Σήμερα: 12/05/2026
Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

maximin.jpg

Τα τελευταία χρόνια στα πλαίσια της αριστεράς αναπτύσσεται μια συζήτηση σχετικά με τα κομμουνιστικά προγράμματα και τις επιπτώσεις που είχε η υιοθέτηση καθενός από αυτά. Πιο ειδικά επικρατεί να θεωρείται ο διαχωρισμός του προγράμματος των κομμουνιστικών κομμάτων σε μίνιμουμ και μάξιμουμ ως πηγή όλων των δεινών για το κομμουνιστικό κίνημα, ως βάση για τη σταδιοποίηση της πάλης και της υποταγής των κομμουνιστικών κομμάτων στην αστική πολιτική.

Από την άλλη, η υιοθέτηση μεταβατικού προγράμματος θεωρείται ως η μόνη ορθή τακτική, πραγματική «σωτηρία», η βάση για την επιτυχία. Σε αυτή τη λογική προσχώρησε τα τελευταία χρόνια και η ηγεσία του ΚΚΕ και ως νεόκοπη είναι η πιο απόλυτη σε σημείο που δεν απορρίπτει μόνο το μίνιμουμ πρόγραμμα, αλλά συνολικά τη διαμόρφωση τακτικής.

Στο θέμα αυτό θα αφιερώσουμε ορισμένες σκέψεις.

Το μίνιμουμ πρόγραμμα των κομμουνιστικών κομμάτων ήταν το πρόγραμμα εκείνο που εμπεριείχε όλους τους στόχους για τους οποίους το κομμουνιστικό κόμμα και το εργατικό κίνημα αγωνίζονταν και που δεν ήταν αναγκαία η ανατροπή του καπιταλισμού για την υλοποίηση τους, τουλάχιστον ολοκληρωμένα. Ήταν ο αγώνας για την κατάκτηση όλων των δημοκρατικών προβλημάτων, των μη σοσιαλιστικών. Το μάξιμουμ πρόγραμμα ήταν το πρόγραμμα της σοσιαλιστικής επανάσταση και οικοδόμησης, η κοινωνία την οποία οι κομμουνιστές επιδίωκαν να διαμορφώσουν.

Το μεταβατικό πρόγραμμα είναι όλο εκείνο το πλαίσιο των στόχων και των τακτικών που οδηγούν στην κατάληψη της εξουσίας. Εξέφραζε τη διάθεση να συνδέσει σε μια ευθεία γραμμή χωρίς σταθμούς και φάσεις το τώρα με το σοσιαλισμό, τις σημερινές συνθήκες με την κατάκτηση της εξουσίας, μέσω της απόσπασης της πλειοψηφίας της εργατικής τάξης από την αστική επιρροή και τη νίκη πάνω στην αστική τάξη και το κράτος της. Η έννοια «μεταβατικοί στόχοι» υπήρχε στην κομμουνιστική ορολογία και στην Κομμουνιστική Διεθνή ως συμπληρωματική, δίπλα στην κυρίαρχη ορολογία, στρατηγική- τακτική, μίνιμουμ πρόγραμμα- μάξιμουμ πρόγραμμα. Ας έχουμε υπόψη μας ότι στην εποχή της ίδρυσής της Κομμουνιστικής Διεθνούς και αργότερα αρχές της δεκαετίας του ’20 που χρησιμοποιήθηκε ο όρος, υπήρχαν επαναστατικές συνθήκες σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες και γενικά το κίνημα θεωρούσε πως θα βαδίσει άμεσα για την κατάληψη εξουσίας και ακριβώς αυτό το στοιχείο επιδρούσε στη χάραξη της τακτικής.

Ως όρος και συγκεκριμένη αντίληψη της τακτικής για την επανάσταση καθιερώθηκε με απόλυτο τρόπο του 1938 στο πρόγραμμα της 4ης Διεθνούς. Οι συνθήκες της περιόδου, η μεγάλη οικονομική κρίση, η τεράστια ένταση των ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων και των ανταγωνισμών και ότι ο κόσμος βρισκόταν στα πρόθυρα ενός γενικευμένου πολέμου επέδρασαν αποφασιστικά να θεωρεί η περίοδος αυτή ως την επανάσταση σύντομη και μάλιστα ονομάστηκε η περίοδος αυτή προεπαναστατική. Ως εκ τούτου οι συνθήκες στις οποίες θα αγωνίζονταν το επαναστατικό κίνημα ήταν συγκεκριμένες, δεν θα είχαν σημαντικές εναλλαγές, θα ήταν σε μια ευθεία κατά βάση. Κίνηση σε σταθερές βασικά ράγες.

Να σημειώσουμε τη χρεοκοπία της Β΄ Διεθνούς και το γεγονός ότι μια από τις αιτίες της υπήρξε ο διαχωρισμός του προγράμματος των κομμάτων της σε μίνιμουμ και μάξιμουμ και η απόλυτη επικράτηση του μόνιμου προγράμματος, εξωθώντας την πάλη για το σοσιαλισμό στο αόριστο μέλλον. Πολλές φορές αξιοποιήθηκε η ενσωμάτωση της Β’ Διεθνούς στον καπιταλισμό ως απόδειξη του γεγονότος ότι ο διαχωρισμός του προγράμματος είναι λάθος. Στο 3ο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς όμως και στις «θέσεις για την τακτική» θεωρούμε ότι δίδεται η απάντηση. Στην απόφαση αυτή γίνεται τεράστια προσπάθεια να στραφεί η προσοχή και η δράση των κομμουνιστικών κομμάτων στα άμεσα προβλήματα των εργαζομένων και κατά αυτόν τον τρόπο να ανοίξει ο δρόμος για την εξουσία. Συγκεκριμένα γράφει: «Τα κομμουνιστικά κόμματα δεν προτείνουν κανένα μίνιμουμ πρόγραμμα που θα χρησιμεύσει στην ενίσχυση και τη βελτίωση των κλονιζόμενων θεμελίων του καπιταλισμού. Η καταστροφή αυτού του συστήματος παραμένει ο κύριος σκοπός τους. Αλλά για να τον πραγματοποιήσουν, τα Κομμουνιστικά κόμματα πρέπει να προτείνουν διεκδικήσεις που να εκφράζουν τις άμεσες ανάγκες της εργατικής τάξης. Αν οι διεκδικήσεις που προτείνουν οι κομμουνιστές ανταποκρίνονται στις άμεσες ανάγκες των πλατιών προλεταριακών μαζών και αν οι μάζες είναι πεισμένες ότι χωρίς την ικανοποίηση αυτών των διεκδικήσεων, η ύπαρξή τους είναι αδύνατη τότε ο αγώνας γύρω απ' αυτά τα ζητήματα θα γίνει η αφετηρία της πάλης για την εξουσία. Στη θέση του μίνιμουμ προγράμματος των κεντριστών και των ρεφορμιστών η Κομμουνιστική Διεθνής τοποθετεί τον αγώνα για τις συγκεκριμένες διεκδικήσεις του προλεταριάτου, διεκδικήσεις που στο σύνολό τους αμφισβητούν την αστική εξουσία, οργανώνουν το προλεταριάτο και χαράσσουν τα διάφορα στάδια της πάλης για την προλεταριακή δικτατορία[1]».

Η Κομμουνιστική Διεθνής είναι σαφέστατη. Δεν προτείνει κανένα μίνιμουμ πρόγραμμα που θα βελτιώνει τον κλονιζόμενο καπιταλισμό. Δεν προτείνει κανένα μίνιμουμ πρόγραμμα δράσης στα πλαίσια του συστήματος και αυτοπαγίδευσης των κομμάτων της μέσα σ' αυτό, όπως ακριβώς έκανε η Β΄ Διεθνής. Αντί του μίνιμουμ προγράμματος των κεντριστών και των ρεφορμιστών, η Κομμουνιστική Διεθνής προτείνει τον αγώνα για τις άμεσες διεκδικήσεις της εργατικής τάξης. Η πάλη για τα άμεσα ζητήματα είναι ακριβώς πάλη για αυτά που περιέχει το πρόγραμμα μίνιμουμ του κομμουνιστών. Ακριβώς εκεί στρέφει η Κομμουνιστική Διεθνής την προσοχή των κομμουνιστικών κομμάτων.

Μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση έγινε στον κόμμα των μπολσεβίκων το 1917, λίγο πριν την επανάσταση του Οκτώβρη. Εκεί ο Λένιν είναι σαφέστατος. Στην πρόταση που κατατέθηκε κατά τη συζήτηση των συνεδριακών κειμένων του συνεδρίου από τον Μπουχάριν για κατάργηση του μίνιμουμ προγράμματος (με το επιχείρημα ότι αυτό έχει πια παλιώσει, αφού η Ρωσία θα περάσει στο σοσιαλισμό και άρα είναι άχρηστο το μίνιμουμ πρόγραμμα και υπάρχει ανάγκη μόνο για ένα άμεσο πρόγραμμα μεταβατικών μέτρων προς το σοσιαλισμό), ο Λένιν αναφέρει ότι οι μπολσεβίκοι έδωσαν ένα πλαίσιο μεταβατικών μέτρων προς το σοσιαλισμό, αλλά «δεν πρέπει να πετάμε το πρόγραμμα μίνιμουμ γιατί αυτό το πράγμα θα ισοδυναμούσε με κούφιο κομπασμό. Δεν θέλουμε «να ζητήσουμε» τίποτε από την αστική τάξη, αλλά να δημιουργούμε οι ίδιοι, δεν θέλουμε να ασχολούμαστε με μικροπράγματα στα πλαίσια του αστικού καθεστώτος. Αυτό θα ήταν κούφιος κομπασμός, γιατί πρώτα πρέπει να κατακτήσουμε την εξουσία, ενώ εμείς δεν την κατακτήσαμε ακόμη. Πρέπει να πραγματοποιήσουμε πρώτα τα μεταβατικά μέτρα προς το σοσιαλισμό, να οδηγήσουμε την επανάσταση μας ως τη νίκη της παγκόσμιας σοσιαλιστικής επανάστασης και ύστερα πια, «γυρίζοντας από τον πόλεμο», μπορούμε και πρέπει να πετάξουμε το πρόγραμμα μίνιμουμ σαν αχρείαστο πια..» και αμέσως στη συνέχεια το εξηγεί λέγοντας ότι, μπορεί να αργήσουν να πάρουν την εξουσία, πόσο γρήγορα η επανάσταση θα επεκταθεί στη δύση, αν θα υπάρχουν περίοδοι αντίδρασης και αντεπανάστασης κ.λπ. «Όλα αυτά δεν τα ξέρουμε», αναφέρει, «και δεν μπορεί να τα ξέρει κανείς αυτά. Γι' αυτό είναι γελοίο να πετάμε το πρόγραμμα μίνιμουμ που είναι απαραίτητο όσο ζούμε ακόμη στα πλαίσια του αστικού καθεστώτος, όσο δεν έχουμε ακόμη καταστρέψει αυτά τα πλαίσια, όσο δεν έχουμε πραγματοποιήσει το βασικό για το πέρασμα στο σοσιαλισμό, όσο δεν έχουμε τσακίσει τον εχθρό και κερδίζοντας τον δεν τον έχουμε συντρίψει.[2]».

Το λογικό συμπέρασμα από την τοποθέτηση αυτή του Λένιν είναι ότι, όσο το κίνημα θα βρίσκεται στον καπιταλισμό, είναι εντελώς απαραίτητο ένα πρόγραμμα στόχων πάλης εντός του συστήματος, το οποίο παίρνοντας υπόψη την εναλλαγή των συνθηκών θα διαμορφώνει την ενότητα της εργατικής τάξης και τις συμμαχίες της και θα χτυπά την αστική κυριαρχία. Κάτω απ' αυτό το πρίσμα ένα μεταβατικό πρόγραμμα, δηλαδή η τακτική του επαναστατικού κινήματος ως την κατάληψη της εξουσίας δεν μπορεί να είναι σταθερό, εντελώς συγκεκριμένο και ανεξάρτητο από τις όποιες αλλαγές των συνθηκών. Δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε συνθήκες που ξεσπά πόλεμος και σε μια υποδουλωμένη χώρα. Δεν μπορούσε να εφαρμοστεί στην Ελλάδα της Γερμανοϊταλικής κατοχής το μεταβατικό πρόγραμμα των τροτσκιστών, ή σε συνθήκες δικτατορίας κ.λπ. Έπρεπε σε κάθε περίπτωση να ληφθούν σοβαρά υπόψη οι συνθήκες και η αναπροσαρμογή της τακτικής στις νέες συνθήκες, όταν τα προβλήματα και αντιθέσεις στην κοινωνία τροποποιούνται βαθιά και η κίνηση και η συνειδητοποίηση του λαού ακολουθεί άλλους δρόμους. Μήπως σε τελική ανάλυση το μεταβατικό πρόγραμμα των τροτσκιστών έπαιξε σοβαρό ρόλο στην αντεργατική και αντεπαναστατική τακτική τους κατά το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο, σε χώρες όπου ο χαρακτήρας του πολέμου μεταβλήθηκε από ιμπεριαλιστικό σε εθνικοαπελευθερωτικό, αφού δεν μπόρεσαν να αντιληφθούν τη βαθιά αλλαγή των συνθηκών και το μεταβατικό πρόγραμμα δεν επιδέχονταν τις αναγκαίες τροποποιήσεις;

Στο καίριο ερώτημα αν οι κομμουνιστές αγωνίζονται για μεταρρυθμίσεις μέσα στον καπιταλισμό και εάν είναι δυνατές και επιτρεπτές οι μεταρρυθμίσεις, η δυνατότητα κατακτήσεων στην εποχή του ιμπεριαλισμού η απάντηση έχει δοθεί πριν από έναν αιώνα και είναι προφανώς καταφατική. Στις μέρες μας, το ζήτημα από ορισμένους τίθεται ως εξής: Σήμερα πλέον δεν είναι δυνατές οι οικονομικές κατακτήσεις, ο καπιταλισμός δεν μπορεί να κάνει παραχωρήσεις, οι οικονομικοί αγώνες είναι περίπου μάταιοι και απόρροια όλων αυτών είναι, τα τεράστια οικονομικά και άλλα προβλήματα των εργαζομένων να αντιμετωπίζονται ως μια ευκαιρία ζύμωσης της αναγκαιότητας του σοσιαλισμού, που είναι η απάντηση στον καπιταλισμό.

Στην εποχή του ιμπεριαλισμού που σαπίζει τα δημοκρατικά προβλήματα γιγαντώνονται. Τεράστια τμήματα εργαζομένων, όχι μόνο των φτωχότερων χωρών αλλά και αυτών της καρδιάς του ιμπεριαλισμού, ωθούνται στο περιθώριο χωρίς πόρους και δικαιώματα, τα προβλήματα της δημοκρατίας και των δικαιωμάτων, της ιμπεριαλιστικής επιθετικότητας, των πολέμων και της μετανάστευσης, της καταστροφής του περιβάλλοντος κ.λπ. Ο αγώνας για αυτά τα προβλήματα σήμερα είναι το αντίστοιχο των διεκδικήσεων των μίνιμουμ προγραμμάτων της εποχής μπολσεβίκων και έχει τεράστια σημασία. «Ο καπιταλισμός γενικά και ο ιμπεριαλισμός ειδικότερα», έγραφε ο Λένιν, «δεν είναι δυνατόν να ανατραπούν με κανενός είδους δημοκρατικούς μετασχηματισμούς, ακόμη και με τους πιο "ιδανικούς’’, αλλά μόνο με μια οικονομική ανατροπή, το προλεταριάτο όμως που δεν διαπαιδαγωγείται στην πάλη για τη δημοκρατία, δεν είναι ικανό να πραγματοποιήσει την οικονομική ανατροπή[3]».Χωρίς την πάλη για τη δημοκρατία και τη διεκδίκηση όλων των άμεσων προβλημάτων και μάλιστα με όρους νίκης πάνω στην πολιτική του κεφαλαίου και απόσπαση κατακτήσεων δεν διαπαιδαγωγείται η εργατική τάξη για να διεκδικήσει την ανατροπή του καπιταλισμού.

Αξίζει να προσεχθεί η εξής παράγραφος της απόφασης της κεντρικής επιτροπής του ΚΚΕ για τα προβλήματα που αναφέρουμε: «Οι έννοιες “δημοκρατία”, “λαϊκή κυριαρχία”, “ιμπεριαλισμός”, “ιμπεριαλιστικός πόλεμος” για τη λαϊκή συμμαχία έχουν βαθύτερο, ταξικό περιεχόμενο, εδράζονται στην κατάργηση της ταξικής εκμετάλλευσης, στην κοινωνικοποίηση των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής σε συνδυασμό με την συνεταιριστικοποίηση των μικροπαραγωγών αγροτών. Εδράζονται στη συμμετοχή στην εργατική συνέλευση, στη λαϊκή επιτροπή κ.λπ.[4]».Με δύο λόγια οι παραπάνω έννοιες για το Κομμουνιστικό κόμμα και τη στρατηγική του για το σοσιαλισμό, αλλά και για τον ίδιο τον εργαζόμενο λαό περιεχόμενο ταξικό έχουν μόνο στο σοσιαλισμό. Είναι γεγονός ότι το ολοκληρωμένο περιεχόμενό τους οι όροι αυτοί το βρίσκουν μόνο στο σοσιαλισμό. Εδώ όμως συναντάμε κάτι εντελώς διαφορετικό. Ο αγώνας για τις διεκδικήσεις αυτές στο έδαφος του καπιταλισμού δεν προσφέρει, κατά την απόφαση της κεντρικής επιτροπής του ΚΚΕ, κάτι στον αγώνα της εργατικής τάξης για την κοινωνική απελευθέρωση. Αυτές οι διεκδικήσεις θα πραγματοποιηθούν στο σοσιαλισμό με το πραγματικό και ολοκληρωμένο περιεχόμενο τους. Τα δημοκρατικά προβλήματα και οι δημοκρατικές διεκδικήσεις ως την επανάσταση δεν απασχολούν το ΚΚΕ. Μονοσήμαντα ενδιαφέρει η βασική αντίθεση του καπιταλισμού, ιδιαίτερα ο οικονομικός πυρήνας της.

Η χρησιμότητα του αγώνα για μεταρρυθμίσεις και μαζί η χρησιμότητα του αντίστοιχου προγράμματος είναι προφανής. Η σημασία της έχει αναδειχθεί από το μαρξισμό-λενινισμό και την πείρα του κομμουνιστικού κινήματος. Τίθεται όμως το ζήτημα αν υπήρξαν σε κάποιες τουλάχιστον περιπτώσεις αρνητικές συνέπειες από τη χρήση του στο εργατικό κίνημα. Για τα κόμματα της Β΄ Διεθνούς αναφερθήκαμε. Ο αγώνας τους για μεταρρυθμίσεις επικράτησε και η αναφορά στον σοσιαλισμό μεταφέρθηκε στις επετείους. Αυτό αποδείχθηκε καταστροφικό. Σε ορισμένες περιπτώσεις και τα κομμουνιστικά κόμματα δεν έμειναν αμόλυντα από την ασθένεια αυτή. Παρασύρθηκαν από τις δυσκολίες της ταξικής πάλης και από λαθεμένες αντιλήψεις στο εσωτερικό τους και οδηγήθηκαν στην αποσύνδεση του καθημερινού αγώνα από την πάλη για το σοσιαλισμό.

Το ζήτημα που μας απασχολεί έχει δύο σημαντικές προϋποθέσεις, ώστε να προωθηθεί αποτελεσματικά την πολιτική και η δράση του κομμουνιστικού κόμματος. Πρώτον την ανάγκη το πλαίσιο των καθημερινών διεκδικήσεων να μην αποσπάται από την πάλη για το σοσιαλισμό, αλλά να συνδέεται οργανικά μαζί της και να την υπηρετεί και δεύτερον οι διεκδικήσεις αυτές πρέπει να τίθενται όχι με ρεφορμιστικό τρόπο, αλλά με τρόπο που να συμβάλλει και να προωθεί την επανάσταση. Αυτό σημαίνει ότι από τη στιγμή που η αστική τάξη σήμερα δεν μπορεί να ικανοποιήσει αυτά τα αιτήματα, είναι οπισθοδρόμηση η διεκδίκηση των λύσεων από αυτή. Η λύση πρέπει να συνδεθεί με τον αγώνα για την κοινωνική ανατροπή, οι διεκδικήσεις αυτές, παρά την αυτοτέλειά τους, να προωθηθούν συναρθρωμένες με τη βασική αντίθεση του καπιταλισμού, την αντίθεσή κεφαλαίου- εργασίας.

Στην εποχή του ιμπεριαλισμού, κατά την περίοδο πριν, κατά τη διάρκεια και ύστερα από τον Α΄ παγκόσμιο πόλεμο ο Λένιν αντιμετώπισε τις θέσεις αυτές αποφασιστικά με βάση το μαρξισμό. «Ο ιμπεριαλισμός», έγραφε, «είναι ένας αναπτυγμένος καπιταλισμός, ο ιμπεριαλισμός είναι άρνηση της δημοκρατίας, «άρα» η δημοκρατία είναι απραγματοποίητη στον καπιταλισμό. Ο ιμπεριαλιστικός πόλεμος είναι κατάφωρη παραβίαση κάθε δημοκρατίας, το ίδιο και στις καθυστερημένες μοναρχίες και στις προχωρημένες δημοκρατίες. «Άρα» δεν έχουν θέση οι συζητήσεις για δικαιώματα (δηλαδή για δημοκρατία). Στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο μπορεί να «αντιπαραθέσει» κανείς μόνο το σοσιαλισμό. Η διέξοδος βρίσκεται μόνο στον σοσιαλισμό. «Άρα» το να προβάλει κανείς δημοκρατικά συνθήματα στο πρόγραμμα μίνιμουμ, δηλαδή στις συνθήκες πια του καπιταλισμού, γίνεται απάτη ή αυταπάτη ή συσκότιση, απομάκρυνση του συνθήματος της σοσιαλιστικής ανατροπής[5]».

Σήμερα από την ηγεσία του ΚΚΕ ακούμε ότι:

  • Δεν είναι δυνατές οι κατακτήσεις πλέον. Κατά συνέπεια και οι οικονομικοί αγώνες των συνδικάτων αντιμετωπίζονται όχι ως αποφασιστική προσπάθεια απόσπασης κατακτήσεων, αλλά ως μία ευκαιρία ζύμωσης των αδιεξόδων του καπιταλισμού και της ανάγκης ανατροπής του.
  • Η ιμπεριαλιστική καταπίεση και η εξάρτηση είναι συνεπεία της ανάπτυξης του καπιταλισμού στο σημερινό στάδιο του. Κατά συνέπεια δεν έχει αξία η πάλη εναντίον της εξάρτησης και τον ιμπεριαλισμό τον βγάζουμε από το πρόγραμμα μας, αγωνιζόμαστε για την ανατροπή του καπιταλισμού.
  • Η ΕΕ δεν είναι όλος ο καπιταλισμός, είναι μια μορφή καπιταλιστικής ολοκλήρωσης. Και μετά την αποχώρηση της Ελλάδας από την ΕΕ καπιταλισμός πολύ πιθανόν θα υπάρχει. Ως εκ τούτου δεν έχει νόημα ο αγώνας για έξοδο από την ΕΕ, μπορεί να είναι και επικίνδυνος γιατί ωθεί σε συνεργασία της εργατικής τάξης με τμήματα της αστικής τάξης που επιδιώκουν την αποδέσμευση. Ο αγώνας για βαθιές αλλαγές στο κράτος και την κοινωνία, ο αγώνας για την μονομερή διαγραφή του χρέους, για την ανατροπή του μνημονίου, εναντίον των ιδιωτικοποιήσεων και για κρατικοποίηση στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεων, για προοδευτικό φορολογικό σύστημα κ.λπ. αν δεν συνοδεύεται από την επιβολή της εργατικής εξουσίας δεν είναι μόνο ανώφελος, αλλά και επικίνδυνος. Είναι οπορτουνισμός.

Αλήθεια, πόση ομοιότητα έχουν οι αναφορές του Λένιν που κατακεραύνωνε τις απόψεις που ήταν «γελοιογραφία του μαρξισμού», με τα επιχειρήματα του ΚΚΕ σήμερα; Σαν να μη πέρασε μια μέρα.

Σχετικά με το αν είναι συμβατοί με το κομμουνιστικό πρόγραμμα και την δράση μεγάλοι πολιτικοί στόχοι και μεταβατικά αιτήματα ή είναι οπορτουνισμός και ενσωμάτωση, θα καταφύγουμε στην Κομμουνιστική Διεθνή και θα παραθέσουμε δύο αναφορές που έγιναν από την αντιπροσωπεία της κεντρικής επιτροπής των μπολσεβίκων που είχε την ευθύνη για τις εργασίες του 4ου συνεδρίου της Κομιντέρν.

Η πρώτη είναι η εξής: «Δήλωση της ρωσικής αντιπροσωπείας: Δεδομένου ότι η διαμάχη για το πώς θα διατυπώσουμε τα μεταβατικά αιτήματα και το πώς να τα εντάξουμε στο πρόγραμμα έχει δημιουργήσει μια τελείως εσφαλμένη εντύπωση, η ρωσική αντιπροσωπεία ομόφωνα διαβεβαιώνει ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί οπορτουνισμός η ένταξη των μεταβατικών αιτημάτων στα προγράμματα των εθνικών τμημάτων, ούτε η γενίκευση και η θεωρητική ένταξη τους στο γενικό τμήμα του προγράμματος». Οι αντιπρόσωποι στη ρωσική αποστολή, Λένιν, Τρότσκι, Ζηνόβιεφ, Ράντεκ, Μπουχάριν[6]».

Η δεύτερη είναι η ίδια η απόφαση για το πρόγραμμα την οποία έγραψε ο Λένιν της 20 Νοέμβρη του 1922, στον 4ο συνέδριο. « (….) 3) Τα προγράμματα των εθνικών τμημάτων πρέπει να αναδεικνύουν καθαρά και αποφασιστικά την ανάγκη της πάλης για μεταβατικά αιτήματα, υπό την προϋπόθεση ότι αυτά τα αιτήματα θα προκύπτουν από τις συγκεκριμένες συνθήκες τόπου και χρόνου. 4). Το συνολικό πρόγραμμα πρέπει οπωσδήποτε να παρέχει το θεωρητικό πλαίσιο για όλα τα μεταβατικά και άμεσα αιτήματα. Την ίδια στιγμή το 4ο συνέδριο καταδικάζει απερίφραστα προσπάθειες να παρουσιαστεί σαν οπορτουνισμός η ένταξη των μεταβατικών αιτημάτων στο πρόγραμμα, όπως αντίστοιχα και κάθε απόπειρα να χρησιμοποιηθούν τα επιμέρους αιτήματα με σκοπό να αποκρυφτούν ή να υποκατασταθούν τα θεμελιώδη επαναστατικά καθήκοντά μας. 5) Το συνολικό πρόγραμμα μας πρέπει να αναδεικνύει ξεκάθαρα τις βασικές ιστορικές παραλλαγές των μεταβατικών αιτημάτων που τίθενται από τα εθνικά τμήματα, ανταποκρινόμενο στις θεμελιώδεις διαφορές οικονομικών και πολιτικών δομών σε κάθε χώρα[7]».

Το ΚΚΕ ισχυρίζεται ότι το πρόγραμμα του, που ψηφίστηκε στο 19ο συνέδριο, δεν είναι ουσιαστικά διαφορετικό από αυτό του 15ου συνέδριου. Είναι η φυσιολογική εξέλιξη του 15ου συνεδρίου που αποτελεί τη βάση και μαζί ορισμένων τροποποιήσεων που έφεραν τα επόμενα συνέδρια. Εμείς ισχυριζόμαστε ότι είναι σε ριζικά διαφορετική κατεύθυνση. Ας δούμε το θέμα αυτό από τη σκοπιά του ζητήματος που εξετάζουμε, του αγώνα, δηλαδή, για διεκδικήσεις και από τη σκοπιά της συνολικής τακτικής ως την επανάσταση.

Το 15ο συνέδριο χαράσσει την εξής τακτική και αναφέρει σχετικά με το θέμα αυτό: «Το ΚΚΕ πρωτοστατεί, ώστε το μέτωπο να οργανώνει την πάλη, να ιεραρχεί τις κατευθύνσεις και τα αιτήματα, με βάση ένα προγραμματικό πλαίσιο κατευθύνσεων και στόχων που εναντιώνονται και συγκρούονται με τις βασικές επιλογές του μονοπωλιακού κεφαλαίου. Ένα πλαίσιο ανοιχτό σε ριζικές αλλαγές, οι οποίες θίγουν τα βάθρα του καπιταλιστικού συστήματος. Δεν μπορεί να είναι ένα οποιοδήποτε ελάχιστο προγραμματικό πλαίσιο, πολύ περισσότερο δεν μπορεί να αποτελεί πλαίσιο διαχείρισης της κρίσης του συστήματος…. Οι προγραμματικές κατευθύνσεις και στόχοι πάλης του μετώπου έχουν εσωτερική συνοχή και ιεράρχηση. Υπηρετούν την οργάνωση της πάλης για μέτρα και στόχους που αφορούν: Τις ζωτικές οικονομικές, μορφωτικές και πολιτιστικές ανάγκες της εργατικής τάξης και των άλλων λαϊκών στρωμάτων. Την αντιμετώπιση των προβλημάτων της ανεργίας και των συνεπειών της. Την υπεράσπιση και διεύρυνση των κατακτήσεων τους, τα δημοκρατικά τους δικαιώματα. Την υπεράσπιση και διεύρυνση της παραγωγικής βάσης της χώρας και των αναπτυξιακών της δυνατοτήτων. Τη διεκδίκηση της εθνικής ανεξαρτησίας και υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητας από την ιμπεριαλιστική νέα τάξη πραγμάτων. Την δραστήρια συμβολή της χώρας στον αγώνα για την ειρήνη και την απόκρουση κάθε μορφής επέμβασης και ιμπεριαλιστικού πολέμου.

Στις βασικές προγραμματικές κατευθύνσεις του στόχους πάλης εντάσσονται: Η αποδέσμευση από την ΕΕ, ως βασική προϋπόθεση για την αξιοποίηση των εγχώριων αναπτυξιακών δυνατοτήτων της χώρας, για την πραγματική βελτίωση του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων. Η άρνηση συμμετοχής στα ιμπεριαλιστικά σχέδια και επεμβάσεις , με οποιονδήποτε τρόπο και αν πραγματοποιούνται…. Η απεμπλοκή από το πλέγμα της πολιτικοστρατιωτικής εξάρτησης από τις ΗΠΑ, την ΕΕ και το ΝΑΤΟ, για αποχώρηση από το ΝΑΤΟ, η απομάκρυνση των Αμερικανονατοϊκών βάσεων και των πυρηνικών όπλων… Εθνική αμυντική πολιτική που κατοχυρώνει την ασφάλεια της χώρας και τον αντιιμπεριαλιστικό προσανατολισμό της… Η δράση που έχει ως στόχο να αντιμετωπιστεί το εκρηκτικό πρόβλημα της ανεργίας, η προστασία και πραγματική αύξηση του λαϊκού εισοδήματος. Η αυτόματη τιμαριθμική αναπροσαρμογή. Η πάλη κατά της επιβολής των νέων εργασιακών σχέσεων, η μείωση των ωρών εργασίας κ.λπ… Δημοκρατική αντιμονοπωλιακή μεταρρύθμιση του φορολογικού συστήματος υπέρ των λαϊκών στρωμάτων. Αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής και των φοροαπαλλαγών του μεγάλου κεφαλαίου. Έλεγχος τιμών στις πηγές και μέτρα αντιμετώπισης της κερδοσκοπίας… Η δράση κατά των συμφωνιών που υποθηκεύουν τις αναπτυξιακές δυνατότητες της χώρας. Η διεκδίκηση και υπεράσπιση του δημόσιου χαρακτήρα επιχειρήσεων και τομέων στρατηγικής σημασίας. Η πάλη για τον εκδημοκρατισμό της δημόσιας διοίκησης, των ενόπλων δυνάμεων, των σωμάτων ασφαλείας, του συστήματος απονομής δικαιοσύνης. Κοινωνικός έλεγχος σε όλες τις μορφές πληροφόρησης. Η απόκρουση της κοινής αγροτικής πολιτικής και της ΓΚΑΤΤ και των συνεπειών από την προώθηση τους (…)[8]».

Είναι φανερό ότι το πλαίσιο αυτό περιλαμβάνει πλήθος εντελώς συγκεκριμένων άμεσων διεκδικήσεων για τη βελτίωση της ζωής του λαού και των όρων διεξαγωγής της ταξικής πάλης και μαζί μεγάλες πολιτικές διεκδικήσεις που αμφισβητούν τα ίδια τα βάθρα του καπιταλιστικού συστήματος. Τις καθημερινές αυτές διεκδικήσεις του αντιιμπεριαλιστικού αντιμονοπωλιακού μετώπου το 15ο συνέδριο τις θεωρούσε εντελώς αναγκαίες, το μόνο υπαρκτό δρόμο για τη συσπείρωση και την ανεξαρτησία της εργατικής τάξης από την αστική πολιτική, για τη συμμαχία εργατικής τάξης και μεσαίων στρωμάτων, για την αμφισβήτηση της αστικής κυριαρχίας. Κανένας από αυτούς τους στόχους δεν παραπέμπονταν στο μέλλον, μετά την επανάσταση και την εργατική εξουσία. Το πλαίσιο αυτό, η τακτική αυτή ήταν σε απόλυτη αρμονία με το μαρξισμό λενινισμό και την πείρα του κομμουνιστικού κινήματος.

Το 19ο συνέδριο αφαιρεί όλη την τακτική και όλο το πλαίσιο της πάλης ως την επανάσταση από το πρόγραμμα και τα παραπέμπει σε αποφάσεις της κεντρικής επιτροπής, θεωρώντας ότι οι αναφορές αυτές αλλοιώνουν το χαρακτήρα του προγράμματος, ότι στο πρόγραμμα πρέπει να περιλαμβάνεται μόνο ο σοσιαλισμός. Λύνει δηλαδή το πρόβλημα αυτό κατά το πρότυπο που πρότεινε μια μικρή σεχταριστική μειοψηφία στην Κομιντέρν εκατό χρόνια νωρίτερα και απορρίφτηκε καθολικά τότε, θεωρώντας οπορτουνιστική και αντεπαναστατική πράξη να περιληφθούν οι διεκδικήσεις αυτές στο πρόγραμμα του κόμματος. Στο τμήμα της απόφασης του συνεδρίου που αφορά τη δράση της λαϊκής συμμαχίας και την τακτική που ακολουθεί αναφέρεται: «Η λαϊκή συμμαχία παλεύει κατά της κρατικής καταστολής, της εργοδοτικής βίας, υπερασπίζεται τις συνδικαλιστικές και πολιτικές ελευθερίες. Ο αγώνας για φιλολαϊκή διέξοδο από την κρίση είναι αναπόσπαστα δεμένος με την αποδέσμευση και τη μονομερή διαγραφή του χρέους. Σε ρήξη με την Ε.Ε. για το ΔΝΤ. Διεκδικεί την ανατροπή της εξουσίας των μονοπωλίων. Υιοθετεί την κοινωνικοποίηση των μονοπωλίων, όλων των συγκεντρωμένων μέσων παραγωγής, τον κεντρικό σχεδιασμό, τον εργατικό - κοινωνικό έλεγχο. Συμφωνεί με την αποδέσμευση της Ελλάδας από την Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ, από κάθε μορφής σχέση με ιμπεριαλιστικές ένωσεις…».

Με δύο λόγια ο αγώνας για φιλολαϊκή διέξοδο από την κρίση συναρτάται απόλυτα με την ανατροπή της εξουσίας των μονοπωλίων και την εγκαθίδρυση εργατικής εξουσίας και τότε θα τεθούν όλα τα σημαντικά πολιτικά ζητήματα όπως η αποχώρηση από την ΕΕ, από το ΝΑΤΟ, τότε θα μπει το θέμα για εθνικοποιήσεις μονοπωλιακών επιχειρήσεων κ.λπ.

Αυτές οι δύο αναφορές στο 15ο και στο 19ο συνέδριο δείχνουν το διαζύγιο της σημερινής ηγεσίας από τον λενινισμό και την ταύτιση της με ότι πιο αυταρχικό έχει παρουσιαστεί στο κομμουνιστικό κίνημα.

Συνοψίζοντας:

Η τακτική, ως το ευέλικτο στοιχείο της πολιτικής των κομμουνιστών και για το λόγο ότι είναι παρέμβαση στην κάθε φορά συγκυρία, στη βάση των χαραγμένων στόχων τους, επηρεάζεται ουσιαστικά από τις συνθήκες που σε κάθε φάση διαμορφώνονται. Κατά συνέπεια η τακτική αλλάζει και πολλές φορές σε μεγάλο βαθμό. Για το λόγο αυτό η επιμονή σε μια απόλυτα καθορισμένη τακτική για μια ολόκληρη ιστορική περίοδο ως την επαναστατική ανατροπή δεν είναι χρήσιμη, το πιο πιθανό είναι να αποδειχθεί επιζήμια στη δράση τους.

Ο αγώνας για τα δημοκρατικά προβλήματα έχει μεγάλη σημασία, καθώς και τα αντίστοιχα πλαίσια διεκδικήσεων εντός του καπιταλισμού. Η ορθή διεκδίκηση των δημοκρατικών προβλημάτων, όχι ως διεκδικήσεων των οποίων τη λύση διεκδικούν από το μονοπωλιακό κεφάλαιο μέσα στα όρια του συστήματος, αλλά στην κατεύθυνση της ενίσχυσης του αγώνα για το σοσιαλισμό. Παρά την αυτοτέλεια των διεκδικήσεων αυτών και των αντίστοιχων κινημάτων, οι διεκδικήσεις αυτές πρέπει να είναι συναρθρωμένες και να στηρίζουν τον αγώνα για την κοινωνική αλλαγή. Ο αγώνας αυτός έχει μεγάλη σημασία για την εργατική τάξη και για τη δημιουργία ενός εργατικού κινήματος ισχυρού, συνειδητού και πολύπλευρου, ώστε να μπορεί να συσπειρώσει τα μικροαστικά στρώματα και να διεκδικήσει την εξουσία. Παράλληλα η προβολή πολιτικών αιτημάτων και διεκδικήσεων που αμφισβητούν το ίδιο το καπιταλιστικό σύστημα είναι απόλυτα αναγκαία.

Η κρίση της αστικής κυριαρχίας και η απονομιμοποίηση της και η επαναστατική κατάσταση δεν θα είναι κρίση της βασικής αντίθεσης του συστήματος μόνο, αλλά κρίση του συνόλου των αντιθέσεων της κοινωνίας.

Οι κομμουνιστές πρέπει να απορρίψουν το ρεφορμισμό και τον περιορισμό του αγώνα τους στη διεκδίκηση μεταρρυθμίσεων μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα μόνο, παράλληλα πρέπει να απορρίψουν και να κάνουν αποφασιστικό αγώνα εναντίον του σεχταρισμού, του αριστερού οπορτουνισμού, ο οποίος στις μέρες μας γίνεται επικίνδυνος.

                                                                                         Γ.   Μυλωνάς


[1]Η Τρίτη διεθνής, τα τέσσερα πρώτα συνέδρια σ. 269 - 270

[2] Λένιν Άπαντα τόμος 34 σ.   374 - 375

[3]Λένιν Άπαντα τόμος 30 σ. 71

[4] Θέσεις της κεντρικής επιτροπής του Κ.Κ.Ε. για το 19ο συνέδριο σ. 47

[5]Στο ίδιο σ 70

[6]Τζον Ριντέλ Το ενιαίο μέτωπο σελίδα 106

[7]Στο ίδιο σ. 107

[8]Το 15ο συνέδριο του Κ.Κ.Ε. ντοκουμέντα σ. 117 - 121

 πηγη: ergatikosagwnas.gr

_σοκ.jpg

Της Αριάδνης Αλαβάνου

Η εκλογή στην προεδρία της Πολωνίας του ευρωβουλευτή Αντρζέι Ντούντα, 43 ετών, του κόμματος Νόμος και Δικαιοσύνη, και η ήττα του Μπρονισλάβ Κομορόφσκι, του κυβερνώντος κόμματος CivicPlatform, προκάλεσε σοκ. Οι ανατριχίλες είχαν ξεκινήσει από τον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών, όταν ο Κομορόφσκι, για τον οποίο οι δημοσκοπήσεις προέβλεπαν “περίπατο”, ξεπεράστηκε από τον Ντούντα κατά μία μονάδα και ένας πρώην ροκ σταρ, ο Πάβελ Κούκιζ, με θέσεις κατά του πολιτικού κατεστημένου συνολικά, έλαβε το 20% των ψήφων.

Εν όψει και των κοινοβουλευτικών εκλογών του φθινοπώρου, αίφνης όλοι άρχισαν να αναρωτιούνται τι έγινε στη χώρα που φημολογείται ως η πιο επιτυχής περίπτωση μετάβασης στον καπιταλισμό , στη χώρα που σημειώνει επί πολλά χρόνια σημαντικούς ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης και τρέφει φιλοδοξίες να γίνει μια ισχυρή περιφερειακή δύναμη στην Κεντρική Ευρώπη. Γιατί η πλειονότητα των Πολωνών αποξενώθηκε από ένα κόμμα που υποτίθεται ότι, επί μία δεκαετία σχεδόν, καταγράφει μεγάλη οικονομική επιτυχία;

Η μάλλον εύκολη απάντηση θα ήταν ότι στη δεδομένη πολιτική σκηνή της Πολωνίας απουσίαζε άλλη εναλλακτική, ύστερα από τη φυσιολογική φθορά της οκτάχρονης διακυβέρνησης της CivicPlatform. Όμως, οι ενδείξεις της πολωνικής κοινωνικής πραγματικότητας προσανατολίζουν σε βαθύτερες ερμηνείες του εκλογικού αποτελέσματος, κύριο στοιχείο των οποίων φαίνεται να είναι η αμφισβήτηση του “πολωνικού οικονομικού θαύματος” από την πλειοψηφία των Πολωνών, σύμφωνα με τους σχολιασμούς εντός και εκτός της χώρας.

Όπως σημειώνει η αμερικανική εταιρεία συμβούλων και παροχής πληροφοριών Stratfor –γνωστή για τους στενούς δεσμούς της με τη CIA--“η νίκη του Ντούντα δεν θα αλλάξει την εξωτερική πολιτική της Πολωνίας, προτεραιότητα της Βαρσοβίας θα παραμείνουν οι δεσμοί με την ΕΕ, το ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ”. Το κόμμα Νόμος και Δικαιοσύνη είναι ακραία φιλοαμερικανικό και ατλαντικό και διακατέχεται από έντονη εχθροπάθεια απέναντι στη Ρωσία. Σ' αυτά τα πεδία δεν έχει ουσιαστική διαφορά από το κυβερνών κόμμα. Επίσης  τα δύο κόμματα ανήκουν στη Δεξιά και προέρχονται από την ίδια μήτρα, το κίνημα της Αλληλεγγύης. [1] Διαφέρουν όμως σε ορισμένα βασικά σημεία: στο μείγμα της οικονομικής πολιτικής, στην “ειδική σχέση” της Πολωνίας με τη Γερμανία και στη στάση απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση – το κόμμα Νόμος και Δικαιοσύνη θεωρείται “ήπια ευρωσκεπτικιστικό”, αντιτίθεται στην περαιτέρω πολιτική ενοποίηση της ΕΕ και στην ένταξη στην Ευρωζώνη,  υιοθετεί θέσεις παρόμοιες με αυτές των Βρετανών Συντηρητικών.[2]

Ο Ντούντα και το κόμμα του κατόρθωσαν να προσελκύσουν με τη ρητορική τους τα λαϊκά στρώματα που έχουν μείνει στο περιθώριο του “οικονομικού θαύματος”, εν απουσία μιας αριστεράς που να τιμά το όνομά της -– η Δημοκρατική Αριστερή Συμμαχία, που συγκροτήθηκε κυρίως από μέλη του πρώην κομμουνιστικού κόμματος στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ενέχεται πλήρως στην εφαρμογή της νεοφιλελεύθερης θεραπείας-σοκ που διέλυσε όλες τις κοινωνικές κατακτήσεις των Πολωνών. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι η υποψήφιά της για την προεδρία, Μαγνταλένα Ογκόρεκ, υπέστη πραγματική συντριβή, παίρνοντας μόνο το 2,4% των ψήφων.

Ο Α. Ντούντα απευθύνθηκε στα εργατικά και αγροτικά στρώματα, βάζοντας στο επίκεντρο εκείνους που δεν ωφελήθηκαν από την οικονομική μεγέθυνση της Πολωνίας. Στήριξε την εκλογική του καμπάνια πρωτίστως σε προβλήματα όπως οι αλλαγές στο συνταξιοδοτικό καθεστώς, δίνοντας έμφαση στην κατάργηση του ορίου συνταξιοδότησης στα 67 χρόνια, στην αύξηση του αφορολόγητου εισοδήματος, στη φορολόγηση των ξένων εταιρειών, των τραπεζών και των πολυκαταστημάτων. Μίλησε για “πολωνοποίηση” του τραπεζικού τομέα που σχεδόν εξ ολοκλήρου αποτελεί ξένη ιδιοκτησία και επέκρινε σφοδρά τους ξένους επενδυτές και επιχειρήσεις .[3] Κατόρθωσε έτσι να προσεγγίσει πλατιά λαϊκά στρώματα, και ιδίως τους νέους. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι ψηφίστηκε από το 60% των πολύ νεαρών ηλικιών και από τους κατοίκους των ανατολικών περιοχών της χώρας που ανήκουν στην Πολωνία Β κατηγορίας, είναι φτωχές και κατεστραμμένες. Υποστηρίχθηκε επίσης από τα συνδικάταOPZZ (ομοσπονδία επίσημων συνδικάτων επί σοσιαλιστικού καθεστώτος)  και Solidarnosc. Αναμφίβολα ρόλο έπαιξε το γενικό προφίλ του Ντούντα και του κόμματός του που συνδέεται με τις συντηρητικές  αξίες της Καθολικής Εκκλησίας και την προβολή της ιδιαίτερης πολωνικής ταυτότητας. Στο πλαίσιο της αντιρωσικής και πολεμικής υστερίας που δημιουργείται σ' όλες τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, η ακραία εχθρότητα του κόμματος Νόμος και Δικαιοσύνη απέναντι στη Ρωσία πρέπει να  συνέβαλλε στην εκλογική επιτυχία του Α. Ντούντα.

Θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να ερευνήσει κανείς αν εξακολουθεί να παίζει ρόλο η βασική ιδρυτική θέση (2001) του κόμματος αυτού περί “κάθαρσης” των κρατικών υπηρεσιών, των πανεπιστημίων, επαγγελματικών κατηγοριών, όπως οι δικηγόροι, οι διευθυντές των επιχειρήσεων κ.ά., από ανθρώπους οι οποίοι σχετίζονταν με το προ του 1989 καθεστώς, που πριν μια πενταετία περίπου είχε εξελιχθεί σε ένα “κυνήγι μαγισσών” και έγινε η αφορμή για εφαρμογή αντιδημοκρατικών μέτρων εις βάρος των κομμουνιστών. Όμως, έγκυρες αναλύσεις υποδεικνύουν ότι, 26 χρόνια μετά, βαραίνουν τα σύγχρονα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα ιδίως στις νεότερες γενιές. Ο ίδιος ο Ντούντα είναι ένας νέος πολιτικός, που δεν είχε συμμετάσχει στον αντικομμουνιστικό αγώνα του κινήματος της Αλληλεγγύης, και αυτό φαίνεται πως ήταν ένα από τα πλεονεκτήματά του.

***

Η Πολωνία παρουσιάζεται συνήθως σαν η πιο επιτυχής περίπτωση μετάβασης από το σοσιαλισμό στον καπιταλισμό. Από τις χώρες της ΕΕ, στην οποία εντάχθηκε το 2004, ήταν εκείνη που σημείωσε τους μεγαλύτερους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης (5,4% στα 2004-2008), η οποία επιβραδύνθηκε μεν, με την έναρξη της οικονομικής κρίσης, αλλά η χώρα δεν εισήλθε σε ύφεση, σε μεγάλο βαθμό επειδή δεν ανήκε στη ζώνη του ευρώ και μπορούσε να χειριστεί τη νομισματική πολιτική της για την αντιμετώπιση της κρίσης. Η ανεργία μειώθηκε από 19%, το 2004, σε 9%, το 2014. Ταυτόχρονα όμως, η οικονομική ανισότητα αυξήθηκε σημαντικά με τη φιλελευθεροποίηση της οικονομίας,τις ιδιωτικοποιήσεις και τη συμπίεση των μισθών (μέσος μισθός, το 2013, 678 ευρώ). Σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, το εισοδηματικά κατώτερο 20% του πληθυσμού παρέμεινε βυθισμένο στη φτώχεια. Επίσης, παρά τη μείωση της ανεργίας, το 25% των νέων της χώρας είναι άνεργοι και η μετανάστευση αυξήθηκε από 19.000, το 2004, στις 276.000, το 2013, κυρίως προς το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γερμανία. [4]

Όπως αναφέρει ο Aleks Szczerbiak, καθηγητής Πολιτικών και Σύγχρονων Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Σάσεξ που διατηρεί το ThePolishPoliticsBlog: "Εκτός των μεγάλων αστικών κέντρων, πολυπληθή τμήματα του πληθυσμού δεν βελτίωσαν το βιοτικό τους επίπεδο. Ιδίως οι νέοι βρέθηκαν μπροστά στο δίλημμα μετανάστευση και δουλειά κατώτερη των ικανοτήτων τους ή παραμονή στη χώρα χωρίς ευκαιρίες απασχόλησης”. Σ' όλα αυτά προστίθεται ένα οξύτατο δημογραφικό πρόβλημα που δημιουργεί τη δυναμική μεγάλης μείωσης του πληθυσμού την επόμενη 30ετία. Αυτά τα προβλήματα, που αποτελούν προϊόν της πολιτικής λιτότητας την οποία εφάρμοσε το κυβερνών κόμμα από το 2007,  φαίνεται πως καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό την εκλογική συμπεριφορά των Πολωνών, στρέφοντάς τους προς τον Α. Ντούντα που τα έθεσε στην πολιτική ημερήσια διάταξη, ενώ ο αντίπαλός του τα έσπρωχνε κάτω από το χαλί, ή όπως λέει ο Szczerbiak “ [ο Κομορόφσκι έκανε μια] αφηρημένη περιγραφή της μετακομμουνιστικής μετάβασης αποσυνδεδεμένη από την καθημερινότητα πολλών Πολωνών”.

Η, έστω και ρητορική, αμφισβήτηση των όσιων και ιερών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα των αναδιαρθρώσεων –όπως στο συνταξιοδοτικό και στο κοινωνικό κράτος--, στον έλεγχο της οικονομίας από το εγχώριο σύστημα και στον πιο παρεμβατικό χαρακτήρα του κράτους στην οικονομία, σε συνδυασμό με τη θέση του νυν Πολωνού προέδρου ότι πρέπει να “αναθεωρηθούν οι σχέσεις της χώρας με τη Γερμανία και αρμοδιότητες που έχουν εκχωρηθεί στις Βρυξέλλες να επιστρέψουν στη Βαρσοβία” προκαλούν ανησυχία στα διεθνή κέντρα τα οποία φοβούνται “εθνικιστική στροφή” στην Πολωνία, εν όψει μιας πιθανής νίκης του κόμματός του στις κοινοβουλευτικές εκλογές του φθινοπώρου. “... Μια πιθανή νίκη του κόμματος Νόμος και Δικαιοσύνη στις κοινοβουλευτικές εκλογές του Οκτωβρίου”, αναφέρει το Stratfor, “θα μπορούσε να οδηγήσει σε ευάλωτες πολιτικές συμμαχίες και στην εφαρμογή πιο εθνικιστικής εσωτερικής πολιτικής”. Σε τι συνίσταται αυτή η πολιτική; Στην “ανατροπή των φιλελεύθερων μέτρων που εφάρμοσε η Βαρσοβία την περασμένη δεκαετία”.Το κόμμα Νόμος και Δικαιοσύνη “θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει κρατικές εταιρείες για να δημιουργήσει θέσεις εργασίας, μέτρο που θα ανέτρεπε τα σχέδια της σημερινής κυβέρνησης να αναδιοργανώσει τον ενεργειακό τομέα”. [5]

***

Ο πρόεδρος της Πολωνίας δεν έχει πολλές αρμοδιότητες. Όμως μπορεί να αναπέμψει νόμους , οι οποίοι για να ξαναψηφιστούν χρειάζονται αυξημένη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, είναι ο επικεφαλής των ενόπλων δυνάμεων της χώρας και έχει λόγο στην εξωτερική πολιτική, που σημαίνει ότι μπορεί να βάλει εμπόδια στην κυβέρνηση της CivicPlatform, διευκολύνοντας το κόμμα του. Εάν η επιλογή του Α. Ντούντα στην προεδρία στεφθεί και με νίκη του κόμματός του στις κοινοβουλευτικές εκλογές του φθινοπώρου, θα επιβεβαιωθεί και στην περίπτωση της Πολωνίας το φαινόμενο, που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες -- της ανόδου, δηλαδή, ακροδεξιών κομμάτων που αντιτίθενται στην επικυριαρχία των Βρυξελλών, όσον αφορά την οικονομική πολιτική και θέματα κρατικής κυριαρχίας, και προσπαθούν να προσελκύσουν εργαζόμενα και λαϊκά στρώματα που υφίστανται τη βαρβαρότητα της οικονομίας της αγοράς και της παγκοσμιοποίησης, καλύπτοντας έναν κοινωνικό χώρο που έχει εγκαταλείψει η προσηλωμένη τυφλά στην Ευρωπαϊκή Ένωση Αριστερά.

Κανείς λοιπόν δεν μπορεί να αποκλείσει, το αντίθετο μάλιστα, εντάσεις με τις αρχές της ΕΕ σε μια σειρά οικονομικά, πολιτισμικά ή θέματα κυριαρχίας, ιδίως εάν η απογοήτευση του πολωνικού πληθυσμού εκφραστεί πιο καταλυτικά σε πολιτικό επίπεδο.

Η ανησυχία που εκφράζουν Αμερικανοί και Ευρωπαίοι ιθύνοντες ότι ένα κατακερματισμένο πολωνικό κοινοβούλιο μπορεί να απειλήσει “τη θέση της της Πολωνίας στην ευρωπαϊκή ενοποίηση και τη φιλελευθεροποίηση της οικονομίαςδεν είναι καθόλου αβάσιμη. Η τάση που υποδηλώθηκε στον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών με το 20% του Π. Κούκιζ μπορεί να εκφραστεί και στο κοινοβούλιο, διευρύνοντας τις ρωγμές στο πολιτικό σκηνικό, και να προκαλέσει κλυδωνισμούς στις διευθετήσεις που έχει διαμορφώσει το κατεστημένο της χώρας στη “μετακομμουνιστική” εποχή.

Η Πολωνία είναι η έκτη μεγαλύτερη οικονομία της ΕΕ. Ακόμη και η ελαφρά απόκλιση από την ορθοδοξία των Βρυξελλών και ιδίως του Βερολίνου θα έχει επιπτώσεις. Είναι πιθανό,σε συνδυασμό με το δημοψήφισμα για την παραμονή ή όχι της Βρετανίας στην ΕΕ, που αποτελεί τον πολιορκητικό κριό των Βρετανών για την προώθηση των απαιτήσεών τους στη διαπραγμάτευση με τη Γερμανία και τη Γαλλία, να συντελέσει στην αύξηση της πίεσης προς τις αρχές της ΕΕ για αλλαγές που αποδομούν περαιτέρω τη διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης, τουλάχιστον όπως την έχουμε γνωρίσει.

1.Η Αλληλεγγύη ιδρύθηκε ως ανεξάρτητο συνδικάτο το 1980, επί σοσιαλιστικού καθεστώτος, έγινε μαζικό κίνημα και στη συνέχεια πολιτικό κόμμα τη δεκαετία του 1990. Ως συνδικάτο διατηρούσε εξαρχής στενούς δεσμούς με την Καθολική Εκκλησία και διακρινόταν για τον κοινωνικό συντηρητισμό του.

2.Ο κλασικός διαχωρισμός στην πολωνική πολιτική μετά το 1989 γίνεται μεταξύ πολιτικών και κομμάτων που έχουν τις ρίζες τους στο κίνημα της Αλληλεγγύης αφ' ενός, και στο προ του 1989 κυβερνών Ενοποιημένο Εργατικό Κόμμα Πολωνίας (κομμουνιστικό), αφ' ετέρου. Παρά τη ρητορική τους και τις όποιες διαφορές, τα κόμματα που προέκυψαν από την Αλληλεγγύη και από το ΕΕΚ Πολωνίας ακολούθησαν νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Στη διαδρομή τους υπέστησαν διασπάσεις, μεταμορφώσεις και μετονομασίες. Σήμερα κυριαρχούν τα δύο δεξιά κόμματα CivicPlatformκαι Νόμος και Δικαιοσύνη, που προέρχονται από τη μετεξέλιξη των πολιτικών ομάδων που διαμορφώθηκαν στο πλαίσιο του κινήματος Αλληλεγγύη, ενώ η Δημοκρατική Αριστερή Συμμαχία, που προέρχεται από το ΕΕΚ, έχει σχεδόν καταρρεύσει. Σύμφωνα με τους Jane Hardy και Andy Zebrowski, σε άρθρο τους ήδη από το 2005, (http://isj.org.uk/poland-and-the-new-europe/), στην Πολωνία το “Εμείς και Αυτοί” δεν αναφερόταν πλέον στο “Εμείς --η Αλληλεγγύη” και “Αυτοί -– το Κομμουνιστικό Κόμμα”, αλλά στο “Εμείς –- οι απλοί άνθρωποι” και “Αυτοί -– η διεφθαρμένη κυβέρνηση και οι κλέφτες των ιδιωτικοποιήσεων”. Οι πρόσφατες προεδρικές εκλογές , ιδίως ο πρώτος γύρος που ανέδειξε με 20% τον Π. Κούκιζ, ο οποίος προσέλκυσε κυρίως ψηφοφόρους του κυβερνώντος κόμματος με σημαία την αντίθεση στο σύνολο του πολιτικού κατεστημένου και αιτήματα κατά της μετανάστευσης και της κρατικής χρηματοδότησης των κομμάτων, ίσως αποτελούν την πρώτη πολιτική έκφραση αυτών των κοινωνικών διαθέσεων.

3. Αν και τοποθετείται σαφώς υπέρ της ελεύθερης αγοράς, το κόμμα αυτό έχει θέσεις υπέρ του κρατικού παρεμβατισμού στην οικονομία, της μη ιδιωτικοποίησης επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας, της μη μείωσης των κοινωνικών δαπανών, της κρατικής εγγύησης για στεγαστικά δάνεια, του δημόσιου συστήματος υγείας.

4. Από το 1989, η πολωνική οικονομία διήνυσε αρκετές φάσεις βαθιάς αναδιάρθρωσης. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1990, η έκθεσή της στη διεθνή οικονομία οδήγησε σε χρεοκοπία και κλείσιμο των μεγάλων και μεσαίων κρατικών επιχειρήσεων, ακόμη και ολόκληρων κλάδων, σε ταχεία ιδιωτικοποίηση. Στις αρχές της νέας χιλιετίας, ιδιωτικοποιήθηκαν οι δημόσιες υπηρεσίες και η πρόνοια, τα συνταξιοδοτικά ταμεία, η υγεία, έκλεισαν πολλά νοσοκομεία, από το 1995 έως το 2003  χάθηκε το 30% των θέσεων εργασίας. Το 2005, ένας τρίτος γύρος αναδιαρθρώσεων, κυρίως σε τομείς που επέβαλε η πολιτική ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άνοιξε το δρόμο για την αρπαγή εκ μέρους των μεγάλων υπερεθνικών ομίλων, στις τηλεπικοινωνίες, στις αερογραμμές, στους σιδηροδρόμους και στα ταχυδρομεία. Στον τραπεζικό τομέα κυριάρχησαν οι ξένες τράπεζες. Η ενσωμάτωση της Πολωνίας στην ΕΕ έγινε στη βάση μιας σχετικά χαμηλής τεχνολογικά παραγωγής και ημικατεργασμένων προϊόντων.

Μια διαφωτιστική εικόνα μεταφέρει ρεπορτάζ του “Guardian” στην 20ή επέτειο της κατάρρευσης του σοσιαλιστικού καθεστώτος, το 2009: “Οι γιορτασμοί της 4ης Ιουνίου αρχικά είχε προγραμματιστεί να γίνουν στο Γκντανσκ, τον τόπο γέννησης του συνδικάτου Αλληλεγγύη και στο σκηνικό των πασίγνωστων ναυπηγείων όπου οι εργάτες με επικεφαλής τον ηλεκτρολόγο Λεχ Βαλέσα αναμετρήθηκαν με το κομμουνιστικό καθεστώς. Αλλά σ' αυτό το λιμάνι της Βαλτικής κυριαρχεί ο θυμός και όχι η νοσταλγία. Τα ναυπηγεία έχουν κλείσει με εντολή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην οποία εντάχθηκε η Πολωνία το 2004, και η κυβέρνηση φοβάται ότι θα γίνουν ταραχές που θα αμαυρώσουν την επέτειο”.

5.Το θέμα των ανθρακωρυχείων είναι περίπλοκο και έχει πολλές πτυχές, οικονομική, ιδιοκτησιακή, πολιτική, γεωπολιτική, εργασιακή, περιβαλλοντική κοκ. Εν συντομία: ηπολωνική κυβέρνηση, βάσει οδηγιών της ΕΕ, σχεδιάζει να κλείσει τέσσερα μεγάλα ανθρακωρυχεία της κρατικής Kompania Weglowa, να πουλήσει άλλο ένα και τα υπόλοιπα κερδοφόρα εννιά να τα εντάξει σε μια νέα εταιρεία αναδιάρθρωσης των ανθρακωρυχείων καθ' οδόν προς την ιδιωτικοποίηση, που σημαίνει απολύσεις χιλιάδων εργαζομένων και πλήγμα στη θεωρούμενη ως ενεργειακή ανεξαρτησία της Πολωνίας (στο κάρβουνο στηρίζεται το 90% της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας). Ύστερα από αντιδράσεις των συνδικάτων και μάλιστα σε έτος εκλογών, ζητήθηκε η έγκριση της ΕΕ για την επιδότησή τους από το κράτος, όμως οι ευρωπαϊκοί κανόνες παροχής κρατικής βοήθειας συνδέονται άρρηκτα με την προετοιμασία για το κλείσιμο, την ιδιωτικοποίηση, τις απολύσεις  και τη μείωση μισθών και επιδομάτων των εργαζομένων(στον κλάδο του κάρβουνου εργάζονται 100.000 εργάτες). Σ' αυτό το κρίσιμο θέμα, το κόμμα του νέου Πολωνού προέδρου προβλέπεται πως θα έλθει σε αντίθεση με την ΕΕ.

Πηγές:

http://www.theguardian.com/world/2005/sep/14/eu.poland,http://www.theguardian.com/world/2009/may/31/poland-communism-twentieth-anniversary,http://isj.org.uk/poland-and-the-new-europe/https://polishpoliticsblog.wordpress.com/https://www.stratfor.com/sample/analysis/polish-elections-casting-doubts-eu-integration,http://www.euractiv.com/sections/energy/poland-seek-eu-approval-state-aid-coal-mines-312242,http://politicalcritique.org/opinion/2015/general-strike-poland-coal-mining/, Euronews, Reuters.

ee.jpg

ο τελευταίο διάστημα γίνεται πολύς λόγος για ρήξη, χωρίς βεβαίως να εννοούν όλοι τα ίδια πράγματα, να δίνουν το ίδιο περιεχόμενο και να την εντάσσουν στο ίδιο πρόγραμμα. Η ρήξη σαν έννοια είναι ασύμβατη με την οποιαδήποτε διαχείριση, η οποία κινείται για την αναπαραγωγή του συστήματος, σε αντιδιαστολή με τη ρήξη που επιφέροντας ρήγματα – πλήγματα στο σύστημα προωθεί την ανατροπή του.

του Δημήτρη Γρηγορόπουλου

Ρήξη – Μια λέξη διαφορετικές πολιτικές

Ο όρος ρήξη χρησιμοποιείται ευρύτατα ιδίως στην Αριστερά. Ως σημαίνον δεν έχει μονοσήμαντη και συγκεκριμένη έννοια. Η έννοια του όρου συγκαθορίζεται απ’ τα συμφραζόμενα. Γι’ αυτό γίνεται κατάχρηση του όρου απ’ αυτούς που στην πολιτική επικοινωνία επιδιώκουν τη «δημιουργική ασάφεια», όχι όμως και από αυτούς που επιδιώκουν, πασχίζουν και δεν φοβούνται την επιστημονική ακριβή διατύπωση. Ο όρος ρήξη (κυριολεκτικά σημαίνει σπάσιμο) έχει τελευταία την τιμητική του στη χρησιμοποίησή του με διαφορετικά σημαινόμενα από πολιτικές δυνάμεις, με στοχο τον προσδιορισμό της στάσης τους απέναντι στο ευρώ και την ΕΕ. Ο όρος ρήξη χρησιμοποιείται από στελέχη της κυβέρνησης και του κόμματος με την έννοια της διαπραγματευτικής ρήξης, της διακοπής, λόγω ασυμφωνίας, των διαπραγματεύσεων και της προσφυγής συνακόλουθα σε εκλογές ή δημοψήφισμα, με την προσδοκία επανέναρξης της διαπραγμάτευσης σε καλύτερη βάση. Αυτή η επιλογή συνδέεται, όχι υποχρεωτικά, και κλιμακώνεται με την άρνηση αποπληρωμής μιας ή και περισσότερων δόσεων των δανείων. Αυτή η στάση ριζοσπαστικοποιείται, όταν οι οπαδοί της ρήξης επιλέξουν την έξοδο απ’ το ευρώ με την καθιέρωση διπλού νομίσματος ή την επιστροφή σε εθνικό νόμισμα. Την έξοδο απ’ το ευρώ με ή χωρίς ευρύτερη δέσμη μέτρων υιοθετούν αριστεροί διανοούμενοι και αριστερές δυνάμεις. Το ΚΚΕ παρά την τροποποίηση της συνθηματολογίας του συνδέει τη ρήξη με το ευρώ και την ΕΕ με τη ρήξη με το κεφάλαιο και την εξουσία του, δηλαδή με την εγκαθίδρυση της λαϊκής οικονομίας και εξουσίας, σύμφωνα με την ορολογία που μέχρι πρόσφατα χρησιμοποιούσε. Άρα παραπέμπει την έξοδο απ’ το ευρώ και την ΕΕ στις ελληνικές καλένδες του σοσιαλισμού. Τέλος, σύμφωνα με τις θέσεις του ΝΑΡ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, η ρήξη και η έξοδος (το «έξοδος» σαφώς συγκεκριμενοποιεί το «ρήξη») απ’ το ευρώ και την ΕΕ αποτελεί νευραλγικό στόχο της αντικαπιταλιστικής πρότασης εξόδου απ’ την κρίση, στο πλαίσιο και άλλων αναγκαίων ρηκτικών μέτρων, της πρότασης που συνδέεται μεταβατικά με το σοσιαλισμό, αλλά δεν ταυτοποιείται μ’ αυτόν, όπως ουσιαστικά η πρόταση ρήξης του ΚΚΕ.

Λογικά, η ρήξη εξ ορισμού δεν μπορεί να ταυτιστεί με καμιά εκδοχή διαχείρισης του συστήματος, ακόμη κι αν έχει φιλολαϊκό χαρακτήρα, όπως η πολιτική του ΠΑΣΟΚ το 1981-1985. Πολύ δε περισσότερο δεν αποτελεί ρήξη το Πρόγραμμα της ΔΕΘ, έστω κι αν εφαρμοζόταν στο σύνολό του, που εκφράζει στην οριακή φιλανθρωπία ενός πιο ήπιου νεοφιλελευθερισμού, μιας πιο ήπιας λιτότητας κατά τον κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο του ΣΥΡΙΖΑ.

euro21112012Αποδείχτηκε ότι η ΕΕ δεν ανέχεται ούτε την πρόταση μιας πιο ήπιας λιτότητας!

Η οποιαδήποτε διαχείριση είναι ασύμβατη με τη ρήξη, γιατί η πρώτη έχει κοινό γνώρισμα την αναπαραγωγή του συστήματος, σε αντιδιαστολή με τη ρήξη που δεν ανατρέπει μεν τον καπιταλισμό, αλλά επιφέρει στη δομή και τη λειτουργία του ρήγματα – πλήγματα, προωθώντας και τη συγκέντρωση, συνειδητοποίηση και κινηματοποίηση των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων της ανατροπής.

Σύμφωνα με το κριτήριο αυτό, η μεν διαπραγματευτική ρήξη, η διακοπή της διαπραγμάτευσης ή η προσφυγή σ’ εκλογές λόγω ασυμφωνίας δεν οδηγούν σε ρήξη, αλλά αποτελούν ελιγμό με στόχο την επανέναρξη της διαπραγμάτευσης με θετικότερη έκβαση την οποία κατά κανόνα καρπούται ο ισχυρότερος παίκτης, όπως επιβεβαιώνει η «στιγμιαία» ασυμφωνία της Κύπρου, που επέφερε όμως πιο ανάλγητο μνημόνιο. Αν η τακτική αυτή κλιμακωθεί και οδηγήσει, όπως προτείνουν ορισμένοι στον ΣΥΡΙΖΑ, στη μη αποπληρωμή δόσης, δεν θα προκύψει καμιά ρήξη, αλλά στην καλύτερη περίπτωση θα οδηγήσει σε σχετική άμβλυνση της άγριας λιτότητας που προτίθενται να επιβάλουν οι δανειστές, αν και πιθανότερη είναι η επιδείνωση του αποτελέσματος για τον αδύνατο. Αν υπάρξει στάση πληρωμών, όπως προτείνει η Αριστερή Πλατφόρμα, σε περίπτωση που οι δανειστές επιμείνουν σε άτεγκτες απαιτήσεις και επακολουθήσει επιστροφή σε εθνικό νόμισμα, η χώρα θα οδηγηθεί σε ρήξη (αποχώρηση απ’ την Ευρωζώνη) όχι όμως και σε ρήξη με την ΕΕ ούτε ασφαλώς σε ρήξη με τον καπιταλισμό. Αν η ρήξη με την ευρωζώνη δεν διευρυνθεί σε ρήξεις με την ΕΕ και με ισχυρές δομές του συστήματος (όπως η διαγραφή του χρέους, η εθνικοποίηση βασικών παραγωγικών τομέων με εργατικό έλεγχο κ.ά.), τότε το ρήγμα του εθνικού νομίσματος θα απομονωθεί, θα γίνει ευάλωτο σε εκβιασμούς και συμβιβασμούς και θα οδηγήσει σε αφόρητο πληθωρισμό. Αβάσιμο αποδείχτηκε, πριν αλέκτορα φωνήσαι, το ιδεολόγημα του ΣΥΡΙΖΑ, που έλκει την καταγωγή του απ’ την «Ευρώπη των λαών» του ευρωκομμουνισμού, ότι μπορεί να υπάρξει, παρά τη νεοφιλελεύθερη πολιτική της ΕΕ, με αξιοποίηση και μεταρρύθμιση των θεσμών και δομών της και χωρίς ρήξη, κατάργηση της λιτότητας, απλώς απολυτοποιώντας τη φορολόγηση των πλουσίων ως μηχανισμό ταξικής αναδιανομής. Αυτή η προσέγγιση βαυκαλιζόταν χαρακτηρίζοντας τη μεταρρύθμιση της ΕΕ διεθνιστική διαδικασία και τη ρήξη μ’ αυτήν εθνικιστική πολιτική εδρασμένη στην ταξική συμμαχία της αστικής τάξης με την εργατική τάξη! Αυτό το ιδεολόγημα κατέρρευσε παταγωδώς, αφού εν τοις πράγμασι αποδείχτηκε ότι η ΕΕ δεν ανέχεται ούτε την πρόταση μιας πιο ήπιας λιτότητας!

Υπάρχουν στον ΣΥΡΙΖΑ ριζοσπαστικές τάσεις (βλ. ενδεικτική Δημ. Μπελαντής, «Μη έντιμη υποχώρηση ή ρήξη, το πραγματικό δίλημμα», Ίσκρα, 30/5). Γράφει ο αρθρογράφος: «Αυτό που οι εργαζόμενοι, οι υποτελείς τάξεις και η κοινωνία έχουν ανάγκη είναι ένα πολιτικό εναλλακτικό σχέδιο που μπορεί να μη φέρνει το σοσιαλισμό αύριο, αλλά οδηγεί στην ανάκτηση της νομισματικής και δημοσιονομικής κυριαρχίας, συνδέεται με μέτρα ταξικής αναδιανομής και κοινωνικού και εργατικού ελέγχου στις τράπεζες και τις στρατηγικές επιχειρήσεις της χώρας, ανατρέπει τη λιτότητα και εγκαινιάζει ένα αριστερό ριζοσπαστικό μεταβατικό πρόγραμμα». Η αναφορά σ’ ένα αριστερό ριζοσπαστικό μεταβατικό πρόγραμμα και τα μέτρα με τα οποία πλαισιώνεται αναδεικνύουν σημεία προσέγγισης με το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα. Ανακύπτουν βέβαια και ευδιάκριτα ερωτήματα:

Κοινωνικός και εργατικός έλεγχος χωρίς εθνικοποίηση επιχειρήσεων; Αριστερό μεταβατικό πρόγραμμα με μεταρρυθμιστική ή επαναστατική μετάβαση στο σοσιαλισμό; Επιπλέον, ασκείται κριτική στην ταύτιση του μεταβατικού προγράμματος με την επαναστατική ρήξη και την εξουσία των εργαζομένων. Χαρακτηρίζεται λάθος «αριστερό» και αποδίδεται στο ΚΚΕ και σ’ ορισμένες οργανώσεις της άκρας Αριστεράς. Δεν ξέρουμε ποιες οργανώσεις περιλαμβάνει ο αρθρογράφος στην «άκρα Αριστερά» που ενέχονται γι’ αυτό το λάθος. Επειδή όμως στον ΣΥΡΙΖΑ διαχέεται αναπόδεικτα η αντίληψη (όντως λήψη ζητουμένου) ότι δήθεν ΝΑΡ και ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρεσβεύουν ως άμεσο στόχο την επανάσταση, θεωρούμε χρήσιμο να εκθέσουμε τη θέση μας, αν και με σαφήνεια διατυπώνεται στα προγραμματικά μας κείμενα. Το αντικαπιταλιστικό μεταβατικό πρόγραμμα έχει βασικούς στόχους – κόμβους, που στο βαθμό που λύνονται επιφέρουν πλήγματα στον καπιταλισμό, χωρίς να τον καταργούν, όπως η διαγραφή χρέους, η έξοδος από ευρώ και ΕΕ, η εθνικοποίηση τραπεζών και στρατηγικών επιχειρήσεων με εργατικό και κοινωνικό έλεγχο, δραστική φορολογία στο κεφάλαιο, ταξική αναδιανομή κ.ά., δημιουργώντας όρους μετάβασης στο σοσιαλισμό, όπου οι στόχοι αυτοί θα ολοκληρωθούν και θα λυθούν όσο δεν λύθηκαν στη μετάβαση. Εξάλλου, το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα δεν έχει οριοθετημένο και κλειστό χαρακτήρα, όπως συμβαίνει στη σταδιολογία. Κύρια αποστολή του είναι η συγκρότηση των βάσεων, αντικειμενικών και υποκειμενικών, για το επαναστατικό άλμα. Όταν εξασφαλιστούν οι αναγκαίοι για το άλμα όροι, αυτό πραγματοποιείται έστω κι αν δεν έχουν υλοποιηθεί όλοι οι προβλεπόμενοι όροι του μεταβατικού προγράμματος.

Η θέση για την ταύτιση τακτικής και στρατηγικής ισχύει για το ΚΚΕ. Το ΚΚΕ έχει κατανοήσει το τεράστιο κενό στην τακτική του, τις επιπτώσεις στην επιρροή του απ’ την έλλειψη άμεσης πρότασης εξόδου απ’ την κρίση υπέρ των λαϊκών συμφερόντων. Διδαγμένο απ’ τον τακτικισμό του ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς να απεμπολεί το στρατηγισμό του (ταύτιση τακτικής στρατηγικής) το ΚΚΕ τροποποιεί τη ρητορική του, δίνοντας προτεραιότητα στη ρήξη με την ΕΕ και την τοποθετεί ως άμεση λύση. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι «Αυτή η ρήξη είναι αναγκαία σήμερα, όχι σε κάποιο μακρινό μέλλον».Συνειδητοποιεί τις επιπτώσεις της έλλειψης άμεσης τακτικής πρότασης, χωρίς όμως να τη θεραπεύει. Γιατί τη ρήξη με την ΕΕ όσο και όλους τους προωθημένους στόχους δεν τους θεωρεί επιτεύξιμους εντός του καπιταλισμού και προϋπόθεση για το σοσιαλισμό. Ουσιαστικά, τους παραπέμπει και τους ταυτίζει με το σοσιαλισμό, με τη λαϊκή οικονομία και τη λαϊκή εξουσία. Συγκεκριμένα το σύνθημα «ρήξη με την ΕΕ» ολοκληρωμένα συνεκφέρεται με τους ακόλουθους όρους: «Ρήξη με την ΕΕ, το κεφάλαιο και την εξουσία τους». Άρα, για το ΚΚΕ, ρήξη και έξοδος απ’ την ΕΕ δεν αποτελούν άμεση δυνατότητα, αλλά παραπέμπονται στις ελληνικές καλένδες του σοσιαλισμού…

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν

Σελίδα 4284 από 4478
  • Τελευταια
  • Δημοφιλή