με τους ιμπεριαλιστές και τη κυρίαρχη στρατηγική μέσα στην κρίση όταν δίνει τη μάχη, όταν εμπλέκεται άμεσα. Πότε γίνεται ατό; Όταν συγκρούεται στην ίδια της την χώρα. Με τους εργοδότες και τα πολιτικό σύστημα. Γι αυτό είναι απολύτως κρίσιμο να γνωρίζει ότι πίσω από κάθε Fraport κρύβεται ένας Κοπελούζος.
8.Η απάντηση σ' αυτή την αντίφαση δίνει νόημα και περιεχόμενο στην εναλλακτική πρόταση και προσδιορίζει τα προνομιακά κοινωνικά και ταξικά ακροατήρια. Μεταβατικό περιεχόμενο όμως, σε πραγματική σύνδεση με τον στρατηγικό στόχο του σοσιαλισμού, δίνει μόνο η ταξική προσέγγιση. Μάλιστα χρειάζεται να επισημάνουμε πως η μεταβατική προσέγγιση δεν αποτελεί επουδενί σχέδιο «σταθεροποίησης» κανενός τύπου αλλά αντίθετα είναι η επιτομή της καπιταλιστικής αποσταθεροποίησης καθώς αποτελεί κινητό πλαίσιο στον δρόμο της συνεχούς αμφισβήτησης της καπιταλιστικής επικυριαρχίας, της ιδιοκτησίας στα μέσα παραγωγής και των ρήξεων στις σχέσεις παραγωγής, παρά μια «νέα», έστω διακηρυγμένα φιλολαϊκή, σύλληψη για την καπιταλιστική ανάπτυξη, πολύ περισσότερο σε συνθήκες βαθιάς διεθνούς κρίσης. Πόσο πειστική μπορεί να είναι μια πρόταση διαχείρισης της κρίσης, όταν τονίζει τις «δυνατότητες» μιας διαφορετικής καπιταλιστικής ανάπτυξης – με παραγωγική ανασυγκρότηση – στα μάτια μιας ολάκερης κοινωνίας που αντιλαμβάνεται, στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και της ελεύθερης διακίνησης της πληροφορίας, ότι η λιτότητα είναι η διεθνής καπιταλιστική στρατηγική μέσα στην κρίση και το μνημόνιο μέσο πειθάρχησης και παραγωγής υποδείγματος.
9. Απέναντι στην απόρριψη κάθε μεταβατικής προσέγγισης και κυρίως της «κυβέρνησης της Αριστεράς», θέση που εκπροσωπεί το ΚΚΕ σήμερα διαπράττοντας το λάθος της υποτίμησης της κοινωνικής κίνησης, δεν δίνει απαντήσεις και περιεχόμενο στην μεταβατική δυνατότητα και προοπτική η αναπαλαίωση της «λαϊκομετωπικής», διαταξικής γραμμής της «εθνικής ανεξαρτησίας». Όπως δηλαδή υποστήριζε το ΚΚΕ παλιότερα και για δεκαετίες, καθορίζοντας τον βασικό «αριστερό μύθο» στην Ελλάδα και τον οποίο εξέφρασε στο παρελθόν επιτυχημένα το ΠΑΣΟΚ. Ακόμη όμως κι αν εμφανίζεται υπαινιχτικά και απολύτως αντιφατικά και ουτοπικά, ως καπιταλιστική ανάπτυξη «χωρίς τους αστούς»! Σήμερα όλες αυτές τις, όχι και τόσο νέες, ιδέες τις συντρίβει η «παγκοσμιοποίηση» απελευθερώνοντας ωστόσο ταυτόχρονα, μετά από πολλές δεκαετίες, εκ νέου την αντικαπιταλιστική προοπτική ως αποτέλεσμα της διεκδίκησης των άμεσων αιτημάτων πλατιών κοινωνικών στρωμάτων. Προκαλώντας την Αριστερά να αναγνωρίσει και να συνομιλήσει με τις εκφράσεις αυτής της κοινωνικής δυνατότητας και δυναμικής που στην εποχή του «τέλους της Ιστορίας» έχει δώσει ισχυρά δείγματα: αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα, αραβική άνοιξη, αγανακτισμένοι και occupy Wall street, κινηματική και πολιτική ριζοσπαστικοποίηση στην Ελλάδα των μνημονίων... Καθόλου τυχαία ο ΣΥΡΙΖΑ που έφτασε στην κυβέρνηση τον Γενάρη του 2015, πριν την προδοσία των κοινωνικών προσδοκιών από τον Α. Τσίπρα, υπήρξε γέννημα – θρέμμα αυτής της ιστορικής διαδικασίας.
10. Παρόμοια τίθεται το ζήτημα από την σκοπιά της σχέσης Ελλάδας – Ευρώπης. Την ίδια ώρα που το σύνολο των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων του πλέγματος της ευρωζώνης και ευρύτερα της ΕΕ, συγκροτούν στα μάτια της κοινωνίας την εικόνα του δυνάστη, εμφανίστηκε μια διαφορετική Ευρώπη (και ευρύτερα), μέσα από το κίνημα συμπαράστασης στις αντιστάσεις του ελληνικού λαού, στο ίδιο το δημοψήφισμα. Ακόμη και στο επίπεδο της ευρωπαϊκής Αριστεράς – που για λόγους ιστορικούς «πιέζεται» πολύ λιγότερο από τις «εθνικοανεξαρτησιακές» αφηγήσεις των ελληνικών παραδόσεων – ήδη έχει εμφανιστεί ρήγμα απέναντι στην στροφή του Α. Τσίπρα (τμήμα των Podemos καθώς και του die Linke).
Η εικόνα αυτή της «άλλης Ευρώπης» κοινωνικά και πολιτικά δεν συνάδει με την προοπτική της «ανεξαρτησίας» των εθνικών καπιταλισμών αλλά περισσότερο και αντικειμενικά (όχι απαραίτητα και αυτόματα, υποκειμενικά πολιτικά) με την αντιλιτότητα και την αντικαπιταλιστική προοπτική, νοηματοδοτώντας μ' αυτό τον τρόπο τη σύγκρουση με τη νεοφιλελεύθερη ΟΝΕ/ΕΕ.
Έτσι λοιπόν το σύνθημα «υπάρχει ζωή εκτός ευρώ» χρειάζεται επιπλέον προσδιορισμό, της ταξικής προτεραιότητας στην συγκρότηση της εναλλακτικής λύσης και στο αντικαπιταλιστικό της περιεχόμενο, όχι τόσο δια των λεκτικών διατυπώσεων (που κι αυτές έχουν σημασία) όπως η αναφορά στην σοσιαλιστική προοπτική, όσο στην επιλογή των προγραμματικών αιχμών και συνακόλουθα των κοινωνικών και ταξικών ακροατηρίων.
11. Η εμπειρία των τελευταίων 15 ετών ανάδειξε στην Ευρώπη τα εγχειρήματα των «πλατιών κομμάτων» της Αριστεράς (broad parties) ως προσπάθεια μαζικής αριστερής πολιτικής απέναντι στο νεοφιλελεύθερο μονόδρομο. Τα εγχειρήματα αυτά ορίστηκαν ως συνάντηση διαφορετικών ρευμάτων και οργανώσεων της Αριστεράς με στόχο την πάλη ενάντια στο νεοφιλελευθερισμό και όριο την διαχωριστική από την (νεοφιλελεύθερη) σοσιαλδημοκρατία και την κεντροαριστερά. Ο ΣΥΡΙΖΑ υπήρξε τέκνο αυτής της διαδικασίας, όπως επίσης (μεταξύ άλλων) το die Linke στην Γερμανία αλλά ακόμη και το μεταγενέστερο Podemos στην Ισπανία. Στην πραγματικότητα τα κόμματα αυτά – των οποίων η εξέλιξη αντιμετωπίζει σοβαρή πρόκληση μετά την αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ καθώς ο πήχης πλέον ανεβαίνει ως προς την αποσαφήνιση της φυσιογνωμίας της «Αριστεράς του 21ου αιώνα» - δεν ήταν αποτέλεσμα κάποιας καινοφανούς θεωρητικής προσέγγισης για «το κόμμα της Αριστεράς» (εξάλλου τέτοια «θεωρία» ποτέ δεν υπήρξε), αλλά προσπάθεια διαλόγου και ανταπόκρισης στις κοινωνικές εκφράσεις αντίστασης στο ΤΙΝΑ και πρώτ' απ' όλα του κινήματος κατά της παγκοσμιοποίησης και έκτοτε (το Podemos από το «κίνημα των πλατειών» και η «επιτάχυνση» του ΣΥΡΙΖΑ από το κίνημα ενάντια στο μνημόνιο το 2010 – 2013).
12. Η αναφορά στις προσεγγίσεις της τρίτης Διεθνούς και ιδιαίτερα στο τέταρτο συνέδριό της και συνολικότερα η μοντελοποίηση του ενιαίου μετώπου ως σύμπραξη επαναστατών και ρεφορμιστών «νομιμοποιεί» τα εγχειρήματα αυτά εντούτοις όχι πλήρως και αποτελεσματικά. Διότι η σύγχρονη εμπειρία αφορά στην συνύπαρξη των ρευμάτων σε «ενιαίο» κόμμα – μέτωπο, την ώρα που χρειάζεται να επαναπροσδιοριστεί, αναγνωρίζοντας κατ' αρχάς τη σύγχρονη ρευστότητά της, η διαχωριστική μεταξύ «επαναστατών και ρεφορμιστών» στην κίνηση του «πλατιού κόμματος» – μετώπου, σε σύγκρουση και αντιπαράθεση με κάθε μορφής κυβέρνηση που υλοποιεί τη νεοφιλελεύθερη στρατηγική της λιτότητας και της υποτίμησης της εργασίας.
Η επικυριαρχία του νεοφιλελευθερισμού ως η μοναδική καπιταλιστική στρατηγική εδώ και δεκαετίες, υπονόμευσε αν όχι ακύρωσε την «κλασσική» έννοια του πολιτικού ρεφορμισμού (αναφορά στον στρατηγικό στόχο ως μάξιμουμ πρόγραμμα και μεταρρυθμίσεις ως μίνιμουμ, άμεσο) οδηγώντας την σοσιαλδημοκρατία σε ιστορική ήττα. Φυσικά ο αυθόρμητος ρεφορμισμός του κόσμου της εργασίας και των υποτελών τάξεων αναζητά την πολιτική του έκφραση, πολύ περισσότερο καθώς προσπαθεί να εξέλθει του καθεστώτος της ήττας και αυτή είναι η ερμηνεία φαινομένων όπως η ανάδειξη στην ηγεσία των βρετανών εργατικών του Τζέρεμι Κόρμπιν ή η περίπτωση της υποψηφιότητας για το χρίσμα των αμερικάνων δημοκρατικών του Μπέρνι Σάντερς. Εντούτοις είναι φανερό από πλήθος εμπειριών εδώ και δεκαετίες και πολύ περισσότερο και ανελαστικά μέσα στην κρίση, ότι ρεφορμιστικές στρατηγικές «διαφεύγουσες» από τη νεοφιλελεύθερη «ορθοδοξία» που καταφέρνουν να επικοινωνήσουν μαζικά με τις κοινωνικές ανάγκες ή οδηγούνται στην ατιμωτική υποταγή (Α. Τσίπρας) ή πρέπει να γείρουν αποφασιστικά, μέσα από διαρκή ριζοσπαστικοποίηση, σε δρόμους τουλάχιστον «κεντριστικούς» που θα αφήνουν ανοιχτή την αντικαπιταλιστική προοπτική.
Η εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ έδειξε ότι καθώς η αντιμνημονιακή / αντινεοφιλελεύθερη στρατηγική έβρισκε κοινωνική απήχηση και ανταπόκριση η ανάγκη για εμβάθυνση και ριζοσπαστικοποίηση της γραμμής διαιρούσε το κόμμα με την μορφή δίπολου πάνω στην αντίθεση «εντός – εκτός συστήματος» ή αλλιώς «λιτότητα – αντιλιτότητα» που είναι μαζικά κατανοητή ως η κύρια νοηματοδότηση του «μνημόνιο – αντιμνημόνιο».
Η αποχώρηση της τότε «ανανεωτικής πτέρυγας» του ΣΥΝ και μετέπειτα ΔΗΜΑΡ οδήγησε στην μετακίνηση του ΣΥΡΙΖΑ προς τ' αριστερά αλλά ταυτόχρονα και στην αναπαραγωγή του δίπολου εντός του, ριζοσπαστικοποιώντας περαιτέρω την αριστερή του πτέρυγα. Σήμερα βιώνουμε το επόμενο επεισόδιο αυτής της διαδικασίας με την διάσπαση από τον ΣΥΡΙΖΑ ομάδων και στελεχών που συγκρότησαν μαζί με ριζοσπαστικές και αντικαπιταλιστικές οργανώσεις την ΛΑΕ αλλά και άλλες που δεν εντάχθηκαν στην ΛΑΕ. Τώρα πλέον η θέση της αντιμνημονιακής Αριστεράς στο πολιτικό διάνυσμα τείνει αντικειμενικά προς τον αντικαπιταλισμό. Ωστόσο χρειάζεται να αυτοπροσδιοριστεί και να συγκροτηθεί ως τέτοια υποκειμενικά. Οτιδήποτε λιγότερο, όπως μόνο ή κυρίως ο «αντι – ΟΝΕ/ΕΕ» προσδιορισμός, δεν είναι επαρκής καθώς δεν ευνοεί, όπως εξάλλου έχει φανεί πολλές φορές μέχρι σήμερα, την σύνδεση με μαζικά κοινωνικά τμήματα και μάλιστα με τα πλέον χτυπημένα από την κρίση (μισθωτοί, άνεργοι, νεολαία) ακριβώς επειδή δεν ταυτίζεται απαραίτητα και ξεκάθαρα με το «λιτότητα – αντιλιτότητα».
Τα συμπεράσματα που πρέπει να εξάγουμε από τις εμπειρίες μας αφορούν αφενός στην ανάγκη επιμονής στο σχήμα συνύπαρξης διαφορετικών ρευμάτων και παραδόσεων της Αριστεράς ως αποτελεσματική μέθοδος συγκέντρωσης δύναμης (στην υπεράσπιση δηλαδή της διαδικασίας ριζοσπαστικοποίησης της Αριστεράς δια της «ανασυνθετικής» μεθόδου του «πλατιού κόμματος - μετώπου», σε διάλογο με την κοινωνική ριζοσπαστικοποίηση) και αφετέρου στην αναγνώριση του αντικαπιταλιστικού χαρακτήρα της μεταβατικής προσέγγισης και μεθοδολογίας ως δυνατότητα άσκησης μαζικής πολιτικής μέσα στην συνεχιζόμενη οικονομική κρίση και πολιτική αστάθεια. Απ' αυτή την σκοπιά χρειάζεται να «συναντήσουμε» την κοινωνική εμπειρία του δημοψηφίσματος αναγνωρίζοντας, ρητά και ξεκάθαρα, το διμέτωπο χαρακτήρα της πάλης - ενάντια στην εγχώρια αστική τάξη και τους υπηρέτες της και ταυτόχρονα ενάντια στα ευρωπαϊκά και διεθνή διευθυντήρια – και μάλιστα με προτεραιότητα στο εγχώριο μέτωπο. Κάτι που σημαίνει να υπερβούμε εμβαθύνοντας την γραμμή της εξόδου από την ΟΝΕ/ΕΕ σε γραμμή άμεσων ρήξεων στο εσωτερικό της χώρας, στο πεδίο των καπιταλιστικών σχέσεων με άμεσα αποτελέσματα ταξικής μονομέρειας πολύ πέρα από την «αστική – ρεφορμιστική» «προϋπόθεση» της επανόδου της «ανάπτυξης», εν προκειμένω με εθνικό νόμισμα.
13. Το τελευταίο σημείο αλλά όχι έσχατο είναι αυτό που αφορά στο αίτημα για Δημοκρατία. Το αίτημα αυτό αναφύεται σε κάθε εκδήλωση της κοινωνικής αντίστασης στην αυταρχική – μνημονιακή μετάλλαξη της κοινωνίας. Εμφανίζεται ως μαζικό κοινωνικό αίτημα με χαρακτηριστικά υπεράσπισης της λαϊκής κυριαρχίας απέναντι στην διαρκή περιστολή των δικαιωμάτων στην «αστική δημοκρατία». Ανοίγει ως εκ τούτου την συζήτηση για την ανεπάρκειά της με ορίζοντα διαδικασίες διεύρυνσης της δημοκρατίας μέσω θεσμών εργατικού ελέγχου και κοινωνικής συμμετοχής σε όλες τις σφαίρες της κοινωνικής ζωής και πρώτα απ' όλα στην οικονομία.
Εμφανίζεται ως αίτημα των κινημάτων για την υπεράσπιση της ανεξαρτησίας τους από την γραφειοκρατική στρέβλωση και την πολιτική εκμετάλλευση και χειραγώγηση.
Εμφανίζεται ως αίτημα των μελών των κομμάτων της Αριστεράς απέναντι σε κάθε είδους γραφειοκρατία.
Η Δημοκρατία ωστόσο είναι μια έννοια γενική και αφηρημένη που αποκτά συγκεκριμένο νόημα από το εκάστοτε πολιτικό περιεχόμενο. Γι αυτό και δεν μπορεί να εκπληρωθεί, πολύ περισσότερο στις συνθήκες της καπιταλιστικής κρίσης, εάν δεν ξεκινά από το πεδίο της οικονομίας.
Στην σύγχρονη, μεταμοντέρνα και αποϊδεολογικοποιημένη εποχή το αίτημα των «από κάτω» για Δημοκρατία αποτελεί κραυγή αναζήτησης του χαμένου στρατηγικού στόχου. Αποτελεί αίτημα απελευθέρωσης. Ακριβώς γι' αυτόν τον λόγο δεν μπορεί ούτε να υποκαταστήσει, ούτε πολύ περισσότερο να ανταγωνιστεί την αναζήτηση της αντικαπιταλιστικής στρατηγικής. Αλλά και αντίστροφα δεν μπορεί να αγνοηθεί από τις πολιτικές ηγεσίες στο όνομα μιας ιδεολογικής και πολιτικής διαπάλης που δεν καταφέρνει να κοινωνικοποιηθεί και να εμπλέξει μαζικά τα κοινωνικά ακροατήρια και πολύ περισσότερο τα μέλη του κόμματος. Απ' αυτή την άποψη στο πεδίο της κομματικής συγκρότησης το αίτημα για δημοκρατική λειτουργία δεν περιορίζεται μόνο σε ρυθμίσεις και ψηφοφορίες, ούτε μπορεί να αποτελέσει διαχειριστικό τρυκ των «ευαισθησιών» αλλά αφορά στην ουσιαστική ιδεολογική και πολιτική συζήτηση, αντιπαράθεση και δράση ως μια πραγματική διαδραστική διαδικασία αναζήτησης της εναλλακτικής πρότασης και της σοσιαλιστικής προοπτικής. Η Δημοκρατία είναι το ουσιαστικό περιεχόμενο της μεταβατικής προσέγγισης για τον δρόμο της αντικαπιταλιστικής ανατροπής και της απελευθέρωσης.
*Πηγή: rproject.gr
Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2015
“ΑΥΤΟΔΙΑΚΩΜΩΔΗΣΗ” ΤΣΙΠΡΑ

Με συγκαταβατικό πνεύμα, ειρωνικά μειδιάματα και πικρόχολα σχόλια συνοδεύτηκε η εικόνα του Τσίπρα στο Ίδρυμα Μπίλ Κλίντον, σύμφωνα με σχόλια των ξένων και ελληνικών μέσων ενημέρωσης.
Ο Αλ. Τσίπρας, μάλλον, αυτογελοιοποιήθηκε, προσπαθώντας άτεχνα και αμήχανα να παρουσιάσει το νέο του πρόσωπο, ως ο κατ' εξοχήν πρωθυπουργός των αμερικανών επενδυτών, που ξέρει καλά τι και πως να το κάνει για να τους προσελκύσει στη χώρα μας.
Φυσικά, ούτε που διανοήθηκε ότι σε μια χώρα στην οποία οι επενδύσεις από το δημόσιο και τους έλληνες ιδιώτες έχουν νεκρώσει, δεν υπάρχει καμμιά περίπτωση να υπάρξει ξένη επένδυση, πλην όσων εξαγοράζουν “μπιρ-παρά”, τον ελληνικό δημόσιο πλούτο.
Αυτό σημαίνει προτεκτοράτο, το οποίο χαρακτηρίζει ανοησία ο Ν. Βούτσης.
Χαιρετίσματα, λοιπόν, στους “πολιτικούς υπαλλήλους” της υπερατλαντικής (πραγματικής) εξουσίας και στην κ. Γιάννα Αγγελοπούλου για τη σωτήρια διαμεσολάβησή της.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΕΡΓΟΣ
Τρίτη 29 Σεπτεμβρίου 2015
ΠΗΓΗ: iskra.gr
«ΛΑΪΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ»: ΜΕΤΩΠΟ Ή ΚΟΜΜΑ;

Του ΓΙΑΝΝΗ ΤΟΛΙΟΥ*
ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΙΣ
Ο εσπευσμένος τρόπος δημιουργίας της «Λαϊκής Ενότητας» δεν έδωσε τον αναγκαίο χρόνο για όσμωση απόψεων μεταξύ διαφόρων συλλογικοτήτων στο χώρο των αντιμνημονιακών δυνάμεων για τη δημιουργία ενός πολιτικού φορέα που θα μπορούσε εν δυνάμει να «στεγάσει» όλες τις αντιμνημονιακές (αριστερές, ριζοσπαστικές, πατριωτικές, δημοκρατικές) δυνάμεις. Ωστόσο κάτω από τη πίεση του χρόνου έγινε ένα μεγάλο βήμα με τη δημιουργία της «Λαϊκής Ενότητας», στην οποία ήδη συμμετέχουν πολλές συλλογικότητες ευρέως φάσματος, ενώ συγκροτήθηκαν ήδη προσωρινά όργανα (Πολιτικό Συμβούλιο και Γραμματεία), καθώς και εκατοντάδες τοπικές και κλαδικές επιτροπές ΛΑΕ σε όλη τη χώρα.
Ήλθε λοιπόν η στιγμή και ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα των εκλογών, τα οποία ασφαλώς δημιουργούν πρόσθετες δυσκολίες, να προχωρήσουμε τόσο σε αναλυτική διατύπωση των προγραμματικών θέσεων της ΛΑΕ, όσο και στην αποσαφήνιση του οργανωτικού πλαισίου συγκρότησης και λειτουργίας της. Παρ' ότι στην «Ιδρυτική Διακήρυξη» είναι σαφές ότι πρόκειται για «μετωπικό» σχήμα, απουσιάζει η αναλυτική αναφορά για τον τρόπο εσωτερικής οργάνωσης και λειτουργίας. Ασφαλώς η κεκτημένη αριστερή «κουλτούρα» των συλλογικοτήτων που συμμετέχουν στην ΛΑΕ, διευκόλυνε να λυθούν επείγοντα οργανωτικά ζητήματα της εκλογικής μάχης. Ωστόσο είναι καιρός να προσδιορίσουμε το οργανωτικό πλαίσιο της συνεργασίας, ώστε να ενισχυθεί η δυναμική του εγχειρήματος, τόσο σε οργανωτικό, όσο κυρίως σε πολιτικό και κινηματικό επίπεδο.
Ειδικότερα εκτός από τον πολυπληθή αριθμό «συλλογικοτήτων» (πολιτικών οργανώσεων) που συμμετέχουν στο εγχείρημα, χρειάζεται να λάβουμε υπ' όψιν, ότι στις επιτροπές βάσης της ΛΑΕ έχει ενταχθεί σημαντικός αριθμός μελών που δεν είναι ενταγμένοι σε καμιά από τις «συλλογικότητες» την ΛΑΕ. Επίσης υπάρχει άμεση ανάγκη ανάδειξης οργάνων με δημοκρατικές διαδικασίες σε όλα τα επίπεδα (από κάτω προς τα πάνω), καθώς και σε βοηθητικές επιτροπές (τμήματα). Όλα αυτά απαιτούν τη διατύπωση οργανωτικών αρχών στα πλαίσιο ενός κανονισμού ή καταστατικού της ΕΛΕ.
Το κρίσιμο ζήτημα που προκύπτει είναι πως θα συναρθρωθούν οι αυτοτελείς οργανώσεις (συλλογικότητες), με τους ανένταχτους/τες πολίτες-μέλη, καθώς την εφαρμογή δημοκρατικών διαδικασιών ανάδειξης οργάνων, σε συνδυασμό με τις απαιτήσεις της κινηματικής δράσης. Δηλαδή χρειάζεται να βρούμε τη «χρυσή τομή» ανάμεσα στη «δημοκρατική λειτουργία» του νέου πολιτικού φορέα και στην «αποτελεσματικότητα δράσης». Ωστόσο υπάρχει μια ακόμα παράμετρος που αφορά το στρατηγικό στόχο της ΛΑΕ ο οποίος επηρεάζει το οργανωτικό σχήμα. Η μορφή συγκρότησης της θα πρέπει να διευκολύνει τη συσπείρωση ευρέως κοινωνικού φάσματος δυνάμεων που έχουν ζωτικό συμφέρον από την επίλυση της «κυρίαρχης αντίθεσης» («μνημονιακών» και «αντιμνημονιακών» δυνάμεων), ενώ για την επίλυση της «βασικής αντίθεσης» (εργασίας και κεφαλαίου), είναι ζήτημα που αφορά πρωτίστως την εργατική τάξη η οποία παρ' ότι είναι πολυπληθέστερη είναι πολιτικά διασπασμένη. Η επίλυση της «κυρίαρχης αντίθεσης» ανοίγει αντικειμενικά το δρόμο για την επίλυση και της «βασικής». Κατά συνέπεια οι εναλλακτικές επιλογές συγκρότησης της ΛΑΕ είναι δύο: είτε ως «πολυκομματικός» φορέας, είτε ως «πολυτασικό» κόμμα.
Πριν αξιολογήσουμε την πρόσφατη εμπειρία μετεξέλιξης του ΣΥΡΙΖΑ από πολυκομματικό φορέα των «συνιστωσών», σε ενιαίο «πολυτασικό» κόμμα, θα ήταν χρήσιμο να δούμε έστω και συνοπτικά, συγκεκριμένες ιστορικές εμπειρίες του αριστερού κινήματος στην Ελλάδα, στη συγκρότηση και λειτουργία «μετωπικών» σχημάτων και την αξιοποίηση των διδαγμάτων διαλεκτικά και όχι μεταφυσικά, στις σημερινές συνθήκες.
Ιστορικές εμπειρίες συγκρότησης «Μετώπου» αριστερών, ριζοσπαστικών, πατριωτικών, προοδευτικών δυνάμεων
Α. Η ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΟΥ ΕΑΜ
Η συγκρότηση του «Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου» (ΕΑΜ) το 1941, έγινε ως γνωστόν με πρωτοβουλία του ΚΚΕ και τη συμμετοχή του «Σοσιαλιστικού Κόμματος», της «Ένωσης Λαϊκής Δημοκρατίας» και του «Αγροτικού Κόμματος». Βασικός κορμός των δυνάμεων του ΕΑΜ και των «θυγατρικών» του οργανώσεων (ΕΛΑΣ, ΕΠΟΝ, Εθνική Αλληλεγγύη, Εργατικό-ΕΑΜ και ΟΠΛΑ) ήταν το ΚΚΕ, το οποίο διατηρώντας την αυτοτελή οργανωτική του συγκρότηση και λειτουργία, περνούσε την εξωστρεφή πολιτική του δράση κυρίως μέσω του ΕΑΜ, έχοντας κομματικούς «πυρήνες» σε όλα τα επίπεδα και εξασφαλίζοντας την ενιαιομετωπική δράση και την οργανωτική συνοχή του «Μετώπου». Στην ΚΕ του ΕΑΜ και στα διάφορα σώματα (πανελλαδικές και περιφερειακές συνδιασκέψεις) συμμετείχαν εκπρόσωποι όλων των ΕΑΜικών κομμάτων, ενώ από τις χιλιάδες απλά μέλη του ΕΑΜ, μόνο ένα μέρος ήταν μέλη του ΚΚΕ (στην απελευθέρωση το ΕΑΜ είχε γύρω στα 2 εκατ. μέλη από τα οποία 450.000 ήταν και μέλη του ΚΚΕ). Στις συγκεκριμένες ιστορικές συνθήκες, υπό τον ηγεμονικό (πολιτικό και οργανωτικό) ρόλο του ΚΚΕ, το συγκεκριμένο «Μέτωπο» λειτούργησε αποτελεσματικά, ανεξάρτητα από τις μετέπειτα πολιτικές εξελίξεις.
Β. Η ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΗΣ ΕΔΑ
Η συγκρότηση της ΕΔΑ (Ενιαία Δημοκρατική Αριστερά) έγινε το 1951 με πρωτοβουλία του ΚΚΕ και τη συμμετοχή του «Σοσιαλιστικού Κόμματος» (Γιαν.Πασαλίδης), του «Αγροτικού Κόμματος» (Κ.Γαβριηλίδης), του «Ριζοσπαστικού Κόμματος» (Μ.Κύρκος), καθώς ανένταχτες προσωπικότητες της αριστεράς (Στ.Σαράφης, Μ.Αυγερόπουλος, κά). Το ΚΚΕ μετά τον εμφύλιο σημαντικό μέρος των ηγετικών του στελεχών ήταν σε φυλακές και εξορίες και μέρος στις Ανατ. Χώρες, ενώ διατηρούσε παράλληλα παράνομες οργανώσεις στην Ελλάδα. Με τη δημιουργία της ΕΔΑ τα μέλη του ΚΚΕ εντάχτηκαν στις γραμμές της και με μορφή «κομματικών πυρήνων» συμμετείχαν σε όλα τα όργανα, ενώ περνούσαν την εξωστρεφή πολιτική του δράση κυρίως μέσα από την ΕΔΑ. Το 1956 αποφασίστηκε η μετατροπή της ΕΔΑ σε ενιαίο κόμμα, ενώ το 1958, μετά τη μεγάλη εκλογική νίκη της ΕΔΑ (24,6%), το ΚΚΕ αποφάσισε τη διάλυση των παράνομων οργανώσεων και τη διάχυση των μελών του μέσα στην ΕΔΑ. Αυτή η επιλογή εκτιμήθηκε μεταγενέστερα από την ηγεσία του ΚΚΕ ως σοβαρό λάθος, διότι οδήγησε σε ουσιαστική αυτοδιάλυση του, με σοβαρές πολιτικές και ιδεολογικές παρενέργειες, οι οποίες έγιναν ιδιαίτερα εμφανείς με την επιβολή της δικτατορίας του '67.
Γ. Η ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΟΥ ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΠΡΟΟΔΟΥ
Στα τέλη της δεκαετίας '80, στην προσπάθεια υπέρβασης της διάσπασης των αριστερών δυνάμεων στη χώρα, ξεκίνησαν προσπάθειες συγκρότησης ενός νέου «μετωπικού» αριστερού σχήματος. Με πρωτοβουλία του ΚΚΕ (Χ.Φλωράκη) έγινε συνάντηση με την ΕΑΡ (Λ.Κύρκο) για δημιουργία «μετωπικού» φορέα της Αριστεράς. Στην πρωτοβουλία προσχώρησαν η ΕΔΑ (Α.Λεντάκης), η «Νέα Πορεία» (Ν.Κωνσταντόπουλος), η ΕΣΠΕ (Στ.Παναγούλης), το ΚΟΔΗΣΟ (Χ.Πρωτόπαπας), το «Αγροτικό Κόμμα» (ένα μέρος), καθώς και ανένταχτες προσωπικότητες της ευρύτερης αριστεράς (Μ.Δρετάκης, Απ.Λάζαρης, Στ.Γιώτας, Ρ.Κακλαμανάκη, κά).
Στις εκλογές Ιουνίου '89, ο «Συνασπισμός της Αριστεράς και της Προόδου» έλαβε 13,2% και άνοιξε ο δρόμος για ουσιαστική παρέμβαση της Αριστεράς στην πολιτική ζωή της χώρας. Ωστόσο η κρίση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» και εν συνεχεία η εσωτερική κρίση στο ΚΚΕ, οδήγησαν σε αποχώρηση του ΚΚΕ από το ΣΥΝ (1991), με παραμονή ωστόσο μεγάλου μέρους των στελεχών και μελών του στο ΣΥΝ, οι οποίοι ίδρυσαν την πολιτική «Κίνηση Νέας Αριστεράς». Ο ΣΥΝ προχώρησε σε πανελλαδικό σώμα και στην εκλογή ΚΠΕ με πολυκομματική εκπροσώπηση. Ωστόσο στο συνέδριο του 1992 αποφασίστηκε η μετατροπή του ΣΥΝ σε ενιαίο πολυτασικό κόμμα. Μια επιλογή που αργότερα αξιολογήθηκε ως βεβιασμένη διότι δεν είχαν αποσαφηνισθεί θεμελιώδεις στρατηγικοί προσανατολισμοί, οι οποίοι διαφάνηκαν με αφορμή τη Συμφωνία του Μαάστριχτ, ενώ υπήρχαν και μεγάλες ασάφειες στο ρόλο και στη λειτουργία των τάσεων. Στις εκλογές Σεπτέμβρη '93, ο ΣΥΝ δεν μπήκε στη Βουλή. Ωστόσο με την αλλαγή ηγεσίας επέστρεψε το 1995, χωρίς ωστόσο να ξεφύγει λόγω της αμφίσημης πολιτικής του φυσιογνωμίας, από τα όρια της κοινοβουλευτικής πολιτικής επιβίωσης, ως τις αρχές της δεκαετίας του 2000.
Δ. Η ΕΜΠΕΙΡΙΑ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ
Στις αρχές δεκαετίας 2000 με πρωτοβουλία του ΣΥΝ, δημιουργήθηκε ο «Χώρος Διαλόγου και Κοινής Δράσης της Αριστεράς», με πρώτο άτυπο βήμα, τη διεύρυνση των ψηφοδελτίων του ΣΥΝ στις εκλογές 2000. Η συνεργασία πήρε επίσημο χαρακτήρα στις εθνικές εκλογές και ευρωεκλογές του 2004, με δημιουργία «μετωπικού» σχήματος «Συνασπισμός Ριζοσπαστικής Αριστεράς (ΣΥΡΙΖΑ). Τα ενθαρρυντικά αποτελέσματα οδήγησαν στην επίσημη συγκρότηση πολυκομματικού φορέα, ο οποίος στις εκλογές 2007 πέτυχε ενίσχυση των δυνάμεων του, ενώ έκανε αισθητή την παρουσία του στο κοινωνικό πεδίο. Στη Γραμματεία του ΣΥΡΙΖΑ εκπροσωπούνταν όλες οι «συνιστώσες» (συλλογικότητες), οι αποφάσεις παίρνονταν με βάση την αρχή της μέγιστης δυνατής «συναίνεση», ενώ οι τοπικές επιτροπές είχαν πολυκομματική σύνθεση.
Ωστόσο με το ξέσπασμα της κρίσης και την αντιμνημονιακή στάση και αγωνιστική παρέμβαση του ΣΥΡΙΖΑ, πέτυχε στις δύο εκλογικές αναμετρήσεις του 2012 να γίνει εκτίναξη της πολιτικής του επιρροής στο 26%. Ταυτόχρονα υπήρξε έντονη πίεση από τη βάση (μεγάλος αριθμός ανένταχτων) αλλά και αναστοχασμοί στην ηγεσία, για υπέρβαση του ΣΥΡΙΖΑ των «συνιστωσών» και τη δημιουργία ενιαίου πολυτασικού ΣΥΡΙΖΑ. Στην πανελλαδική συνδιάσκεψη (Δεκέμβρης '12) συγκροτήθηκε σε ενιαίο κόμμα, ενώ στο πρώτο ιδρυτικό συνέδριο (2013) ολοκληρώθηκε η διαδικασία μετεξέλιξης από πολυκομματικό σε πολυτασικό φορέα, με αποκλίνουσες ωστόσο στρατηγικές στοχεύσεις μεταξύ πλειοψηφίας και μειοψηφίας, κυρίως στο θέμα τα συμμετοχής της χώρας στην ευρωζώνη.
Από την άλλη το υφιστάμενο «δημοκρατικό έλλειμμα» (απουσία ουσιαστικού ρόλου της κομματικής βάσης στις επιλογές της ηγεσίας), με τη μετατροπή του σε κόμμα αντί να κλείσει διευρύνθηκε. Ο προεδρο-κεντρικός χαρακτήρας του νέου κόμματος και η συμπεριφορά της ηγετικής ομάδας να αγνοεί συστηματικά τα θεσμικά όργανα του ΣΥΡΙΖΑ (ΚΕ και ΠΓ), οδήγησαν ιδιαίτερα μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης της χώρας το Γενάρη '15, σε ουσιαστική αποξένωση της ηγεσίας από το κομματικό σώμα, με αποκορύφωμα τη συμφωνία με τους «θεσμούς» και την υπογραφή του Γ' Μνημονίου. Στις κρίσιμες επιλογές, ούτε η ΚΕ, ούτε η ΠΓ, ούτε τα στελέχη, ούτε και μέλη του κόμματος ρωτήθηκαν ποτέ, κατά παράβαση των αποφάσεων του Συνεδρίου και του Καταστατικού, για ΣΥΡΙΖΑ «κόμμα των μελών» του.!
Προκύπτουν κατά συνέπεια κρίσιμα ερωτήματα; Α) πως και με ποιες ασφαλιστικές δικλείδες, θα αποτρέπεται η παραχάραξη της βούλησης των μελών και των αντιπροσωπευτικών οργάνων; Β) κάτω από ποιες προϋποθέσεις ένας «μετωπικός» φορέας μπορεί να μετεξελίσσεται σε ενιαίο πολιτικό κόμμα (πολυτασικό ή μη); Ασφαλώς το ζήτημα δεν είναι απλά οργανωτικό αλλά πρωτίστως πολιτικό, διότι τα οργανωτικά σχήματα ως πολιτικά υποκείμενα, εξυπηρετούν κατά προτεραιότητα πολιτικούς στόχους. Τα συγκεκριμένα ερωτήματα, όσο και οι ιστορικές εμπειρίες από τη δημιουργία αριστερών «μετωπικών» σχημάτων στην Ελλάδα, αποκτούν με αφορμή τη δημιουργία της «Λαϊκής Ενότητας» μια επικαιρότητα. Από τη σωστή απάντηση των ερωτημάτων στις σημερινές συνθήκες, θα εξαρτηθεί «εν πολλοίς» και η μελλοντική πορεία της ΛΑΕ.
Ε. Η ''ΛΑΪΚΗ ΕΝΟΤΗΤΑ'', ''ΜΕΤΩΠΟ'' Ή ΚΟΜΜΑ
Η «Λαϊκή Ενότητα» δημιουργήθηκε ως «Μέτωπο» αντιμνημονιακών (αριστερών, ριζοσπαστικών, πατριωτικών, δημοκρατικών) δυνάμεων και ως τέτοιο θα πρέπει να προχωρήσει τουλάχιστον στο εγγύς μέλλον. Πρώτον, διότι οι «συλλογικότητες» που συμμετέχουν επιθυμούν κατά κανόνα τη διατήρηση της οργανωτικής, πολιτικής και ιδεολογικής τους αυτοτέλειας. Δεύτερον, το «μετωπικό» σχήμα διευκολύνει ένταξη νέων «συλλογικοτήτων» στο εγχείρημα και τρίτον, διότι ο «στρατηγικός στόχος» για επίλυση της «κυρίαρχης αντίθεσης» αντί της βασικής, ενδιαφέρει όλες τις συλλογικότητες του «μετώπου». Κατά συνέπεια ο «κοινός τόπος» σε πολιτικό επίπεδο είναι η «Προγραμματική Διακήρυξη» και οι προγραμματικές θέσεις προϊόν συλλογικών αποφάσεων. Σε οργανωτικό επίπεδο η ΛΑΕ ως «μετωπικός» (πολυκομματικός) φορέας θα πρέπει να εξασφαλίζει την αντιπροσωπευτική και αναλογική εκπροσώπηση στα κεντρικά όργανα (Πολιτικό Συμβούλιο και Γραμματεία), ενώ οι αποφάσεις πρέπει να παίρνονται με βάση την αρχή της ομοφωνίας ή τουλάχιστον της μέγιστης δυνατής συναίνεσης. Επίσης πρέπει να διασφαλίζεται η συλλογικότητα και ο σεβασμός των αποφάσεων και να καταπολεμούνται φαινόμενα παραγοντισμού, αρχηγισμού και γραφειοκρατικού συγκεντρωτισμού.
Η «Λαϊκή Ενότητα» πρέπει να είναι ανοικτή στην ένταξη και άλλων αντιμνημονιακών «συλλογικοτήτων», με βάση ορισμένα κριτήρια (πολιτικής αξιοπιστίας και κινηματικής παρουσίας) και όχι μόνο φραστικών αντιμνημονιακών διακηρύξεων. Η στελέχωση των οργάνων σε όλα τα επίπεδα, πρέπει να γίνεται με δημοκρατικές διαδικασίες και αξιοκρατικά κριτήρια. Ο κανόνας της περιορισμένης σταυροδοσίας στη διαδικασία εκλογής των οργάνων, μπορεί να διασφαλίσει την πλουραλιστική εκπροσώπηση των «συνιστωσών» (συλλογικοτήτων). Για μεγαλύτερη διασφάλιση της πλουραλιστικής εκπροσώπησης θα πρέπει να προηγούνται διαδικασίες διαβούλευσης και συναίνεσης, ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι διαθεσιμότητες και η δυνατότητα αποτελεσματικής προσφοράς. Αναλυτικότερες ρυθμίσεις μπορούν να γίνουν στα πλαίσια ειδικού κανονισμού ή του καταστατικού.
ΤΟ ΑΡΙΣΤΕΡΟ ΡΕΥΜΑ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΣΤΙΣ ΝΕΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ
Η διαφορά με όλες τις άλλες «συλλογικότητες» που συμμετέχουν στη ΛΑΕ, είναι ότι το «Αριστερό Ρεύμα» (ΑΡ), είχε ως τώρα χαρακτήρα «τάσης», αρχικά στο ΣΥΝ και αργότερα στο ΣΥΡΙΖΑ. Στις νέες συνθήκες, με τη «μετωπική» συγκρότηση της ΛΑΕ, θα πρέπει να συγκροτηθεί σε αυτοτελή πολιτικό οργανισμό και συγκεκριμένα σε πολιτικό κόμμα. Μια τέτοια εξέλιξη θα έχει θετικά αποτελέσματα τόσο για τη ΛΑΕ, όσο και για τις στρατηγικές στοχεύσεις που επιδιώκει ως συλλογικότητα. Η συγκρότηση του ΑΡ σε κόμμα, με οργανωτική, πολιτική και ιδεολογική αυτοτέλεια, με καταστατικό, μέλη, εσωτερική κομματική ζωή, εκλεγμένα όργανα, συλλογική λειτουργία και έχοντας ως στρατηγική επιδίωξη το σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της ελληνικής κοινωνίας, θα ενισχύσει αντικειμενικά (αριθμητικά και πολιτικά) τη ΛΑΕ και την αποτελεσματική της δράσης. Είναι προφανές ότι η εξωστρεφής του παρέμβαση, θα περνάει βασικά μέσα από τη ΛΑΕ, χωρίς να αποκλείεται σε εδικές περιπτώσεις, η αυτοτελής παρουσία του ως πολιτικού κόμματος.
Ασφαλώς οι παράλληλες διαδικασίες «κόμματος» και «μετώπου», θα «φορτώνουν» σε πρόσωπα και όργανα πρόσθετα καθήκοντα και συνεδριάσεις, που συνεπάγονται πρόσθετο κόπο και απώλεια χρόνου. Ωστόσο οι συγκεκριμένες διαδικασίες θα είναι εξ' αντικειμένου περιορισμένες (σε κρίσιμα ζητήματα) αφού η πλατιά πολιτική δράση θα περνάει από τη ΛΑΕ. Από την άλλη το αποτέλεσμα της «θυσίας» χρόνου θα προσμετράται θετικα από πλευράς συνοχής και αποτελεσματικής δράσης της ΛΑΕ. Σε κάθε περίπτωση, όπως έχει δείξει και η ιστορική εμπειρία των «μετωπικών» σχημάτων, το κρισιμότερο ζήτημα δεν είναι «αυτό καθ' εαυτό» το οργανωτικό, αλλά οι πολιτικές επιλογές και η επιτυχής ενεργοποίηση των κοινωνικών δυνάμεων που το «μέτωπο» εκφράζει για την υπεράσπιση και την προαγωγή των ζωτικών τους συμφερόντων. Η δημιουργία από τις δυνάμεις του «Αριστερού Ρεύματος», ενός κόμματος «πυλώνα» στα πλαίσια της ΛΑΕ, θα συμβάλλει αποφασιστικά στην προώθηση των επιδιώξεων της, ενώ θα αποτελεί πολύτιμη παρακαταθήκη για τη σοσιαλιστική προοπτική και για ένα ελπιδοφόρο μέλλον της ελληνικής κοινωνίας.
Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2015
ΠΗΓΗ: iskra.gr
ΜΕΤΑ ΤΙΣ ΕΚΛΟΓΕΣ

Του ΚΩΣΤΑ ΛΑΠΑΒΙΤΣΑ*
ΤΑ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ
Ο πραγματικός νικητής των πρόσφατων εκλογών ήταν η αποχή. Το επιβεβαιώνει μια γρήγορη ματιά στον παρακάτω πίνακα, που δείχνει τον αριθμό όσων ψήφισαν, καθώς και το ποσοστό τους στους εγγεγραμμένους στα μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας:
|
|
Ιανουάριος 2015 |
|||
|
Ψήφισαν |
Αποχή |
Ψήφισαν |
Αποχή |
|
|
Επικράτεια |
5.431.850 |
43,43% |
6.330.356 |
36,38% |
|
Α’ Αθηνών |
253.687 |
46,72% |
290.796 |
40,24% |
|
Β’ Αθηνών |
911.296 |
36,70% |
1.047.825 |
27,18% |
|
Α’ Πειραιώς |
103.624 |
47,59% |
120.936 |
39,46% |
|
Β’ Πειραιώς |
153.562 |
43,43% |
182.666 |
32,77% |
|
Υπόλοιπο Αττικής |
296.239 |
36,14% |
346.085 |
25,40% |
|
Α’ Θεσσαλονίκης |
309.148 |
40,10% |
356.081 |
30,75% |
|
Β’ Θεσσαλονίκης |
185.794 |
35,09% |
210.544 |
25,96% |
|
Αχαΐας |
164.320 |
40,75% |
190.463 |
31,46% |
|
Ηρακλείου |
158.579 |
36,89% |
181.210 |
27,77% |
|
Λάρισας |
153.064 |
38,85% |
173.784 |
30,66% |
Με δεδομένη την αποχή, τα ποσοστιαία αποτελέσματα των εκλογών είναι παραπλανητικά. Δεν υφίσταται «θρίαμβος» του ΣΥΡΙΖΑ, παρά την κυριαρχία του στο Κοινοβούλιο. Στην πράξη, όλα τα κόμματα που συμμετείχαν και στις δύο εκλογές του 2015 σημείωσαν απώλειες, και ο ΣΥΡΙΖΑ τις μεγαλύτερες.
Το σημαντικότερο ποιοτικό στοιχείο της αποχής, όμως, ήταν η μεγάλη της αύξηση σε εκλογικές περιφέρειες με έντονο λαϊκό χαρακτήρα. Οι χαρακτηριστικότερες περιπτώσεις ήταν οι Β’ Αθηνών και Πειραιώς, όπου η αύξηση της αποχής ήταν σαφώς μεγαλύτερη από ότι στις αντίστοιχες Α’. Εντυπωσιακή ήταν η αύξηση της αποχής και στο Υπόλοιπο Αττικής.
Το λαϊκό στοιχείο του Λεκανοπεδίου έδειξε μεγάλη απροθυμία να ψηφίσει. Η αποχή του σφράγισε την υποχώρηση του ΣΥΡΙΖΑ, τη στασιμότητα του ΚΚΕ και την αδυναμία της ΛΑΕ να μπει στη Βουλή.
H EΠΙΜΟΝΗ ΤΑΣΗ ΤΗΣ ΑΠΟΧΗΣ
Η μεγάλη αποχή δεν ήταν μεμονωμένο και περιστασιακό γεγονός. Υπάρχει επίμονη τάση αποχής ήδη από το 2009, όπως φαίνεται στο σχεδιάγραμμα

Κατά τη διάρκεια της κρίσης οι ψηφοφόροι έχουν φανεί βαθιά απογοητευμένοι με το πολιτικό σύστημα. Η υποχώρηση της αποχής τον Ιανουάριο του 2015 ήταν η εξαίρεση που οφειλόταν στον τότε ενθουσιασμό για τον ΣΥΡΙΖΑ. Επέστρεψε δριμύτερη όταν ο ΣΥΡΙΖΑ αποδείχθηκε ανακόλουθος και μέρος του συστήματος.
Το ελληνικό εκλογικό σώμα έχει γίνει ακόμη πιο απογοητευμένο και απορριπτικό προς τα υπάρχοντα κόμματα. Η αδυναμία ουσιαστικής εκπροσώπησης συμβαδίζει με τη γενικότερη υποχώρηση των κοινωνικών αγώνων και φυσικά με την εκτίναξη της ανεργίας που λειτουργεί ως φόβητρο. Η απλή καθημερινή παρατήρηση δείχνει ότι η απομάκρυνση από την πολιτική ζωή είναι εντονότερη στο λαϊκό στοιχείο και ιδιαίτερα στη νεολαία.
Η ΑΠΟΤΥΧΙΑ ΤΗΣ ΛΑΪΚΗΣ ΕΝΟΤΗΤΑΣ
Καθοριστικό στοιχείο των εκλογών ήταν επίσης η αδυναμία της Λαϊκής Ενότητας να μπει στη Βουλή. Πριν την αναλύσουμε, ας δούμε τα αποτελέσματα με μεγαλύτερη λεπτομέρεια:
|
Εκλογική Περιφέρεια |
Ποσοστό |
Ψήφοι |
|
Κέρκυρας |
5,05% |
2.717 |
|
Βοιωτίας |
4,47% |
2.825 |
|
Χανίων |
4,00% |
3.154 |
|
Ζακύνθου |
3,90% |
785 |
|
Β' Πειραιώς |
3,77% |
5.664 |
|
Α' Αθηνών |
3,58% |
8.892 |
|
Λασιθίου |
3,49% |
1.355 |
|
Αχαΐας |
3,48% |
5.575 |
|
Κεφαλληνίας |
3,36% |
725 |
|
Μεσσηνίας |
3,34% |
3.130 |
|
Λευκάδας |
3,33% |
458 |
|
Μαγνησίας |
3,32% |
3.342 |
|
Ημαθίας |
3,16% |
2.505 |
|
Β' Αθηνών |
3,13% |
27.952 |
|
Λέσβου |
3,12% |
1.695 |
|
Φθιώτιδας |
3,10% |
2.772 |
|
Κυκλάδων |
3,07% |
1.983 |
|
Σάμου |
3,05% |
722 |
|
Κορινθίας |
3,02% |
2.381 |
Χειρότερες επιδόσεις ΛΑΕ (κάτω από 2%)
|
Εκλογική Περιφέρεια |
Ποσοστό |
Ψήφοι |
|
Ροδόπης |
1,23% |
744 |
|
Γρεβενών |
1,41% |
314 |
|
Ξάνθης |
1,44% |
829 |
|
Έβρου |
1,58% |
1.329 |
|
Τρικάλων |
1,82% |
1.459 |
|
Σερρών |
1,86% |
2.071 |
|
Κιλκίς |
1,92% |
1.052 |
|
Καρδίτσας |
1,94% |
1.435 |
Πηγή: Στοιχεία Υπουργείου Εσωτερικών
Τα χειρότερα αποτελέσματα (όπως Ροδόπη, Γρεβενά και Ξάνθη), αλλά και τα καλύτερα (όπως Κέρκυρα, Βοιωτία και Χανιά), παρατηρήθηκαν σε επαρχιακές περιφέρειες. Αυτό σημαίνει ότι έπαιξε μεγάλο ρόλο η περιορισμένη αναγνωρισιμότητα της ΛΑΕ, η έλλειψη χρημάτων, οι οργανωτικές αδυναμίες και η δυσκολία να σχηματιστούν ψηφοδέλτια σε ολόκληρη την επικράτεια. Όπου οι υποψήφιοι ήταν ήδη βουλευτές με εντοπιότητα, προβολή και ιστορία αγώνων στην τοπική κοινωνία, οι αρνητικοί παράγοντες περιορίστηκαν σημαντικά.
Η βαθύτερη πραγματικότητα της αποτυχίας της ΛΑΕ διαφαίνεται όμως στο αποτέλεσμα του Λεκανοπεδίου, όπου οι επιδόσεις ήταν μεν από τις καλύτερες του κόμματος/μετώπου, αλλά τελείως αναντίστοιχες με το χαρακτήρα της περιοχής. Το λαϊκό στοιχείο του Λεκανοπεδίου προτίμησε να στραφεί προς την αποχή.
Η ΣΠΟΥΔΑΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΟΣ
Η κύρια αιτία της αποτυχίας της ΛΑΕ ήταν η απουσία συνεκτικών προγραμματικών προτάσεων. Παρουσιάστηκε ως συνεχιστής του Όχι του δημοψηφίσματος και αυθεντικός εκφραστής της αντιμνημονιακής πάλης, χωρίς όμως να θέτει στην κρίση του λαού ένα πρόγραμμα οικονομικής ανάταξης και κοινωνικής αλλαγής. Ένα τέτοιο πρόγραμμα αναγκαστικά θα απαιτούσε και έξοδο από τη νομισματική ένωση. Η ΛΑΕ μίλησε υπέρ της εξόδου, αλλά δεν εξήγησε ποτέ επαρκώς τα απαιτούμενα βήματα πιστεύοντας ότι έτσι θα καταλαγιάσει τις ανησυχίες των ψηφοφόρων. Το σφάλμα αποδείχθηκε ολέθριο.
Όταν ξέσπασε ο αναμενόμενος «πόλεμος της δραχμής» από πλευράς του ελληνικού κατεστημένου, αλλά και του ΣΥΡΙΖΑ, γρήγορα κόλλησε η ρετσινιά των «δραχμιστών», που μάλιστα δεν είχαν ούτε καν σχέδιο για το πώς θα γίνει η μετάβαση στο νέο νόμισμα. Στη βάση αυτή ήταν αδύνατον να αποκτήσει αξιοπιστία η ΛΑΕ.
Η έλλειψη αξιοπιστίας έγινε ακόμη χειρότερη καθώς το δημόσιο πρόσωπο της ΛΑΕ δεν απέπνεε φρεσκάδα και σιγουριά. Στο θέμα του προγράμματος μάλιστα ήταν χαρακτηριστική η έλλειψη βεβαιότητας και η τάση στρογγυλέματος. Σταδιακά επανεμφανίστηκε ακόμη και η ψευδαίσθηση ότι θα μπορούσε να υπάρξει αντιμνημονιακή πορεία για την Ελλάδα μέσω απλής «σύγκρουσης» με την ΟΝΕ, ή γενικώς με περισσότερη «δημοκρατία». Το αποτέλεσμα ήταν καταστροφικό γιατί φυσικά τα λαϊκά στρώματα έχουν πάρει πλήρως το μάθημα μετά τη μεταστροφή του ΣΥΡΙΖΑ. Ή θα ειπωθούν καθαρές κουβέντες, ή η λαϊκή ψήφος θα μείνει στο σπίτι της.
ΚΑΙ ΤΩΡΑ;
Μετά τις εκλογές οι οιωνοί για την ελληνική οικονομία και κοινωνία είναι δυστυχώς κακοί. Το τρίτο Μνημόνιο θα φέρει βαρύτατους φόρους, μείωση των συντάξεων και ιδιωτικοποιήσεις με όρους εθνικής υποτέλειας. Η συρρίκνωση της ζήτησης θα οδηγήσει σε ύφεση το 2015-16, αυξάνοντας την ανεργία και συμπιέζοντας τους μισθούς. Όσο για το χρέος, αν υπάρξει κάποια αναδιάρθρωση, αυτή θα πάρει τη μορφή επιμήκυνσης και ίσως μείωσης των επιτοκίων με πολύ περιορισμένα αποτελέσματα.
Στο πλαίσιο αυτό, η κοινωνική πραγματικότητα θα σκληρύνει κι άλλο, με επιδείνωση της φτώχειας και εντονότερη μετανάστευση της νεολαίας. Όσοι όμως φαντάζονται μια επανάληψη της μανιακής πίεσης προς την κοινωνία, όπως αυτής του 2011-13, πέφτουν έξω. Η μεγάλη προσαρμογή της ελληνικής οικονομίας στις βάρβαρες συνθήκες του ευρώ έχει ήδη συντελεστεί, κυρίως με την κατάρρευση των μισθών. Η δημοσιονομική πορεία είναι βέβαια επισφαλής, αλλά τα ελλείμματα δεν έχουν καμία σχέση με τις ακραίες καταστάσεις του 2009-10. Οι εξωτερικές συναλλαγές, επίσης, παρά τη συστηματική αδυναμία των εξαγωγών, έχουν περιέλθει σε σχετική ισορροπία λόγω την συντριβής των εισαγωγών.
Ο ελληνικός αστισμός, μετά από μια κατά μέτωπο επίθεση στα εργατικά και λαϊκά συμφέροντα, έχει δημιουργήσει συνθήκες όπου μπορεί να υπάρξει κάποια κεφαλαιακή συσσώρευση εντός της ΟΝΕ, αρκεί φυσικά να μη συμβεί νέα παγκόσμια κρίση. Αυτό δεν σημαίνει ότι η παραμονή της Ελλάδας στην ΟΝΕ είναι πλέον εγγυημένη. Η ανάπτυξη μετά το 2016 θα είναι χαμηλή και ασταθής, η ανεργία θα παραμείνει εξαιρετικά υψηλή, το Κοινωνικό Κράτος θα συνεχίσει να είναι ερείπιο, ο κρατικός μηχανισμός θα γίνει ακόμη πιο αναποτελεσματικός και διεφθαρμένος. Αλλά κάπως θα κινηθεί η οικονομία, ενώ είναι πιθανόν να ανακάμψει και η κερδοφορία. Για μια ιστορικά αποτυχημένη κοινωνική τάξη, χωρίς κανένα όραμα για τη χώρα της και έτοιμη να αποδεχθεί οποιαδήποτε απαίτηση των ισχυρών της ΕΕ, αυτά είναι επιτυχίες…
Ο ΣΥΡΙΖΑ θα διαχειριστεί την κοινωνική και εθνική σήψη για όσο του το επιτρέψει η αποδιάρθρωση της Νέας Δημοκρατίας και η ακόρεστη δίψα της δικής του ηγετικής ομάδας για εξουσία. Αλλά το πολιτικό σύστημα θα απομακρυνθεί ακόμη περισσότερο από τα λαϊκά στρώματα. Η Βουλή, της οποίας το επίπεδο έχει γίνει ακόμη χαμηλότερο, καθώς πλέον περιλαμβάνει και φαιδρά κόμματα, θα απομακρυνθεί κι άλλο από την πραγματικότητα της κοινωνίας.
Ουσιαστική αντιπολίτευση μπορεί να υπάρξει μόνο εκτός Βουλής, πράγμα που απαιτεί την επαναθεμελίωση της ελληνικής Αριστεράς. Χρειάζεται ολοκληρωμένη πρόταση προς την ελληνική κοινωνία, αξιόπιστο πολιτικό προσωπικό, δημοκρατική πρακτική και νέες οργανωτικές μορφές. Το αίτημα της οικονομικής και κοινωνικής αλλαγής παραμένει ζωντανό. Ας ανοίξει λοιπόν η συζήτηση.
Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2015
ΠΗΓΗ: iskra.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή