Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Χαμένη μια ολόκληρη τετραετία

Μπάμπης Μιχάλης
Ολοταχώς προς ακόμη μια χαμένη τετραετία βαδίζει η ελληνική οικονομία καθώς όπως φαίνεται χάνει οριστικά και αμετάκλητα τη δυναμική που απέκτησε μετά την έξοδό της από τα μνημόνια.
Η ελληνική οικονομία -όπως χαρακτηριστικά υπογραμμίζει η Κομισιόν στην έκθεσή της με τις φθινοπωρινές της οικονομικές προβλέψεις (Autumn 2020 Economic Forecast)- «κατέρρευσε στο β’ τρίμηνο του 2020». Το ελληνικό ΑΕΠ κατέγραψε πτώση-ρεκόρ 14% έναντι του πρώτου τριμήνου όταν είχε συρρικνωθεί κατά 0,7%. Η μεγάλη εξάρτηση της χώρας από τον τουρισμό και τις υπηρεσίες κατέστησαν αυτήν ιδιαίτερα ευάλωτη στις καραντίνες, τις απαγορεύσεις και τα υπόλοιπα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης που υιοθετήθηκαν για την αντιμετώπιση της πανδημίας.
Η Κομισιόν εκτιμά ότι θα χρειαστούν τουλάχιστον δύο χρόνια για να ανακτηθούν οι απώλειες της φετινής βαθιάς ύφεσης. Σύμφωνα με τις προβλέψεις της, το ΑΕΠ θα συρρικνωθεί φέτος κατά 9%. Η ανάκαμψη που εκτιμάται ότι θα έλθει θα είναι σταδιακή και χαμηλότερη από αυτήν που αναμενόταν νωρίτερα. Το ΑΕΠ προβλέπεται συγκεκριμένα να αυξηθεί κατά 5% το 2021 και κατά 3,5% το 2022.
Στις προβλέψεις αυτές όμως, όπως σημειώνει η Επιτροπή, υπάρχει μεγάλος βαθμός αβεβαιότητας καθώς διαμορφώθηκαν χωρίς να έχουν ενσωματωθεί απολύτως σε αυτές οι πιθανές επιπτώσεις από το νέο κύμα της πανδημίας. Από την άλλη πλευρά όμως, στις προβλέψεις δεν έχει ληφθεί υπόψη και το όφελος που θα προσφέρουν στην οικονομία τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης.
Καθίζηση του τουρισμού
Η Κομισιόν κάνει ιδιαίτερη αναφορά πάντως στον τουρισμό, ο οποίος ήταν ο βασικός υπεύθυνος για τη μεγάλη πτώση των εξαγωγικών υπηρεσιών. Η τουριστική κίνηση στη χώρα μας κατέγραψε πτώση 65-71%, ενώ οι διανυκτερεύσεις συρρικνώθηκαν περισσότερο από οπουδήποτε αλλού στην Ε.Ε., κατά 80%. Η καθίζηση αυτή επηρέασε αρνητικά ΑΕΠ, απασχόληση και οικονομική δραστηριότητα.
Η Επιτροπή αναμένει μερική μόνο επιστροφή των τουριστών το 2021 και το 2022. Για την ανεργία αναμένει άνοδο στο 18% φέτος από 17,3% το 2019 και εν συνεχεία πτώση της στο 17,5% το 2021 και στο 16,7% το 2022. Η Κομισιόν αποδίδει την ήπια σε σχέση με την πτώση της οικονομικής δραστηριότητας άνοδο της ανεργίας εν μέρει στα μέτρα στήριξης της απασχόλησης, αλλά και στο γεγονός ότι οι εργαζόμενοι καθίστανται οικονομικά μη ενεργοί μόνο αφού χάσουν τη θέση τους. Για τον πληθωρισμό εκτιμάται ότι θα είναι αρνητικός φέτος στο -1,3%, ενώ το 2021 και το 2022 θα προσεγγίσει το +0,9% και το +1,3%.
Στο δημοσιονομικό πεδίο η Επιτροπή αναμένει εκτροχιασμό των ισοζυγίων και άνοδο του χρέους πάνω από το 200%. Εκτιμά συγκεκριμένα ότι το δημόσιο έλλειμμα θα προσεγγίσει το 6,9% του ΑΕΠ φέτος, το 6,3% του ΑΕΠ το 2021 και το 3,4% το 2022. Για το ισοζύγιο της γενικής κυβέρνησης προβλέπει ότι το πρωτογενές έλλειμμα θα φτάσει φέτος στο 4,5%. Για το δημόσιο χρέος βλέπει εκτόξευση στο 207% του ΑΕΠ φέτος και στη συνέχεια την πτώση του στο 200,7% του ΑΕΠ το 2021 και στο 194,8% του ΑΕΠ το 2022.
Η Επιτροπή προειδοποιεί πάντως ότι οι προβλέψεις για τα δημοσιονομικά μεγέθη περιβάλλονται από σημαντικούς κινδύνους, οι οποίοι σχετίζονται με την πιθανή κατάπτωση κρατικών εγγυήσεων για τα πρόσφατα μέτρα στήριξης από την πανδημία και τις αποφάσεις που αναμένονται σχετικά με τα αναδρομικά των συνταξιούχων. Περαιτέρω κίνδυνοι πηγάζουν από το πιθανό επιπλέον κόστος της κάλυψης των ανθρώπων που δεν έχουν ασφάλιση υγείας.
Τέλος, επιπλέον κίνδυνοι σχετίζονται και με τις γεωπολιτικές εντάσεις στην περιοχή όπως και τις μεταναστευτικές πιέσεις. Από την άλλη πλευρά, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης θα μπορούσαν να αποβούν ζωτικής σημασίας όταν αυτά αρχίσουν να απελευθερώνονται, τονώνοντας σθεναρά την εγχώρια ζήτηση.
Ελαφρά μεγαλύτερη ύφεση φέτος και αρκετά μικρότερη ανάκαμψη το 2021 απ’ ό,τι προέβλεπε το καλοκαίρι αναμένει για την οικονομία της ευρωζώνης φέτος η Ευρ. Επιτροπή. Προειδοποιεί όμως ότι οι προβλέψεις αυτές περιβάλλονται από έναν πολύ υψηλό βαθμό αβεβαιότητας και κινδύνων λόγω της πορείας της υγειονομικής κρίσης.
Σύμφωνα με τις φθινοπωρινές Οικονομικές Προβλέψεις 2020, που η Επιτροπή κοινοποίησε χθες, η ύφεση στην ευρωζώνη θα αγγίξει φέτος το 7,8%. Η ανάκαμψη στη συνέχεια θα είναι αρκετά χαμηλότερη από αυτήν που προβλεπόταν πριν από μερικούς μήνες. Συγκεκριμένα η ανάπτυξη για το 2021 αναμένεται στο 4,2% από 6,1% που η Επιτροπή προέβλεπε τον Ιούλιο και 3% για το 2022.
Η Επιτροπή αναμένει ότι τα αλλεπάλληλα λοκντάουν, που ανακοίνωσαν τις τελευταίες ημέρες οι κυβερνήσεις, θα ανακόψουν την ισχυρή ανάκαμψη που κατέγραψε στο β' τρίμηνο η ευρωζώνη και εκτιμά πλέον συρρίκνωση της οικονομίας κατά 0,1% στο τελευταίο τρίμηνο του 2020. Ιρλανδία, Γαλλία και Βέλγιο θα δεχτούν το μεγαλύτερο χτύπημα, καθώς θα δουν το ΑΕΠ τους να συρρικνώνεται κατά 1,1%, 1,0% και 0,7% αντίστοιχα. Η Γερμανία αντίθετα αναμένεται να πάει καλύτερα επιτυγχάνοντας σε αυτό το τρίμηνο ανάπτυξη 0,6%.
Η μεγαλύτερη ευρωπαϊκή οικονομία, η γερμανική, αναμένεται ωστόσο να τα πάει καλύτερα, καταγράφοντας τριμηνιαία ανάπτυξη κατά 0,6%.
Για την ανεργία η Επιτροπή αναμένει αύξησή της στην ευρωζώνη από 7,5% το 2019 σε 8,3% το 2020 και σε 9,4% το 2021 και εν συνεχεία πτώση της στο 8,9% το 2022. Για τον πληθωρισμό αναμένει 0,3% φέτος, 1,1% το 2021 και 1,3% το 2022. Για τα δημοσιονομικά μεγέθη, τέλος, αναμένει ότι τα μέτρα στήριξης και η μείωση των φορολογικών εσόδων θα οδηγήσουν σε σημαντική άνοδο των δημόσιων ελλειμμάτων και του χρέους.
Σύμφωνα με τις προβλέψεις, το συνολικό δημοσιονομικό έλλειμμα της ζώνης του ευρώ θα αυξηθεί από 0,6% του ΑΕΠ το 2019 σε περίπου 8,8% το 2020, πριν μειωθεί σε 6,4% το 2021 και σε 4,7 % το 2022. Για το χρέος προβλέπει ότι αυτό θα αυξηθεί από το 85,9% του ΑΕΠ το 2019 σε 101,7% το 2020, 102,3% το 2021 και 102,6% το 2022.
πηγη: efsyn.gr
Η ταξική διάσταση των αμερικανικών εκλογών

του Πέτρου Παπακωνσταντίνου
Όταν γράφονταν αυτές οι γραμμές, η νίκη του Τζο Μπάιντεν διαγραφόταν βέβαιη. Παρότι επωφελήθηκε από την τύχη για να κερδίσει με οριακή διαφορά κρίσιμες πολιτείες που του δίνουν την πλειοψηφία στο εκλεκτορικό κολέγιο, ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει τη λαϊκή του νομιμοποίηση. Ο πρώην αντιπρόεδρος του Ομπάμα πήρε πάνω από 74,5 εκατομμύρια ψήφους, περισσότερους από κάθε άλλο υποψήφιο στην ιστορία των ΗΠΑ και τουλάχιστον 4 εκατομμύρια περισσότερους από τον Τραμπ. Η διαφορά τους είναι αυτή τη στιγμή στο 3% και αναμένεται να αυξηθεί με την καταμέτρηση των ψήφων που υπολείπονται- χοντρικά θα είναι η μισή από εκείνη που προέβλεπε ο μέσος όρος των τελευταίων δημοσκοπήσεων, πάντως όχι ασήμαντη. Όλα αυτά, σε μια άκρως πολωτική αναμέτρηση, όπου η λαϊκή συμμετοχή έφτασε το 66%, το μεγαλύτερο ποσοστό από το 1900.
Αν και ο Τζο Μπάιντεν, που θα κλείσει τα 78 του χρόνια στις 20 Νοεμβρίου και μπήκε για πρώτη φορά στη Γερουσία πριν από 47, ενσαρκώνει το κατεστημένο των Δημοκρατικών και δεν εμπνέει ούτε εκείνους που τον ψήφισαν, η ήττα του Τραμπ προκαλεί δικαιολογημένα αισθήματα ανακούφισης στους προοδευτικούς ανθρώπους όλου του κόσμου. Ωστόσο, οποιοσδήποτε εφησυχασμός θα ήταν εντελώς εκτός τόπου και χρόνου. Ακόμη και χωρίς τον Τραμπ στον Λευκό Οίκο, ο Τραμπισμός, το αντιδραστικό ρεύμα του εθνικισμού, του ρατσισμού και της ξενοφοβίας, που βρήκε σ’ αυτή την περσόνα των τηλεοπτικών ριάλιτι τον ιδανικό εκφραστή του, θα μείνει ισχυρό και απειλητικό στο ορατό μέλλον, σε Αμερική και Ευρώπη. Επί τέσσερα χρόνια, οι Αμερικανοί έβλεπαν έναν πλουτοκράτη δημαγωγό να προσβάλλει θύματα της αστυνομικής βίας, να χωρίζει παιδιά μεταναστών από τους γονείς τους, να καθυβρίζει διαδηλωτές, να εγκωμιάζει ακροδεξιές συμμορίες, να λοιδωρεί λαούς, έθνη και φυλές. Τελικά, 70,5 εκατομμύρια από αυτούς, περίπου το 47,5% του εκλογικού σώματος, αποφάσισαν ότι τους άρεσε αυτό που έβλεπαν. Κάποιοι θα πουν ότι οι λαοί έχουν τους ηγέτες που τους αξίζουν. Για την σκεπτόμενη και μαχόμενη Αριστερά, ο ελιτισμός είναι πάντα κακός σύμβουλος.
Η νίκη του Τραμπ το 2016 δεν ήταν ένα ιστορικό «ατύχημα», μια προσωρινή εκτροπή της Αμερικής από τη «φυσιολογική» πορεία της, αλλά το σύμπτωμα μιας βαρύτατης κοινωνικής παθολογίας. Εκείνη η αναμέτρηση ανέδειξε το τεκτονικό ρήγμα που διατρέχει την Αμερική και όλες τις κοινωνίες του αναπτυγμένου καπιταλισμού: το ρήγμα ανάμεσα στους κερδισμένους και τους χαμένους της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης, ρήγμα που έγινε βαθύτερο ύστερα από τη μεγάλη διεθνή κρίση του 2007-2010. Η Χίλαρι Κλίντον- σύζυγος του 42ουπροέδρου που προώθησε τη NAFTA, την ένταξη της Κίνας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, χρεώθηκε τον μαρασμό βιομηχανικών πόλεων και το ξήλωμα προοδευτικών ρυθμίσεων της εποχής Ρούζβελτ για τον έλεγχο των τραπεζών- εκπροσωπούσε τους κερδισμένους αυτού του νέου καπιταλιστικού κόσμου. Ο αριστερός γερουσιαστής Βερμόντ Μπέρνι Σάντερς, που λίγο έλειψε να κερδίσει το χρίσμα των Δημοκρατικών, εκπροσωπούσε τα κοινωνικά στρώματα που πλήττονταν σκληρά και απογοητεύτηκαν από την «κεντρώα» πολιτική Ομπάμα. Όταν βγήκε, με αμφισβητούμενες διαδικασίες, εκτός κούρσας, το πεδίο έμεινε ανοικτό για να διοχετευτούν η δυσφορία και η οργή πληβειακών και μικροαστικών στρωμάτων προς τον Τραμπ, έναν ολιγάρχη που δεν προερχόταν όμως από το πολιτικό κατεστημένο της Ουάσιγκτον και εμφανιζόταν ως η μόνη διαθέσιμη επιλογή «ρήξης».
Ήδη το 1999, όταν ο αριβίστας Τραμπ (εμφανιζόταν εναλλάξ ως Δημοκρατικός ή Ρεπουμπλικανός) ήδη ερωτοτροπούσε με την ιδέα να κατέβει στον πολιτικό στίβο, είχε διακηρύξει ότι κανείς από τους τότε προεδρικούς υποψηφίους (Αλ Γκορ και Τζορτζ Μπους) «δεν εκπροσωπούσε τους εργάτες και τις εργάτριες στα κεντρικά διαμερίσματα της χώρας». Το ότι ένας πλουτοκράτης εμφανίζεται ως Ιππότης της εργασίας, είναι βέβαια εξοργιστικό. Το θλιβερό είναι ότι το έκανε αποτελεσματικά, χάρη στον ιδεολογικό εκφυλισμό των αντιπάλων του. Η νίκη του 2016 εναντίον της Χίλαρι Κλίντον (αν και είχε χάσει στη λαϊκή ψήφο με τρία εκατομμύρια ψήφους διαφορά) ήταν το υψωμένο, μεσαίο δάχτυλο μεγάλου μέρους των λαϊκών στρωμάτων στις κοσμοπολίτικες ελίτ που τις περιφρονούν, με περίσσεια αλαζονείας και ναρκισσισμού, μέσα από τους γυάλινους πύργους τους.
Καταλυτικό ρόλο στη νίκη του Τραμπ έπαιξε το γεγονός ότι κατόρθωσε να γκρεμίσει το «μπλε τείχος» των Δημοκρατικών στις μεσοδυτικές, βιομηχανικές πολιτείες (Μίσιγκαν, Πενσιλβάνια, Οχάιο, Ουισκόνσιν) που αποτελούσαν παραδοσιακά τους προπύργια. Οι νίκες του ήταν κατά κανόνα οριακές, το σημαντικό όμως είναι ότι στηρίχτηκαν στη μαζική στροφή της λευκής εργατικής τάξης προς την πλευρά του. Κάτι ανάλογο συνέβη στη Βρετανία, όπου η νίκη του Brexit το 2016 και του Τζόνσον πέρυσι στηρίχτηκε στο γκρέμισμα του «κόκκινου τείχους» των Εργατικών στις βιομηχανικές περιοχές της βόρειας Αγγλίας. Υπό αυτό το πρίσμα, η τελευταία τετραετία ήταν η πένθιμη καμπάνα για τη στρατηγική των «Νέων Δημοκρατών» του Κλίντον και του «Νέου Εργατικού Κόμματος» του Μπλερ, της στροφής στο κοινωνικό και πολιτικό «Κέντρο», δηλαδή στην κεντροαριστερή εκδοχή του νεοφιλελευθερισμού και της παγκοσμιοποίησης. Στην αξεπέραστη για τον κυνισμό της Βρετανία, κάποιοι εξυπνάκηδες αναλυτές έλεγαν ότι η στροφή στη «μεσαία τάξη» είναι το κλειδί για την πολιτική ηγεμονία, καθώς υπάρχουν δύο προβλήματα για όσους εστιάζουν στο εργατικό κίνημα: ότι δεν έχουμε πια κίνημα κι ότι δεν έχουμε πια εργάτες. Η συνέχεια δεν είχε τόσο πλάκα, τουλάχιστον για τους ίδιους.
Στη φετινή αναμέτρηση, ο Τζο Μπάιντεν κέρδισε, καθαρά αυτή τη φορά, τη μάχη για το χρίσμα των Δημοκρατικών κυρίως γιατί ήταν ο μόνος που μπορούσε να γεφυρώσει προεκλογικά το βαθύ χάσμα ανάμεσα στη δεξιά και την αριστερή πτέρυγα και να συσπειρώσει την κοινωνική βάση του κόμματος. Παρόλα του τα μειονεκτήματα, διείδε σωστά από πολύ νωρίς ότι η μάχη θα κρινόταν από το κατά πόσο θα κατάφερνε να ανοικοδομήσει το «μπλε τείχος» που είχε γκρεμίσει ο Τραμπ, στις βιομηχανικές, μεσοδυτικές πολιτείες. Προς αυτή την κατεύθυνση τον βοήθησε το γεγονός ότι, υπό την πίεση της αριστερής πτέρυγας των Σάντερς, Οκάσιο- Κορτέζ και άλλων, υιοθέτησε το πιο αριστερό οικονομικό πρόγραμμα που εμφάνισε Δημοκρατικός υποψήφιος από την εποχή του Ρούζβελτ (διπλασιασμός βασικού μισθού, δίκαιη φορολογία των ανώτερων εισοδηματικών κατηγοριών, μεγάλο πρόγραμμα σε έργα υποδομών, ενίσχυση της κρατικής παρέμβασης και των συνδικάτων, προστασία της εθνικής παραγωγής). Υπάρχουν, βέβαια, βάσιμοι λόγοι να αμφιβάλλει κανείς κατά πόσο όλα αυτά θα γίνουν πράξη, φαίνεται όμως ότι αυτός ο προσανατολισμός του, μαζί με το πολύ διαφορετικό προφίλ του από την Κλίντον (γεννήθηκε στην Πενσιλβάνια και πέρασε δύσκολα παιδικά χρόνια) έπαιξαν καταλυτικό ρόλο στο αποτέλεσμα. Ο Μπάιντεν κέρδισε πέντε από τις επτά βιομηχανικές, μεσοδυτικές πολιτείες, παίρνοντας πίσω τρεις από εκείνες που είχε κερδίσει ο Τραμπ. Στις δύο από αυτές η διαφορά ήταν οριακή, αλλά η γενική τάση είναι ευδιάκριτη.
Ορισμένοι Αμερικανοί και Ευρωπαίοι αναλυτές εστίασαν στην εκλογική συμπεριφορά των λευκών που δεν έχουν πτυχίο ανώτατης εκπαίδευσης για να συμπεράνουν ότι η πλειοψηφία της λευκής εργατικής τάξης συνεχίζει να στηρίζει τον Τραμπ. Το συμπέρασμα αυτό μοιάζει αυθαίρετο, παρότι ο απερχόμενος πρόεδρος όντως διατηρεί ανησυχητικά μεγάλη υποστήριξη από αυτό το κοινωνικό στρώμα. Σε πανεθνικό επίπεδο, οι μη έχοντας πανεπιστημιακή παιδεία μοιράστηκαν (49%- 49%), ενώ το 2016 ο Τραμπ υπερείχε καθαρά (52%-43%). Έπειτα, οι εκπαιδευτικοί τίτλοι δεν είναι, από μόνοι τους, ασφαλές κριτήριο κοινωνικής ένταξης. Στους μη διπλωματούχους περιλαμβάνονται αγροτικά στρώματα και γενικά άνθρωποι της υπαίθρου όπου ο Τραμπ υπερισχύει καθαρά (54%-45%), ενώ στις μεγάλες πόλεις ο Μπάιντεν νίκησε κατά κράτος (60%-37%). Ακόμη σημαντικότερη είναι η πόλωση ανάλογα με το εισόδημα. Στην πιο χαμηλή εισοδηματική κατηγορία (λιγότερα από 50.000 δολάρια το χρόνο), ο Μπάιντεν επικράτησε με 57%-41%. Στη μεσαία κλίμακα (50.000- 100.000) επίσης νίκησε καθαρά με 56%-43%. Αντίθετα, ο Τραμπ υποστηρίχτηκε από την ανώτερη εισοδηματική κατηγορία (πάνω από 100.000 δολάρια) όπου υπερίσχυσε με 54%- 43%. Παρεμπιμπτόντως, ο Δημοκρατικός υποψήφιος, πάντα σύμφωνα με τα exit polls, πήρε το 62% των νέων, έναντι 35% του Τραμπ, το 56% των γυναικών, το 88% των μαύρων και το 66% των ισπανόφωνων.
Ως 46οςπρόεδρος των ΗΠΑ, ο Τζο Μπάιντεν θα δυσκολευτεί πολύ να διατηρήσει τον εύθραυστο κοινωνικό συνασπισμό που τον φέρνει στον Λευκό Οίκο. Ήδη προβεβλημένα στελέχη της αριστερής πτέρυγας, όπως η χαρισματική 31χρονη βουλευτής Νέας Υόρκης Αλεξάντρια Οκάσιο- Κορτέζ (μέλος των Δημοκρατών Σοσιαλιστών Αμερικής) και οι ακτιβιστές της βάσης που έδωσαν την εκλογική μάχη ζητούν ριζοσπαστικές αλλαγές στο οικονομικό, περιβαλλοντικό και φυλετικό πεδίο, ενώ μέλη του Κογκρέσου από τη δεξιά πτέρυγα φωνασκούν ότι ο Μπάιντεν έχασε ισπανόφωνους της Φλόριντα γιατί έκανε πολλές υποχωρήσεις στους σοσιαλιστές και δεν ήταν όσο έπρεπε σκληρός απέναντι στην Κούβα και τη Βενεζουέλα. Σε κάθε περίπτωση, το βαθύ κοινωνικό ρήγμα της Αμερικής θα είναι ο θεμελιώδης παράγοντας των εξελίξεων, στους δρόμους και στο Κογκρέσο, στην αβέβαιη τετραετία που θα αρχίσει με την ορκωμοσία Μπάιντεν, στις 20 Ιανουαρίου.
Πηγή: ppapacon.blogspot.com - kommon.gr
Δεξαμενόπλοια: Σημαντική πτώση διελεύσεων από τη Διώρυγα του Σουέζ

Πτώση κατά 27% κατέγραψαν οι διελεύσεις δεξαμενόπλοιων από τη Διώρυγα του Σουέζ για τον μήνα Οκτώβριο, καθώς η παγκόσμια πετρελαϊκή ζήτηση δυσκολεύεται να ανακάμψει από την απότομη πτώση της τιμής του μαύρου χρυσού που σημειώθηκε τον Απρίλιο.
Σύμφωνα με όσα αναφέρει η BIMCO, 3.708 πλοία διέσχισαν συνολικά τον εν λόγω ναυτιλιακό κόμβο κατά την περίοδο Ιανουαρίου-Οκτωβρίου, γεγονός που συνιστά πτώση των συνολικών διελεύσεων κατά 2% σε σχέση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο. Τη μεγαλύτερη πτώση, μάλιστα, κατέγραψαν οι διελεύσεις των LR1 tankers (55.000-80.000 dwt), με μονάχα εννέα τέτοια πλοία να διέρχονται από το Κανάλι τον Οκτώβριο.
Ο επικεφαλής ναυτιλιακός αναλυτής της BIMCO, Peter Sand, αναφέρει: «Τα MR tankers για τη μεταφορά παραγώγων πετρελαίου κατέγραψαν τη μικρότερη πτώση διελεύσεων, από τις 52 στις 49 για τον Οκτώβριο του 2019».
Τον περασμένο Μάιο, καταγράφηκαν 100 διελεύσεις MR tankers από τη Διώρυγα του Σουέζ, εκπροσωπώντας το 21% των συνολικών διελεύσεων δεξαμενόπλοιων. Παράλληλα, ο πετρελαϊκός «πόλεμος» εκτόξευσε στα ύψη τους ναύλους των δεξαμενόπλοιων, κυρίως λόγω της κατακόρυφης αύξησης στη ζήτηση της spot αγοράς. Αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν το ρεκόρ διελεύσεως 482 δεξαμενόπλοιων από τη Διώρυγα του Σουέζ για τον εν λόγω μήνα.
Ωστόσο, ο κ. Sand πρόσθεσε πως αυτοί οι αριθμοί ανήκουν μάλλον στο παρελθόν, καθώς τα δεδομένα της διώρυγας για τον μήνα Οκτώβριο είναι ιδιαίτερα αποθαρρυντικά.
Θετικότερο είναι το τοπίο σχετικά με τα bulk carriers, ωστόσο, οι διελεύσεις των οποίων αυξήθηκαν κατά 24,4% (822 περισσότερες διελεύσεις) για τους πρώτους δέκα μήνες του 2020, ενώ οι διελεύσεις των containerships μειώθηκαν κατά 14,4% (657 λιγότερες).
Φωτό: Mohamed Hossam/AΠΕ-ΜΠΕ
πηγη: naftikachronika.gr
Ανατροπή κατά του πρώτου υποψήφιου φαρμάκου για τη νόσο Αλτσχάιμερ

Μετά την ασυνήθιστα επικριτική στάση από ανεξάρτητη συμβουλευτική επιστημονική επιτροπή ειδικών, είναι αμφίβολο αν θα πάρει έγκριση για κυκλοφορία το φάρμακο αντουκανουμάμπη (aducanumab) της εταιρείας Biogen, μία εξέλιξη που ανατρέπει την αισιοδοξία που είχε δημιουργηθεί προ μόλις δύο ημερών σε γιατρούς, ασθενείς, συγγενείς, αλλά και επενδυτές, μετά τη θετική αξιολόγηση του φαρμάκου -του πρώτου για τη νόσο Αλτσχάιμερ από το 2003- από ειδικούς της Υπηρεσίας Τροφίμων και Φαρμάκων (FDA), της αρμόδιας εποπτικής αρχής των ΗΠΑ.
Πρόκειται για ένα μονοκλωνικό αντίσωμα, το οποίο «καθαρίζει» τον εγκέφαλο από τη συσσώρευση της πρωτεΐνης βήτα-αμυλοειδούς που καταστρέφει τα εγκεφαλικά κύτταρα. Χορηγείται μια φορά το μήνα με ενδοφλέβια ένεση και η θεραπεία εκτιμάται ότι θα είναι αρκετά ακριβή. Η αρχική θετική αξιολόγηση -οι επιστήμονες της FDA είχαν κάνει λόγο για «ουσιαστικά στοιχεία» ότι το φάρμακο επιβραδύνει την εξέλιξη της ανίατης νευροεκφυλιστικής πάθησης- είχε εκτοξεύσει στα ύψη τη μετοχή της φαρμακοβιομηχανίας (άνοδος 44%), καθώς οι επενδυτές διέβλεπαν τεράστια κέρδη παγκοσμίως για το πολυαναμενόμενο υποψήφιο φάρμακο.
Όμως, δύο μέρες μετά, σύμφωνα με το "Science", τους «Τάιμς της Νέας Υόρκης» και τους «Φαϊνάνσιαλ Τάιμς», οι ανεξάρτητοι επιστήμονες εξέφρασαν έντονο σκεπτικισμό για την αποτελεσματικότητα του φαρμάκου, ιδίως με βάση τα αποτελέσματα της δεύτερης κλινικής δοκιμής του, η οποία δεν είχε καθόλου θετικά ευρήματα, αντίθετα με την πρώτη δοκιμή που είχε πιο ενθαρρυντική εικόνα και στην οποία είχε κατ' εξοχήν βασιστεί η θετική κρίση των στελεχών της FDA. Ορισμένοι επιστήμονες του συμβουλευτικού πάνελ επέκριναν την FDA ότι προωθεί βιαστικά την έγκριση του νέου φαρμάκου.
Ο Κέιλεμπ Αλεξάντερ, καθηγητής επιδημιολογίας της Σχολής Δημόσιας Υγείας του Πανεπιστημίου Τζονς Χόπκινς, ανέφερε ότι η αξιολόγηση της FDA ουσιαστικά χρησιμοποιεί την ίδια γλώσσα με εκείνη της Biogen και δήλωσε ότι δεν μπορεί να καταλάβει «πώς η FDA μπόρεσε να συμπεράνει ότι βρήκε ουσιαστικά στοιχεία για την αποτελεσματικότητα του φαρμάκου». Ο Σκοτ Έμερσον, ομότιμος καθηγητής βιοστατιστικής του Πανεπιστημίου της Ουάσιγκτον, κατηγόρησε τη Biogen ότι αναδεικνύει επιλεκτικά μόνο εκείνα τα στοιχεία της κλινικής δοκιμής που τη βολεύουν, προκειμένου να υποστηρίξει ότι το φάρμακο της «δουλεύει», παρομοιάζοντας την τακτική της με «κάποιον που πρώτα πυροβολεί προς ένα σημείο και μετά ζωγραφίζει ένα στόχο με κύκλους γύρω από τις τρύπες των πυροβολισμών».
Δέκα από τα 11 μέλη της συμβουλευτικής επιστημονικής επιτροπής ψήφισαν ότι δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία στις κλινικές δοκιμές, που να αποδεικνύουν ότι το φάρμακο είναι αποτελεσματικό. Ένα μέλος δήλωσε «αβέβαιο». Η FDA δεν έχει σχολιάσει μέχρι στιγμής την κρίση των ανεξάρτητων επιστημόνων, ενώ δεν δεσμεύεται από τη γνώμη τους για την τελική απόφαση της.
Τον Μάρτιο του 2019 η Biogen διέκοψε και τις δύο σε εξέλιξη διεθνείς κλινικές δοκιμές τελικής φάσης 3 του υποψήφιου φαρμάκου, μετά από γνωμοδότηση ανεξάρτητης επιτροπής ότι αυτό δεν είναι αποτελεσματικό. Όμως, λίγους μήνες μετά, πέρυσι τον Οκτώβριο, ξάφνιασε τους πάντες δηλώνοντας ότι, μετά από περαιτέρω ανάλυση των στοιχείων των δοκιμών, διαπίστωσε ότι το aducanumab «δουλεύει» σε μεγαλύτερες δόσεις, με τους ασθενείς να εμφανίζουν κατά μέσο όρο 23% μικρότερη έκπτωση των γνωστικών λειτουργιών τους, σε σχέση με όσους είχαν πάρει εικονικό φάρμακο (πλασίμπο).
Έπειτα από αυτό και παρ' όλο που αρκετοί επιστήμονες ζήτησαν να υπάρξει μια τρίτη μελέτη, η FDA φάνηκε να πείθεται. Συνήθως η ίδια απαιτεί δύο μελέτες να επιβεβαιώσουν πειστικά την αποτελεσματικότητα ενός φαρμάκου, αλλά κάνει εξαιρέσεις για σοβαρές ή θανατηφόρες παθήσεις χωρίς άλλη θεραπεία. Όμως αν η FDA πλέον θέλει να εγκρίνει το φάρμακο, θα πρέπει να πάει κόντρα στην αξιολόγηση των ανεξάρτητων ειδικών, των οποίων η ίδια ζήτησε τη γνώμη. Όπως ανέφερε ο Άαρον Κεσελχάιμ, καθηγητής της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ, με δεδομένο ότι η πρώτη πιο θετική κλινική δοκιμή δεν ολοκληρώθηκε καν, «είναι παράξενο να εξαρτάται η FDA από τη μισή ή από τα δύο τρία τρίτα μιας μελέτης ως ένδειξη αποτελεσματικότητας ενός φαρμάκου».
Η απόφαση της FDA πρέπει να έχει ληφθεί έως τον Μάρτιο του 2021. Αν το φάρμακο δεν εγκριθεί τελικά, θα προστεθεί στον ολοένα πιο μακρύ κατάλογο αποτυχημένων κλινικών δοκιμών και διαψευσμένων προσδοκιών για υποψήφια φάρμακα κατά του Αλτσχάιμερ. Περίπου 30 εκατομμύρια άνθρωποι παγκοσμίως πάσχουν από τη νόσο και ο αριθμός τους αναμένεται τουλάχιστον να διπλασιαστεί έως το 2050.
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ - enikos.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή