Σήμερα: 30/04/2026
Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ ΛΙΜΑΝΙΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ ( ΟΜ. Υ. Λ. Ε )

ΕΝΩΣΗ ΜΟΝΙΜΩΝ & ΔΟΚΙΜΩΝ ΛΙΜΕΝΕΡΓΑΤΩΝ ΟΛΠ

 

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Η Κυβέρνηση εν μέσω σημαντικών πολιτικών εξελίξεων, που μπορεί να οδηγήσουν την χώρα σε πρόωρες εκλογές, φαίνεται να επιχειρεί να καταθέσει στην Βουλή προς ψήφιση το σχέδιο του «Φιλικού Διακανονισμού» μεταξύ ΟΛΠ και ΣΕΠ (COSCO), σπεύδοντας να εξυπηρετήσει ταχύτατα τα συμφέροντα της COSCO.
Έχουμε επισημάνει ότι, παρά την συνολική διαφωνία μας με τον λεγόμενο «Φιλικό Διακανονισμό», υπάρχουν σημαντικά ζητήματα, τα οποία κάνουν απαγορευτική την κατάθεση και ψήφιση του «Φιλικού Διακανονισμού», ιδιαίτερα σ’ αυτή την πολιτική συγκυρία.
Θυμίζουμε ότι :
1. Στο σχέδιο του «Φιλικού Διακανονισμού» δεν έχει περιληφθεί ο καθοριστικός όρος που έθεσε το Ελεγκτικό Συνέδριο περί μη αναστολής του εγγυημένου τιμήματος.
2. Η Γενική Συνέλευση των μετόχων δεν πραγματοποιήθηκε με όρους δημοσιότητας και διαφάνειας.
Για τους δύο παραπάνω λόγους προσφεύγουμε άμεσα στην Δικαιοσύνη.
Καλούμε την Κυβέρνηση να μην πραγματοποιήσει ένα ακόμα πραξικόπημα, οδηγώντας στην Βουλή το σχέδιο του «Φιλικού Διακανονισμού», σ’ αυτή την εξαιρετικά κρίσιμη πολιτική συγκυρία (εκλογή Προέδρου Δημοκρατίας).
Το Συνδικαλιστικό Κίνημα των λιμανιών θα συνεχίσει τον αγώνα
εναντίον κάθε μορφής ιδιωτικοποίησης των Λιμανιών.

Καθεστώς ιμπεριαλιστικής εξάρτησης και ικανοποίηση λαϊκών αναγκών: Συμβατή ή ασύμβατη σχέση;

Γράφει ο Στωικός

Αν κάτι έδειξαν  οι τελευταίες πολιτικές εξελίξεις, που οδήγησαν μια ανάλγητη αδίσταχτη πολιτική ομάδα, όπως η συγκυβέρνηση ΝΔ - ΠΑΣΟΚ, να επισπεύσει την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας, είναι ακριβώς αυτό. Ότι η Ελλάδα μοιάζει σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, σαν  αγκιστρωμένο ψάρι που σπαρταρά στα δίχτυα του δυτικού ιμπεριαλισμού. 

Αν κάτι επιβεβαιώθηκε πανηγυρικά από τις τελευταίες αυτές εξελίξεις, είναι, ότι η Ελλάδα παραμένει μία πολύπλευρα και πολύμορφα εξαρτημένη χώρα από τις ΗΠΑ και τη Γερμανία. Οι δύο αυτές ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, οι οποίες έχουν τον πρώτο λόγο για τις πολιτικό - στρατιωτικό - οικονομικές εξελίξεις σε ολόκληρη την Ευρώπη - με εξαίρεση τη Ρωσία - έδειξαν για μια ακόμη φορά τα δόντια τους σε μια μικρή και αδύνατη - καπιταλιστική - χώρα, όπως είναι σήμερα η Ελλάδα.

Τα ίδια τα γεγονότα επιβεβαιώνουν τις εξελίξεις αυτές.

Στα πλαίσια της 5ης αξιολόγησης της ελληνικής οικονομίας από την τρόικα, απαίτησαν τη λήψη τέτοιας έκτασης μέτρων, που θα οδηγούσαν οποιαδήποτε κυβέρνηση σε αυτοκτονία.

Να θυμηθούμε μόνο, ότι εντελώς αυθαίρετα, «ανακάλυψαν» δημοσιονομικό κενό για το 2015, ύψους 2,5 - 3 δις. ευρώ, και απαίτησαν τη λήψη αντίστοιχων δημοσιονομικών μέτρων, μεταξύ των οποίων και την κατάργηση της ρύθμισης για τη μείωση κατά 30%  του φόρου - χαράτσι για τα ακίνητα, αλλά και τη θέσπιση νέων μέτρων για το 2016, 2017 ως και το 2022.

Άνοιξαν εκ νέου το ασφαλιστικό, απαιτώντας την αύξηση των κατώτατων ορίων  συνταξιοδότησης από τα 15 στα 20 χρόνια, εμμένουν στην πλήρη «απελευθέρωση» των ομαδικών απολύσεων, την κατάργηση του δικαιώματος της απεργίας, την κατάργηση του ειδικού καθεστώτος ΦΠΑ στα νησιά, όπως και του χαμηλού συντελεστή ΦΠΑ 6%, τη θέσπιση εισοδηματικών και οικογενειακών κριτηρίων για την ένταξη κάποιου στη ρύθμιση των 100 δόσεων κ.α.

Και όλα αυτά τα απαιτούν από μία κυβέρνηση τσιράκι του αμερικανό - γερμανικού ιμπεριαλισμού, η οποία από το 2012 πολιτεύεται με το πνεύμα του Yesmen. Ότι πουν τα μεγάλα αφεντικά.

Και όμως αυτή τη κυβέρνηση οπερέτα, για δικούς λόγους που δεν είναι ακόμα πλήρως ευκρινείς, ήθελαν να την ταπεινώσουν και να την εξευτελίσουν σε δημόσια θέα.

Γιατί, τι άλλο από δημόσιος αυτοεξευτελισμός μπορεί να είναι, όταν κάποιος - εν προκειμένω ο Σαμαράς -εξαγγέλλει ένα μήνα πριν ότι στο τέλος του 2014 τελειώνουμε με το μνημόνιο, ενώ σήμερα σκύβει δουλικά το κεφάλι στους επικυρίαρχους και αποδέχεται το σύνολο των παράλογων απαιτήσεων τους. Τι άλλο από δημόσια διαπόμπευση και διασυρμός μπορεί να είναι, όταν μια κυβέρνηση εξαγγέλλει το τέλος των μνημονίων και μετά καταπίνει την γλώσσα της αποδεχόμενη ένα νέο μνημόνιο  με διαφορετική ονομασία, αυτή της προληπτικής γραμμής αυξημένης επιτήρησης.

Αλλά δεν είναι πρώτη φορά στην ιστορία που τα αφεντικά χρησιμοποιούν πρόθυμους υποτακτικούς για τις δουλειές τους και μετά τους πετάνε σαν στυμμένες λεμονόκουπες.

Αυτή φαίνεται ότι θα είναι τελικά η κατάληξη της άθλιας συγκυβέρνησης. Αφού τους έκανε την βρώμικη δουλειά, την πετούν σήμερα σαν στημένη λεμονόκουπα. 

Η τελευταία, με την πλάτη στον τοίχο, καταφεύγει σε ένα νέο - τον τελευταίο ίσως ; - τυχοδιωκτισμό. Επισπεύδει την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας, και, σε περίπτωση που καταφέρει να συγκεντρώσει τον μαγικό αριθμό των 180 βουλευτών, να προχωρήσει ως το τέλος του Φλεβάρη του 2015 στην ψήφιση όλων εκείνων των μέτρων που απαιτούν τα αφεντικά.

Και όλα αυτά μέσα σε ένα κλίμα εκβιασμών, κινδυνολογίας, τρομολαχνίας, εξαγοράς ελαστικών συνειδήσεων.  Προς δόξαν της άσπιλου και αμόλυντου αστικής μας δημοκρατίας.

Να επικεντρωθούμε στο βασικό

Τις επόμενες ημέρες, ως τις 29 Δεκέμβρη, αναμένεται να ανέβουν πολύ οι τόνοι της αντιπαράθεσης, να υπάρξει πολύς θόρυβος και βουητό. Μπορούμε όμως να προεξοφλήσουμε από τώρα, ότι το βασικό διακύβευμα των τελευταίων ημέρων - οι σχέσεις της Ελλάδας με τον αμερικανό - γερμανικό ιμπεριαλισμό - θα μείνουν έξω από την αντιπαράθεση αυτή.

Οι κύριοι πρωταγωνιστές του δράματος, ο ΣΥΡΙΖΑ με τη ΝΔ, θα την εκτοπίσουν από τις πολιτικές τους παρεμβάσεις, καθαρά για λόγους ταξικής ιδιοτέλειας. Δεν είναι καιρός να αναμοχλεύουμε θέματα που αφορούν τις σχέσεις εξάρτησης της Ελλάδας από το διεθνή ιμπεριαλισμό.

Η ηγεσία του ΚΚΕ από την άλλη, έχει μπλεχτεί σε ένα κυκεώνα αντιφάσεων, που την εμποδίζει να διακρίνει τις κυρίαρχες αντιθέσεις με τις οποίες βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη η ελληνική κοινωνία και να προβάλει σαφή γραμμή σύγκρουσης με το διεθνή ιμπεριαλισμό.

Και όμως αυτό είναι το διακύβευμα των τελευταίων εξελίξεων. Οι σχέσεις της χώρας με τον αμερικανό - γερμανικό παράγοντα.

Από την άποψη αυτή, οι εξελίξεις, όποιες και αν είναι, μοιάζουν υποθηκευμένες. Οι δύο μεγάλες πολιτικές δυνάμεις, ο ΣΥΡΙΖΑ με τη ΝΔ, όχι μόνο δεν αμφισβητούν το καθεστώς της εξάρτησης, αλλά έχουν επιδοθεί σε ένα αγώνα δρόμου προκειμένου να αποδείξουν στο ξένο παράγοντα, ποιος είναι περισσότερο χρήσιμος και ικανός να εξυπηρετήσει τους δικούς του σχεδιασμούς. Στον ίδιο αστερισμό βρίσκονται και οι υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις, οι οποίες κινούνται στο αστικό τόξο. Η σημερινή ηγεσία του ΚΚΕ έχει αποσυνδεθεί από την πραγματικότητα και ονειρεύεται συσπείρωση δυνάμεων για τη σοσιαλιστική επανάσταση. Μόνο που δεν έχουν καταλάβει(;), ότι αυτή η γραμμή οδηγεί σε αποσυσπείρωση και ότι τους έχει οδηγήσει σε μια εναγώνια προσπάθεια επιβεβαίωσης της πολιτικής και εκλογικής τους ύπαρξης. Εκεί οδηγούν οι τυχοδιωκτικές επιλογές της τελευταίας περιόδου. Να παλεύουν για ένα «αξιοπρεπές» εκλογικό ποσοστό, γιατί καταλαβαίνουν και οι ίδιοι, ότι σε διαφορετική περίπτωση, θα βρεθούν αντιμέτωποι με την χρεοκοπία και τα υπαρκτά πολιτικά αδιέξοδα που δημιουργήθηκαν σαν αποτέλεσμα της εγκατάλειψης της επαναστατικής γραμμής πάλης και της υιοθέτησης τροτσκιστικής υφής αριστερίστικων, μικροαστικών αντιλήψεων. 

Με λίγα λόγια έχει δημιουργηθεί ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΚΕΝΟ, καθώς δεν υπάρχει σήμερα πολιτική δύναμη που να εκπροσωπεί με συνέπεια τα λαϊκά συμφέροντα.

Γιατί αν δεν θέλουμε να παραμυθιάζουμε τον κόσμο, ικανοποίηση των ζωτικών λαϊκών αναγκών, χωρίς ρήξη με τον ιμπεριαλισμό και το καθεστώς της εξάρτησης δεν είναι δυνατή. Όποιος ισχυρίζεται το αντίθετο ( ΣΥΡΙΖΑ), ή αφελής και παραπλανημένος είναι (που δεν το πιστεύουμε), ή εξαπατά συνειδητά το λαό.

Από την άποψη αυτή, η ανάδειξη του πολιτικού φορέα, που θα προβάλει την αναγκαιότητα σχηματισμού πολιτικού - κοινωνικού μετώπου πάλης σε ΑΝΤΙΜΟΝΟΠΩΛΙΑΚΗ - ΑΝΤΙΙΜΠΕΡΙΑΛΙΣΤΙΚΗ - ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΗ κατεύθυνση, αμφισβήτησης του καθεστώτος της πολιτικό - οικονομικό - στρατιωτικής εξάρτησης της χώρας,  αποτελεί αίτημα των καιρών.

ΠΗΓΗ: ergatikosagwnas.gr

Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2014 12:37

Ο Μεγάλος Δεκέμβρης του ’44 (6ο μέρος)

Ο Εργατικός Αγώνας δημοσιεύει σήμερα το 6ο μέρος της σειράς των ιστορικών δημοσιευμάτων στο Μεγάλο Δεκέμβρη με αφορμή την συμπλήρωση των 70 χρόνων από τότε. Στόχος μας είναι να δώσουμε όσο το δυνατό ολοκληρωμένα το ιστορικό γεγονός αλλά και να απαντήσουμε σε μια σειρά διαστρεβλώσεις της ιστορίας του εργατικού - λαϊκού και κομμουνιστικού κινήματος που δεν εμφανίστηκαν μόνο στο παρελθόν αλλά με διάφορους τρόπους επανέρχονται και σήμερα.

Πώς φτάσαμε στον Δεκέμβρη (Β)

Το κύριο πρόβλημα για τους Άγγλους από τη στιγμή που πάτησαν σε ελληνικό έδαφος ήταν πως είχαν να αντιμετωπίσουν ένα πανίσχυρο λαϊκό κίνημα το οποίο εκτός των άλλων διέθετε και στρατό. Συνεπώς το ζήτημα του στρατού και του ελέγχου πάνω σ’ αυτόν ήταν ζήτημα καθοριστικής σημασίας για την εξουσία που θα επικρατούσε στη μεταπολεμική Ελλάδα.

Το στρατιωτικό ζήτημα, ο Παπανδρέου και οι Άγγλοι

Πρώτη νύξη για το στρατιωτικό ζήτημα και τη λύση του έγινε στο συνέδριο του Λιβάνου. Λίγο αργότερα, στις 18/10/1944, μιλώντας στο λαό της Αθήνας στο Σύνταγμα, ο Γ. Παπανδρέου περιέγραψε ως εξής τη λύση του στρατιωτικού ζητήματος[1]: «Εν τη μερίμνη προς αποκατάστασιν του Ελευθέρου Ελληνικού κράτους, η κυβέρνησις θα επιδιώξη την ανασύνταξιν των ενόπλων δυνάμεων του Έθνους, με κριτήρια αποκλειστικώς εθνικά και Στρατιωτικά, όπως προσδιορίζει το Εθνικόν Συμβόλαιον του Λιβάνου. Θα αποδοθούν αι δίκαιαι τιμαί εις τους γενναίους αγωνιστάς των ανταρτικών μας δυνάμεων και τα στελέχη των θα εύρουν την πρέπουσα θέσιν εις τον ανασυντασσόμενον τακτικόν μας Στρατόν. Βάσει του εθνικού μας Στρατού δια το μέλλον, όπως συνέβαινε ανέκαθεν εις την Ελλάδα και όπως συμβαίνει εις όλους τους Ελευθέρους λαούς θα είναι η τακτική στρατολογία. Ολόκληρος ο ελληνικός λαός διεκδικεί την τιμήν να είναι υπερασπιστής της Πατρίδος».

Ο Παπανδρέου, λέγοντας τα παραπάνω, γνώριζε άριστα πως τίποτα απ’ όλα αυτά δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί. Διότι είναι ηλίου φαεινότερον πως ένας νέος στρατός που θα δημιουργούνταν με τακτική στρατολογία- με το ΕΑΜ να έχει την υποστήριξη της συντριπτικής πλειοψηφίας του λαού- και με την δυνατότητα να υπηρετήσουν σ’ αυτόν τα στελέχη του αντάρτικου κινήματος θα ήταν στην πράξη ένας στρατός στον οποίο θα πλειοψηφούσαν οι ΕΑΜίτες και οι ΕΛΑΣίτες.

Όπως έχουμε ήδη προαναφέρει ο Γ. Παπανδρέου μία γνώμη είχε για την λύση του στρατιωτικού ζητήματος κι αυτή την ήταν άλλη από την «πάση θυσία» διάλυση του ΕΛΑΣ. Σ’ ένα άρθρο του στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, το Μάρτη του 1948, ο Γ. Παπανδρέου ήταν απολύτως σαφής πάνω σ’ αυτό το θέμα. Διαβάζουμε[2]: «Το συμπέρασμα είναι ότι ο Δεκέμβριος ημπορεί να θεωρηθή ‘‘δώρον του Υψίστου’’. Αλλά δια να υπάρξη ο Δεκέμβριος, έπρεπε προηγουμένως να είχομεν έλθει εις την Ελλάδα. Και τούτο ήτο δυνατόν μόνον με την συμμετοχήν του ΚΚΕ εις την Κυβέρνησιν, δηλαδή με τον Λίβανον. Και δια να ευρεθούν εδώ οι βρετανοί, οι οποίοι ήσαν απαραίτητοι δια την Νίκην, έπρεπε προηγούμενως να είχεν υπογραφή το σύμφωνο της Καζέρτας. Και δια να γίνη Στάσις- το ‘‘δώρον του Υψίστου’’- έπρεπε προηγουμένως να επιμείνω εις την άμεσον αποστράτευσιν του ΕΛΑΣ και να θέσω το ΚΚΕ ενώπιον του διλήμματος ή να αποδεχθή ειρηνικώς τον αφοπλισμό του, ή να επιχειρήση την Στάσιν υπό συνθήκας όμως πλέον, αι οποίαι οδήγουν εις την συντριβήν του… Αυτή είναι η ιστορική αλήθεια».

Απ’ όλα αυτά είναι πλέον αναμφισβήτητο το συμπέρασμα πως ο ΕΛΑΣ εμπειροπόλεμος και ετοιμοπόλεμος όπως ήταν- με μάχιμη και εφεδρική δύναμη περίπου 130.000 ανδρών-, αποτελούσε τον πλέον ανασταλτικό παράγοντα στα αντιλαϊκά σχέδια της αστικής τάξης και των Βρετανών. Χωρίς τον αφοπλισμό του ΕΛΑΣ και την συγκρότηση ενός άλλου στρατού που θα τον έλεγχαν απόλυτα οι Εγγλέζοι και η ντόπια αντίδραση, τα σχέδια αυτά ήταν αδύνατο να πραγματοποιηθούν. Κι ακριβώς αυτό, η επιδίωξη τους δηλαδή να αφοπλίσουν το λαϊκό κίνημα για να μπορέσουν στη συνέχεια να το καθυποτάξουν, έφερε ως αποτέλεσμα τα Δεκεμβριανά. Η σημασία που είχε για τους Εγγλέζους το στρατιωτικό ζήτημα και οι προθέσεις τους απέναντι στο λαϊκό κίνημα φαίνονται ξεκάθαρα από το γράμμα του Τσόρτσιλ προς τον Ηντεν στις 7/11/44: «Ελπίζω- έλεγε ο Τσόρτσιλ- ότι η ελληνική ταξιαρχία (σ.σ. πρόκειται για την περιβόητη ορεινή ταξιαρχία) θα φτάσει σύντομα και ότι δεν θα διστάσει να ανοίγει πυρ, όπου είναι αναγκαίο... Χρειαζόμαστε άλλες 8 με 10 χιλιάδες στρατιώτες για να κρατήσουμε για λογαριασμό της ελληνικής κυβερνήσεως, την πρωτεύουσα και τη Θεσσαλονίκη. Το θέμα επεκτάσεως της ελληνικής εξουσίας πρέπει να το εξετάσουμε αργότερα»[3].

Ας δούμε, όμως πως επιχειρήθηκε να λυθεί το στρατιωτικό ζήτημα μετά την απελευθέρωση.

Το στρατιωτικό ζήτημα και η ρήξη

Το ΚΚΕ και το ΕΑΜ, ως πρώτη λύση, πρότειναν την διάλυση όλων των στρατιωτικών δυνάμεων της χώρας (αντάρτικα στρατιωτικά σώματα, ορεινή ταξιαρχία και ιερός λόχος) και δημιουργία εθνικού στρατού μέσω της κλήσης κλάσεων, δηλαδή μέσω της τακτικής στρατολογίας. Ο Παπανδρέου αρχικά δέχτηκε αλλά στη συνέχεια αρνήθηκε αυτή τη λύση με το επιχείρημα ότι διαφωνούσαν οι Άγγλοι. Έτσι σε μια ύστατη προσπάθεια να αποτραπεί η ρήξη το ΚΚΕ και το ΕΑΜ πρότειναν τη συγκρότηση τμήματος ενιαίου εθνικού στρατού που θα αποτελείτο από την «Ορεινή Ταξιαρχία», τον «Ιερό Λόχο», τμήματα του ΕΔΕΣ και μια ταξιαρχία του ΕΛΑΣ «ίση προς το άθροισμα των άνω δυνάμεων και με ίσον οπλισμόν».

Ο Γ. Παπανδρέου αποδέχτηκε και αυτή την πρόταση για να την αναιρέσει στη συνέχεια ύστερα από εντολή του στρατηγού Σκόμπυ και του Βρετανού πρεσβευτή Λήπερ. Στις 28/11/44, μάλιστα, ανακοίνωσε ένα αλλοιωμένο κείμενο ως δήθεν συμφωνία με το ΕΑΜ και το ΚΚΕ που αν εφαρμοζόταν έδινε τη δυνατότητα στους Εγγλέζους και τους ντόπιους συνεργάτες τους να αφοπλίσουν το λαϊκό κίνημα. Καταρχήν δινόταν η δυνατότητα στον ΕΔΕΣ να συμμετέχει στο τμήμα του εθνικού στρατού με δύναμη ανάλογη αυτής που θα συμμετείχε ο ΕΛΑΣ πράγμα που ήταν έξω από τη συμφωνία. Επίσης έμεναν ανέπαφα τα στρατιωτικά τμήματα του ιερού λόχου και της ορεινής ταξιαρχίας με αποτέλεσμα οι στρατιωτικές δυνάμεις της αντίδρασης να είναι υπέρτερες του ΕΛΑΣ, αν αυτό γινόταν αποδεκτό. Ακόμη, το τμήμα στρατού που θα συγκροτούνταν δεν θα ήταν ενιαίο αλλά θα αποτελείτο από ασύνδετες μεταξύ τους δυνάμεις. Το αποτέλεσμα μιας τέτοιας λογικής, αν γινόταν αποδεχτή, δεν είναι δύσκολο να κατανοηθεί. Στο όνομα του δήθεν εθνικού στρατού οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ θα στέλνονταν στα σύνορα και το λαϊκό κίνημα θα βρισκόταν έρμαιο κάτω από τις λόγχες των βρετανών και των ντόπιων πραιτοριανών. Φυσικό επόμενο ήταν το ΚΚΕ και το ΕΑΜ να μην πέσουν στην παγίδα που τους έστηναν ο Παπανδρέου και οι Εγγλέζοι.

Για το πώς φτάσαμε στο Δεκέμβρη και για το ποιοι ευθύνονταν για τη ρήξη ο Αλ. Σβώλος δημοσίευσε τον Δεκέμβρη του 1945 μια σειρά άρθρων στην εφημερίδα «Η ΜΑΧΗ». Στο δεύτερο άρθρο αυτής της σειράς που φέρει τον τίτλο «Τα Όπλα» και αναφέρεται στο στρατιωτικό ζήτημα, ο Σβώλος- ανάμεσα σε άλλα- σημειώνει[4]:

«Στο σχέδιο συμφωνίας με την Αριστερά- λέει ο Σβώλος- που μονόγραψε ο κ. Παπανδρέου στις 22 Νοεμβρίου, όρισε ο ίδιος ρητά ότι θα διελύετο ουσιαστικά και η ορεινή ταξιαρχία με τη χορήγηση αορίστου αδείας στους άνδρες της. Δυστυχώς ο Παπανδρέου μετέβαλε τη συμφωνία, γιατί όπως εξήγησε ο ίδιος πολλές φορές, η βρετανική κυβέρνηση (ειδικότερα η επιθυμία του Τσόρτσιλ) και η απόφαση των εδώ βρετανικών στρατιωτικών αρχών δεν επέτρεψαν τη διάλυση της ταξιαρχίας...Λαμβάνοντας υπόψη την επιθυμία του πρωθυπουργού ν' ανταποκριθεί, όπως έλεγε, στην απαίτηση του κ. Σκόμπυ για τη διατήρηση της ορεινής ταξιαρχίας... Υποβάλαμε, ο σ. Ζέβγος, ο Τσιριμώκος κι εγώ στον Παπανδρέου, συνεννοημένοι με τον Σαρηγιάννη, ένα σχέδιο δημιουργίας μικτού στρατιωτικού τμήματος που θ' απαρτίζετο από την υφισταμένη τότε ορεινή ταξιαρχία, τον ιερό λόχο, ένα τμήμα του ΕΔΕΣ και μια ταξιαρχία του ΕΛΑΣ που συμφωνήθηκε να έχει δύναμη και οπλισμό, ίσα με το σύνολο όλων των άλλων δυνάμεων που θα διατηρούνταν. Το τμήμα αυτό θα ήταν κάτι σαν μεραρχία, θα είχε όπως επίσης συμφωνήσαμε, ενιαία διοίκηση. Αναφέρθηκαν μάλιστα και ονόματα υποψηφίων μεράρχων...Δυστυχώς ο Παπανδρέου ενώ συμφωνήσαμε στη βάση αυτή, δημοσίευσε την άλλη μέρα εντελώς αλλιώτικο το μέρος αυτό του σχεδίου μας, έτσι που εματαιώνετο ο σκοπός του...Το ξέσπασμα της δυσπιστίας από την πλευρά της Αριστεράς ήταν δικαιολογημένο και ευεξήγητο. Επιμείναμε ακόμα στη συνεννόηση. Ζητήσαμε από τον Παπανδρέου να επανέλθει στο αρχικό που είχε συμφωνηθεί, αλλά στο μεταξύ το ΚΚΕ ζητώντας ριζικώτερες λύσεις ξαναγύρισε σ' εκείνο που και ο Παπανδρέου θεωρούσε λογικό, αλλ' αδύνατο, επειδή δεν το επέτρεπαν οι Άγγλοι, στην ιδέα της αποστράτευσης όλων, ορεινής ταξιαρχίας, ιερού λόχου και ανταρτών. Ο Παπανδρέου στο σχέδιο που του ανέπτυξε ο Σιάντος δεν αντέταξε παρά μόνο την άρνηση των Άγγλων και την αδυναμία του να μεταβάλει τις αντιλήψεις τους».

Έτσι ακριβώς είχαν τα πράγματα για χάρη των Εγγλέζων και των πραιτοριανών τους φτάσαμε στο Δεκέμβρη. Την αλήθεια αυτή ομολόγησε κι ένας άλλος πολιτικός του Κέντρου, ο Γ. Καφαντάρης. Μιλώντας στην πολιτική σύσκεψη των παρατάξεων, στις 26/12/444, όταν ο Τσόρτσιλ ήρθε στην Αθήνα, ο Καφαντάρης είχε πει χαρακτηριστικά: «Αν ο κ. Παπανδρέου ενόμιζε ότι έπρεπε να οδηγηθούμε σε σύρραξη θα όφειλε να διαλέξει άλλες αφορμές και όχι το ζήτημα των 2000 πραιτοριανών, όταν μάλιστα είχε δεχτεί την διάλυση τους και κατόπι υπαναχώρησε»[5].

                

Η Αθήνα κατεχόμενη πόλη

Από τη στιγμή που ξεκίνησαν οι ένοπλες συγκρούσεις του Δεκέμβρη, η Μ. Βρετανία πέταξε από πάνω της το πέπλο της συμμάχου και άρχισε να συμπεριφέρεται ανοικτά και απροκάλυπτα ως κατακτητής που θέλει να διατηρήσει τις κτήσεις του. Η Ελλάδα ήταν γι' αυτούς μια χώρα που έπρεπε να κατακτηθεί αλλά προηγουμένως έπρεπε να κατακτηθεί η Αθήνα. Στις 5/12/1944- όπως έχουμε αναφέρει σε προηγούμενο σημείωμα- ο Τσόρτσιλ τηλεγραφούσε στον Σκόμπυ: «Είσθε υπεύθυνος για την τήρηση της τάξεως στην Αθήνα και πρέπει να εξουδετερώσετε ή να συντρίψετε όλες τις ομάδες του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, που θα πλησιάσουν προς την πόλη...Μη διστάζετε, πάντως, να ενεργείτε σαν να βρίσκεστε σε κατεχόμενη πόλη, όπου έχει ξεσπάσει τοπική εξέγερση»[6].

Μέσα σ’ εκείνο τον πυρετό της σύγκρουσης, ανάμεσα στο λαό και την αντίδραση, αξίζει να σημειωθεί και τούτο το επεισόδιο. Το βράδυ της 4ης Δεκεμβρίου ο Γ. Παπανδρέου- που ήταν κλεισμένος στο ξενοδοχείο Μ. Βρετανία μαζί με το εγγλέζικο στρατιωτικό επιτελείο- υπέβαλλε την παραίτηση του στο Βρετανό πρεσβευτή Λήπερ. Η παραίτηση έγινε αρχικά αποδεχτή και άρχισε να προετοιμάζεται η λύση πρωθυπουργός να αναλάβει ο Θ. Σοφούλης. Τη λύση αυτή απέτρεψε ο Τσόρτσιλ με τηλεγράφημα του, την επομένη, προς τον Λήπερ. «Πρέπει- έλεγε το τηλεγράφημα- να υποχρεώσετε τον Παπανδρέου να κάνει το καθήκον του και να τον διαβεβαιώσετε ότι, αν το κάνει, θα υποστηριχθεί με όλες τις δυνάμεις μας. Αν παραιτηθεί, φυλακίστε τον έως ότου συνέλθει, όταν πια θα έχουν τελειώσει οι μάχες. Θα μπορούσε το ίδιο καλά να αρρωστήσει και να μην μπορεί να τον πλησιάσει κανείς. Έχει περάσει ο καιρός που η οποιαδήποτε ομάδα Ελλήνων πολιτικών θα μπορούσε να επηρεάσει αυτή την εξέγερση του όχλου. Η μόνη του ελπίδα είναι να βγει απ' αυτή την κατάσταση, τασσόμενος ανεπιφύλακτα στο πλευρό μας»[7].

Να τι χρειάζεται για να ανακηρυχθεί κάποιος σε «Γέρο της Δημοκρατίας».

Στο επόμενο: Η προετοιμασία του ΕΑΜ για τον Δεκέμβρη.

Κείμενα – Επιμέλεια: Γιώργος Πετρόπουλος

ΠΗΓΗ: ergatikosagwnas.gr

 


[1] Γ. Παπανδρέου: «Η Απελευθέρωσις της Ελλάδος», εκδόσεις ‘‘ΑΛΦΑ’’ Ι. ΣΚΑΖΙΚΗ, Αθήνα 1945, σελ. 165.

[2]ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ 2/3/1948

[3] Γιάννης Ανδρικόπουλος: «1944 Κρίσιμη Χρονιά», εκδόσεις Διογένης, Αθήνα 1974, τόμος Β', σελ. 201

[4] Εφημερίδα "Η ΜΑΧΗ", 5/12/1945

[5] Π. Ρούσου: «Η Μεγάλη Πενταετία», Τρίτη έκδοση, Αθήνα 1986 , τόμος Β', σελ. 367 και πρώτη «Λευκή Βίβλος ΕΑΜ», σελ. 61.

[6] Γιάννης Ανδρικόπουλος: «1944 Κρίσιμη Χρονιά», εκδόσεις Διογένης, Αθήνα 1974, τόμος Β', σελ. 257

[7] Γ. Ανδρικόπουλος, στο ίδιο, τόμος Β', σελ. 258

Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2014 12:34

Ο Μεγάλος Δεκέμβρης του ’44 (5ο μέρος)

Ο Εργατικός Αγώνας δημοσιεύει σήμερα το 5ο μέρος της σειράς των ιστορικών δημοσιευμάτων στο Μεγάλο Δεκέμβρη με αφορμή την συμπλήρωση των 70 χρόνων από τότε. Στόχος μας είναι να δώσουμε όσο το δυνατό ολοκληρωμένα το ιστορικό γεγονός αλλά και να απαντήσουμε σε μια σειρά διαστρεβλώσεις της ιστορίας του εργατικού - λαϊκού και κομμουνιστικού κινήματος που δεν εμφανίστηκαν μόνο στο παρελθόν αλλά με διάφορους τρόπους επανέρχονται και σήμερα.

Πώς φτάσαμε στο Δεκέμβρη (Α)

Λίγες ημέρες μετά τη συμφωνία της Καζέρτας τα βρετανικά στρατεύματα άρχισαν να αποβιβάζονται στην Ελλάδα. Η αντίστροφη μέτρηση προς την απελευθέρωση της χώρας είχε ήδη αρχίσει αλλά αυτό δεν οφειλόταν σε καμία βρετανική δράση. Οφειλόταν στην δράση του ΕΛΑΣ κατά των κατακτητών και φυσικά στο γεγονός ότι ο Κόκκινος Στρατός προέλαυνε στα Βαλκάνια με αποτέλεσμα τα γερμανικά στρατεύματα να κινδυνεύουν- αν δεν υποχωρούσαν έγκαιρα- να εγκλωβιστούν στο ελληνικό έδαφος.

Στην έγκαιρη- και χωρίς απώλειες- υποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων από την χώρα μας, η Μ. Βρετανία επένδυε πολλά που σχετίζονταν με τα ιμπεριαλιστικά της σχέδια για την μεταπολεμική Ευρώπη. Στο πλαίσιο αυτό, θέλοντας να επιβραδύνει την προέλαση του κόκκινου στρατού- δηλαδή να αυξήσει την αντίσταση που θα έβρισκε στο δρόμο του- δεν δίστασε να έρθει σε συμφωνία με την ίδια τη χιτλερική Γερμανία για την απρόσκοπτη αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων από την Ελλάδα.

Σύμφωνα με τη μαρτυρία του Αλμπερτ Σπέερ, υπουργού Πολεμικής Παραγωγής του Χίτλερ, «η συμφωνία αυτή πρωτοφανής μέχρι τότε, κι όπως γνωρίζω μοναδική σ' όλο το Β' Παγκόσμιο πόλεμο, αφορούσε… τουλάχιστον, την εκκένωση από τα γερμανικά στρατεύματα της Ελλάδος, χωρίς Βρετανική ενόχληση... Και πράγματι οι Άγγλοι την ετήρησαν. Τα γερμανικά πολεμικά και μεταγωγικά, έμφορτα με στρατό απ’ τα ελληνικά νησιά πέρασαν το Φθινόπωρο του 1944 ανενόχλητα μπροστά στα μάτια των Βρετανών κι ανάμεσα από βρετανικά υποβρύχια στο Αιγαίο και τη Μεσόγειο...»[1]

Η δυαδική εξουσία

Τα βρετανικά στρατεύματα άρχισαν να αποβιβάζονται στην Πάτρα από τα ξημερώματα της 4ης Οκτωβρίου 1944. Πολύ γρήγορα αναπτύχθηκαν προς την Κόρινθο και κατευθύνονταν προς την Αθήνα. Στις 12 Οκτώβρη που απελευθερώθηκε η πρωτεύουσα από τους Γερμανούς, Άγγλοι αλεξιπτωτιστές κατέλαβαν το αεροδρόμιο της Ελευσίνας και στις 14 του μηνός έκαναν την εμφάνισή τους στην Αθήνα οι πρώτες λιγοστές βρετανικές στρατιωτικές δυνάμεις οι οποίες τις επόμενες ημέρες ενισχύθηκαν. Στις 18 Οκτωβρίου έφτασε στην ελληνική πρωτεύουσα ο Γ. Παπανδρέου- και η κυβέρνησή του- μαζί με τον Βρετανό στρατηγό Σκόμπυ. Από εκείνη τη στιγμή και μετά στην Ελλάδα υπάρχει δυαδική εξουσία η οποία τυπικά έχει θεσμοθετηθεί με την συμφωνία του Λιβάνου, την συμμετοχή ΕΑΜιτών υπουργών στην κυβέρνηση Παπανδρέου και την συμφωνία της Καζέρτας.

Ποιες ήταν οι δύο αυτές παράλληλες και ταυτόχρονες εξουσίες; Από την μία πλευρά ήταν η πραγματική λαϊκή εξουσία που στηριζόταν στην ενεργό συμμετοχή της συντριπτικής πλειοψηφίας του ελληνικού λαού και εκφραζόταν μέσα από τα όργανα του ΕΑμικού κινήματος αντίστασης: Δηλαδή το ΕΑΜ, την κυβέρνηση του Βουνού (ΠΕΕΑ), τον ΕΛΑΣ, την Λαϊκή Αυτοδιοίκηση και τη Λαϊκή Δικαιοσύνη και όλες τις υπόλοιπες λαϊκές οργανώσεις. Από την άλλη πλευρά ήταν η εξουσία της αστικής τάξης που εκφραζόταν από την κυβέρνηση Παπανδρέου. Αυτή η εξουσία δεν έχει καμία δύναμη πλην εκείνης που της έδιναν η ανοχή του ΕΑΜικού κινήματος και φυσικά τα βρετανικά στρατεύματα που είχαν εισέλθει στη χώρα.

Οι δύο αυτές εξουσίες δεν μπορούσαν να πάνε για πολύ χρόνο μαζί. Πολύ γρήγορα η μία θα έπρεπε να υποτάξει και να καταπιεί την άλλη- κάτι που άλλωστε στη συνέχεια αποδείχτηκε.

Το ζήτημα της δυαδικής εξουσίας και του ιδιαίτερου ρόλου που έπαιξαν οι Άγγλοι ώστε να γύρει η πλάστιγγά με το μέρος της αστικής τάξης το είχε περιγράψει αναλυτικά ο Ν. Ζαχαριάδης στην εισήγησή του στη 12η Ολομέλεια της ΚΕ του ΚΚΕ τον Ιούνιο του 1945. Έλεγε συγκεκριμένα[2]: «Οι προσπάθειες πούγιναν για να πραγματοποιηθεί η ενότητα ανάμεσα στο ΕΑΜ και στην κυβέρνηση του Καΐρου κατέληξαν στη συμφωνία του Λιβάνου. Το ΕΑΜ πήρε μέρος στην κυβέρνηση. Δημιουργούνται έτσι ουσιαστικά δυο εξουσίες. Η εξουσία του ΕΑΜ μ’ επικεφαλής την ΠΕΕΑ, που είνε η ουσιαστική κυβέρνηση, γιατί αυτή είχε τη δύναμη και την εξουσία μέσα στην Ελλάδα. Και η «εξουσία» του Καΐρου, όπου έπαιρνε μέρος και το ΕΑΜ. Η ουσιαστική της δύναμη ήταν ελάχιστη. Ύστερα μάλιστα απ’ το κίνημα του Στρατού της Μέσης Ανατολής, που είχε για αποτέλεσμα να διαλυθούν σχεδόν ολότελα οι ένοπλες δυνάμεις στο εξωτερικό.

Σύμφωνα λοιπόν μ’ αυτόν τον εσωελληνικό συσχετισμό στις δυνάμεις, το πρόβλημα της εξουσίας στην Ελλάδα είχε ουσιαστικά λυθεί, εφόσον στο παιχνίδι παίρναν μέρος μονάχα ελληνικοί παράγοντες, ελληνικές δυνάμεις. Και πραγματικά, όταν με την προέλαση του Κόκκινου Στρατού στα Βαλκάνια και με τα χτυπήματα του ΕΛΑΣ μέσα απ’ την Ελλάδα οι Γερμανοί αρχίζουν να τα μαζώνουν και να φεύγουν κυνηγημένοι, η εξουσία περνούσε ΑΥΤΟΜΑΤΑ, ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΚΑ, στα χέρια του ΕΑΜ. Αν αυτού μέναν τα πράγματα, το ελληνικό εσωτερικό πρόβλημα [θα] είχε λυθεί πιο γρήγορα, πιο εύκολα, πιο λαϊκά και πιο δημοκρατικά από κάθε άλλη χώρα στην Ευρώπη απ’ αυτές που λευτερώθηκαν, ΧΩΡΙΣ ΜΑΛΙΣΤΑ ΝΑΝΕ ΑΝΑΓΚΗ ΟΥΤΕ ΕΝΑΣ ΞΕΝΟΣ ΣΤΡΑΤΙΩΤΗΣ ΝΑ ΠΑΤΗΣΕΙ ΤΟ ΠΟΔΙ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ».

Η αστική εξουσία στηρίχθηκε στον δοσιλογισμό

Κύριος στόχος των Εγγλέζων και της ντόπιας αντίδρασης, από την πρώτη στιγμή της απελευθέρωσης, ήταν η ισχυροποίηση της εξουσίας τους, στις απελευθερωμένες περιοχές- πρωτίστως στην πρωτεύουσα και στη συνέχεια σε ολόκληρη τη χώρα. Ενδοιασμούς για το πως θα προχωρούσαν στην υλοποίηση των στόχων τους δεν είχαν. Αξιοποίησαν στο έπακρο την διάθεση του ΕΑΜικού κινήματος για ομαλές ειρηνικές εξελίξεις, αποκομίζοντας έτσι τα μέγιστα των ωφελημάτων που ήταν δυνατόν να έχουν. Ταυτόχρονα έκαναν ότι μπορούσαν για να μην προχωρήσει η εκκαθάριση της χώρας, και του κρατικού μηχανισμού από τους δωσίλογους, τους συνεργάτες των Γερμανών και τις ακροδεξιές- φασιστικές οργανώσεις. Διατήρησαν δηλαδή όσο μπορούσαν ανέπαφο το κράτος των κουΐσλιγκς ως βάση και στήριγμα της εξουσίας τους γνωρίζοντας πολύ καλά ότι οι γερμανοντυμένοι, οι προδότες, οι φασίστες και οι κάθε λογής δωσίλογοι ήταν ο μόνος- και ταυτόχρονα ο αναγκαίος γι’ αυτούς- σύμμαχος ενάντια στο δημοκρατικό λαό, στο ΕΑΜ και το ΚΚΕ. Υπάρχει πλήθος ιστορικών στοιχείων που επιβεβαιώνει πως έτσι είχαν τα πράγματα. Θα σταθούμε μόνο σε μία μαρτυρία.                            

Ο στρατηγός Θρ. Τσακαλώτος, υπήρξε τότε διοικητής της περιβόητης Ορεινής Ταξιαρχίας και στη συνέχεια πρωταγωνίστησε στον εμφύλιο πόλεμο 1946- 1949 ως ηγετικό στρατιωτικό στέλεχος στον κυβερνητικό στρατό. Αναφερόμενος στην περίοδο μετά την απελευθέρωση και συγκεκριμένα στην πραγματική αποστολή της στρατιωτικής διοίκησης Αττικής υπό τον στρατηγό Σπηλιοτώπουλο, λέει στα απομνημονεύματά του[3]: «Πρώται ενέργειαι της Στρατιωτικής διοικήσεως ήσαν η οργάνωσις Επιτελείου, ο εξοπλισμός και στρατιωτική οργάνωσις των Εθνικών Ομάδων, η σύνταξις ενός σχεδίου ενεργείας προβλέποντος την διατήρησιν της περιοχής των Αθηνών». Και συνεχίζει ο στρατηγός Τσακαλώτος[4]: «Αι απόρρητοι διαταγαί της Κυβερνήσεως είναι κατηγορηματικαί: Καμμία εμπιστοσύνη εις τον ΕΛΑΣ και το ΕΑΜ και καμμία συνεργασία δια την τήρηση της τάξεως. Ατυχώς, μερικοί ανώτεροι αξιωματικοί δεν πειθαρχούν έχοντες την γνώμην, ότι εφ' όσον 5 υπουργοί του ΕΑΜ συμμετέχουν εις την Κυβέρνησιν, πρέπει η τάξις να τηρηθή και δια των Μονάδων αυτού. Η τοιαύτη αντίληψις αποκρούεται με αγανάκτησιν και λαμβανονται κυρώσεις εναντίον των. Δια τον συντονισμόν των ενεργειών, φθάνει ο Βρεταννός συνταγματάρχης Σέπερτ, ως σύνδεσμος του Σκόμπυ μετά του Στρατιωτικού Διοικήτου] (σ.σ. του Σπηλιωτόπουλου δηλαδή). Συνεργάζονται αρμονικώτατα και προσφέρουν εξαιρετικάς υπηρεσίας δια την επιτυχίαν του αγώνος της απελευθερώσεως. Δυστυχώς, με το αίμα του, κατά τον Δεκέμβριον, οπότε φονεύεται, επισφραγίζει την αγάπη του προς την Ελλάδα. Τα Τάγματα Ασφαλείας ευρίσκονται εις δυσχερεστάτην θέσιν, διότι έχουσι αποκηρηχθή υπό της Κυβερνήσεως ως προδοτικά. Καταλλήλως, όμως, ο Στρατιωτικός Διοικητής τα ειδοποιεί να συνεχίσωσι τας υπηρεσίας των με την δήλωσιν- ουχί ακρίβή- ότι θα τύχωσι συγνώμης. Χρειάζονται αυτά ως αντίπαλοι κατά του ΕΑΜ, το οποίο επιμόνως ζητεί την διάλυσίν των».

Τι ήθελαν οι βρετανοί στην Ελλάδα

Η απαρχή των Δεκεμβριανών που ήταν το ματοκύλισμα της ειρηνικής πορείας του λαού στις 3/12/1944, συνήθως θεωρείται και η αιτία τους. Η αιτία των Δεκεμβριανών φυσικά δεν βρίσκεται στο γεγονός ότι ματοκυλίστηκε η ειρηνική διαδήλωση του λαού, όσο κι αν αυτό οδήγησε στο έπακρο τη λαϊκή οργή. Η αιτία βρίσκεται στο ότι ο ελληνικός λαός πριν καλά- καλά προλάβει να συνειδητοποιήσει ότι ελευθερώθηκε από τους ναζί ξαναϋποδουλώθηκε στους Εγγλέζους. Οι Άγγλοι μπήκαν στην Ελλάδα σαν κατακτητές κι έτσι συμπεριφέρθηκαν από την πρώτη στιγμή με κύριο στόχο να επιβάλουν την εξουσία της αρεσκείας τους έστω κι αν αυτό σήμαινε ότι θα έπρεπε να πνίξουν τη χώρα στο αίμα.

Όπως αποδεικνύεται από τα ιστορικά στοιχεία που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, η Μεγάλη Βρετανία- που τότε ήταν η ηγέτιδα δύναμη του καπιταλιστικού κόσμου- είχε πλήρη συναίσθηση της κατάστασης που διαμορφωνόταν, του γεγονότος δηλαδή ότι τα τεράστια λαϊκά κινήματα αντίστασης στην Ευρώπη και στα Βαλκάνια, στα οποία πρωταγωνιστούσαν τα Κομμουνιστικά Κόμματα, αποτελούσαν την μέγιστη απειλή για τον μεταπολεμικό καπιταλιστικό κόσμο της γηραιάς ηπείρου. Ειδικότερα για τα Βαλκάνια, ο στρατάρχης Σμάτς (Πρωθυπουργός της Νοτίου Αφρικής από το 1939 έως το 1948) έγραφε στον Τσόρτσιλ τον Αύγουστο του 1943: «...Φοβούμαι ότι, υπό τας συνθήκας αναβρασμού της κοινής γνώμης, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε άλλες βαλκανικές χώρες, θα επακολουθήσει χάος μετά από τη συμμαχική κατοχή, εκτός εάν μια δυνατή πυγμή συγκρατήση επί τόπου τα πράγματα. Εάν αφεθή απεριόριστος ελευθερία στους λαούς αυτούς, ενδέχεται να έχουμε ένα κύμα ταραχών και ευρείας κλίμακος επιβολήν του κομμουνισμού, επί όλων των περιοχών αυτών της Ευρώπης.»[5].

Πολύ γρήγορα αποδείχτηκε πως ήταν αδύνατη η συγκρότηση μιας βρετανικής δύναμης πυγμής που θα συγκρατούσε επιτόπου τα πράγματα σε όλη τη βαλκανική χερσόνησο. Κάτι τέτοιο όμως ήταν δυνατό για την ελληνική περίπτωση. Οι υποχωρήσεις του ΕΑΜικού κινήματος που έδιναν στη Μεγάλη Βρετανία τον πρώτο λόγο στα στρατιωτικά ζητήματα πολέμου στη χώρα μας καθώς και το γεγονός ότι ο Κόκκινος Στρατός δεν περνούσε- στην προέλασή του προς το Βερολίνο- από ελληνικά εδάφη αποτελούσαν το μίνιμουμ των προϋποθέσεων ώστε να επιχειρήσουν οι Εγγλέζοι τον έλεγχο πάνω στο ελληνικό εσωτερικό ζήτημα. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε πως αμέσως μετά το Συνέδριο του Λιβάνου άρχισαν να καταστρώνονται στρατιωτικά σχέδια ώστε να μην προλάβει το ΕΑΜικό κίνημα και ο ΕΛΑΣ να πάρουν- και τυπικά γιατί ουσιαστικά την είχαν- στα χέρια τους την εξουσία στη χώρα. Ένα τέτοιο σχέδιο- με ημερομηνία 18 Ιουλίου 1944- που ήρθε πρόσφατα στην δημοσιότητα είναι του συνταγματάρχη του βρετανικού στρατού JohnMeliorStevens κι έχει τον τίτλο «Σχέδιο- Πρόταση για την πρόσληψη της κατάληψης της εξουσίας στην Ελλάδα από το ΕΑΜ- ΕΛΑΣ κατά τον τερματισμό της κατοχής του Άξονα»[6]. Στα συμπεράσματα του σχεδίου αναφέρονται τα εξής ενδιαφέροντα[7]:

«Το σχέδιο αυτό εξαρτάται από τρεις ζωτικούς παράγοντες: 1. ότι πρέπει να υπάρξει άμεση ειδοποίηση για την κατάρρευση των Γερμανών ή την αποχώρησή τους από την Ελλάδα. 2. ότι οι βρετανικές και ελληνικές δυνάμεις θα είναι έτοιμες, ώστε να φθάσουν στην Ελλάδα αμέσως. 3. ότι τα γερμανικά στρατεύματα θα απομακρυνθούν το συντομότερο δυνατόν, με βάση μέτρα που θα έχουν ληφθεί από τους Βρετανούς».

Πέραν των άλλων, τα σημεία 1 και 3 των συμπερασμάτων του σχεδίου δεν θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν χωρίς να έχει επέλθει μια συμφωνία ανάμεσα στην Μεγάλη Βρετανία και στην Γερμανία ώστε οι βρετανοί να έχουν άμεση και έγκαιρη ειδοποίηση για την αποχώρηση των γερμανικών δυνάμεων κατοχής από την Ελλάδα και να φροντίσουν ώστε αυτό να γίνει γρήγορα και με βρετανική στρατιωτική κάλυψη, όπως σαφέστατα υπονοεί στο σημείο 3 ο συντάκτης του σχεδίου συνταγματάρχης JohnMeliorStevens. Τέτοια συμφωνία είχε επέλθει, όπως μετά από χρόνια αποκάλυψε ο υπουργός του Χίτλερ, Αλμπερτ Σπέερ κι όπως αποδεικνύει η εξέλιξή των πραγμάτων τόσο με την αποχώρηση των γερμανικών στρατευμάτων από τη χώρα όσο και με τα όσα επακολούθησαν.

Στο πλαίσιο όλων αυτών των προετοιμασιών ο ίδιος ο Τσόρτσιλ, στις 29/8/1944, με τηλεγράφημα του προς τον υπουργό του επί των Εξωτερικών Άντονι Ήντεν χαρακτήριζε ως εξής την Αγγλική απόβαση στη χώρα μας[8]: «...Είναι εξαιρετικά σημαντικό να χτυπήσουμε απροειδοποίητα, χωρίς να προηγηθεί καμιά φανερή κρίση. Αυτός είναι ο καλύτερος τρόπος για να προκαταλάβουμε το ΕΑΜ...».

Επίσης με άλλο τηλεγράφημά του στον Ήντεν, αυτή τη φορά στις 7/11/1944, ο βρετανός πρωθυπουργός ανάμεσα στα άλλα σημείωνε[9]: «Περιμένω ανοικτή σύγκρουση με το ΕΑΜ και δεν πρέπει να τη φοβόμαστε, υπό την προϋπόθεση ότι έχουμε διαλέξει με προσοχή το έδαφος».

Αλλά και η αστική τάξη δεν σκεφτόταν διαφορετικά, κάτι που αποδεικνύεται από τον τρόπο με τον οποίο σκέφτονταν και δρούσαν οι πολιτικοί της εκπρόσωποι. Ο Γ. Παπανδρέου, από τον Ιούλιο του 1943, σε μια έκθεση του προς το στρατηγείο της Μ. Ανατολής, την Ελληνική κυβέρνηση του Καΐρου και τη Βρετανική κυβέρνηση έλεγε ότι "η ταυτότης των συμφερόντων της Αγγλίας και της Ελλάδος δια πρώτην φοράν εις την ιστορίαν των είναι απόλυτος"[10]. Επίσης, στις 13/7/1944, λίγες εβδομάδες μετά τη Διάσκεψη του Λιβάνου- παρόλο που υποτίθεται ότι εξέφραζε τη εθνική ενότητα ως πρωθυπουργός-, σε συνάντηση του με τον υπαρχηγό του ΕΔΕΣ Κ. Πυρομάγλου, ρωτούσε τον τελευταίο αν ο ΕΔΕΣ είναι σε θέση να διαλύσει τον ΕΛΑΣ. Η απάντηση του Πυρομάγλου δεν τον ικανοποίησε με αποτέλεσμα ο Γ. Παπανδρέου ξεκαθάρισε στον συνομιλητή του: «Τότε τον ΕΛΑΣ, θα τον διαλύσω με τους Άγγλους.

_ Προ ή μετά την απελευθέρωσιν, κύριε πρόεδρε;

_ Μετά την απελευθέρωσιν»[11].

Λίγο αργότερα, στις 22/9/1944, έντρομος μπροστά στη μεγάλη λαϊκή πλειοψηφία του ΕΑΜ και του ΚΚΕ, έστελνε το εξής τηλεγράφημα στον Τσόρτσιλ. «...Ενώπιον της διαμορφωθείσης κρισίμου καταστάσεως τα πολιτικά μέσα προς αντιμετώπισίν της δεν είναι πλέον επαρκή. Μόνον η άμεσος παρουσία επιβλητικών βρετανικών δυνάμεων εις την Ελλάδα και μέχρι των τουρκικών ακτών ημπορεί να μεταβάλει την κατάστασιν»[12].

Στο επόμενο: Πως φτάσαμε στο Δεκέμβρη (Β)

Κείμενα – Επιμέλεια: Γιώργος Πετρόπουλος

ΠΗΓΗ: ergatikosagwnas.gr


[1] Β. Μαθιόπουλου: «Η Ελληνική Αντίσταση 1941- 1944 και οι Σύμμαχοι», εκδόσεις Παπαζήση, σελ. 51- 52).

[2] Νίκος Ζαχαριάδης: «Ιστορικά διλήμματα- Ιστορικές Απαντήσεις- Άπαντα τα δημοσιευμένα 1940- 1945», εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα 2011, σελ. 91

[3] Θρ. Τσακαλώτου: "40 χρόνια στρατιώτης της Ελλάδος", ΑΘΗΝΑΙ 1960, τόμος Α', σελ. 576.

[4] Θρ. Τσακαλώτου, στο ίδιο, σελ. 578

[5] Κ. Πυρομάγλου: «Ο Δούρειος Ίππος», εκδόσεις Δωδώνη σελ. 189

[6] Πέτρος Στ. Μακρής- Στάικος: «Ο ‘‘Δεκέμβρης’’ του 1944- Τέσσερα άγνωστά κείμενα», εκδόσεις Ίκαρος, Αθήνα 2014, σελ. 13- 23

[7] Πέτρος Στ. Μακρής- Στάικος, στο ίδιο, σελ. 23

[8] Γιάννης Ανδρικόπουλος: «1944 Κρίσιμη Χρονιά», εκδόσεις Διογένης, Αθήνα 1974, τόμος Β', σελ. 68

[9] Γιάννης Ανδρικόπουλος, στο ίδιο, σελ. 201

[10] Γ. Παπανδρέου: «Η Απελευθέρωσις της Ελλάδος», Τρίτη έκδοση, εκδόσεις «Ελληνική Εκδοτική Εταιρεία Α.Ε.», Αθήνα 1948, σελ. 13

[11] Κ. Πυρομάγλου:«Η Εθνική Αντίστασις», Αθήνα 1947, σελ. 122

[12] Γ. Παπανδρέου: «Η Απελευθέρωσις της Ελλάδος», εκδόσεις «ΑΛΦΑ» Ι. ΣΚΑΖΙΚΗ, Αθήνα1945, σελ. 131

Σελίδα 4440 από 4477
  • Τελευταια
  • Δημοφιλή