Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Μετά το «ΟΧΙ» τι;

Γράφει ο Βασίλης Μηνακάκης
1. Η ξεκάθαρη νίκη του ΟΧΙ στο δημοψήφισμα, το οποίο εκ των πραγμάτων απέκτησε άλλη διάσταση από εκείνη που οριοθέτησε η κυβέρνηση και άλλη συνέχεια από εκείνη που επιθυμούσε, αποτελεί αφορμή για προβληματισμό τόσο για το αποτέλεσμα αυτό καθαυτό όσο και για την «επόμενη μέρα». Πολύ περισσότερο που ήδη από το βράδυ της Κυριακής ο Τσίπρας δήλωνε ότι «το ΟΧΙ δεν σημαίνει ρήξη με το ευρώ», ενώ την επόμενη κυριολεκτικά μέρα η σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών αποφαινόταν το ίδιο κι έχτιζε μια «εθνική γραμμή διαπραγμάτευσης», με την οποία η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ παζαρεύει ένα νέο μνημόνιο, σχεδόν ταυτόσημο με τις προτάσεις Γιουνκέρ.
Από το πλήθος των ζητημάτων που πρέπει να συζητηθούν, πιο κρίσιμο για την τακτική και τη στρατηγική της επαναστατικής Αριστεράς είναι να γίνουν αντικείμενο προβληματισμού τα στοιχεία που συνηγόρησαν ώστε να διαψευστούν επί το θετικότερον όσοι ήλπιζαν σε ένα ΟΧΙ και επί το αρνητικότερον όσοι προσδοκούσαν επικράτηση του ΝΑΙ. Και ταυτόχρονα, τα στοιχεία εκείνα που επέτρεψαν στην κυβέρνηση να βιάσει με ωμό τρόπο τη λαϊκή ετυμηγορία μία μόλις μέρα μετά, να μετατρέψει το μαζικό ΟΧΙ σε εντολή για νέο μνημόνιο· κι αυτό χωρίς παλλαϊκή αντίδραση αντάξια αυτού του 61,3%, αλλά σε «εθνική ομοψυχία» με το απεχθές πολιτικό προσωπικό του ΝΑΙ και του μνημονιακού τόξου – που παρά τη συντριπτική ήττα του, βλέπει να του προσφέρονται νέα όπλα για να πάρει μια ρεβάνς και να επανακατακτήσει την ηγεμονία του.
2. Ένα πρώτο ενδιαφέρον στοιχείο αφορά την «κοινωνική βάση» του ΟΧΙ. Πρωταγωνιστές του ήταν οι νέοι, που το στήριξαν με ποσοστό 73-85%, οι φοιτητές (85,2%), οι άνεργοι (72,9%), οι μισθωτοί του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα (70,9% και 71,3% αντίστοιχα) και οι αγρότες (65,2%). Πρόκειται για μια ξεκάθαρα ταξική ψήφο από τους σύγχρονους «κολασμένους», αυτούς που ο καπιταλισμός, η κρίση του και η γραμμή υπέρβασής της καταδικάζουν σε λιτότητα και μνημόνια διαρκείας, ανεργία, εργασία λάστιχο, λαθρεπιβίωση μεταξύ εργασίας-ανεργίας και απελπισία στο «διηνεκές»· αυτούς που «δεν έχουν να χάσουν τίποτ” άλλο εκτός από τις αλυσίδες τους».
Όλοι αυτοί -και ιδίως οι νέοι, που δεν μπορούν να συμβιβαστούν με την ιδέα μιας ζωής χωρίς ελπίδα κι ενός συστήματος που, κατά πως τους λένε, «δεν είναι καλό, αλλά δεν έχει εναλλακτική»- αισθάνονται κοινωνική οργή και μίσος προς το κυρίαρχο αστικό στάτους και το πολιτικό σύστημα που το υπηρετεί. Και μπορεί αυτή η οργή να μην εκδηλώνεται πάντα, μπορεί συχνά να καλύπτεται από τον καθημερινό καταναγκασμό της επιβίωσης ή να μοιάζει ναρκωμένη τη στιγμή που ο Τσίπρας -περιφρονώντας το ΟΧΙ της πιο πολωμένης κοινωνικά εκλογικής μάχης- ανεβαίνει στο τρένο της «εθνικής συναίνεσης» και του νέου μνημονίου μαζί με τη Γεννηματά, τον Μεϊμαράκη και τον Θεοδωράκη, είναι όμως πολύ δύσκολο να εξαφανιστεί ή να χειραγωγηθεί για πολύ και στα σίγουρα, να γίνει δεκανίκι της διαχείρισης τύπου ΣΥΡΙΖΑ, ακριβώς γιατί το αντικειμενικό υπόβαθρο που την τροφοδοτεί επιδεινώνεται αντί να βελτιώνεται.
Από αυτήν την κοινωνική πραγματικότητα απορρέει, επίσης, η βαθιά αποστροφή των εν λόγω κοινωνικών στρωμάτων προς το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα και η πραγματική δυσκολία που έχουν οι κρατούντες να δώσουν μια κάπως αξιόπιστη και σταθερή λύση στο «πολιτικό πρόβλημα», να συνδέσουν τα κόμματα του αστικού τόξου με την εκπροσώπηση λαϊκών συμφερόντων. Πρόκειται για αποστροφή που, μετά και την «εθνική ενότητα» της επομένης του δημοψηφίσματος, είναι δυνατόν να σπρώξει πληβειακά στρώματα στην αγκαλιά της «αταλάντευτα αντιμνημονιακής» -όπως θέλει να εμφανίζεται- Χρυσής Αυγής.
Από την ίδια πραγματικότητα αναδεικνύεται ξεκάθαρα το ταξικό στίγμα που έχουν η κατεύθυνση και οι επιλογές της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Μια κατεύθυνση στρατευμένη στην αστική διαχείριση, που δίνει «μάχη» με τους «δανειστές» για τις εξοπλιστικές δαπάνες και τα εφοπλιστικά προνόμια (γιατί, άραγε;) αλλά εγκαταλείπει τα 751 ευρώ ή την κατάργηση του ΕΝΦΙΑ.
Ας επιμείνουμε λίγο στις ταξικές κοινωνικές αναφορές του ΟΧΙ, διότι δείχνουν ότι η αντικαπιταλιστική Αριστερά, αν επιδιώκει να μετατραπεί σε μαζικό κοινωνικοπολιτικό ρεύμα, οφείλει να έχει ξεκάθαρο ταξικό στίγμα, να οικοδομήσει και να οικοδομηθεί με σαφή τρόπο σε αυτά τα κοινωνικά στρώματα, να κατακτήσει πολιτικό λόγο, μορφές δράσης και «συνδικαλιστικές» προτεραιότητες που εστιάζουν κυρίως σε αυτά, να μιλήσει για την κομμουνιστική απελευθέρωση με τη δική τους γλώσσα, φρεσκάδα και ανάγκη, να χτίσει μορφές συσπείρωσης και μέτωπα -από τα κάτω ως τα πάνω- και να παρέμβει πολιτικά με όρους που αγγίζουν αυτά τα στρώματα και δεν τα απωθούν θυμίζοντας κακέκτυπα της αστικής πολιτικής ή του ηττημένου αριστερού και κομμουνιστικού κινήματος.
3. Σε ό,τι αφορά την πολιτική βάση του ΟΧΙ, είναι προφανές ότι σε αυτήν την εκλογική απάντηση συστεγάστηκαν πολλά επίπεδα συνειδητοποίησης και ριζοσπαστικοποίησης. Ωστόσο, είναι εξίσου σαφές ότι το στρατόπεδο του ΟΧΙ -παρά την πολυμορφία του- έγινε «παράταξη μάχης», άντεξε απέναντι στην αστική πανστρατιά (εγχώρια και διεθνή) και υπερίσχυσε εμφατικά όχι γιατί κάποιοι διάλεξαν το μνημόνιο των ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ (των 47 συν 2 σελίδων) έναντι του μνημονίου των «θεσμών», αλλά γιατί πολλοί -ανάμεσά τους και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ- σήκωσαν το γάντι του «ναι ή όχι στο ευρώ και την ΕΕ» που πετούσε ο αντίπαλος (και προβάλλει ακόμη πιο εμφατικά ενόψει της συνόδου της Κυριακής), στράφηκαν σε κατεύθυνση ρήξης, όρθωσαν το ανάστημά τους όταν η κυβέρνηση διαπραγματευόταν -ακόμη και μετά την προκήρυξη του δημοψηφίσματος- ένα νέο μνημόνιο και αποκαθήλωναν τα εικονίσματα των τραπεζών, της ΕΕ και των αγορών όταν η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ εν συνόλω έδινε καθημερινά «όρκους πίστης» στο ευρώ, τη σύγχρονη θεότητα των αγορών, των τραπεζιτών και των πολυεθνικών.
Προκεχωρημένο φυλάκιο αυτής της γενικής ροπής και δυναμικής, αυτού του ΟΧΙ -κι όχι του θολού ΟΧΙ, που μπορεί να σήμαινε και ΝΑΙ στην κυβέρνηση, τη διαπραγμάτευση και το ευρώ- αποτέλεσαν και αποτελούν οι πρωτοπόρες δυνάμεις -μεταξύ αυτών και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ- που στην οικονομική τρομοκρατία των κλειστών τραπεζών και των ΑΤΜ απαντούσαν «οι τράπεζες να περάσουν στο δημόσιο», στο όργιο των πιέσεων και των εκβιασμών απαντούσαν «ρήξη κι όχι διαπραγμάτευση», στην «αναδιάρθρωση του χρέους» αντέτειναν τη διαγραφή, στο «λύση εντός ευρώ» αντιπαρέθεταν το «δεν πάει άλλο με αυτήν τη λυκοσυμμαχία», στην οικονομική και μιντιακή τρομοκρατία των διεθνών και εγχώριων δυναστών αντέτειναν την περηφάνια, την ελευθερία και την αξιοπρέπεια ενός λαού που δεν προσκυνάει. Από αυτήν την επικοινωνία-γονιμοποίηση του ενστικτωδώς ταξικού και πρωτόλεια ριζοσπαστικού ΟΧΙ με το αντικαπιταλιστικό-χειραφετητικό ΟΧΙ ωφελήθηκαν και οι δύο πλευρές.
Πολλαπλά ωφέλιμη και όχι διχαστική -όπως υποστηρίζουν ορισμένοι- ήταν επίσης η εντός του κινήματος αντιπαράθεση προς εκείνο το ΟΧΙ που συνοδευόταν από το «ναι στο ευρώ, τη διαπραγμάτευση και τον έντιμο συμβιβασμό», «έβγαζε λάδι» την κυβέρνηση κι έστρεφε τα βέλη του μόνο προς τους εκβιασμούς των δανειστών. Ήταν, μάλιστα, ωφέλιμη και για τη μάχη πριν το δημοψήφισμα, διότι χωρίς μια τέτοια αντιπαράθεση εντός του στρατοπέδου του ΟΧΙ -συναγωνιστική, που δεν ξεχνούσε ποιος είναι ο κύριος αντίπαλος- η ισχύς του στρατοπέδου αυτού θα ήταν πολύ πιο «λίγη» απέναντι στον κύριο, τον ταξικό αντίπαλο· αλλά και για τη μάχη μετά το δημοψήφισμα, για την περίοδο όπου το «ΟΧΙ της κάλπης» καλείται να επαναβεβαιωθεί ως ΟΧΙ και, παράλληλα, να μετασχηματιστεί σε «ΟΧΙ του δρόμου», σε «ΟΧΙ σε κάθε μνημόνιο», και να αντέξει στο τελεσίγραφο «Grexit ή μέτρα πρωτοφανούς κοινωνικής βαρβαρότητας» που έστειλε την Τρίτη το βράδυ η «Ιερά Συμμαχία» της ΕΕ.
Με αυτήν την έννοια, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και άλλες ανατρεπτικές δυνάμεις και τάσεις μπορούν να υπερηφανεύονται ότι έβαλαν ένα σημαντικό λιθαράκι -μεγαλύτερο από το εκλογικό αποτύπωμά τους την 25η Ιανουαρίου- στη διαμόρφωση του λαϊκού πλειοψηφικού ΟΧΙ και της ενωτικής προσπάθειας που ορθώθηκε απέναντι στην ΕΕ και το ΔΝΤ, τον ΣΕΒ και τις ΗΠΑ, την ΕΚΤ και τον Πάπα. Αυτό τους δίνει μεν μια μεγαλύτερη δυνατότητα επικοινωνίας με τον λαϊκό-νεανικό ριζοσπαστισμό, αλλά τους φορτώνει και μια σημαντική ευθύνη για τις επόμενες κρισιμότατες μέρες και την πορεία προς τη σύνοδο της Κυριακής και όσα επακολουθήσουν.
Αντιθέτως, δεν μπορεί να υπερηφανεύεται γι” αυτό η κυβέρνηση και η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, που έκαναν τα πάντα για να καθηλώσουν/εγκλωβίσουν την πολιτική δυναμική του ΟΧΙ σε ανώδυνα για το σύστημα και την ΕΕ πλαίσια και που ακριβώς γι” αυτό τώρα, δέσμιες του «πάση θυσία εντός ευρώ» και της «εθνικής συναίνεσης», δεν μπορούν να ψελλίσουν το παραμικρό απέναντι στον ιταμό εκβιασμό των «εταίρων» της ΕΕ.
Ούτε, βεβαίως, η ηγεσία του ΚΚΕ που, στο όνομα της επιβεβλημένης αντίθεσης σε όλα τα μνημόνια, την ΕΕ και τον καπιταλισμό και στο όνομα της αποκάλυψης της κυβερνητικής κατεύθυνσης (που προφανώς έπρεπε να γίνει), πέταξε την μπάλα στην εξέδρα και, αντί να χτίσει συναγωνιστικούς δεσμούς όρθωσε τείχη απέναντι σε αυτό και στις ανερχόμενες τάσεις ριζοσπαστικοποίησης.
Τέλος, ούτε οι φωνές που αρκούνταν σε ένα γενικόλογο ΟΧΙ και μια εξίσου ακαθόριστη αντίσταση στους «δανειστές», αυτοπεριορίζονταν στο ανεκτό από την κυβέρνηση ΟΧΙ στο όνομα της πλατύτητας και «κόνταιναν» το μπόι τους τη στιγμή που η αναμέτρηση απαιτούσε όλοι μαζί «να σηκωθούμε λίγο ψηλότερα». Η ανεπάρκεια των φωνών αυτών φαίνεται πιο καθαρά σήμερα, τρεις μέρες μετά το δημοψήφισμα, πιστοποιώντας πόσο πολύτιμο κι ενωτικό είναι τόσο για το κίνημα όσο και για την ίδια η αντικαπιταλιστική Αριστερά να κολυμπάει αντάμα με τα πιο ριζοσπαστικά ρεύματα της τάσης ρήξης και όχι απλώς να τσαλαβουτάει στο ρεύμα της στιγμής, χωρίς, ωστόσο, να αποκόβεται από αυτό.
4. Ας δούμε, όμως, κατάματα την πραγματικότητα και τους συσχετισμούς. Οι τάσεις της ρήξης -ειδικότερα οι πιο ριζοσπαστικές- ενισχύθηκαν και βάθυναν στην πορεία προς το δημοψήφισμα, απέκτησαν ευρύτερη επιρροή και κύρος, ακούστηκαν και «εκτιμήθηκαν». Ωστόσο, δεν κατέκτησαν την ηγεμονία στο στρατόπεδο του ΟΧΙ, ούτε το χρωμάτισαν με τη δική τους αντίληψη, πρακτική και προοπτική. Προφανώς το σύντομο της εκλογικής μάχης και το υπαρκτό κοινωνικό τους προφίλ αποτελούν παράγοντες που έθεσαν αντικειμενικά όρια στην επίδρασή τους. Ωστόσο, το κυριότερο που πρέπει να συζητηθεί -και στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ- είναι η ποιότητα της γραμμής τους, η επάρκεια των στρατηγικών και τακτικών απαντήσεών τους, η πολιτική πρακτική και το θεωρητικό οπλοστάσιό τους, η κοινωνική δικτύωση και η παρουσία τους στους αγώνες.
Με αυτήν την έννοια, στο αγωνιστικό ρήγμα που διαμορφώθηκε την τελευταία πενταετία και στο ριζοσπαστισμό που ξεπήδησε ενόψει του δημοψηφίσματος μοιάζει να υπάρχει μια ισορροπία στην κόψη του ξυραφιού. Τέτοια που μπορεί να καταλήξει ή σε υποταγή στη βαρβαρότητα (στην οποία οδηγούν και το μνημόνιο που προτείνει η κυβέρνηση και οι προτάσεις των «θεσμών») και στο μονόδρομο της ΕΕ και της αγοράς ή σε μια βαθύτερη, μαζικότερη και προπάντων έμπρακτη, αγωνιστική αμφισβήτησή τους. Αυτή η ασταθής και εκρηκτική ισορροπία -έκφραση της συνύπαρξης και διαπάλης των τάσεων χειραφέτησης και υποταγής που ενυπάρχουν στο είναι και τη συνείδησή της εργατικής τάξης- είναι που δίνει τη μία μέρα 61,3% στο ΟΧΙ και την άλλη τη δυνατότητα στον Τσίπρα να το αναιρεί, αγκαλιά με τους υπέρμαχους του ΝΑΙ· που επιτρέπει στη λαϊκή και νεολαιίστικη αγανάκτηση να «σκάει μύτη» ορμητικά στο σχετικά πιο εύκολο κοινοβουλευτικό πεδίο αλλά να ασθμαίνει στην καθημερινή μάχη με την εργοδοσία, την κυβέρνηση, τη φυλακή της ΕΕ, το μαύρο μπλοκ των αντεργατικών «μεταρρυθμίσεων».
5. Μετά το λαϊκό ΟΧΙ, την ταχύτατη -κι αναμενόμενη- παραχάραξή του από την κυβέρνηση και την υπερεπιθετική απάντηση των «δανειστών», τίποτα δεν είναι όπως πριν· ούτε σε όσους στήριξαν το ΟΧΙ ούτε σε όσους στήριξαν το ΝΑΙ. Είναι φανερό ότι η ταξική πάλη έχει ήδη περάσει σε άλλο επίπεδο: οξύνεται στο έπακρο και οδεύει προς νέα πρωτόγνωρα κι απρόβλεπτα επεισόδια, σε πείσμα όσων πίστευαν ότι οι λαϊκές ανάγκες μπορούν να ικανοποιηθούν σε «έντιμο συμβιβασμό» με όσους τις τσαλαπατούν, εντός ΕΕ και με βαθμιαίες αλλαγές – εν ολίγοις, χωρίς ρήξη, ανατροπή και άλματα, με κυβερνητική ανάθεση ή μια απλή ψήφο.
Οι απαιτήσεις, λοιπόν, της ταξικής πάλης, μεγαλώνουν καθώς, από τη μια, το εγχώριο και διεθνές αστικό μπλοκ επιχειρεί να «πάρει το αίμα του» πίσω, να κλείσει το πολιτικό ρήγμα που άνοιξε, να τσακίσει τις ριζοσπαστικές τάσεις, να ταπεινώσει πολιτικά και να εξανδραποδίσει κοινωνικά τον ελληνικό λαό (εξ ου και το «νέο μνημόνιο ή Grexit»), να ελαχιστοποιήσει τις «ασύμμετρες» απειλές για την ΕΕ, το διεθνές χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο, τον αστικό κόσμο συνολικά, να ανασυγκροτήσει το πολιτικό σύστημα και τους μηχανισμούς διαμεσολάβησης (η παραίτηση Σαμαρά αποτελεί ένα πρώτο στιγμιότυπο)· κι από την άλλη, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ επιχειρεί να κλείσει μια νέα μνημονιακή συμφωνία (σε μία ή δύο δόσεις) με αντάλλαγμα κάποια ευχολόγια περί «επανεξέτασης» του χρέους, σε δυσαρμονία με τις λαϊκές διαθέσεις και με προσπάθεια να ψαλιδιστούν πολιτικά, να ξεφουσκώσει η μαχητικότητά τους, να δρομολογηθεί η υποταγή και η χειραγώγησή τους – βοηθούντος του νέου κυβερνητικού συνδικαλισμού.
Κυρίως, όμως, οι απαιτήσεις μεγαλώνουν γιατί οι άνεργοι παραμένουν άνεργοι, οι απλήρωτοι εργαζόμενοι παραμένουν απλήρωτοι, οι φοιτητές και οι νέοι παραμένουν «κάτοικοι» ενός κόσμου που δεν τους υπόσχεται τίποτα καλό· αλλά και γιατί πάνω στα κοινωνικά συντρίμμια της προηγούμενης πενταετίας θα σωρεύονται τα νέα βάρη που φέρνουν οι επιλογές της ΕΕ, του ΔΝΤ, των εργοδοτών και η συμφωνία που προτίθεται να υπογράψει η κυβέρνηση.
Η αντικαπιταλιστική Αριστερά οφείλει να αρθεί στο ύψος αυτών των απαιτήσεων. Δεν είναι ώρα για επανάπαυση ή απλή καταγγελία της κυβερνητικής κωλοτούμπας, για «τα λέγαμε εμείς» κι επιλογές που αυταπατώνται ότι μπορούν να επιβιώσουν φρούρια που γύρω τους έχουν «κρανίου τόπο». Δεν είναι, όμως, και οι στιγμές που αρκούν τα καύσιμα και τα συνθήματα του χθες, οι μορφές δράσης κι ο τρόπος άσκησης πολιτικής, οι μετωπικές πρακτικές και η κινηματική παρέμβαση που ακολουθούσε πριν από το δημοψήφισμα και τα τραπέζια της «εθνικής συναίνεσης». Πέραν των άλλων, δεν επιτρέπεται κάτι τέτοιο και γιατί η αντικαπιταλιστική Αριστερά -με το δικό της τριπλό ΟΧΙ (στους «δανειστές», στο κυβερνητικό μνημόνιο, σε ΕΕ και χρέος)- κατέκτησε έναν αναβαθμισμένο ρόλο στην «ταξιαρχία» του ΟΧΙ και «σήκωσε το γάντι» όταν ο ΣΥΡΙΖΑ αντιμετώπιζε τη μάχη σαν «καυτή πατάτα». Αυτός ο ρόλος αναβαθμίζεται με τα μετά το δημοψήφισμα δεδομένα, κι η αντικαπιταλιστική Αριστερά οφείλει να τον επαναβεβαιώσει-επανακατακτήσει, αναλαμβάνοντας την ευθύνη που της αντιστοιχεί και απαντώντας στις προκλήσεις των καιρών.
Αλίμονο αν πιστέψει ότι μπορεί να τα καταφέρει με «μία από τα ίδια», σαν να μην έγινε καν το δημοψήφισμα· σαν να μην ήρθαν στο προσκήνιο της μάχης βαθύτερα ερωτήματα· σαν να μην επιβεβαιώθηκε ότι η δυναμική της ταξικής πάλης σήμερα γενικεύει και βαθαίνει ταχύτατα την παραμικρή σύγκρουση· σαν να μη φάνηκε ότι δεν υπάρχει «όχι στο μνημόνιο» χωρίς «έξω από το ευρώ» κι «έξω από το ευρώ» χωρίς «έξω από την ΕΕ και το αστικό πλαίσιο»· σαν να μη φαίνεται ότι δεν αρκεί ένα κοινοβουλευτικό ΟΧΙ -γιατί τέτοιο ήταν το δημοψήφισμα-, αν αυτό δεν αποτελεί έκφραση ενός κινηματικού-πολιτικού ΟΧΙ, που καταγράφεται καθημερινά στους εργασιακούς χώρους, τις γειτονιές, τα φοιτητικά αμφιθέατρα και βγάζει στους δρόμους της συλλογικής πάλης εργαζόμενους, ανέργους, νέους, αγρότες.
Αλίμονο αν στην κλιμάκωση της ταξικής σύγκρουσης και του πολιτικού διακυβεύματος απαντήσει με αποκλιμάκωση: με καλέσματα στην κυβέρνηση «να αλλάξει ρότα»· με ένα απλό «όχι σε νέα συμφωνία» χωρίς παράλληλο «ξήλωμα του μνημονιακού κεκτημένου», ανατροπή των αντεργατικών «μεταρρυθμίσεων» και ριζική βελτίωση της εργατικής θέσης· με πλαίσιο που -ακόμη και τώρα- αφήνει για άλλη ώρα το «έξω από ευρώ-ΕΕ» ή το «διαγραφή όλου του χρέους» (θεωρώντας ότι αποτελούν «συνθήματα ζύμωσης», παρότι ήταν σε κάθε στόμα την καυτή προεκλογική εβδομάδα και παραμένουν το εξίσου καυτό μετεκλογικό επταήμερο). Αλίμονο, δηλαδή, αν τη στιγμή που οι διαχωριστικές γραμμές -άρα και το πλαίσιο του μετώπου που μπορεί να δώσει διέξοδο στις λαϊκές ανάγκες- μετατοπίζονται επί το ριζοσπαστικότερον, η αντικαπιταλιστική Αριστερά αρκεστεί στα ελάχιστα ή -ακόμη χειρότερα- στα προ του ΟΧΙ, της κυβερνητικής ακύρωσής του και της απάντησης των «θεσμών» δεδομένα· αν τη στιγμή που χρειάζονται πολιτικά και στρατηγικά φτερά κι ο καθαρός αέρας της επαφής με τις πλατιές μάζες -επίθεση, δηλαδή- αυτή κλείνεται σε παλιά σχήματα, ετεροκαθορίζεται από «αναμενόμενες διαφοροποιήσεις» και αρκείται σε μάχες οπισθοφυλακών.
6. Αρκετά, όμως, με τις οριοθετήσεις. Είναι χρήσιμες αλλά όχι αρκετές. Το κρίσιμο ζήτημα είναι πώς πρέπει να δράσει, τι χρειάζεται σήμερα η αντικαπιταλιστική Αριστερά.
Το πρώτο που αναμφίβολα χρειάζεται είναι ξεκάθαρη πολιτική γραμμή, η οποία να ανταποκρίνεται στο διακύβευμα της περιόδου, να αντιπροσωπεύει τις εργατικές-λαϊκές ανάγκες και διαθέσεις, να «κοιτά στα μάτια» τον ταξικό αντίπαλο και τα διλήμματα που βάζει και να εμπεριέχει το προέχον σήμερα αλλά και το βέβαιο αύριο της ταξικής αναμέτρησης. Αυτή η γραμμή δεν μπορεί να είναι άλλη από την πάλη για την ικανοποίηση των ζωτικών εργατικών αναγκών με ανατροπή των παλιών και νέων μνημονίων, ξήλωμα των αντεργατικών αστικών αναδιαρθρώσεων, έξοδο από ευρώ/ΕΕ, διαγραφή του χρέους, σύγκρουση με την «κανονικότητα» των αγορών και του κέρδους. Η γραμμή αυτή απέδειξε την ακτινοβολία της στη μάχη του δημοψηφίσματος, έδωσε και δύναμη στον κόσμο του ΟΧΙ και τις τάσεις της ρήξης. Πρέπει, επομένως, να ξεδιπλωθεί με μεγαλύτερη ποιότητα και αποφασιστικότητα, χωρίς παλινωδίες, ταλαντεύσεις, δολιχοδρομίες ή βήματα προς τα πίσω. Και να ξεδιπλωθεί μέσα στον κόσμο, στις μάχες του παρόντος, αποτελώντας όχι απλώς ένα «ξερό» σύνθημα, αλλά ένα πολιτικό νεύρο που θα απλώνεται και «προς τα κάτω», στις ζωτικές εργατικές διεκδικήσεις, και προς «προς τα πάνω», στον αντικαπιταλιστικό-επαναστατικό ορίζοντα και τη χειραφετητική-κομμουνιστική προοπτική τους.
Το δεύτερο που χρειάζεται είναι η στράτευση με στρατηγικούς όρους στην ταξική ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος, στην επιλογή που θα επιτρέψει στο ΟΧΙ της κάλπης να «βγάλει στο δρόμο» της μαζικής πάλης όλο το βάθος και την έκτασή του, όλο το ταξικό φορτίο και την αποφασιστικότητά του. Το είδαμε πριν το δημοψήφισμα, μετά από αυτό αλλά και στο πεντάμηνο της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ: νικηφόρα μάχη για τα εργατικά δικαιώματα δεν μπορεί να δοθεί με όχημα «θεσμούς» που τάχθηκαν με το στρατόπεδο του ΝΑΙ, όπως η ΓΣΕΕ, η ΟΤΟΕ και τόσα άλλα «εργατικά» συνδικάτα, ή με τον νέου τύπου κυβερνητικό συνδικαλισμό του ΜΕΤΑ. Τώρα είναι η ώρα για θεσμούς-δομές συλλογικής συσπείρωσης και διεκδίκησης που θα δίνουν φωνή και δρόμο αγώνα στους ανέργους και τους νέους, στους ελαστικά εργαζόμενους, στους εργάτες του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα.
Το τρίτο που χρειάζεται είναι η μάχη των αξιών και της κοινωνικής προοπτικής. Το δημοψήφισμα ήταν πολύ διδακτικό απ” αυτήν την άποψη. Ο ένας κόσμος -ο κόσμος του ΝΑΙ- έδωσε τη μάχη όχι «στα σημεία» αλλά με ξεκάθαρες σημαίες: την ΕΕ, την αγορά, τις τράπεζες, την καπιταλιστική ανάπτυξη, τον αστικό κοινοβουλευτισμό. Και την έδωσε λέγοντας ότι δεν είναι ίσως η καλύτερη λύση, είναι όμως η «μοναδική» λύση. Γι” αυτό το πλήγμα του ΟΧΙ δεν είναι ούτε αμελητέο ούτε μόνο οικονομικό – είναι και πολιτικό, διότι εισάγει το «μικρόβιο» μιας πορείας πέραν του μονοδρόμου της ΕΕ και του καπιταλισμού. Ο άλλος κόσμος -ο κόσμος του ΟΧΙ- άντεξε -με τη συνεισφορά και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αλλά όχι του ΣΥΡΙΖΑ- και θα αντέξει μόνο αν σταθεί στο ύψος αυτής της πρόκλησης, αν μετατρέψει το «μικρόβιο» σε επιδημία· αν αναδείξει σε νεύρο και σημαία της πάλης, τώρα κι όχι αύριο, έναν κόσμο ελπίδας και κοινωνικής χειραφέτησης, χωρίς ΕΕ και χρέος, αγορά και κέρδος, καταπίεση και εκμετάλλευση, ιδιωτική ιδιοκτησία και ρατσισμό, πολέμους και καταστροφή του περιβάλλοντος. Αν τελικά, μέσα σε αυτήν τη ζωντανή διεργασία της αυθεντικής λαϊκής δράσης, κι όχι με κομματικό «ψηστήρι» αναδείξει ως αναγκαιότητα, δυνατότητα και τάση των καιρών μια φρέσκια και επαναθεμελιωμένη πρόταση κομμουνιστικής απελευθέρωσης.
Απόρροια όλων αυτών είναι το τέταρτο απαραίτητο στοιχείο, η αναγκαία μετωπική γραμμή της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς, τόσο σε συνολικό επίπεδο όσο και στους κοινωνικούς χώρους και αγώνες. Το δημοψήφισμα κατέρριψε πολλούς μύθους του «συρμού» -και κυρίως το μύθο ότι η βαθύτητα και η πλατύτητα ανταγωνίζονται η μια την άλλη, το προωθημένο περιεχόμενο ακυρώνει την ευρεία συσπείρωση- κι έδειξε ποιος είναι ο δρόμος μιας αποτελεσματικής μετωπικής γραμμής-πρακτικής. Είναι ο δρόμος που επενδύει στην αντικαπιταλιστική γραμμή (με ό,τι αυτό συνεπάγεται και σημαίνει) και δεν την αφήνει σε δεύτερη μοίρα στο όνομα ευκαιριακών και συνάμα ουτοπικών μετώπων μιας χρήσης και καμιάς αποτελεσματικότητας· που αναδεικνύει σε μάχιμο στόχο του παρόντος το «έξω από ευρώ και ΕΕ» και δεν το αφήνει για «αύριο» ή για τη «λαϊκή εξουσία»· που έχει ως οδηγό τις εργατικές ανάγκες και την ανατροπή της αντεργατικής σταυροφορίας κι όχι απλώς να μην επιδεινωθεί έτι περαιτέρω η θέση των εργαζομένων ή να πασπαλιστεί με συριζική χρυσόσκονη η μνημονιακή κόλαση· που ξεδιπλώνεται με κύριο άξονα την απευθείας επαφή της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς με το λαό και τις μορφές συλλογικής συσπείρωσης και πάλης του και δευτερεύοντα (αλλά απαραίτητο) τις ενδεχόμενες «διαφοροποιήσεις» από τον ΣΥΡΙΖΑ ή το ΚΚΕ. Αυτός ο δρόμος «περπατήθηκε» πριν το δημοψήφισμα, με αξιόλογα αποτελέσματα αλλά όχι χωρίς αντιφάσεις. Αυτός πρέπει να «περπατηθεί» και τώρα που μεγάλα εργατικά-νεολαιίστικα κομμάτια του ΟΧΙ θα αδειάζονται από την κυβέρνηση και μεγάλα διλήμματα θα διαμορφώνονται από τον ταξικό αντίπαλο· και να «περπατηθεί» με μεγαλύτερη δημιουργικότητα, τόλμη, πρωτοτυπία και σταθερότητα, ανοιχτά και πλατιά μέσα στον κόσμο του ΟΧΙ και των αγώνων, με παλιές και νέες μορφές, χωρίς να φετιχοποιείται ή να απορρίπτεται αβασάνιστα καμιά προσπάθεια.
Μόνο έτσι θα υπηρετηθεί το διπλό καθήκον της στιγμής: να χτιστεί ένα πανίσχυρο κίνημα που θα σαρώσει την αντεργατική πολιτική και τους φορείς της, από τη μια, κι από την άλλη, να οικοδομηθούν -μέσα στη φωτιά αυτής της μάχης- εκείνες οι αντικαπιταλιστικές κι επαναστατικές δυνάμεις-φορείς που θα εκφράζουν τις χειραφετητικές και κομμουνιστικές αναγκαιότητες, τάσεις και δυνατότητες της εποχής μας. Εννοείται ότι δεν μπορεί να υπάρξει μόνο του το ένα ή το άλλο από αυτά. Ή θα υπηρετηθούν παράλληλα ή δεν θα υπηρετηθεί κανένα.
πηγη: pandiera.gr
Ο κάτω κόσμος, οι διάβολοι και η στιγμή της κρίσης

Αλέξανδρος Καπακτσής
Η στρατηγική του δυτικοευρωπαϊκού ιμπεριαλιστικού κέντρου για να ξεπεράσει την ύφεση και να αναβαθμίσει τη θέση του σε σχέση με τους ανταγωνιστές του έχει συμπυκνωθεί, μέσω του δημοσιονομικού συμφώνου και αντίστοιχων πολιτικών συμφωνιών, σε αιώνια λιτότητα για την εργατική τάξη και τα λαϊκά στρώματα και σε κοινή νομισματική ένωση που θα είναι η ατμομηχανή της οικονομικής και πολιτικής ένωσης. Η στρατηγική αυτή, με κύρια συγκολλητική ουσία γύρω της την αύξηση του ποσοστού της υπεραξίας που καρπώνονται οι αστικές τάξεις, επιβάλει ταυτόχρονα την ηγεμονία του ισχυρότερου στο εσωτερικό του, της Γερμανίας.
Η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ για χαλάρωση της λιτότητας και αναστροφή της τάσης της αποτελεί έναν υπαρκτό κίνδυνο δημιουργίας ρωγμής στη στρατηγική του δυτικοευρωπαϊκού ιμπεριαλιστικού κέντρου, μιας ρωγμής που με επιμονή επιζητούν οι πλατιές εργατικές μάζες της ΕΕ σε κάθε χώρα και το παράδειγμα θα αποτελέσει έναυσμα έντασης σκληρών ταξικών και πολιτικών αγώνων για την ανατροπή της. Ταυτόχρονα μια τέτοια πολιτική στηρίζεται και από μερίδες της αστικής τάξης που είτε πλήττονται θανάσιμα από αυτή λόγο της υποκατανάλωσης και των περιοριστικών δημοσιονομικών πολιτικών είτε αντιλαμβάνονται τους μακροπρόθεσμους κινδύνους οι ρωγμές να γίνουν κρατήρες ηφαιστειακών κοινωνικών συγκρούσεων.
Αν συνδυαστεί ο παραπάνω κίνδυνος με την επιμονή για κούρεμα, με κάποιο τρόπο, του χρέους, ώστε και πόροι για την άρση των περιοριστικών πολιτικών να βρεθούν αλλά και να χρησιμοποιηθούν για δημόσιες επενδύσεις, που σαν ατμομηχανή να συμπαρασύρουν τον ιδιωτικό τομέα και κεφάλαια που χειμάζουν, γοητευτικός κίνδυνος υποδείγματος για κυβερνήσεις σημερινές αλλά κυρίως αυριανές που η εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους τους βρίσκεται στην κόκκινη ζώνη.
Το 2014 η παγκόσμια αγορά ομολόγων είχε ένα μέγεθος περίπου 100 τρισεκατομμυρίων δολαρίων, εκ των οποίων 48 τρισ. έχουν εκδοθεί από κράτη, άλλα 41 τρισ. από χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς και τα υπόλοιπα 11τρισ. από μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις.
Τα δεδομένα του 2014 αντιπροσωπεύουν μια μεγάλη αύξηση από το 2008. Το συνολικό μέγεθος της αγοράς ομολόγων το 2008 ήταν 74 τρισ. δολάρια, εκ των οποίων 28 τρισ. ήταν κρατικά, 38 τρισ. από χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς και άλλα 8 τρισ. από μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις.
Ο υπερκορεσμός επενδύσεων σε όλους τους υφιστάμενους τομείς παραγωγής (κρίση υπερπαραγωγής) έχει μηδενίσει την οριακή κερδοφορία της καπιταλιστικής οικονομίας, σε τεράστιες περιοχές του κόσμου και ιδιαίτερα στα παλιά ιμπεριαλιστικά κέντρα, αλλά και τη δυνατότητα κερδοφορίας του κεφαλαίου ήδη από το 2007. Η ύπαρξη θηριωδών μονοπωλίων που επιβάλλουν φραγμούς στην είσοδο νέων ανταγωνιστών στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών, αποκλείουν τη δημιουργία νέων ανταγωνιστικών βιομηχανιών που θα μπορούσαν να εκτινάξουν την κερδοφορία των επενδυτικών κεφαλαίων και έτσι να ανεβάσουν τα επιτόκια των ομολόγων. Επίσης η τεχνολογική ανανέωση της παραγωγικής βάσης βρίσκεται σε στασιμότητα από την κρίση του 2008 και μετά με αποτέλεσμα να μην υπάρχει επέκταση σε αυτόν τον τομέα. Ο ασύλληπτος πλούτος που έχει συγκεντρωθεί όλη την προηγούμενη περίοδο λιμνάζει. Η κερδοφορία των «επενδυτικών κεφαλαίων», παρά την επιθετικότητα τους βρίσκεται σε διαρκή μαρασμό και αλληλοσπαραγμό. Οι κίνδυνοι τροφοδοτούν τις επενδύσεις πλεονάζοντος κεφαλαίου με ελάχιστο κέρδος στα σταθερά ομόλογα ΗΠΑ, Γερμανίας ή Ιαπωνίας αλλά αν ξεκινήσει κούρεμα χρεών στη περιφέρεια το φαινόμενο του ντόμινο θα συμπαρασύρει τα πάντα. Η κρίση του 2008 θα φαντάζει παιδική χαρά.
Έτσι λοιπόν η στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ ότι με τη λαϊκή εντολή στο χέρι θα πείσει τη «δημοκρατική Ευρώπη της καγκελαρίου Μέρκελ» να αποδεχθεί τις προτάσεις του, για αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης και για ανάκαμψη, έπεσε σε τοίχο. Όσο αποδεικνυόταν αυταπάτη και αυξάνονταν οι πιέσεις τόσο υποχωρούσε η κυβέρνηση μέχρι που έφθασε να έχει χάσει όλα τα μέσα που μπορούσε να έχει στη διάθεση της (τράπεζες – ΜΜΕ- κάποια αποθεματικά) και έντρομη αποδέχθηκε τις προτάσεις των δανειστών με τις 47 σελίδες μνημόνιο. Αυτό τους αποθράσυνε σε τέτοιο βαθμό ώστε κάλεσαν όλους τους υποτακτικούς τους στις Βρυξέλλες για να αναλάβουν να σχηματίσουν κυβέρνηση, μετά την πτώση της κυβέρνησης Τσίπρα, με ένα κομμάτι του κυβερνώντος κόμματος υπό τον αρχιτέκτονα των υποχωρήσεων Δραγασάκη.
Μόνη εναλλακτική λοιπόν του πρωθυπουργού η προσφυγή στον «Κάτω Κόσμο»[1], στους εργαζόμενους, στον Λαό. Τα γεγονότα πυκνά και γνωστά. Οι «Διάβολοι», οι εργαζόμενοι και οι άνεργοι, η νεολαία, τα λαϊκά στρώματα, οι αγωνιστές απόμαχοι της δουλειάς, οι λαϊκοί καλλιτέχνες και διανοούμενοι, με τις ταξικές, λαϊκές και πολιτικές τους οργανώσεις βγήκαν στο προσκήνιο, στο φως των ανοικτών ταξικών και πολιτικών συγκρούσεων που τα καθεστωτικά και υπό ενιαίο κέντρο καθοδηγούμενα ΜΜΕ δεν έβλεπαν και ούτε ήθελαν να δουν. Πήραν πάνω τους τη σύγκρουση όταν η κυβέρνηση είχε κατεβασμένα τα χέρια με προτάσεις συμβιβασμού-παράδοσης μέχρι και την τελευταία στιγμή. Δεν σκιάχτηκαν ούτε τα πιο βαριά όπλα του συστήματος: τις τράπεζες και τον έλεγχο πληροφόρησης. Με ένα ηρωικό αγώνα συνέτριψαν και τις προσδοκίες του μαύρου μετώπου και τις τάσεις παράδοσης και συμβιβασμού μέσα στην κυβέρνηση.
Ο πρωθυπουργός πολιτικά ενισχυμένος αλλά και τρομαγμένος από την εργατική λαϊκή δυναμική και τον ανερχόμενο ριζοσπαστισμό, που μπορεί να ανατρέψει ψοφοδεείς λογικές, έσπευσε να ερμηνεύσει το νόημα της λαϊκής ψήφου, όπως εμμέσως παραδέχθηκε στο Ευρωκοινοβούλιο μόλις ξανάπεσε σε τοίχο ανένδοτης αδιαλλαξίας, σαν ψήφο για συμφωνία και όχι για ρήξη όπως όλοι αντιλαμβάνονται. Νερώνει το ΟΧΙ με μπόλικο ΝΑΙ ερχόμενος σε συνδιαλλαγή με τους ξεφωνισμένους γερμανοτσολιάδες που ήταν μισοπεθαμένοι και υπό το κράτος πανικού και τους ανασταίνει.
Μόνο που οι εναλλακτικές επιλογές είναι περιορισμένες:
α) Υποχωρεί κατά κράτος υπό το φόβο της εξαναγκασμένης εξόδου από το Ευρώ, υπογράφει όλες τις ιταμές προτάσεις των δανειστών και του κεφαλαίου, τις περνάει με τη βοήθεια των προθύμων της αντιπολίτευσης, και ουσιαστικά αργά ή γρήγορα πέφτει κάτω από το βάρος της λαϊκής κατακραυγής και των λαϊκών κινητοποιήσεων.
β) Έρχεται σε συμβιβασμό, με όλα τα μέτρα στο κόκκινο, και, με υποσχέσεις για αναπτυξιακή βοήθεια και μελλοντικά κάποια, με κάποιο τρόπο, απομείωση του χρέους ώστε να μπλοκάρει την αριστερή πτέρυγα και τις λαϊκές αντιδράσεις και να περάσει τη συμφωνία. Το πρόβλημα της κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού και η κρίση χρέους δε λύνεται και ανατροφοδοτεί όλες τις κοινωνικές διεργασίες και την ταξική πάλη και την επιστροφή στην αφετηρία.
γ) Ακολουθεί το λαϊκό ρεύμα, που οργανώνεται, παίρνει μέτρα αντιστροφής της κατάστασης, εθνικό νόμισμα, κρατικοποίηση τραπεζών με λαϊκό έλεγχο, έλεγχο κεφαλαίων, μονοπωλίων, διατίμηση τροφίμων και φαρμάκων κλπ. Έτσι και αλλιώς όπως λέει και ο νομπελίστας Πωλ Κρούγκμαν «το σκέλος της χρηματοπιστωτικής κρίσης έχει ήδη συμβεί, ώστε το μεγαλύτερο κόστος εξόδου από το ευρώ έχει ήδη πληρωθεί. Γιατί τότε λοιπόν να μην εισπράξει κανείς και τα πλεονεκτήματα;»
Η στιγμή της κρίσης έφθασε. Όπως και αν εξελιχθούν τα πράγματα μπαίνουμε σε μια περίοδο έντονων ταξικών και πολιτικών συγκρούσεων. Ο «κάτω κόσμος» που βγήκε στο προσκήνιο θέλει και πρέπει να επιβάλει τις δικές του αξίες και οράματα. Οι «διάβολοι» που αντιλήφθηκαν την απίστευτη δύναμη που διαθέτουν πρέπει να οργανωθούν. Όλες οι κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις από τα ταξικά συνδικάτα και τις λαϊκές οργανώσεις μέχρι τις πολιτικές δυνάμεις που υποστήριξαν με πάθος το όχι, αλλά και πολιτικές δυνάμεις που λόγο έντονων επιφυλάξεων εκφράστηκαν με άκυρο πρέπει να συγκροτήσουν ένα πανίσχυρο εργατικό λαϊκό μέτωπο που θα βάλει τη σφραγίδα του σε όλη την περίοδο.
9-7-2015
[1] Μεταφορά που χρησιμοποίησε λαϊκός διανοούμενος της Θεσσαλονίκης
πηγη: pandiera.gr
Μαζική πορεία ενάντια στη νέα αντιλαϊκή συμφωνία

Συγκέντρωση στα Προπύλαια πραγματοποιήθηκε την Παρασκευή 10 Ιούλη, στις 7μμ έπειτα από κάλεσμα πρωτοβάθμιων σωματείων, σχημάτων. Στην συγκέντρωση καλούσαν επίσης η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, η ΜΑΡΣ, το Δίκτυο Ελευθέρων Φαντάρων Σπάρτακος, η Α/Π Ροσινάντε κ.ά.
Οι χιλιάδες συγκεντρωμένοι πραγματοποίησαν μαχητική πορεία προς τη Βουλή.
Στην Ομήρου δυνάμεις των κλούβες και ΜΑΤ του Πανούση έκοψαν τον δρόμο στην πορεία, με εμφανή προσπάθεια της αστυνομίας να γίνουν οπωσδήποτε επεισόδια! Τα ΜΑΤ έκαναν χρήση χημικών, ενώ μετά από αρκετή ώρα η πορεία ξεκίνησε και έφτασε στην Βουλή.
Εκεί βρίσκονταν ήδη οι διαδηλωτές του ΠΑΜΕ, καθώς και οργανώσεις μελών του ΣΥΡΙΖΑ με πανό ενάντια στην νέα αντιλαϊκή συμφωνία.
Το επόμενο μεγάλο ραντεβού δόθηκε για την Κυριακή το απόγευμα στις 7μμ.
Δείτε στα τρία βίντεο που ακολουθούν στιγμιότυπα από την σημερινή πορεία.
πηγη: pandiera.gr
Το ηχηρό τέλος της ΓΣΕΕ

και η ανάγκη ανασυγκρότησης του εργατικού κινήματος
Του Δημήτρη Γκόβα*
Οι όρκοι πίστης της πλειοψηφίας της ΓΣΕΕ στο ευρώ και στην ΕΕ δεν είναι –για μας τουλάχιστον- νέα ανακάλυψη. Χρόνια τώρα οι κυρίαρχες δυνάμεις του κρατικού και εργοδοτικού συνδικαλισμού ορκίζονταν στην «ανάπτυξη», την οικονομία και την «ευρωπαϊκή πορεία», δηλαδή στην απρόσκοπτη κερδοφορία του κεφαλαίου, την καπιταλιστική οικονομία και την υποταγή στις πολυεθνικές και το μεγάλο κεφάλαιο, τα συμφέροντα του οποίου εξυπηρετεί η ΕΕ. Γι΄ αυτό και η βασική γραμμή τους ήταν να αποτελούν τον «κοινωνικό εταίρο», να συμμετέχουν ως ένας παίκτης μαζί με τους εργοδότες και το κράτος-κυβέρνηση στις κάθε λογής κοινωνικούς διαλόγους, να υπογράφουν συμβάσεις ταξικής ειρήνης, και ενίοτε, όταν τα πράγματα έφταναν στο …αμήν, να κηρύττουν 24-ωρη απεργία (με πλαίσια και διεκδικήσεις πάντα εντός του πλαισίου που όριζε ο ταξικός αντίπαλος). Ρόλος ενσωμάτωσης και πυρόσβεσης των διαθέσεων, ή πιο σωστά, αστική πολιτική μέσα στους εργάτες.
Η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι και αποκάλυψε σε ακόμα ευρύτερα τμήματα εργαζομένων το ρόλο της …ηγεσίας του συνδικαλιστικού κινήματος, ήταν οι ανακοινώσεις-αποφάσεις των θεσμικών αυτών φορέων, που στηχιζόμενοι με το μαύρο μνημονιακό μπλοκ, τον ΣΕΒ και τους δυνάστες δανειστές, εντάχθηκαν στο μπλοκ του ΝΑΙ στο πρόσφατο δημοψήφισμα.
Και τώρα τι; Ποια νομιμοποίηση έχει πλέον η ΓΣΕΕ των ΝΑΙΝΑΙκων, η ΟΤΟΕ των μάνατζερ του τραπεζικού συστήματος και οι άλλες -τέτοιας εργοδοτικής κοπής- ομοσπονδίες (και σωματεία), όταν πάνω από 70% των εργαζόμενων, σε μια βαθιά ταξική αναμέτρηση όπως το πρόσφατο δημοψήφισμα, είπαν ένα μεγάλο Όχι, σε αντίθεση με τα συστημικά παπαγαλάκια των ΠΑΣΚΕ-ΔΑΚΕ και λοιπόν δυνάμεων του κρατικο-εργοδοτικού συνδικαλισμού; Καμία. Έτσι κι αλλιώς, οι γραφειοκρατίες αυτές είναι εξαφανισμένες εδώ και μήνες, δεν δίνουν καμία μάχη, στην καλύτερη βγάζουν ανακοινώσεις, και όταν βγαίνουν από το λήθαργό τους, το κάνουν κόντρα στα συμφέροντα του κόσμου της δουλειάς. Το παραμύθι-που και ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ ξέθαψε σε απάντησή του για τη στάση της ΓΣΕΕ στο πρόσφατο δημοψήφισμα- ότι «οι ηγεσίες των συνδικάτων εκλέγονται δημοκρατικά», προφανώς δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα. Η ουσιαστική δυνατότητα των εργαζομένων στη συμμετοχή και στη λήψη αποφάσεων, πόσο μάλλον οι διαδικασίες βάσης και η εργατική δημοκρατία δεν υπάρχουν. Η λειτουργία των συνδικάτων διέπεται από ένα κάθε άλλο παρά εργατο-δημοκρατικό δομικό σύστημα, με εκλογικούς συσχετισμούς και συνέδρια που αντιστοιχούν σε τριετίες πίσω, με εκτεταμένη νοθεία σε αρχαιρεσίες, με σκληρούς κομματικούς και εργοδοτικούς μηχανισμούς παρέμβασης, με άμεση οικονομική εξάρτηση από το κράτος και θεσμούς της ΕΕ, με παρέμβαση της δικαστικής εξουσίας, προνόμια, σωματεία-σφραγίδες, πολυδιάσπαση και κατακερματισμό, δηλαδή με μεγάλη απόσταση από τη ζωή, τις ανάγκες και αγωνίες των εργαζόμενων που υποτίθεται ότι εκπροσωπούν. Δεν είναι τυχαία η πολύ χαμηλή συνδικαλιστική πυκνότητα στον ιδιωτικό τομέα (μόλις 7-9% συνδικαλισμένοι). Και φυσικά, το κυριότερο, η πολιτική ηγεμονία των αστικών δυνάμεων, των συστημικών δυνάμεων και κομμάτων, και βαθύτερα των αστικών ιδεολογημάτων στις κορυφές και τα μεγάλα συνδικάτα, είναι η βάση ώστε, να εκφράζουν από τη μία, και να διαιωνίζουν από την άλλη, την τάση υποταγής της εργατικής τάξης στο κεφάλαιο, σε διαρκή προσπάθεια να μη σηκώσει κεφάλι η τάση χειραφέτησης των εργαζομένων.
Ας το πούμε καθαρά: Σήμερα, απαιτείται μια ριζική τομή, μια εκ βάθρων ανασυγκρότηση όλου του συνδικαλιστικού κινήματος. Μια ταξική ανασυγκρότηση πολύπλευρη και πολυεπίπεδη. Πρώτη επείγουσα πλευρά αυτής της προσπάθειας, κατ΄ αρχήν, είναι να υπάρξει εκείνη η μορφή που θα μπορέσει να «αντικαταστήσει» την ΓΣΕΕ, ένα άλλο κέντρο αγώνα δηλαδή, ώστε σε επίπεδο συνδικάτων, σωματείων και συνολικά του εργατικού κινήματος, θα μπορεί να οργανώνει τους αγώνες, να συντονίζει τις μάχες, να αποφασίζει με τη δημοκρατία της βάσης των εργαζομένων και με αποκλειστικό κριτήριο τα εργατικά συμφέροντα και ανάγκες για τις κινητοποιήσεις. Να μπορεί να επιβάλλει απεργιακά γεγονότα και εργατικές κινητοποιήσεις. Και αυτό το εργαλείο δεν υπάρχει σήμερα. Πιστεύουμε πως βάση για μια τέτοια μορφή, αποτελούν οι δεκάδες συντονισμοί σωματείων σε κλαδικό, τοπικό και -σε στιγμές των σκληρών ταξικών αγώνων της προηγούμενης πενταετίας και- σε γενικό επίπεδο που άνθισαν, έδρασαν και συσπείρωσαν δεκάδες χιλιάδες εργαζόμενους. Ένας τέτοιος συντονισμός σωματείων είναι σήμερα ακόμα πιο αναγκαίος. Αφετηρία για τη δημιουργία του πρέπει να είναι τα ταξικά και ευρύτερα αγωνιστικά σωματεία που έδωσαν τη μάχη του εργατικού Όχι, που αντιστάθηκαν στα αντιλαϊκά μέτρα, που προσπάθησαν, ακόμα και τους τελευταίους μήνες να βγάλουν στο προσκήνιο τις άμεσες διεκδικήσεις και τα αιτήματα των εργαζομένων. Τώρα χρειάζεται να συσπειρωθούν και συντονιστούν όλα τα σωματεία που θα βάλουν πλάτη στην πάλη ενάντια σε παλιά αλλά και τα νέα μνημόνια και αντιλαϊκά μέτρα, κόντρα στους δυνάστες ΕΕ-ΔΝΤ, κόντρα στην εργοδοσία, τους εκβιασμούς και την βάρβαρη επίθεση του κεφαλαίου. Οι εξελίξεις είναι καταιγιστικές και η ανάγκη συσπείρωσης και συντονισμού των αγωνιστικών σωματείων για να οργανωθεί ο αγώνας επείγουσα.
Η «συνδικαλιστική αριστερά» στο γνώριμο δρόμο;
Φτάνουν σήμερα κάποια επιμέρους «μερεμέτια» και προσαρμογές στη λειτουργία των συνδικάτων; Το πρόβλημα είναι απλώς η αλλαγή των «εκλογικών συσχετισμών» στα συνδικάτα και η ενίσχυση των αριστερών δυνάμεων στα ΔΣ; Η εμπειρία μας λέει όχι. Στην ηγεσία του μεγαλύτερου εργατικού κέντρου της χώρας, το ΕΚΑ, εκλογική πλειοψηφία έχουν οι «αριστερές» δυνάμεις (ΠΑΜΕ, ΜΕΤΑ, Παρεμβάσεις-κινήσεις). Ωστόσο, ελάχιστες είναι οι διαφορές στη στάση του. Οι δυνάμεις του ΜΕΤΑ (ΣΥΡΙΖΑ) συγκρότησαν προεδρείο με την ΠΑΣΚΕ της τάσης Παναγόπουλου και τις 2 ΔΑΚΕ. Το ΠΑΜΕ (πρώτη δύναμη) απέχει από τη διοίκηση και ασχολείται με το ΠΑΜΕ και τα συνδικάτα του… Το ίδιο συμβαίνει σε αρκετά εργατικά κέντρα και πολλές μεγάλες ομοσπονδίες. Το πρόβλημα λοιπόν είναι κατά βάση πολιτικό. Είναι πρόβλημα κατεύθυνσης και αντίληψης για το πώς χρειάζεται να ανασυγκροτηθεί το συνδικαλιστικό κίνημα, με ποια γραμμή συσπείρωσης και πάλης θα κερδίσουν τα συνδικάτα την –χαμένη-εμπιστοσύνη του κόσμου της δουλειάς, θα μπορέσουν να οργανώσουν πραγματικές και όχι τυπικές μάχες για την υπεράσπιση των συμφερόντων των εργαζομένων, ειδικά μέσα στην κοινωνική κόλαση που δημιούργησε η κρίση και οι βάρβαρες πολιτικές του μαύρου μετώπου.
Απάντηση στον εκφυλισμό της ΓΣΕΕ και μεγάλων ομοσπονδιών, δεν είναι η δημιουργία κομματοκεντρικών μετώπων, όπως το ΠΑΜΕ, που ακόμα κι όταν έχει σωστά αιτήματα και μιλάει από ταξική σκοπιά, περιχαρακώνει τη δράση του και υψώνει τείχη απέναντι σε ότι δεν ελέγχει ή δεν ανήκει στη δύναμή του. Το ΠΑΜΕ, αντί για ένα πραγματικό μέτωπο συνδικάτων και σωματείων (που θα μπορούσε να είναι, με βάση την παρέμβαση και την συγκρότηση πολλών σωματείων του ιδιαίτερα στον ιδιωτικό τομέα και σε κλάδους) , έχει μετατραπεί σε μια «στενή παράταξη» των δυνάμεων του ΚΚΕ. Αρνείται την κοινή δράση και την ισότιμη συνδιαμόρφωση πλαισίων, αιτημάτων και κινητοποιήσεων με αγωνιστικά συνδικάτα και δυνάμεις της ταξικής πτέρυγας. Αρνείται με τη γραμμή του τα αναγκαία πολιτικά αιτήματα-κρίκους που χρειάζεται το κίνημα για να συγκρουστεί με την πολιτική του ταξικού αντίπαλου, θεωρώντας ότι τα συνδικάτα είναι αποκλειστικά φορείς του οικονομικού αγώνα και μόνο το κόμμα (συγκεκριμένα μόνο το ΚΚΕ) πρέπει να «κάνει» πολιτική, αγνοώντας (μερικές φορές εκκωφαντικά) την ανάγκη διαλεκτικής σύνδεσης του οικονομικού και του πολιτικού αγώνα και τον πρωτοπόρο (στην ουσία και όχι στα λόγια) ρόλο της ίδιας της εργατικής τάξης και του πολιτικού της ρόλου.
Απάντηση στον εκφυλισμό των «ΓΣΕΕ και ΣΙΑ» δεν είναι ούτε η στάση του ΜΕΤΑ, που σήμερα -με αφορμή το δημοψήφισμα- ωρύεται και καταγγέλλει την πλειοψηφία της διοίκησης της ΓΣΕΕ, ενώ χρόνια τώρα, ακόμα και σήμερα, «συγκυβερνά» με αυτές τις δυνάμεις σε όλα σχεδόν τα μεγάλα συνδικάτα, ομοσπονδίες και εργατικά κέντρα. Τώρα ανακάλυψε ο ΣΥΡΙΖΑ ότι είναι «συμβιβαστική και ηττοπαθείς» η ηγεσία της ΓΣΕΕ;
«Να σταματήσει η εκμετάλλευση του εργατικού συνδικαλισμού από το καρτέλ των παρατάξεων που αναπαράγουν τη συνδικαλιστική ελίτ ως «ομάδα συμφερόντων».» γράφει συντονιστικό στέλεχος της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ σε άρθρο του πριν λίγες μέρες. Ρώτησε άραγε τους συνδικαλιστές του ΜΕΤΑ αν συμφωνούν όλοι; Ακόμα και τώρα, μπροστά σε ένα σκληρό 3ο αντιλαϊκό μνημόνιο, η παράταξη του ΜΕΤΑ αρνήθηκε στην ΟΛΜΕ και αλλού να ψηφίσει κινητοποιήσεις, να συμβάλλει στον αναγκαίο ξεσηκωμό των εργαζομένων ώστε να αντισταθεί στα νέα σκληρά μέτρα. Αυτή την επανίδρυση των συνδικάτων εννοούν;
Ανασυγκρότηση των συνδικάτων και ταξική γραμμή δεν σημαίνει την αντικατάσταση του παλιού εκφυλισμένου κυβερνητικού και εργοδοτικού συνδικαλισμού με έναν νέο, πιο αγωνιστικό, πιο «αριστερούτσικο» κυβερνητικό συνδικαλισμό που θα καλλιεργεί νέες αυταπάτες ή αναμονές απέναντι στην κυβερνητική πολιτική.
Οι αγωνιστές και εργαζόμενοι του ΠΑΜΕ και ο μαχόμενος κόσμος που υπάρχει στα πλαίσια του ΜΕΤΑ, αλλά και άλλες δυνάμεις που διαφοροποιήθηκαν από τον υποταγμένο συνδικαλισμό ή γεννήθηκαν στους σκληρούς ταξικούς αγώνες της πενταετίας ή που σήμερα ξεκόβουν από τη «μνημονιακή αριστερά», οφείλουν, όπως και όλοι όσοι δρούμε σε χώρους δουλειάς και συνδικάτα, να καταλάβουμε ότι η προηγούμενη «κανονικότητα» στα συνδικάτα και το κίνημα έχουν παρέλθει. Δεν μπορούμε να βαδίσουμε στο γνώριμο δρόμο, χρειάζεται να ανοίξουμε νέα μονοπάτια ταξικής συσπείρωσης και μαχητικής δράσης. Θα κριθούμε όλοι σε αυτή την πρόκληση.
Αναγέννηση της εργατικής πάλης και των εργατικών συλλογικοτήτων.
Από το σύνθημα στην πράξη. Τώρα είναι η ώρα
Η αστική γραμμή που κυριαρχεί στα ευρωπαϊκά -και όχι μόνο- συνδικάτα είναι ο «κοινωνικός εταιρισμός» και τα σωματεία-ομάδες πίεσης και ομάδες συμφερόντων, θεσμικά ενταγμένες στο αστικό πολιτικό σύστημα, με ρόλο και δομές υποδοχής των εργατικών διαθέσεων και ενσωμάτωσής τους. Μια ταξική αντίληψη αντιμετωπίζει τα συνδικάτα ως μορφές συλλογικής συσπείρωσης και οργάνωσης της τάξης για την διεξαγωγή του αγώνα για τα συμφέροντά της, σε αυτοτέλεια και ανεξαρτησία από τον ταξικό αντίπαλο και το σύστημα του. Υπό αυτή την αντίληψη, ταξική ανασυγκρότηση του συνδικαλιστικού κινήματος σημαίνει ότι κριτήριο δράσης για κάθε απόφαση, για κάθε κίνηση και αγώνα είναι αποκλειστικά τα εργατικά συμφέροντα, οι ανάγκες του κόσμου της δουλειάς και ο καλύτερος τρόπος πάλης για να κατακτηθούν. Σημαίνει επίσης διαζύγιο με την ανάθεση, με την «εκπροσώπηση», με τους επαγγελματίες. Σημαίνει όλη η δύναμη και εξουσία στη βάση των εργαζόμενων, οργάνωση πραγματικών ταξικών αναμετρήσεων και όχι άσφαιρων διαμαρτυριών. Σημαίνει, να βρουν τον εαυτό τους και να χρησιμοποιήσουν τα συνδικάτα ως μάχιμο εργαλείο διεκδίκησης και συλλογικής οργάνωσης το 70% της εργατιάς του Όχι, οι νέοι των ελαστικών μορφών εργασίας και του σύγχρονου καπιταλιστικού σκλαβοπάζαρου. Σημαίνει εν τέλει, να υψώσουν τα σύγχρονα ταξικά συνδικάτα τη σημαία του αγώνα για να πάρουν πίσω όσα μας έκλεψαν, αλλά να διεκδικήσουμε και όσα μας ανήκουν, δηλαδή να μιλήσουμε για τον κοινωνικό πλούτο που παράγουμε και την ιδιοκτησία. Όλες οι τελευταίες εξελίξεις (μνημόνια και πενταετία 2010-2015, δημοψήφισμα, νέος γύρος επίθεσης και νέο μνημόνιο, κλπ), κάνουν επιτακτική ανάγκη για οργάνωση του λαού. Και οργανωμένος λαός χωρίς οργανωμένη εργατική τάξη δεν υπάρχει. Τώρα είναι η ώρα, οι εργαζόμενοι να πάρουν την υπόθεση στα χέρια τους. Να συσπειρωθούν στις δικές τους συνελεύσεις και συμβούλια, φτιάχνοντας τα όργανα πάλης και επιβολής των ζωτικών αναγκών και διεκδικήσεών τους. Παίρνοντας στα χέρια τους την πάλη, τους αγώνες, αφαιρώντας την ισχύ και τον προδοτικό ρόλο των υποταγμένων αστικών ηγεσιών των ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ-Ομοσπονδιών, δίνοντας ένα γερό χτύπημα στον εργοδοτικό και κατικό-κυβερνητικό συνδικαλισμό της ήττας και της ενσωμάτωσης.
Χρειάζεται πολύ σκληρή δουλειά και προσήλωση σε αυτή τη γραμμή. Με αποφασιστική παρέμβαση και εντός αλλά και εκτός σημερινού συνδικαλιστικού κινήματος. Με τόλμη και δοκιμές, αλλά με αταλάντευτη γραμμή ρήξης με τη σημερινή κατάσταση του εργατικού κινήματος, τώρα που πολύ μεγάλα τμήματα εργαζόμενων καταλαβαίνει το ρόλο των «ΓΣΕΕ και ΣΙΑ». Σε αυτή την κατεύθυνση, οι ταξικές αγωνιστικές κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις του εργατικού κινήματος, πρέπει να επεξεργαστούν και να προτείνουν τις σύγχρονες μορφές οργάνωσης των ταξικών συνδικάτων, των σωματείων βάσης, των εργατικών συλλογικοτήτων που ανταποκρίνονται στο συνδικαλισμό της εποχής της καπιταλιστικής κρίσης, δηλαδή στη νέα εποχή της βάρβαρης υπερεκμετάλλευσης και του κοινωνικού μεσαίωνα.
Οι ταξικές δυνάμεις, οφείλουν να γράψουν τις νέες σελίδες της αναγέννησης των συνδικάτων και εργατικών συλλογικοτήτων. Όπως έκαναν οι IWW στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, το Εργατικό ΕΑΜ στις μαύρες συνθήκες της κατοχής και τρομοκρατίας, όπως έκαναν τα μαχητικά ταξικά συνδικάτα σε πολλά μέρη του κόσμου στο παρελθόν. Με γενικές συνελεύσεις των εργαζομένων σε κάθε χώρο δουλειάς. Με επιτροπές αγώνα κατά των αντεργατικών μέτρων παντού. Με αναζωογόνηση των υπαρκτών σωματείων και τη δημιουργία νέων, ιδιαίτερα σε κλάδους αιχμής της καπιταλιστικής παραγωγής και οικονομίας. Με οργάνωση του κόσμου των προγραμμάτων-voucher και κοινωφελών και άλλων μορφών χυδαίας εκμετάλλευσης. Με επιτροπές του «Όχι μέχρι τέλους», και σε εργατογειτονιές, αλλά και σε κλάδους και χώρους δουλειάς. Με την ενίσχυση των εργατικών κινήσεων-παρεμβάσεων-συσπειρώσεων παντού και δημιουργία μαζικής ταξικής αντικαπιταλιστικής πτέρυγας. Μορφές αποφασιστικού αγώνα, που θα ενώνουν σε ταξική αγωνιστική κατεύθυνση, με βάση το αναγκαίο σήμερα περιεχόμενο και πλαίσιο πάλης και διεκδικήσεων που χρειάζεται να αποτυπώνει τα ζωτικά συμφέροντα, αιτήματα και ανάγκες του χτυπημένου κόσμου της δουλειάς. Αντικειμενικά, αυτό το περιεχόμενο συγκρούεται σήμερα με τους δυνάστες της ΕΕ και του ΔΝΤ, με το τραπεζικό τοκογλυφικό κεφάλαιο, με τους βιομήχανους και τις πολυεθνικές, με τα μονοπώλια, δηλαδή την εργοδοσία που δίνει το δικό της ταξικό αγώνα για να υπερασπίσει τα κέρδη και την εξουσία της. Συγκρούεται με τα προγράμματα, τις συμφωνίες και τα πακέτα μέτρων, παλιά και νέα, που εφαρμόζουν οι κυβερνήσεις, ανεξάρτητα από το χρώμα και τις διακηρύξεις τους, ανεξάρτητα από το μείγμα ή τις διαφορές στο ρυθμό επιβολής της αντιλαϊκής πολιτικής.
Η γραμμή και πρόταση για ένα νέο εργατικό κίνημα μπορεί και πρέπει να συμβάλλει αποφασιστικά, τώρα, και να αποτελέσει τον πυρήνα και τον καταλύτη μιας τέτοιας πορείας. Γιατί είναι πρόταση και αντίληψη για ένα εργατικό κίνημα με χαρακτηριστικά χειραφέτησης και ανατροπής που χρειάζεται ειδικά σήμερα για την ανατροπή της επίθεσης του κεφαλαίου και των αντιδραστικών αναδιαρθρώσεων που επιχειρεί, με άγριο χτύπημα του κόσμου της δουλειάς . Αφορά την λογική για τους αγώνες, αλλά και όλο το περιεχόμενο της εργατικής δράσης, της ιδεολογικής διαπάλης, του πολιτισμού, της δομής και λειτουργίας του εργατικού-συνδικαλιστικού κινήματος. Είναι το περιεχόμενο, τα αιτήματα, το πρόγραμμα και το σχέδιο αυτού του αγώνα. Είναι οι μέθοδοι «μαζικού πολιτικού εκβιασμού» κατά του κεφαλαίου και των κυβερνήσεων του για την απόκρουση των αντιδραστικών μεταρρυθμίσεων και για την επιβολή ταξικών κατακτήσεων. Είναι όλες οι μορφές οργάνωσης της μαχόμενης εργατικής τάξης: Από το επίπεδο του ταξικού σωματείου έως τα ανεξάρτητα όργανα συντονισμού των αγώνων τους. Και από τις πολιτικοσυνδικαλιστικές συσπειρώσεις και το δικό τους συντονισμό έως την μετωπική κίνηση για το νέο, ταξικό εργατικό κίνημα.
Η τελευταία μορφή, μια κίνηση μετωπικής συσπείρωσης και παρέμβασης των δυνάμεων που κατανοούν και αναζητούν μια συνολική εργατική χειραφετητική και αντισυστημική παρέμβαση είναι εντελώς απαραίτητο να συγκροτηθεί άμεσα.
Δημήτρης Γκόβας, μέλος της εργατικής επιτροπής και της ΠΕ του ΝΑΡ, μέλος ΔΣ ΕΚΑ
*Συντομευμένη εκδοχή του άρθρου δημοσιεύεται στην εφημερίδα ΠΡΙΝ, 12/7/2015
πηγη: pandiera.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή