Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Δέκα απίστευτα οφέλη του μελιού

Μάθετε για τις ευεργετικές του ιδιότητες
Τρώτε λοιπόν μέλι! Το μέλι είναι μια πολύ καλή παραδοσιακή τροφή σχεδιασμένη για μας τους ανθρώπους κατευθείαν από την ίδια τη φύση.
1. Το μέλι είναι το μόνο γλυκαντικό που δεν έχει φτιαχτεί και δεν έχει επεξεργαστεί από τον άνθρωπο και που ταυτόχρονα έχει και αντιβακτηριδιακά στοιχεία αλλά και θεραπευτικές ιδιότητες
2. Με περίπου 18% νερό και pΗ 3-4, το μέλι είναι τόσο σταθερό που, εάν αποθηκευτεί σωστά, μπορεί να διατηρηθεί ακόμα και για αιώνες
3. Ενώ οι κενές θερμίδες στην επεξεργασμένη ζάχαρη συμβάλουν αρνητικά σε θέματα υγείας και παχυσαρκίας, το μέλι αντιθέτως μειώνει την συσσώρευση του λίπους στο καρδιαγγειακό μας σύστημα.
4. Σε αντίθεση με την επεξεργασμένη ζάχαρη, τη σουκρόζη, το μέλι δεν υφίσταται ζύμωση έτσι δεν θέτει το στομάχι μας σε κίνδυνο βακτηριδιακής εισβολής.
5. Το μέλι είναι ένας μονοσακχαρίτης, η απλούστερη μορφή ζάχαρης, και έτσι δεν δύναται να διασπαστεί περαιτέρω, ως εκ τούτου περνάει απ ‘ευθείας από το λεπτό έντερο στην κυκλοφορία του αίματος χωρίς να προκαλεί ερεθισμό στο πεπτικό μας σύστημα – όπως κάνει η σακχαρόζη.
6. Το μέλι είναι η πιο ιδανική μορφή ενεργειακής τροφής για το κάψιμο του λίπους κατά την διάρκεια του ύπνου-λόγω της 1: 1 αναλογίας φρουκτόζης και γλυκόζης.
7. Ως μια εξαιρετική τοπική θεραπεία για τα καψίματα ,το μέλι αφ ενός απαλύνει τον πόνο αποτελεσματικά και αφ έτερου επουλώνει την πληγή γρήγορα αφήνοντας ελάχιστες ουλές.
8. Το μέλι περιέχει βιταμίνες και αντιοξειδωτικά. Μάλιστα ένα μοναδικό αντιοξειδωτικό που ονομάζεται «πινοσεμπρίνη» βρίσκεται μόνο στο μέλι.
9. Σύμφωνα με τους ερευνητές, το μέλι είναι η πιο αποτελεσματική και ασφαλής θεραπεία για το βήχα των παιδιών, καλύτερη ακόμα και από τα συνηθισμένα φάρμακα.
10. Το «αναβολικό μέλι» -μια συμπυκνωμένη πηγή φρουκτόζης και γλυκόζης, είναι η προτιμώμενη γλυκαντική επιλογή για τους αθλητές.
ΠΗΓΗ: newsbeast.gr
ΤΡΕΙΣ ΕΙΔΙΚΟΙ ΑΝΑΛΥΟΥΝ ΤΙΣ ΕΠΙΚΕΙΜΕΝΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ ΣΤΟΝ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΤΙΚΟ ΝΟΜΟ

ΚΑΨΑΛΗΣ, ΚΑΡΠΟΖΗΛΟΣ, ΚΟΥΖΗΣ*
Η «Εφ.Συν.» ανοίγει τον φάκελο «συνδικαλισμός». Χωρίς αξιοπιστία και εμπιστοσύνη από την πλευρά των εργαζομένων, ο συνδικαλισμός βρίσκεται στο στόχαστρο εδώ και χρόνια και από την ίδια την κοινωνία. Ωστόσο, είναι το μόνο όπλο και ως τέτοιο οφείλουμε να το υπερασπιστούμε.
«ΧΡΕΙΑΖΟΝΤΑΙ ΑΛΛΑΓΕΣ, ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΑΥΤΕΣ ΠΟΥ ΑΠΕΡΓΑΖΟΝΤΑΙ...»
ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΚΟΥΖΗ, ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑΚΩΝ ΣΧΕΣΕΩΝ ΠΑΝΤΕΙΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ
Οι επιδιωκόμενες αλλαγές στον συνδικαλιστικό νόμο και στην άσκηση της απεργίας από τους δανειστές και τους εν Ελλάδι εκφραστές τους ολοκληρώνουν το πλήγμα απέναντι στον θεσμό του συνδικάτου μετά την αποδιάρθρωση των συλλογικών συμβάσεων με στόχο την πλήρη εξατομίκευση των όρων εργασίας.
Απορρέουν από την έκδηλη ή κρυφή αντιπαλότητα προς τον θεσμό των συνδικάτων, υπερτονίζοντας υπαρκτές παθογένειες και πρακτικές εκτροπής και δυσφήμισης του ρόλου τους, που, όμως, είναι διαχρονικά συνδεδεμένος με τις κοινωνικές κατακτήσεις.
Βάλλονται τα συνδικάτα ως αναχρονιστικά και αντιπαραγωγικά μορφώματα με λειτουργίες, συνήθως, στερούμενες δημοκρατικής νομιμοποίησης που πλήττουν το δημόσιο συμφέρον.
Θέση που προέρχεται από τους ίδιους κύκλους που επιβάλλουν τον ευτελισμό των κοινοβουλευτικών διαδικασιών και την ισοπέδωση της κοινωνίας στο όνομα του δημόσιου συμφέροντος υπηρετούμενου στο εξής από «επενδυτές» επωφελούμενους των εκτεταμένων ιδιωτικοποιήσεων.
Από τους ίδιους που επιβάλλουν, από το 2011, την ελαστικοποίηση και νόμιμη παράκαμψη του 8ωρου με απλή συμφωνία του εργοδότη και του 15% των εργαζόμενων σε επιχείρηση έως 20 ατόμων, δεσμεύοντας το σύνολό τους χάριν της δημοκρατίας στους χώρους εργασίας!
Η βελτίωση της εικόνας των συνδικάτων, για όσους ειλικρινά την επιθυμούν, είναι, πρωτίστως, ζήτημα του κόσμου της εργασίας και των εσωτερικών λειτουργιών της συλλογικής τους εκπροσώπησης και όχι της νομοθεσίας.
Ο συνδικαλιστικός νόμος χρειάζεται αλλαγές, αλλά η συγκυρία δεν είναι κατάλληλη για αλλαγές που θα ενισχύουν, αντί να περιορίζουν, τις συνδικαλιστικές ελευθερίες.
Χρειάζονται αλλαγές που θα μειώνουν τον θεσμοθετημένο κρατικό παρεμβατισμό στην εσωτερική ζωή των συνδικάτων, που θα διευκολύνουν την ένταξη των επισφαλώς εργαζομένων και τη συνδικαλιστική δράση στις επιχειρήσεις που σε ποσοστό 99% αποκλείονται νόμιμα από τη συνδικαλιστική εκπροσώπηση!
Το απεργιακό δικαίωμα δεν χρειάζεται πρόσθετους περιορισμούς στους ήδη υπάρχοντες, αλλά απλοποίηση της λειτουργίας του, η δε επαναφορά της ανταπεργίας με το επιχείρημα της ισοδυναμίας των όπλων στη φύσει άνιση σχέση κεφαλαίου και εργασίας απλά συνεπάγεται την όξυνση αυτής της ανισότητας.
«ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΑΝΑΣΥΝΤΑΞΗΣ...»
ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΚΑΨΑΛΗ, ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΥ ΣΥΝΕΡΓΑΤΗ ΙΝΕ-ΓΣΕΕ, ΠΡΩΗΝ Γ.Γ. ΤΟΥ ΣΕΠΕ
Η κυβέρνηση έχει δεσμευτεί να μην επαναφέρει καμία προστατευτική διάταξη της εργατικής νομοθεσίας, έστω στα προ μνημονίου επίπεδα, απαξιώνει καθημερινά το κύρος και το έργο των ελεγκτικών μηχανισμών της αγοράς εργασίας και θα κληθεί να υιοθετήσει επώδυνες νομοθετικές ρυθμίσεις με έντονο ουσιαστικό και συμβολικό φορτίο.
Οι επικείμενες αλλαγές στο πλαίσιο του τρίτου Μνημονίου με πρόσχημα τις «καλές», δηλαδή εξίσου αντεργατικές, πρακτικές στο εσωτερικό της Ε.Ε. αναμένεται να περιορίσουν περισσότερο τη διαπραγματευτική ισχύ των συνδικαλιστικών οργανώσεων, ακόμη και στο πεδίο του καθορισμού του κατώτατου μισθού.
Υπενθυμίζεται ότι από την άνοιξη του 2015 έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία διαβούλευσης (Γνώμη ΟΚΕ 306) για την κατάθεση ενός προοδευτικού και σύγχρονου πλαισίου συλλογικών διαπραγματεύσεων που για μια πραγματική κυβέρνηση της Αριστεράς θα ήταν το πρώτο νομοσχέδιο που θα ψήφιζε.
Ανατροπές στο πεδίο των συνδικαλιστικών ελευθεριών με άξονα την παρεμπόδιση της άσκησης της εν γένει συνδικαλιστικής δράσης και ιδίως της απεργίας αποσκοπούν στη διαιώνιση μιας κατάστασης εργασιακής ζούγκλας και στην επέκταση των φαινομένων εργοδοτικής αυθαιρεσίας.
Η κυβερνητική πρωτοβουλία δεν αποκλείεται, ωστόσο, να διευκολυνθεί στο επίπεδο της κοινής γνώμης, αφενός, από την επιμελή προβολή και αναπαραγωγή ιδιαιτέρως προσφιλών στερεοτύπων σχετικά με φαινόμενα εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού, νέου και παλαιού τύπου, και, αφετέρου, από την εν γένει απαξίωση του σημερινού συστήματος συνδικαλιστικής οργάνωσης και από την αναποτελεσματικότητα της συλλογικής δράσης των τελευταίων ετών.
Είναι αλήθεια ότι πολλές από τις προτεινόμενες απορυθμίσεις αποτελούν διαχρονικά αντικείμενο συζήτησης και αυτόνομης αναθεώρησης στο εσωτερικό πολλών συνδικάτων στις χώρες-μέλη.
Η νέα παρέμβαση στο συλλογικό εργατικό δίκαιο, προφανώς χωρίς κοινωνική συμφωνία και με όχημα μια καρικατούρα «κοινοβουλευτικής» διαδικασίας-εξπρές:
α) θα σηματοδοτήσει στα μάτια ακόμη και των πλέον αφελών ή δύσπιστων το τέλος των αυταπατών για την «από τα πάνω» διευθέτηση των ζωτικών αναγκών του κόσμου του καθημερινού μόχθου και δη της μισθωτής εργασίας,
β) θα σημάνει την πανηγυρική διάρρηξη των πολιτικών σχέσεων της εξουσίας με τις υποτελείς τάξεις,
γ) θα εγκαινιάσει με κάθε επισημότητα μια νέα περίοδο συγκρουσιακού κοινωνικού μοντέλου στη χώρα,
δ) θα αναδείξει την αδήριτη ανάγκη για ανάληψη πρωτοβουλιών με στόχο την αντιστροφή του κλίματος τρομοκρατίας στους χώρους δουλειάς και την επιστροφή μέρους της ποσότητας βίας που διαχέεται καθημερινά στους εργαζόμενους τα τελευταία 6 χρόνια.
Το εργατικό κίνημα, εντός και εκτός των θεσμικών οργανώσεών του, θα έχει μια ακόμη, ίσως τελευταία για την περίοδο τούτη, ευκαιρία για ανασυγκρότηση και ανασύνταξη, ώστε να πρωτοστατήσει για την από τα κάτω ανατροπή των αντεργατικών μνημονιακών τετελεσμένων.
«ΜΑΧΕΣ ΟΠΙΣΘΟΦΥΛΑΚΩΝ...»
ΤΟΥ ΚΩΣΤΗ ΚΑΡΠΟΖΗΛΟΥ, ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ
«Οι ευέλικτες μορφές εργασίας, που συγκροτούν τον πυρήνα των προτάσεων της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων, αποσκοπούν στον συγχρονισμό της ελληνικής πραγματικότητας με το κυρίαρχο μοντέλο εργασιακών σχέσεων στις περισσότερες χώρες, σε ανατολή και δύση, της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Το μοντέλο αυτό διαμορφώθηκε μέσα από την κατάρρευση της σύντομης παρένθεσης του μεταπολεμικού κοινωνικού συμβολαίου που στηριζόταν στους σταθερούς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης, στην ορατή δύναμη του εργατικού κινήματος και στη βεβαιότητα ότι η καρδιά της ευημερίας θα χτυπάει αδιάκοπα στον δυτικό κόσμο.
Σήμερα, οι ευρωπαϊκές κοινωνίες, και η ελληνική ανάμεσά τους, βρίσκονται αντιμέτωπες με μία νέα πραγματικότητα η οποία με ανάλογο τρόπο απαιτεί τη ριζική μεταβολή των εργασιακών σχέσεων.
Το μεγάλο ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρξει αλλαγή ή αν θα έχουμε τη διατήρηση των περίφημων κεκτημένων, αλλά το περιεχόμενο της αλλαγής αυτής. Στο ερώτημα αυτό οι δυνάμεις του συνδικαλιστικού κινήματος συχνά αδυνατούν να προσκομίσουν μια πειστική απάντηση.
Η μονότονη νοσταλγία για τον απολεσθέντα παράδεισο της μεταπολεμικής ευημερίας μετατρέπει τις εργατικές αντιστάσεις σε μάχες οπισθοφυλακών.
Ακόμα χειρότερα, στις μάχες αυτές απουσιάζουν οι νέοι και οι νέες εργαζόμενοι για τους οποίους η εποχή αυτή είναι σαν να μην υπήρξε ποτέ. Αποκλεισμένοι από τα συνδικάτα –που συστηματικά επιλέγουν να μην καλύπτουν τους πολλούς και τις πολλές με ευέλικτους όρους εργασίας- δυσκολεύονται να παρακολουθήσουν τις γενικές καταγγελίες για την αναίρεση δικαιωμάτων που τους είναι παντελώς ανοίκεια.
Η πρόταση της νέας εργατικής βάρδιας θα μπορούσε να αποτελέσει τον αστάθμητο παράγοντα στις επικείμενες εξελίξεις γύρω από τα εργασιακά. Αν και δύσκολα μπορεί κανείς να προδιαγράψει το περιεχόμενό της, είναι μάλλον βέβαιο ότι τη χωρίζουν πολλά τόσο από τις πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και από τις επιλογές των γραφειοκρατικών συνδικάτων.
*Πηγή: efsyn.gr
ΟΡΓΙΟ ΙΝΤΡΙΓΚΑΣ ΓΥΡΩ ΑΠΌ ΤΟΝ ΕΚΛΟΓΙΚΟ ΝΟΜΟ

ΑΣΚΗΣΕΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΟΥ ΚΥΝΙΣΜΟΥ ΑΠΟ ΜΙΑ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ ΠΟΥ ΠΑΡΑΠΑΙΕΙ
ΤΟΥ ΑΡΗ ΘΑΛΑΣΣΙΝΟΥ
Νέα επεισόδια στο καλοκαιρινό σίριαλ του εκλογικού νόμου, που προβλέπεται να ψηφιστεί στις 20 Ιουλίου, ήρθαν να προστεθούν τις τελευταίες ώρες, με φόντο το κυνήγι των 200 ψήφων βουλευτών, που απαιτούνται ώστε ο νέος νόμος να εφαρμοστεί στις επόμενες εκλογές, όποτε κι αν στηθούν οι κάλπες.
Την πληθωρική σεναριολογία των ημερών ήρθε να τροφοδοτήσει η χθεσινή συνάντηση του πρωθυπουργού με τον ανεξάρτητο βουλευτή Νίκο Νικολόπουλο, μετά την οποία διέρρευσαν πληροφορίες ότι ο Αλέξης Τσίπρας είναι πρόθυμος να μειώσει το ελάχιστο όριο κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης, που σήμερα είναι 3%, σε χαμηλότερα επίπεδα, ακόμη και στο 1%. Την ίδια στιγμή, διοχετεύονται από κυβερνητικούς βουλευτές σενάρια σε διαμετρικά αντίθετη κατεύθυνση, που θέλουν την κυβέρνηση να συζητά το ενδεχόμενο κάποιου μπόνους, της τάξης των 20 έως 30 εδρών, για το πρώτο κόμμα, εφ' όσον αυτό ξεπεράσει το 40% ή το 42% των ψήφων.
Είναι προφανές ότι η κυβέρνηση, προκειμένου να βρει τις ψήφους που της λείπουν (με τα σημερινά δεδομένα, φαίνεται ότι έχει εξασφαλίσει 197, με θετικές ψήφους από ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, ΚΚΕ, Χρυσή Αυγή, Νικολόπουλο, Θεοχαρόπουλο) έχει αποδυθεί σε ένα παιχνίδι πιέσεων και εκβιασμών, κινούμενη ταυτόχρονα σε δύο ασύμβατες τροχιές. Με το “Σχέδιο Α”, της μείωσης δηλαδή του ορίου στο 1%, υποτίθεται ότι ευελπιστεί σε κάποιες διαρροές, που θα της δώσουν τις τρεις παραπανίσιες ψήφους που της χρειάζονται. Είναι πολύ πιθανό, όμως, το σενάριο αυτό να αποτελεί απλό μοχλό εκβιασμού προς το ΠΑΣΟΚ και το ΠΟΤΑΜΙ, καθώς η μείωση του ορίου στο 1% θα οδηγούσε στον απόλυτο κατακερματισμό της Κεντροαριστεράς, με την είσοδο στη Βουλή μικρών “θραυσμάτων” του χώρου, ευθέως ανταγωνιστικών της κ. Γεννηματά και του κ. Θεοδωράκη.
Τείνουμε να πιστέψουμε ότι η κυβέρνηση Τσίπρα δεν θέλει στην πραγματικότητα να δρομολογηθεί αυτή η λύση – για τον επιπρόσθετο λόγο ότι θα διεκόλυνε την είσοδο στη Βουλή κομμάτων της αντιμνημονιακής και αντικαπιταλιστικής Αριστεράς... εκτός εάν η κυβέρνηση θεωρεί μακιαβελικά ότι με το 1% βοηθάει να αποτραπεί ένα πολύ πιο επικίνδυνο πλατύ μέτωπο αριστερών προοδευτικών πατριωτικών δημοκρατικών αντιμνημονιακών δυνάμεων, το οποίο θα συνιστούσε μια μεγάλη απειλή για το μνημονιακό σύστημα. Επομένως, είναι πολύ πιθανό να χρησιμοποιεί η κυβέρνηση αυτό το σενάριο ως φόβητρο για να σύρει το ΠΑΣΟΚ και το ΠΟΤΑΜΙ στο... Σχέδιο Β, που είναι η πραγματική της επιλογή: την υπερψήφιση, δηλαδή, ενός εκλογικού νόμου που θα διατηρεί το πλαφόν, έστω στο χαμηλότερο επίπεδο των 20 έως 30 εδρών. Βεβαίως, σε αυτή την περίπτωση η κυβέρνηση θα χάσει τις ψήφους του ΚΚΕ, μαζί και το αριστερό άλλοθι που της προσέφερε η ηγεσία του, θα αφήσει όμως ανοιχτή την προοπτική σύμπραξης με το ΠΑΣΟΚ και το ΠΟΤΑΜΙ, μια κατεύθυνση απολύτως συμβατή με τη γενικότερη, σοσιαλφιλελεύθερη μετάλλαξη του ΣΥΡΙΖΑ.
Είναι, βέβαια, πιθανό να μην τελεσφορήσει τελικά ούτε το Σχέδιο Α, ούτε το Σχέδιο Β της κυβέρνησης και η ποθητή πλειοψηφία των 200 να μην προκύψει ποτέ. Αν έτσι εξελιχθούν τα πράγματα, η κυβέρνηση θα υποστεί στις 20 Ιουλίου μια σημαντική πολιτική ήττα σε ένα ζήτημα που η ίδια άνοιξε, θεωρώντας το προνομιακό για τη διατήρηση της πολιτικής πρωτοβουλίας.
Για τη μεγάλη πλειονότητα των πολιτών, βέβαια, όλα αυτά μοιάζουν με τρικυμία σε ένα ποτήρι νερό. Αντιμέτωπος με την φοροκαταιγίδα και τις περικοπές στα εισοδήματά του, μέσα στο κατακαλόκαιρο, ο ελληνικός λαός πολύ μικρή αγωνία έχει για τον εκλογικό νόμο. Στα μάτια του, η κυβέρνηση Τσίπρα ακολουθεί με άφθονο κυνισμό τα χνάρια των προηγούμενων, αστικών κυβερνήσεων, καθώς το μόνο πράγμα για το οποίο αγωνιά πραγματικά είναι να βρει τρόπο να γραπωθεί στην εξουσία και όχι βέβαια οι αρχές της δημοκρατίας και του σεβασμού στη λαϊκή βούληση, τις οποίες τόσο βάναυσα ποδοπάτησε μετά το περσινό δημοψήφισμα.
Έτσι κι αλλιώς, οι εκλογές δεν βρίσκονται στην ημερήσια διάταξη και η τύχη αυτής της κυβέρνησης δεν θα κριθεί από τα όποια εκλογομαγειρεία. Αυτά που θα σφραγίσουν τη μοίρα της είναι η πορεία της οικονομίας, που διαγράφεται καταστροφική με βάση τα αδιέξοδα της μνημονιακής πολιτικής της και η εξάντληση των ορίων της κοινωνικής ανοχής από την πληττόμενη, λαϊκή πλειοψηφία, κάτι που ήδη συντελείται με επιταχυνόμενους ρυθμούς.
ΠΗΓΗ: iskra.gr
Το ζήτημα της εξόδου από την ΕΕ, Λυδία Λίθος για την αριστερά

(χαιρετισμός του Π. Μαυροειδή εκ μέρους της ΑΝΤΑΡΣΥΑ σε εκδήλωση της ΛΑΕ για το BREXIT)
Ας αφήσουμε για άλλους τις επιφανειακές υμνολογίες και πολύ περισσότερο τις πρόστυχες ελεεινολογίες, τις τόσο εύκολες στις οποίες οι σφουγκοκωλάριοι της εξουσίας καταφεύγουν όταν μιλούν για τη λαϊκή θέληση στην περίπτωση που αυτή είναι άλλη από αυτή που παρήγγειλαν.
Το Brexit δηλαδή η απόφαση του βρετανικού λαού για έξοδο από την ΕΕ, απαιτεί να σκεφτούμε και να συζητήσουμε σοβαρά. Με αισιοδοξία και απαιτητικότητα μαζί.
Πρώτο, το Brexit διέλυσε το μύθο (δυστυχώς κυρίαρχο και στη λεγόμενη ευρωπαϊκή αριστερά) ότι το φονικό υπερ-όπλο του κεφαλαίου που λέγεται ΕΕ, έχει, δήθεν, εξασφαλισμένη, δεδομένη και ακλόνητη μακροημέρευση. Ανέτρεψε την αντιδραστική θεωρία ότι το να τα βάζει κανείς μαζί της είναι σαν να κυνηγάει ανεμόμυλους.
Δεύτερο, το Brexit παρέδωσε στην κοινή χλεύη την άποψη που παρουσίαζε την άμεση έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση ως ανέφικτη, αλλά και συνώνυμη λιμών, σεισμών και καταποντισμών. Καμία καταστροφή δεν έγινε, εκτός από αυτή στα κεφάλια των ιθυνόντων της ΕΕ.
Τρίτο, το Brexit, διαμορφωμένο καθοριστικά από την ταξική εργατική ψήφο των πληβείων των εργατικών περιοχών, μας φωνάζει δυνατά ότι στον πυρήνα της σημερινής κοινωνικής και πολιτικής διαπάλης βρίσκεται το κοινωνικό ζήτημα, δηλαδή το ερώτημα «είτε συντριβή του κόσμου της εργασίας με μια ιστορικών διαστάσεων καταβύθιση της θέσης του ως προϋπόθεση για την ανάταξη του καπιταλισμού από την κρίση του, είτε εργατική απάντηση με στρατηγικούς όρους». Το Brexit δε μας έδωσε την απάντηση στο ερώτημα, αλλά μας δείχνει σε πιο πεδίο και ποιες κοινωνικές δυνάμεις μπορούν να τη σηκώσουν στους ώμους τους.
Τέταρτο, το Brexit μας διδάσκει πως ο κοινωνικός κανιβαλισμός του κεφαλαίου, πάει μαζί με την ύβρη απέναντι στη δημοκρατία και σε κάθε έννοια λαϊκής κυριαρχίας και το δικαίωμα των λαϊκών τάξεων σε κάθε χώρα να καθορίζουν την πορεία της. Ανέστησε την ελπίδα ότι οι λαοί μπορούν να βγάλουν γλώσσα στη σύγχρονη απολυταρχία και τον ολοκληρωτισμό του κεφαλαίου.
Πέμπτο, το Brexit φωνάζει δυνατά πως υπάρχει και λαός! Λαός, που οι αντίπαλοι του τον υποτίμησαν μέσα στην ταξική αλαζονεία της εξουσίας τους. Λαός, που τον μισούν και τον εχθρεύονται. Αλλά και λαός, που μπορεί να ορθώνει το ανάστημά τους, κόντρα στην εκστρατεία φόβου και να γίνεται έτσι λαός που τον τρέμουν.
Έκτο, το Brexit μας υπενθυμίζει πως η μαζική, διακριτή αριστερά αντάξια των περιστάσεων, η αριστερά που θα τα βάλει με την ΕΕ και την καπιταλιστική αναδιάρθρωση που σήμερα πατούν επί πτωμάτων και εργατικών δικαιωμάτων, είναι το μεγάλο ζητούμενο, αλλά δυστυχώς όχι πραγματικότητα. Στο κρίσιμο δίλημμα μέσα ή έξω από την ΕΕ η περίφημη δήθεν αριστερή στροφή των Εργατικών κονιορτοποιήθηκε. Συντασσόμαστε με τις δυνάμεις του Lexit δηλαδή της αριστερής εξόδου, που τουλάχιστον κράτησαν όρθια αυτή την προοπτική.
Έβδομο, το Brexit ταρακουνάει το σύνολο των δυνάμεων που μιλούν στο όνομα της αριστεράς, φωνάζοντας δυνατά πως ο αποφασιστικός κρίκος για αυτή ή την άλλη κατεύθυνση των εξελίξεων, για την αντιδραστική ή αντικαπιταλιστική σοσιαλιστική διέξοδο από τη σημερινή τραγωδία είναι το ερώτημα «έξοδος ή παραμονή στην ΕΕ;». Δεν είναι μόνο, αποσπασμένα και ασύνδετα, το ερώτημα της ευρωζώνης. Όταν αυτό το μήνυμα έρχεται από τη Βρετανία που είναι εκτός ευρωζώνης, που δεν έχει επικυρώσει το Δημοσιονομικό Σύμφωνο και έχει τόσες ισχυρές συμφωνίες εξαίρεσης από την εφαρμογή συνθηκών της ΕΕ, χρειάζεται διπλό και τριπλό διάβασμα σε χώρες όπως η Ελλάδα όπου η ΕΕ καθορίζει τα πάντα, θέτοντας μέσω του Δημοσιονομικού Συμφώνου καθεστώς μόνιμης αντεργατικής σφαγής.
Όγδοο, το Brexit μας μαρτυράει ολοκάθαρα ότι η εργατική τάξη της Βρετανίας θεωρεί την ΕΕ εχθρό της. Δε θα μπορούσε ωστόσο και δε μας προσφέρει εγγύηση για το χρώμα και την πολιτική κατεύθυνση αυτής της απόρριψης. Απορρίπτουμε την προπαγάνδα όσων ασχημονούν ενάντια στη λαϊκή ψήφο παρουσιάζοντάς την, ολοκληρωτικά σχεδόν, ως ψήφο ξενοφοβική και συντηρητική.
Έχουμε επίγνωση ωστόσο της δραματικής ανάγκης της μάχης της ηγεμονίας, για αριστερή, αντικαπιταλιστική, διεθνιστική και σοσιαλιστική διέξοδο και όχι αστική, εθνικιστική.
Μάχη για ηγεμονία σε ποιο στρατόπεδο και με ποιο ερώτημα όμως;
Όποιοι βρεθούν στο στρατόπεδο της παραμονής στην ΕΕ ή έστω της παραπομπής στο μέλλον της μάχης για την έξοδο, για να δώσουν δήθεν τη μάχη με την αυταπάτη «πως μια άλλη ΕΕ είναι εφικτή», «είναι κιόλας νεκροί και ας μη το ξέρουν», όπως λέει ο ποιητής.
Όποιοι βρεθούμε στο στρατόπεδο της εξόδου από την ΕΕ– ελπίζουμε, θέλουμε, προτείνουμε, πασχίζουμε σαν ΑΝΤΑΡΣΥΑ, όσο το δυνατό περισσότεροι- με πρώτο σταθμό τη συμμετοχή στη σχετική πρωτοβουλία για την έξοδο από την ΕΕ (με προβολή και του αιτήματος για δημοψήφισμα), θα μπορέσουμε να θέσουμε το ζήτημα της εργατικής, διεθνιστικής και σοσιαλιστικής διεξόδου.
ΠΗΓΗ: pandiera.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή