Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
YΠΑΡΞΙΑΚΑ… ΔΙΛΗΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΧΑΜΗΛΕΣ ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ

Του ΠΕΤΡΟΥ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ*
Την ερχόμενη Πέμπτη, οι Βρετανοί ψηφοφόροι καλούνται να επιλέξουν την επόμενη κυβέρνηση τους, ύστερα από μια υποτονική προεκλογική εκστρατεία χαμηλών προσδοκιών και ανούσιων αντιπαραθέσεων. Συντηρητικοί και φιλελεύθεροι, τα δυο κόμματα της απερχόμενης κυβέρνησης συνασπισμού, υπόσχονται στους ψηφοφόρους ότι θα συνεχίσουν την πολιτική της λιτότητας και μείωσης των ελλειμμάτων , η οποία καταδίκασε την οικονομία σε μια αναιμική ανάπτυξη – μόλις 0,3% το πρώτο τρίμηνο του 2014. Όπως σημείωνε όμως, ο Αμερικανό οικονομολόγος Πολ Κρούγκμαν στον Guardian της περασμένης Πέμπτης, το εργατικό κόμμα του Εντ Μίλιμπαντ «ακολουθεί βασικά την ίδια πολιτική», έτσι που «και τα δυο μεγάλα κόμματα ουσιαστικά υπόσχονται ένα νέο γύρο λιτότητας, ο οποίος απειλεί να υπονομεύσει την όποια ανάκαμψη».
Το κενό της κοινωνικής ελπίδας έρχεται να καλύψουν πραγματικοί και ανορθολογικοί φόβοι γύρω από το θέμα της «εθνικής ταυτότητας», δίνοντας ένα μάλλον ανησυχητικό «σασπένς» στην κατά τα άλλα ανιαρή αναμέτρηση. Η πρώτη βραδυφλεγής βόμβα, που απειλεί να ενεργοποιηθεί ύστερα από αυτές τις εκλογές, αφορά την πάντα προβληματική σχέση της Βρετανίας με την Ε.Ε. Ο απερχόμενος πρωθυπουργός Ντέιβιντ Κάμερον έχει υποσχεθεί ότι, εφόσον σχηματίσει εκ νέου κυβέρνηση, θα οργανώσει δημοψήφισμα με το ερώτημα της παραμονής ή της εξόδου της χώρας του από την Ένωση 2017. Καθώς παραμένει αμφίβολο αν το Βερολίνο και οι Βρυξέλλες αποδεχθούν τις αξιώσεις του για αναθεώρηση της σχέσης Βρετανίας-Ε.Ε., ενώ η πίεση του ευρωπαϊκού κόμματος Ανεξαρτησίας(UKIP) υπό τον Νάιτζελ Φάρατζ μάλλον θα ενισχυθεί μετά τις εκλογές (οι τελευταίες δημοσκοπήσεις φέρνουν το UKIP στην Τρίτη θέση, εκτοξεύοντας το στο 15%), το ενδεχόμενο του Brexit κάθε άλλο παρά θεωρητικό ακούγεται.
Βεβαίως, η νίκη του Κάμερον, δεν μπορεί να θεωρηθεί δεδομένη, με βάση της άκρως αντιφατικές δημοσκοπήσεις της τελευταίας εβδομάδας: κάποιες από αυτές έδιναν προβάδισμα μιας εώς τριών μονάδων στους εργατικούς, ενώ άλλες προέβλεπαν νίκη των Συντηριτικών με διαφορά μέχρι και έξι μονάδων. Όλες όμως οι δημοσκοπήσεις συνέπιπταν στην εκτίμηση πως κανένα από τα δυο μεγάλα κόμματα δεν θα είχε απόλυτη πλειοψηφία στην Βουλή των Κοινοτήτων. Μάλιστα, οι Συντηρητικοί του Κάμερον κατά πάσα πιθανότητα δεν θα έχουν πλειοψηφία ακόμα και αν υποστηριχθούν από τους Φιλελεύθερους του Κλέγκ, οι οποίοι συρρικνώνονται. Σε αυτή την περίπτωση, θα χρειαστούν υποστήριξη από μερίδα, τουλάχιστον, των βουλευτών που θα εκλέξει το UKIP, με ότι αυτό συνεπάγεται.
Από την άλλη πλευρά, ούτε οι εργατικοί φαίνεται πιθανόν να εξασφαλίσουν την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, ακόμη και αν έχουν την στήριξη των ανερχόμενων Πρασίνων. Ο δρόμος του Έντι Μίλιμπαντ προς τον σχηματισμό μιας φιλοευρωπαϊκής κυβέρνησης περνάει πάνω από τη δεύτερη υπόγεια «βόμβα» αυτής την αναμέτρησης: το Σκωτσέζικο Εθνικό Κόμμα(SNP) της Νίκολα Στέρτζεον, που έκλεψε την παράσταση σε αυτή την αναμέτρηση.
Πολλοί είχαν σπεύσει να πιστέψουν ότι το SNP θα έμπαινε σε τροχιά συρρίκνωσης από τον περασμένο Σεπτέμβριο, όταν έχασε το δημοψήφισμα για την ανεξαρτησία της Σκωτίας με 55% έναντι 45%. Το αντίθετο ακριβώς συνέβη, καθώς το σοσιαλδημοκρατικό SNP κατάφερε να εκπορθήσει τους Εργατικούς από την Σκωτία, που αποτελούσε μέχρι πρότινος ένα από τα πιο ισχυρά οχυρά τους. Σύμφωνα με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις, το SNP αναμένεται να σαρώσει στις 59 περιφέρειες της Σκωτίας, κερδίζοντας (χάρη στο πλειοψηφικό εκλογικό σύστημα των μονοεδρικών περιφερειών) τις 57 από αυτές ή και το σύνολο τους. Αν έτσι εξελιχούν τα πράγματα, οι εργατικοί πρέπει να στηριχθούν στις ψήφους των Σκωτσέζων αυτονομιστών για να σχηματίσουν κυβέρνηση στο Λονδίνο, κάτι που θα τους φέρει σε πολύ δύσκολη θέση.
Με το φάσμα της ακυβερνησίας να πλανιέται πάνω από την Βρετανία, ο Ντέιβιντ Κάμερον εξαπέλυσε, στην τελική ευθεία της αναμέτρησης, μια έντονα κινδυνολογική εκστρατεία. Δεν δίστασε, μάλιστα, να διακηρύξει ότι έχει μπροστά του λίγα μόνο εικοσιτετράωρα «για να σώσει το Ηνωμένο Βασίλειο» από τον κίνδυνο διάλυσης, τον οποίο θα αντιπροσώπευε, κατά τη γνώμη του, μια κυβέρνηση των εργατικών με τη στήριξη του SNP. Περισσότερο ωμός, ο ηγέτης του UKIP, Nίατζελ Φάρατζ, διέρρηξε τα ιμάτια του για το γεγονός ότι «η σκωτσέζικη ουρά κουνάει τον αγγλικό σκύλο». Αν θα ανταμειφθεί από τους ψηφοφόρους αυτή η κυνική επένδυση στο φόβο και στον αγγλικό εθνικισμό, θα το ξέρουμε σε τέσσερις μέρες.
*Δημοσιεύθηκε στην ''ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ''
ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΟ "ΚΑΤΙ" ΚΑΙ ΣΤΟ "ΤΙΠΟΤΑ"

Του ΓΙΑΝΝΗ ΚΙΜΠΟΥΡΟΠΟΥΛΟΥ*
Έτυχε μεγάλης αναπαραγωγής άρθρο του Mark Gilbert στο Bloomberg που, ξεκινώντας από ένα απόφθεγμα του Βιτγκενστάιν, υπογραμμίζει την αβεβαιότητα της διεθνούς ελίτ των αγορών απέναντι στην τελευταία φάση της ελληνικής κρίσης: «Η Ελλάδα δεν είναι κάτι, αλλά δεν είναι και τίποτα», είναι ο τίτλος που συμπυκνώνει το συμπέρασμά του. Ο ίδιος ο Βιτγκενστάιν έλεγε ότι «το να προσπαθήσεις να συζητήσεις για προσωπικά βιώματα όπως ο πόνος δεν είναι κάτι, αλλά ούτε και τίποτα».
Το βασανιστικό δίλημμα ανάμεσα στο «κάτι» και στο «τίποτα» διατρέχει το θρίλερ της διαπραγμάτευσης της κυβέρνησης με τους δανειστές. Η κυβέρνηση επένδυσε πολλά στην ενδιάμεση συμφωνία της 20ής Φεβρουαρίου επιδιώκοντας να κερδίσει «κάτι»: λίγο χρόνο και λίγο χρήμα. Τουλάχιστον τα 7,2 δισ. ευρώ της υπό παράταση δανειακής σύμβασης με τα οποία θα μπορούσε να ελαφρύνει δανειακές υποχρεώσεις άνω των 24 δισ. ευρώ εντός του έτους. Απέναντι σ’ αυτό το «κάτι» οι δανειστές αντιπαράθεσαν ένα μεγαλοπρεπές «τίποτα». Αφενός έχουν ροκανίσει το μισό και πάνω της τετράμηνης παράτασης, καταλογίζοντας μάλιστα στην κυβέρνηση την ευθύνη. Αφετέρου δεν έχουν δώσει ίχνος χρήματος. Αντιθέτως, έχουν εξωθήσει την κυβέρνηση να στραγγίξει τα διαθέσιμα των δημόσιων φορέων προκειμένου να πληρωθούν κατά προτεραιότητα οι δανειστές.
Τελικά, η σχέση που έχει διαμορφωθεί μεταξύ δανειστών και Ελλάδας υπερβαίνει το πλαίσιο εκτέλεσης ακόμη και μιας κανονικής τοκογλυφικής δανειακής σύμβασης. Ενώ ο οφειλέτης δεν έχει καθυστερήσει ούτε ευρώ ώριμου χρέους, ο δανειστής έχει εδώ και ένα χρόνο κηρύξει «στάση δανεισμού», απαιτώντας από τον οφειλέτη πράγματα που ουδεμία σχέση με την καλή εκτέλεση της δανειακής σύμβασης έχουν. Φανταστείτε, για παράδειγμα, ότι έχετε ένα στεγαστικό δάνειο υπό τμηματική εκταμίευση και με παράλληλη εξόφλησή του. Η τράπεζα, ενώ πληρώνεται κανονικά και διασφαλίζεται επαρκώς με την υποθήκη στο ακίνητό σας, απαιτεί προκειμένου να σας χορηγήσει τις επόμενες δανειακές δόσεις να περιοριστείτε σε ένα γεύμα τη μέρα, να κόψετε το χαρτζιλίκι στα παιδιά σας, να πουλήσετε τα έπιπλά σας, ή να βγάλετε στο κλαρί την ή τον σύζυγό σας.
ΈΝΑΝΤΙ ΤΟΥ «ΤΙΠΟΤΑ» ΖΗΤΟΥΝ «ΤΑ ΠΑΝΤΑ»
Για το «τίποτα» που μέχρι στιγμής παρέχουν οι δανειστές απαιτούν από την κυβέρνηση όχι απλώς «κάτι», αλλά σχεδόν τα πάντα. Απαριθμούμε: Πρώτον, ενώ η κυβέρνηση επιχείρησε να αναγάγει τη συμφωνία σε πολιτική διαδικασία κορυφής, το «άτυπο» Eurogroup επέβαλε ως κατ’εξοχήν πολιτική διαδικασία την «τεχνική διαβούλευση» με τους θεσμούς της πρώην τρόικας («πρώτα συμφωνία με τους θεσμούς και ύστερα πολιτική απόφαση»). Δεύτερον, ενώ η κυβέρνηση προσπάθησε να δώσει έντονη επικοινωνιακή χροιά στη διαπραγματευτική ομάδα, με τη φιλοδοξία να προκαλέσει σύγχυση και ρήγματα μεταξύ των εταίρων, κατέληξε η ίδια θύμα της μετωπικής, επικοινωνιακής αντεπίθεσης των δανειστών και υποχρεώθηκε να αλλάξει ρόλους και πρόσωπα στη διαπραγμάτευση (bulling κατά Βαρουφάκη και ανασύνθεση ομάδας). Ανεξαρτήτως προθέσεων, η εξέλιξη καταγράφεται ως επικοινωνιακή ήττα. Τρίτον, ενώ η «τεχνική» διαπραγμάτευση ξεκίνησε με την προϋπόθεση ότι δεν συζητούνται νέα λιτότητα και νέα μέτρα «εσωτερικής υποτίμησης», η πλευρά των δανειστών έχει μεταθέσει τη συζήτηση ακριβώς σε αυτό το πεδίο (συντάξεις, εργασιακά, ΕΝΦΙΑ, ΦΠΑ), επιδιώκοντας υποχώρηση της κυβέρνησης. Η συζήτηση για δημοσιονομικά «ισοδύναμα» σχεδόν εξαφανίστηκε, παρότι η τελευταία λίστα Βαρουφάκη εκπλήρωνε το πρόσχημα της κοστολόγησης που απαιτούσαν οι δανειστές. Τέταρτον, ακόμη και η λογιστική βάση της συζήτησης, η μείωση του στόχου για πρωτογενές πλεόνασμα, έχει προφανέστατα υπονομευτεί από τον χρηματοδοτικό στραγγαλισμό. Η επίτευξη πλεονάσματος 1,2% -1,5% καθίσταται πολύ δυσκολότερη χωρίς πρόσθετες περικοπές ή φόρους, καθώς οι μακροοικονομικές προβλέψεις επιδεινώνονται, το δημοσιονομικό και χρηματοδοτικό κενό διευρύνονται.
ΕΚΤΡΟΠΗ ΣΤΗ «ΣΥΜΜΟΡΦΩΣΗ»
Το αποτέλεσμα της τακτικής των δανειστών, στην οποία ζωτικό ρόλο έχει παίξει το ιδιότυπο μέτωπο που έχει συγκροτήσει ο Σόιμπλε με τις ηγεσίες ΕΚΤ και ΔΝΤ, είναι ότι έχουν εκτρέψει την επαναδιαπραγμάτευση σε μια διαδικασία «συμμόρφωσης» στο πνεύμα του μνημονίου, έξω από το οποίο υπάρχει μόνο χρεοκοπία και Grexit. Ακόμη κι αν στο κορυφαίο επίπεδο της ευρωπαϊκής ηγεσίας (Μέρκελ, Ολάντ, Γιούνκερ) επικρατεί μια πιο διαλλακτική και ρεαλιστική προσέγγιση αυτού που αποκαλείται «έντιμος συμβιβασμός», δεν είναι διόλου βέβαιο ότι αυτός είναι αποδεκτός από τα εξαιρετικά αυτονομημένα κέντρα ισχύος της πολυμερούς διαπραγμάτευσης, όπως είναι το ΔΝΤ, η ΕΚΤ, η Κομισιόν και οι γραφειοκράτες- τεχνοκράτες που τα πλαισιώνουν. Τελευταίες χαρακτηριστικές ενδείξεις: ο επίτροπος Ντομπρόβσκις προαναγγέλλει αναθεώρηση του στόχου για την ανάπτυξη, γνωρίζοντας ότι αυτό θα επιδεινώσει τα «λογιστικά» της διαπραγμάτευσης. Το ΔΝΤ επιμένει μετ’ επιτάσεως σε περικοπές συντάξεων και περαιτέρω απορύθμιση της εργασίας και των αγορών, γνωρίζοντας ποια πολιτική πίεση ασκούν αυτά στην κυβέρνηση. Και πάνω απ’ όλους η ΕΚΤ αγνοεί επιδεικτικά τις προειδοποιήσεις της κυβέρνησης για το «στράγγισμα» των ταμείων, επιμένοντας στο «δόγμα»: ρευστότητα (ELA) μόνον όσο είναι φερέγγυες και κεφαλαιακά επαρκείς οι τράπεζες. Ποιος το κρίνει αυτό; Μα, η ίδια η ΕΚΤ, φυσικά.
Ο ΦΑΥΛΟΣ ΚΥΚΛΟΣ ΧΡΕΟΚΟΠΙΑΣ-GREXIT
Οι τρεις αυτονομημένοι θεσμοί -οι δυο τους, ΕΚΤ και ΔΝΤ, εξ ορισμού πολιτικά ανεξέλεγκτοι- κάνουν χοντρό παιχνίδι γύρω από το «κάτι» και το «τίποτα» που μπορεί να προκαλέσει στην Ευρωζώνη μια ελληνική χρεοκοπία ή ένα συνακόλουθο (;) Grexit. Αποκρύπτοντας τη σύγκρουση συμφερόντων που προκύπτει από τη διπλή τους ιδιότητα ως δανειστές (του 80% του ελληνικού χρέους) και ως «ανεξάρτητοι αξιολογητές» του οφειλέτη, τροφοδοτούν τον φαύλο κύκλο αυτοεκπληρούμενης προφητείας, στην οποία επιχειρούν να εγκλωβίσουν την κυβέρνηση. Στο ένα άκρο του φαύλου κύκλου είναι το «τίποτα», ή «σχεδόν τίποτα», δηλαδή μια αθέτηση πληρωμής, την οποία η ΕΚΤ και το ΔΝΤ πολύ θα ήθελαν να αντιμετωπίσουν ως χρεοκοπία εντός ευρώ, χωρίς συνέπειες σε κανένα άλλο πλην της Ελλάδας. Στο άλλο άκρο του κύκλου είναι το «κάτι» (αλλά πόσο ακριβώς;), δηλαδή το Grexit. Το οποίο καθίσταται οδυνηρός μονόδρομος αν, έπειτα από μια χρεοκοπία και ενώπιον ενός bank run, η ΕΚΤ σταματήσει να δέχεται ελληνικά ομόλογα και κλείσει και την τελευταία στρόφιγγα ρευστότητας, τον ELA. Τότε η προφητεία θα έχει εκπληρωθεί. Αλλά ως προμελετημένος φόνος (της Ελλάδας) και ως κατά λάθος βαρύς αυτοτραυματισμός (της Ευρωζώνης).
Ο φαύλος κύκλος θα μπορούσε να σπάσει, αν υπήρχε ίχνος ειλικρίνειας στη στάση και στις διακηρύξεις των δανειστών, με δυο απλά βήματα. Πρώτον, μια συμφωνία μείωσης και αναδιάρθρωσης του χρέους εδώ και τώρα θα καθιστούσε περιττή μια ελληνική χρεοκοπία, ακόμη κι αν τον Μάιο δεν πληρωνόταν η οφειλή 1 δισ. στο ΔΝΤ. Δεύτερον, αν η ΕΚΤ παίξει το ρόλο του δανειστή έσχατης καταφυγής και εγγυητή των τραπεζών, τότε οφείλει να ανακοινώσει εδώ και τώρα ότι διαθέτει όλους τους αναγκαίους πόρους για να ακυρώσει μια «έφοδο στο γκισέ». Ούτε το ένα θα γίνει ούτε το άλλο, αν και θα ήταν αυτονόητα στο πλαίσιο μιας νομισματικά κυρίαρχης χώρας ή μιας κυρίαρχης νομισματικής ένωσης. Δεν θα γίνει πριν οι δανειστές επιβάλουν στην κυβέρνηση έναν όχι έντιμο, αλλά πολιτικά οδυνηρό συμβιβασμό. Η μόνη λύση που έχει η κυβέρνηση είναι να τα προκαλέσει. Και μοναδικό της μέσο τώρα είναι να μην πληρώσει το χρέος προς το ΔΝΤ, τον Μάιο και τον Ιούνιο.
Οι δανειστές απαιτούν από την κυβέρνηση «τα πάντα», υποσχόμενοι «το τίποτα», για να αποφευχθεί «το κάτι». Για να απεγκλωβιστεί απ’ αυτή την παγίδα η κυβέρνηση έχει την ευκαιρία να την αντιστρέψει. Να κάνει «το κάτι» και να μην δεσμευτεί για «τίποτα» που να περιέχει λιτότητα ή ολίγη από μνημόνια. Ύστερα, «τα πάντα» είναι πιθανά.
*Πηγή: rproject.gr
ΑΤΙΜΩΤΙΚΟΣ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΣ ΜΕ ΝΕΟ ΔΑΝΕΙΟ 20-30ΔΙΣ. ΚΑΙ ΑΝΤΙΛΑΪΚΟ ΜΝΗΜΟΝΙΟ

Tου ΛΕΩΝΙΔΑ ΒΑΤΙΚΙΩΤΗ*
Θέτοντας στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων όλα τα θέματα ξεκίνησαν την Πέμπτη 30 Απριλίου και αναμένεται να ολοκληρωθούν σήμερα οι συζητήσεις στην ομάδα των Βρυξελλών. Βασικό γνώρισμα τού εν εξελίξει γύρου διαπραγματεύσεων είναι τα θετικά σχόλια στον διεθνή Τύπο και εκ μέρους παραγόντων της ΕΕ, για το «εποικοδομητικό πνεύμα» που επιδεικνύει η ελληνική πλευρά. Πίσω από τα φιλικά χτυπήματα στην πλάτη δεν βρίσκεται τίποτε άλλο παρά η ενθάρρυνση των υποχωρήσεων του Μεγάρου Μαξίμου, που περιλαμβάνουν την αλλαγή στη σύνθεση της διαπραγματευτικής ομάδας, με την αναβάθμιση του αναπληρωτή υπουργού Οικονομικών Ευκλείδη Τσακαλώτου και του προέδρου του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων Γιώργου Χουλιαράκη και την παράλληλη περιθωριοποίηση του υπουργού Οικονομικών Γιάνη Βαρουφάκη και του γενικού Γραμματέα Δημοσίων Εσόδων Νίκου Θεοχαράκη, που κρίθηκαν… πολύ σκληροί για να διαπραγματευθούν.
Στο επίκεντρο των διαπραγματεύσεων βρίσκονται οι προοπτικές ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας. Στο ένα άκρο της διελκυστίνδας οι Ευρωπαίοι κατεβάζουν τον πήχη του ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ σε μηδενικά επίπεδα κι ακόμη χαμηλότερα προβλέποντας έλλειμμα για το τρέχον έτος ενδεχομένως και 1%, κι αφού μάλιστα εισπραχθεί ο ΕΝΦΙΑ, επανέλθει η ρήτρα μηδενικού ελλείμματος στα ασφαλιστικά ταμεία κι αναβληθεί η πληρωμή της 13ης σύνταξης για το αόριστο μέλλον. Κι έτσι ζητούν τη λήψη νέων μέτρων ύψους ακόμη και 3 δισ. ευρώ. Η κυβέρνηση από την άλλη μεριά προβλέπει θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης για την οικονομία φέτος, που δεν καθιστούν αναγκαία τα νέα μέτρα. Αποδέχεται ωστόσο την προώθηση της ιδιωτικοποίησης των επιχειρήσεων ΟΛΠ, ΟΛΘ, ΔΕΣΦΑ, ΟΔΙΕ, Αστέρα Βουλιαγμένης ακόμη και του Ελληνικού με ορισμένες, περιθωριακής σημασίας τροποποιήσεις της νεοαποικιακής σύμβασης μεταξύ Λάτση και ΤΑΙΠΕΔ.
Αν υπάρξει μια καταρχήν έστω συμφωνία σήμερα, τότε δεν αποκλείεται η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να διευκολύνει την παροχή ρευστότητας στις τράπεζες, χαλαρώνοντας το καθεστώς ασφυξίας που έχει επιβάλει στην ελληνική οικονομία. Αυτό ακριβώς το καθεστώς ασφυξίας αποδείχτηκε άλλωστε και το μέσο εκβιασμού της κυβέρνησης που την οδήγησε στην υποχώρηση από τις αρχικές της θέσεις και τον διαφαινόμενο, ατιμωτικό συμβιβασμό με τους πιστωτές.
Άμεσο αποτέλεσμα των πιέσεων της ΕΚΤ ήταν η βύθιση της ελληνικής οικονομίας στην ύφεση. Το κλίμα των τελευταίων μηνών περιγράφεται παραστατικά στην τελευταία έκθεση του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής: Αναμενόμενος αρνητικός ρυθμός μεγέθυνσης για το πρώτο τρίμηνο του 2015 που πλέον απειλεί κι όσες επιχειρήσεις άντεξαν τα προηγούμενα χρόνια, φυγή καταθέσεων από τις αρχές Νοέμβρη ύψους 26 δισ. ευρώ, αύξηση των ληξιπρόθεσμων χρεών προς το Δημόσιο κατά 3,47 δισ. ευρώ το πρώτο τρίμηνο του 2015, κ.α. Όσο αναμφισβήτητα είναι όμως αυτά τα στοιχεία, άλλο τόσο είναι κι η αιτία τους: η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα που χορηγώντας έκτακτη ρευστότητα με το σταγονόμετρο (μέσω του ELA) και απαγορεύοντας στην πράξη στις εμπορικές τράπεζες να παράσχουν την αναγκαία ρευστότητα στο Δημόσιο επιδεινώνει καθημερινά το οικονομικό περιβάλλον. Σε τέτοιο βαθμό ώστε να προκαλούνται ακόμη και κύματα μαζικών αναλήψεων από τις τράπεζες, όπως συνέβη την Τρίτη 28 Απριλίου, όταν χιλιάδες συνταξιούχοι έσπευσαν στα ΑΤΜ να προλάβουν να σηκώσουν τις συντάξεις τους.
Ωστόσο οι καταστροφικές ευθύνες της ΕΚΤ, που παίρνει μια το ρόλο του πυρομανούς και μια του πυροσβέστη, αποκρύπτεται από την παραπάνω έκθεση, που φτάνει στο σημείο να κρίνει ότι «η χώρα θα χρειαστεί πρόσθετη βοήθεια (= νέα δανειακή σύμβαση) ύψους 20-30 δισ. ευρώ μέχρι να διευθετηθεί το ζήτημα του χρέους. Αλλά και η βοήθεια αυτή θα δοθεί υπό όρους οικονομικής πολιτικής, όπως προβλέπεται από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας».
Η αλήθεια είναι πως παρότι οι αυξημένες υποχρεώσεις εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους για τα επόμενα χρόνια προϋπήρχαν (2016: 13,11 δισ. ευρώ, 2017: 13,89 δισ. ευρώ, 2018: 11,26 δισ. ευρώ, 2019: 16,57 δισ. ευρώ, 2020: 13,41 δισ. ευρώ, 2021: 18,13 δισ. ευρώ, 2022: 33,36 δισ. ευρώ, 2023: 28,74 δισ. ευρώ, κ.ο.κ.), η επιδείνωση του οικονομικού κλίματος τους τελευταίος μήνες, με ευθύνη των Ντράγκι – Σόιμπλε – Μέρκελ, δημιούργησαν τους όρους ώστε η βαθύτερη υπερχρέωση της χώρας να φαίνεται περισσότερο αναγκαία και δικαιολογημένη. Ακόμη κι ως σωτηρία! Κοινή συνισταμένη κι επιστέγασμα όλων των παραπάνω είναι ένα νέο Μνημόνιο, που θα συνοδεύεται από επαχθείς όρους οικονομικής πολιτικής (μείωση συντάξεων, νέα φορολογία, μείωση κοινωνικών δαπανών), οι οποίοι θα αυξήσουν τη φτώχεια στην κοινωνία.
Απέναντι σε αυτήν τη ζοφερή προοπτική η κυβέρνηση πρέπει να προχωρήσει σε άμεση παύση πληρωμών του χρέους, επικαλούμενη την απροθυμία των δανειστών να καταβάλλουν τη δόση των 7,2 δισ. ευρώ, και σε διαγραφή του χρέους. Όλα τ’ άλλα διαιωνίζουν την εξαθλίωση…
*Πηγή: prin.gr
Κυριακή 3 Μαίου 2015
«ΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΣΗ»: ΡΕΥΣΤΟΤΗΤΑ ΕΣΕΙΣ, ΑΝΤΕΡΓΑΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ ΕΜΕΙΣ!

ΤΡΑΓΙΚΗ ΟΜΟΛΟΓΙΑ ΥΠΟΤΑΓΗΣ ΜΙΑΣ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΝΑΤΡΑΠΕΙ
Του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΜΑΥΡΟΕΙΔΗ*
Όταν το τελευταίο επιχείρημα της ‘’διαπραγμάτευσης’’ της κυβέρνησης είναι ‘’δώστε μας εσείς ρευστότητα, ώστε να πάρουμε αντεργατικά μέτρα εμείς’’, η πλήρης υποταγή και υπαγόρευση της πολιτικής από τα αφεντικά της ευρωζώνης, ομολογείται ρητά.
Αλλιώς: ‘’Μονά κερδίζετε, ζυγά χάνουμε’’.
Όλα βαδίζουν προς την υπογραφή μιας ντροπιαστικής συμφωνίας με αρνητικές συνέπειες ιστορικών διαστάσεων, τόσο οικονομικές όσο και πολιτικές. Όχι γιατί θα είναι το πρώτο και μοναδικό πακέτο αντεργατικών μέτρων στην Ελλάδα, αλλά ακριβώς επειδή αυτή τη φορά θα έχει τη συνηγορία και τη σφραγίδα μιας ‘’αριστερής’’ κυβέρνησης.
Υποτίθεται ότι η συμφωνία στο Eurogroup της 20ης Φλεβάρη εξασφάλιζε χρόνο κινήσεων απέναντι στους κουτόφραγκους.
Εξασφάλισε ακριβώς το αντίθετο. Συμβολικά, ένας ταπεινωμένος Ντάισελμπλουμ εκείνης της πρώτης συνάντησης με τον Βαρουφάκη, έχει βγει σήμερα μάγκας. Ουσιαστικά και πολιτικά, η κυβέρνηση δεσμεύτηκε και στράγγιζε όλα τα αποθεματικά του κράτους πληρώνοντας τις δόσεις του ΔΝΤ.
Αυτός που κέρδισε όλο το χρόνο (και μάζεψε και το χρήμα…) είναι οι δανειστές, η ευρωζώνη και το ΔΝΤ. Η κυβέρνηση με την πλάτη πλέον στον τοίχο στηρίζεται στις ελάχιστες σταγόνες ρευστότητας που παρέχει η ΕΚΤ, ίσα ίσα για να προστατεύεται η τελευταία από μια ανεξέλεγκτη χρεωκοπία. Οι ‘’εταίροι’’ κατά ΣΥΡΙΖΑ, αυτοί με τους οποίους ‘’είμαστε συνιδιοκτήτες της ευρωζώνης και της ΕΕ’’, αγαλλιάζουν με την προοπτική να δουν, όχι την κυβέρνηση κυρίως, όσο το λαό, σα σκύλο πεινασμένο, που απελπισμένος θα κουνάει υποτακτικά την ουρά του και θα κοιτάζει με ικετευτικά μάτια το αφεντικό του, για ένα κομματάκι ξερό ψωμί.
Η προώθηση της αρπαγής των αποθεματικών μέσω Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (ΠΝΠ), επιβεβαιώνει ότι, τελικά, μια μνημονιακή αντιλαϊκή πολιτική, αναπόφευκτα θα είναι και αυταρχική.
Η μεγάλη ήττα για την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, είναι η καταφυγή στο επιχείρημα απέναντι στους πασίχαρους για την κατρακύλα αλαλάζοντες βουλευτές της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ στη Βουλή: ‘’Και εσείς τα ίδια δεν κάνατε; Δεν κυβερνούσατε με ΠΝΠ;»
Ακόμη χειρότερα, η Αριστερή Πλατφόρμα αποτέλεσε τον μαχητικότερο υπερασπιστή της υπέρ χρέους και δόσεων κλοπής, βαφτίζοντάς την πράξη αντίστασης και προετοιμασία ρήξης!
Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ στηρίχτηκε σε ορισμένες πολιτικές υποθέσεις.
Πρώτη υπόθεση: ‘’Πληρώνοντας τα δάνεια στο ΔΝΤ, όχι απλά αποφεύγουμε το διμέτωπο, αλλά εξασφαλίζουμε ένα σύμμαχο απέναντι στην ευρωζώνη για μια θετική ευόδωση συμφωνίας στα τέλη Ιουνίου’’.
Δεύτερη υπόθεση: ‘’Αφήνουμε που και που να εννοηθεί ότι δε μπορούμε να πληρώσουμε, άρα θα πάμε σε χρεωκοπία, η οποία θα βλάψει όλη την ευρωζώνη’’.
Τρίτη υπόθεση: ‘’Η Ρωσία άμεσα ή έμμεσα θα μας στηρίξει’’.
Τέταρτη υπόθεση: ‘’Αν μας αναγκάσετε σε μνημονιακή συμφωνία, θα προσφύγουμε σε δημοψήφισμα ή/και εκλογές και θα ανακατευτεί άσχημα το πράγμα’’.
Πέμπτη υπόθεση: ‘’Αν την σκαπουλάρουμε μέχρι Δεκέμβρη και αρχίζουμε να υλοποιούμε κάποια μέτρα για την ανθρωπιστική κρίση ή σε θέματα δημοκρατίας, τότε ο κόσμος θα είναι πιο δεκτικός σε βαρύτερους συμβιβασμούς’’.
Έκτη υπόθεση: ‘’Έτσι και αλλιώς δεν τίθεται ζήτημα ανατροπής της κυβέρνησης μιας και τον Σαμαρά τον έχουν ξεγραμμένο στην Ευρώπη, για αυτό άλλωστε και του έδειξαν την πόρτα το περασμένο Φθινόπωρο και πήγαμε σε εκλογές’’.
Όλες οι υποθέσεις, εκτός από την τελευταία (προς το παρόν…) διαψεύδονται τραγικά και επώδυνα. Τα περί ‘’παραπλάνησης΄΄ που ανέφερε ο πρωθυπουργός και ‘’έλλειψης μπέσας’’ που συμπλήρωσε ο Βαρουφάκης, είναι παιδαριώδη. Απλά χαρίζουν γέλιο στο Σόϊμπλε…
Ήταν αυθαίρετες οι υποθέσεις;
Ήταν μοιραίο αποτέλεσμα της βαθιάς πίστης για τον ‘’προοδευτικό’’ χαρακτήρα της ΕΕ, που απλά αυτή τη στιγμή ‘’καπελώνεται από δογματικούς νεοφιλελεύθερους τύπου Μέρκελ που φέρονται ασυλλόγιστα’’. Αλλά ήταν και λογική συνέπεια και κατάληξη ενός πολιτικού προγράμματος που διακήρυσσε πως θα βρει τρίτο δρόμο ανάμεσα στη ρήξη και την υποταγή, περιοριζόμενο τελικά σε ένα ‘’νέο-φιλευθερισμό με κοινωνική ευαισθησία’’, αλά Μπλερ και ΓΑΠ. Που αγνοεί την πραγματικότητα ενός φονικού καπιταλισμού σε κρίση και επιθετικό αμόκ σε βάρος της εργατικής τάξης σε όλο τον κόσμο. Που αδυνατεί να δει τον πραγματικό χαρακτήρα των ενδο-καπιταλιστικών ανταγωνισμών ζωής και θανάτου, με κοινό παρονομαστή τη συντριβή των αντιστάσεων των λαών.
Με αυτή την έννοια, οι διστακτικές διαφωνίες αριστερών τάσεων στο ΣΥΡΙΖΑ, όσο και αν είναι καλοδεχούμενες και αναμενόμενες, αν δε συνοδεύονται από αυτοκριτική και εμβάθυνση, δεν πείθουν κανένα, δεν χαράσσουν καμία ουσιώδη εναλλακτική, απλά βοηθούν στην ελεγχόμενη έκφραση της εσωκομματικής δυσφορίας.
Τι προσδοκά τώρα ο ΣΥΡΙΖΑ;
Οι ιδιωτικοποιήσεις εν τέλει θα προωθηθούν σχεδόν όλες, με το ‘’κερασάκι’’ της ελάχιστης κρατικής συμμετοχής και της συνεργασίας των επενδυτών με τις τοπικές κοινωνίες.
Το φορολογικό, θα ακρωτηριαστεί ριζικά σε ότι αφορά τις φορο-ελαφρύνσεις προς τους χαμηλόμισθους, ενώ δεν θα επιβαρυνθεί περαιτέρω το μεγάλο κεφάλαιο. Τα έσοδα από έμμεσους φόρους θα αυξηθούν ακόμη και αν αυτοί δεν ενσωματωθούν σε τυπική αύξηση στον ΦΠΑ.
Η πλειάδα ρυθμίσεων χρεών, συνιστά πακέτο εισπρακτικών μέτρων. Θα έχει μόνο άμεσα αποτελέσματα, ελκύοντας τρομοκρατημένους μικρο-οφειλέτες και δίνοντας την ευκαιρία ξεπλύματος και χαρίσματος προστίμων σε απατεώνες ολκής από τον κόσμο των επιχειρήσεων.
Η άνοδος του κατώτατου μισθού, εκτός της χρονικής μετάθεσης θα συνοδευτεί από αντισταθμιστικά μέτρα που ζητούν οι εργοδότες (μείωση εργοδοτικών εισφορών και μετατροπή των επιδομάτων ανεργίας σε ‘’επιδόματα εργασίας’’ μαζί με πληρωμή εισφορών από το κράτος), που θα δυναμιτίσουν και άλλο την κατάσταση των Ταμείων.
Η κατάργηση του ΕΝΦΙΑ έχει φύγει από τη συζήτηση, με πιθανότερο ενδεχόμενο τη διατήρησή του με κάποιες οριακές ελαφρύνσεις κυρίως για τους αγρότες και ελάχιστη μείωση των συνολικών εσόδων των 2,6 δις του 2014.
Στην ουσία η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ τα δίνει όλα, προσπαθώντας μόνο να διασφαλίσει την αποφυγή ονομαστικής μείωσης συντάξεων και μισθών έως το Δεκέμβρη, μιας και η βόμβα του ασφαλιστικού χωρίς άνοδο της απασχόλησης, καταπολέμηση εργοδοτικής εισφοροδιαφυγής και κρατική στήριξη, αργά ή γρήγορα θα σκάσει. Ήδη η κυβέρνηση μιλάει για τσεκούρι στην πρόωρη συνταξιοδότηση και μείωση ‘’μεγάλων’’ επικουρικών συντάξεων.
Το ζητούμενο δεν είναι να επισημάνει κανείς προς την ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ τι θα έπρεπε να κάνει. Έχει δικά του στελέχη μα και συμβούλους και μάλιστα ικανούς επαγγελματίες. Δεν είναι το πρόβλημα στην έλλειψη φαεινών ιδεών αλλά στη συνολική κατεύθυνση και τα ταξικά πολιτικά όρια της κυβερνητικής πολιτικής, η οποία, σε αντίθεση με την προσμονή και την εντολή των ψηφοφόρων, κινείται σε ένα πλαίσιο διαχείρισης της συνέχειας του κράτους, των πλεονασματικών προϋπολογισμών, του αρνητικού μνημονιακού κεκτημένου, των δεσμεύσεων απέναντι σε δανειστές και ευρωζώνη. Με λίγα λόγια, σε ένα πλαίσιο αστικής συστημικής διαχείρισης, με σταγόνες κοινωνικής ευαισθησίας και πινελιές αριστερής φρασεολογίας.
Η αντικαπιταλιστική κομμουνιστική αριστερά αναζητά σε άλλη κατεύθυνση, ξεκινώντας από την εκτίμηση πως δεν υπάρχει τρίτος δρόμος ανάμεσα στη ρήξη και τη συνέχιση της άθλιας αντιλαϊκής πολιτικής που διασφαλίζει η παραμονή στην ΕΕ και η κυριαρχία του κεφαλαίου.
Πρόκειται για δύο αντίθετες ταξικά και πολιτικά κατευθύνσεις, που διεκδικούνται με διαπάλη μέσα στα εργατικά και λαϊκά στρώματα. Αν αυτή η διαπάλη γίνει σε ένα πεδίο κινήματος και κοινής αγωνιστικής δράσης, η θετική της έκβαση, μπορεί και πρέπει να αναστρέψει τις εξελίξεις.
Η κυβέρνηση φαίνεται να παίρνει θάρρος από την κινηματική άπνοια της στιγμής και την εκλαμβάνει ως στήριξη ή έστω ανοχή. Πράγματι, αυτή τη στιγμή η απογοήτευση προηγείται της δυσαρέσκειας για την κυβέρνηση. Η τελευταία ωστόσο υποτιμάει την εκρηκτική κοινωνική και πολιτική κατάσταση που θα δημιουργήσει σύντομα η εξάντληση των χρημάτων στα εργατικά και λαϊκά πορτοφόλια σε συνθήκες όπου το ζήτημα των ζητημάτων που είναι η ανεργία και η δημιουργία δουλειών, δεν αντιμετωπίζεται.
Ο ΣΥΡΙΖΑ, σε ρόλο ‘’αριστερής’’ φτηνής κινδυνολογίας, αρέσκεται να κινδυνολογεί: ‘’Αν αποτύχουμε θα έρθει η Χρυσή Αυγή!’’. Στην ουσία θέλουν να πουν: ‘’Στηρίξτε μας, διότι θα έρθει η Χρυσή Αυγή’’.
Αριστεροί λοιπόν σε ρόλο τρομοκράτησης του λαού…
Γιατί αλήθεια είναι μοιραίο να συμβεί αυτό; Μήπως η καταβαράθρωση του ΠΑΣΟΚ δεν οδήγησε τον κόσμο κυρίως στο ΣΥΡΙΖΑ, παρά στους φασίστες;
Η αλήθεια είναι διαφορετική: Ο κόσμος πήγε μαζικά προς την ακροδεξιά, εκεί και τότε, όπως στη Γαλλία, που σύμπασα η αριστερά ταυτίστηκε με μια νεοφιλελεύθερη κυβερνητική πολιτική, δήθεν ‘’αριστερή’’ και από ‘’αριστερή κυβέρνηση’’. Τέτοιο πολιτικό έγκλημα στην Ελλάδα εμείς δεν πρόκειται να διαπράξουμε.
Αριστερή πολιτική, αντίθετα, σημαίνει κινηματική και πολιτική αντεπίθεση, εργατική αντιπολίτευση για την ήττα και την ανατροπή της κυβερνητικής πολιτικής των νέων μνημονίων και του ραγιαδισμού.
*Πηγή: www.pandiera.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή