Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Το 12ωρο στην Αυστρία και… η έκπληκτη μνημονιακή Ελλάδα

Το καπιταλιστικό κέρδος λεηλατεί τη φύση

Κώστας Δαμανάκης
Μπροστά στην περιβαλλοντική κρίση το αστικό σύστημα μιλά για κανόνες «βιώσιμης ανάπτυξης» ή για τεχνολογική αντιμετώπιση των συνεπειών. Ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός, ο οποίος σε περιόδους κρίσης παροξύνεται, η αναρχία της παραγωγής, το διαρκές κυνήγι για όλο και μεγαλύτερο κέρδος καθιστούν αδύνατη την επικράτηση ενός καπιταλισμού «φιλικού» προς το περιβάλλον.
Για μια άλλη σχέση με τη φύση, με κέντρο τον σεβασμό της, θα πρέπει να αναμετρηθούμε με τις βασικές αντιθέσεις που συγκροτούν τον καπιταλισμό ως εκμεταλλευτικό σύστημα
Η οικολογική κρίση ως πεδίο ταξικής διαπάλης
Η οικολογική καταστροφή αποτελεί ένα μείζον ζήτημα για την ανθρωπότητα στις μέρες μας καθώς έχει λάβει τέτοιες διαστάσεις ώστε να απειλεί τους όρους ύπαρξής μας στον πλανήτη Γη. Η σχέση που συνδέει τον άνθρωπο και τη φύση έχει διαρραγεί σε μεγάλο βαθμό και έχει αποκτήσει ξεκάθαρα ανταγωνιστικά-εχθρικά χαρακτηριστικά. Είναι όμως αυτό κάτι αναπόφευκτο; Αν όχι, υπό ποιές προϋποθέσεις μπορεί να αντιστραφεί;
Η ανταγωνιστική σχέση φύσης-ανθρώπου είναι ένα φαινόμενο που αναπτύσσεται σε μια συγκεκριμένη βαθμίδα εξέλιξης της κοινωνίας, καθορίζεται ιστορικά, από τις ταξικές-κεφαλαιοκρατικές σχέσεις παραγωγής που επικρατούν. Η γέννηση της αντίθεσης κεφαλαίου-εργασίας στα πλαίσια του καπιταλισμού είναι αυτή που διαμορφώνει μεταξύ άλλων και την αντίθεση ανθρώπου-φύσης. Το κεφάλαιο, όπως έγραφε ο Μαρξ, καταστρέφει-καταληστεύει τις δυο πηγές του κοινωνικού πλούτου: την φύση και την ανθρώπινη εργασία. Το οικολογικό ζήτημα έχει συνιστώσα όχι μόνο τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση, αλλά και τη σχέση του ανθρώπου με την ίδια του την εργασία και τα προϊόντα της (αποξένωση-αλλοτρίωση).
Στα ίδια τα θεμελιακά χαρακτηριστικά του συστήματος επομένως, στις αντιθέσεις οι οποίες διέπουν την κοινωνία μας, οφείλεται το γεγονός πως παρά την αλματώδη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και την δυνατότητα για μια νέα, αρμονική συνύπαρξη με τη φύση, τελικά αυτή η ανάπτυξη καταλήγει να είναι αντιδραστική και εχθρική προς το φυσικό περιβάλλον. Αυτή η σύγχρονη αντίφαση αποτελεί και τον πυρήνα γύρω από τον οποίο διαμορφώνονται διαφορετικές προσεγγίσεις και αναλύσεις για το ζήτημα της οικολογικής κρίσης, τόσο από την αστική σκοπιά, όσο και από την ριζοσπαστική-αντικαπιταλιστική.
Οι απάτες της πράσινης ανάπτυξης
Χαρακτηριστικό γνώρισμα της απάντησης που δίνει το αστικό ρεύμα γύρω από το ζήτημα της οικολογικής κρίσης (όπως και τα αστικά ηγεμονευόμενα κομμάτια του ρεφορμισμού) είναι η προσέγγιση της λύσης με βάση τις επιμέρους τροποποιήσεις ή βελτιώσεις που μπορούν να γίνουν προς όφελος του περιβάλλοντος (όπως η αλλαγή του νομοθετικού πλαισίου ή οι περιορισμοί στην ανεξέλεγκτη καπιταλιστική δραστηριότητα, η επιβολή προστίμων, διακρατικών συμφωνιών κλπ) ή με βάση τις αλλαγές στην καταναλωτική νοοτροπία. Αυτές οι απαντήσεις (αν και πλευρές τους μπορούν να βρίσκονται στο οπλοστάσιο του κινήματος στην καθημερινή του πάλη για την προστασία του περιβάλλοντος), εντούτοις είναι ανεπαρκείς. Και αυτό γιατί είναι ουτοπικό σε μεγάλη κλίμακα να εφαρμοστεί ένα πλαίσιο που θα περιορίζει την χωρίς όρια δραστηριότητα των μεγάλων βιομηχανικών μονάδων, ειδικά σε περίοδο κρίσης και όξυνσης των ενδοκαπιταλιστικών και επιχειρηματικών ανταγωνισμών.
Μια άλλη πλευρά της αστικής απάντησης, η οποία είναι κυρίαρχη σήμερα, είναι η θετικιστική αντίληψη ότι η πρόοδος της επιστήμης και η στοχευμένη έρευνα θα φέρουν ως ακόλουθο την εισαγωγή τεχνικών παραγωγής που θα σέβονται το περιβάλλον («αειφόρος ανάπτυξη», «πράσινος καπιταλισμός») και θα δώσουν την επιζητούμενη λύση. Η αντίληψη αυτή είναι λανθασμένη. Η επιστημονική-τεχνολογική εξέλιξη ανοίγει μεν ένα πεδίο δυνατοτήτων, αλλά είναι ο ίδιος ο χαρακτήρας του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής που καθιστά σε τελική ανάλυση αδύνατη την ανάπτυξη και την παραγωγή με γνώμονα το σεβασμό προς το περιβάλλον. Ο καπιταλιστικός ανταγωνισμός, ο οποίος σε περιόδους κρίσης λαμβάνει οξυμένα χαρακτηριστικά, η αναρχία της παραγωγής, το διαρκές κυνήγι για όλο και μεγαλύτερο κέρδος είναι οι αιτίες που στα πλαίσια του καπιταλισμού καθιστούν αδύνατη σε γενική κλίμακα την χρησιμοποίηση τεχνικών και τεχνολογιών «φιλικών» προς το περιβάλλον. Ταυτόχρονα, μια τέτοια διαδικασία απαιτεί χρόνο και επενδύσεις από την πλευρά των καπιταλιστών, το οποίο όμως έχει επιπτώσεις στον κύκλο του κεφαλαίου. Έτσι οποιαδήποτε αστική προσπάθεια για την εξεύρεση φιλικών προς το περιβάλλον μεθόδων παραγωγής, περισσότερο έχει το χαρακτήρα της εξεύρεσης νέου πεδίου κερδοφορίας, παρά της αποκατάστασης της ισορροπίας στο οικοσύστημα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσε η απόσυρση των ΗΠΑ από την συμφωνία του Παρισιού για το κλίμα το 2017, καθώς η συμμόρφωση της με τους όρους της συμφωνίας θα αποτελούσε πλήγμα για τις εγχώριες βιομηχανίες του τσιμέντου, του άνθρακα και του χάλυβα.
Η οικολογική κρίση μπορεί να έχει ταξικά αίτια, αλλά έχει διαταξικά αποτελέσματα, καθώς αφορά το σύνολο της ανθρωπότητας. Η επίλυση αυτού του ζητήματος δεν μπορεί να έρθει με ηγεμονία της αστικής αντίληψης, καθώς η τελευταία είναι σύμφυτη με την αποσπασματική, μερική και αταξική αντιμετώπιση του προβλήματος. Και αυτό είναι λογικό, καθώς για να συγκρουστούμε με την ρίζα του, για να μπορέσουμε να πετύχουμε μια άλλη σχέση, με κέντρο την συνεργασία και τον σεβασμό στην φύση, θα πρέπει να αναμετρηθούμε με τις βασικές αντιθέσεις που συγκροτούν τον καπιταλισμό ως εκμεταλλευτικό σύστημα με στόχο να τις αναιρέσουμε. Προφανώς, η αστική τάξη δεν θέλει και δεν μπορεί να ηγεμονεύσει ενός τέτοιου συνολικού σκοπού, καθώς είναι σα να σκάβει το λάκκο που θα θαφτεί η ίδια.
Η θετικιστική αντιμετώπιση του οικολογικού ζητήματος, παρά την αστική του προέλευση, εντούτοις διαπερνά συχνά και τον χώρο της κομμουνιστικής αριστεράς. Πολλά κόμματα κομμουνιστικής αναφοράς, βασιζόμενα σε μια ουδέτερη θεώρηση των παραγωγικών δυνάμεων, καταλήγουν να αποθεώνουν την δυναμική που κρύβει η εξέλιξή τους, ενώ εστιάζουν την κριτική τους μόνο στο «ποιός κατέχει» τις παραγωγικές δυνάμεις και όχι στον ίδιο τον χαρακτήρα τους. Μια τέτοια αντίληψη έχει ιστορικότητα, αφού στους κόλπους του επίσημου κομμουνιστικού κινήματος, είχε επικρατήσει ένα φαινόμενο -θα λέγαμε- «αριστερού παραγωγισμού», δηλαδή μια δογματική αντίληψη που αντιμετωπίζει με ουδέτερο τρόπο τις παραγωγικές δυνάμεις και ταυτίζει την σοσιαλιστική μετάβαση/οικοδόμηση με την ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων στα πλαίσια της εργατικής εξουσίας και της κατάργησης της ατομικής ιδιοκτησίας. Αυτή η αντίληψη εκφράστηκε κυρίαρχα στην Σοβιετική Ένωση. Η κατάληξη αυτής της άποψης όσον αφορά το περιβαλλοντικό ζήτημα γίνεται εμφανής από δεκάδες παραδείγματα που δείχνουν ότι οι χώρες του «υπαρκτού σοσιαλισμού», παρά την αρχική υψηλή ιεράρχηση του ζητήματος της προστασίας του περιβάλλοντος, εν τέλει επιβάρυναν σε αρκετές περιπτώσεις το οικοσύστημα με τη βιομηχανική δραστηριότητα τους.
Το βασικό ζήτημα με την ανάπτυξη της επιστήμης και της τεχνολογίας δεν είναι μόνο το ποιος κατέχει την οικονομική-πολιτική εξουσία, άρα το ποιος ιδιοποιείται τα αποτελέσματά της. Η ουσία είναι ο γνώμονας με τον οποίο εξελίσσονται, οι σχέσεις και οι ανάγκες που έρχονται να εξυπηρετήσουν. Η γνώση και η επιστήμη έχουν αντικειμενικό πυρήνα, ο οποίος τους προσδίδει και εν δυνάμει απελευθερωτικά χαρακτηριστικά, ωστόσο είναι ταξικά φορτισμένες από τις επιδιώξεις και την κοσμοθεωρία της κυρίαρχης τάξης που έχει την εξουσία. Η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων μπορεί να δημιουργεί νέες δυνατότητες για την ανθρωπότητα, να φέρνει πιο κοντά την τάση για κομμουνιστική απελευθέρωση, αλλά ταυτόχρονα έχει και εν μέρει αντιδραστικό χαρακτήρα αφού με νέους όρους επιτυγχάνεται η υποταγή και η υποδούλωση του ανθρώπου και της φύσης από το κεφάλαιο (στο βαθμό που το κεφάλαιο καταφέρνει να το κάνει εφικτό).
Τα αποτελέσματα της επιστήμης έρχονται να εξυπηρετήσουν τις κοινωνικές ανάγκες, όταν και μόνο όταν υφίστανται εφαρμογή σε κοινωνικοποιημένα μέσα παραγωγής. Όμως, κοινωνικοποιημένα μέσα παραγωγής δεν σημαίνει αναπαραγωγή του αστικού καταμερισμού της εργασίας, αντιγραφή των αστικών μεθόδων παραγωγής, δεσποτισμός, ανελευθερία και αποξένωση των εργαζόμενων από τα μέσα και τα προϊόντα που παράγουν (όπως επικράτησε τελικά στην ΕΣΣΔ). Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, η επικράτηση και το βάθεμα της αποξένωσης του εργαζόμενου από το παραγόμενο προϊόν, η αλλοτρίωση του είναι συνυφασμένη με την ασέβεια προς το περιβάλλον και το οικοσύστημα. Αντίθετα, κοινωνικοποιημένα είναι τα μέσα παραγωγής που διαχειρίζονται από τους ίδιους τους εργαζομένους και την κοινωνία, εξελίσσονται με στόχο την κάλυψη των ανθρώπινων αναγκών, στα πλαίσια μιας κοινωνίας των «ελεύθερων και ελεύθερα συνεταιρισμένων παραγωγών», όπου ταυτόχρονα υπάρχει η αρμονική συνεργασία του ανθρώπου με την Φύση.
Η αντιφατική προσέγγιση της «αποανάπτυξης»
Η τεχνολογία δεν είναι ουδέτερη, αποτελεί όμως πεδίο ταξικής πάλης

Εντός του ριζοσπαστικού-αντικαπιταλιστικού οικολογικού κινήματος υπάρχει το λεγόμενο ρεύμα της «αποανάπτυξης», το οποίο υποστηρίζει ότι η μείωση της παραγωγής και της κατανάλωσης, η εγκατάλειψη της μαζικής χρήσης της τεχνολογίας και των μηχανών, θα οδηγήσουν σε μια βιώσιμη διαβίωση του ανθρώπου στον πλανήτη και θα επαναφέρουν την ισορροπία στο περιβάλλον. Η θεωρία αυτή έχει στον πυρήνα της ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά, αφού γεννιέται αυθόρμητα και εναντιώνεται στον αστικό «παραγωγισμό» και στην γραμμική θεώρηση της ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων. Ωστόσο, η άρνηση της κριτικής στην εξέλιξη της τεχνολογίας και της επιστήμης, στις εφαρμογές και στις χρήσεις τους, σε συνδυασμό με την υποτίμηση της πάλης στο πεδίο των ιδεών γύρω από αυτά τα ζητήματα, οδηγεί τελικά στον κοινωνικό και πολιτικό αναχωρητισμό και στον κατακερματισμό του αγώνα. Οδηγούν στην εγκατάλειψη της ταξικής πάλης στο πεδίο των παραγωγικών δυνάμεων.
Ο χαρακτήρας της οικολογικής κρίσης, προσδιορίζει και τον χαρακτήρα της λύσης, δηλαδή την κατάργηση των εκμεταλλευτικών σχέσεων, μέσω της ανατροπής του καπιταλισμού και της οικοδόμησης μιας αταξικής κοινωνίας. Η λογική του ρεύματος της «αποανάπτυξης», παρόλο που στις πιο πολιτικές εκδοχές του αντιλαμβάνεται αυτή την αναγκαιότητα, εντούτοις συνήθως μένει σε μια ηθικολογική στάση γύρω από αυτό το ζήτημα, προτάσσοντας τα συνθήματα του «σαμποτάζ» και της «άρνησης της τεχνολογικής προόδου». Η επιστημονική-τεχνολογική εξέλιξη, προφανώς δεν είναι ταξικά ουδέτερη, όμως, οι δυνατότητες βαθύτερης κατανόησης της φύσης και του κόσμου συνολικά, οι δυνατότητες βελτίωσης της ανθρώπινης καθημερινότητας σε αρμονική ισορροπία με το περιβάλλον, γεννιούνται από την εξέλιξη της επιστήμης και γι αυτό χρειάζεται η τελευταία να αποτελεί πεδίο της ταξικής πάλης.
Αντικαπιταλιστική οικολογία με κομμουνιστική ηγεμονία
Όντας σε μια εποχή όπου η υπερ-αντιδραστικοποίηση του ολοκληρωτικού καπιταλισμού τον ωθεί σε καταστάσεις βαρβαρότητας που δεν έχουν ιστορικό προηγούμενο, όπου το ξεπέρασμα της κρίσης του συνδέεται με μια νέα καταλήστευση του κοινωνικού πλούτου (φύση-ανθρώπινη εργασία), ωθώντας την ανθρώπινη εργασία να ζει κάτω από το όριό αναπαραγωγής της και καταστρέφοντας τα τελευταία φυσικά αποθέματα που έχουν μείνει αναξιοποίητα (πχ δάσος Αμαζονίου), το δίλημμα καπιταλιστική βαρβαρότητα-καταστροφή της φύσης και του ανθρώπου ή κομμουνιστική απελευθέρωση επανέρχεται με αναβαθμισμένο τρόπο. Η δυνατότητα της ειρηνικής και αρμονικής συνύπαρξης του ανθρώπου με το φυσικό του περιβάλλον υπάρχει στο σήμερα, αφού υπάρχει το γνωστικό υπόβαθρο για να σχεδιαστεί η παραγωγή όλων των αναγκαίων αγαθών με γνώμονα τον πλήρη σεβασμό προς το οικοσύστημα. Αυτό που απαιτείται είναι μια νέα βάση στη σχέση ανθρώπου-φύσης, το ξεπέρασμα του ανταγωνιστικού χαρακτήρα της μέσω του ξεπεράσματος του ανταγωνιστικού-εκμεταλλευτικού καπιταλιστικού συστήματος.
Ταυτόχρονα, είναι άμεσο καθήκον η συνένωση όλων των δυνάμεων με αναφορά στην ριζοσπαστική-αντικαπιταλιστική οικολογία κάτω από την ηγεμονία ενός σύγχρονου κομμουνιστικού προγράμματος και κόμματος, που θα είναι σε θέση να ενσωματώνει όλες αυτές τις ριζοσπαστικές αναζητήσεις και να προσφέρει μια σύγχρονη, επιστημονικά τεκμηριωμένη πρόταση για την επίλυση της οικολογικής κρίσης, στα πλαίσια της ανάπτυξης ενός νέου τρόπου παραγωγής και του στόχου της κομμουνιστικής απελευθέρωσης ανθρώπου-φύσης.
πηγη: prin.gr
Πλατιά αντιφασιστική σύσκεψη για την δράση τον Σεπτέμβρη 2018 με την συμπλήρωση των 5 χρόνων από την δολοφονία του Παύλου Φύσσα

Με πρωτοβουλία της οικογένειας και των φίλων του Παύλου Φύσσα, πραγματοποιήθηκε στο Κερατσίνι στο πολιτιστικό κέντρο στις 16/7/2018 πλατιά αντιφασιστική σύσκεψη με την συμμετοχή δεκάδων Σωματείων, αντιφασιστικών οργανώσεων και συλλογικοτήτων.
Στην σύσκεψη προσκλήθηκε και έλαβε μέρος και η ΠΕΝΕΝ με τον Πρόεδρό της Αντώνη Νταλακογεώργο.
Στις 18/9/2018 συμπληρώνονται 5 χρόνια από την δολοφονία του Παύλου Φύσσα τον οποίο εκτέλεσε εν ψυχρώ η Χρυσαυγίτικη νεοφασιστική οργάνωση.
Η 18/9 έχει νοηματοδοτηθεί στους εργαζομένους και στην κοινωνία και έχει εδραιωθεί στην συνείδηση του λαού μας ως ημέρα κατά του φασισμού.
Όσο πλησιάζει το τέλος της δίκης της Χρυσαυγίτικης συμμορίας καθίσταται αναγκαίο να γίνει πιο αισθητή, πιο μαζική και πιο δραστήρια η παρουσία όλων μας στην ευρύτερη περιοχή του Πειραιά που όπως δείχνουν τα πράγματα αποτελεί το τελευταίο «προπύργιο» της εγκληματικής νεοναζιστικής οργάνωσης.
Οι πρόσφατες επιθέσεις που πραγματοποίησαν τα τάγματα εφόδου στο Πέραμα, τον Πειραιά και σε άλλες περιοχές επιβεβαιώνουν ότι η Χρυσή Αυγή καταβάλλει απεγνωσμένη προσπάθεια να κερδίσει δυνάμεις αξιοποιώντας και τις εξελίξεις με το μακεδονικό.
Στην σύσκεψη αναπτύχθηκε γόνιμη και δημιουργική συζήτηση η οποία κατέληξε σε αποφάσεις για μια σειρά δράσεις.
- Στο πλαίσιο αυτό αποφασίστηκε να γίνει η κεντρική συγκέντρωση για την επέτειο της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα στις 18/9 μπροστά στο μνημείο που έχει αναγερθεί στο Κερατσίνι, στην συνέχεια θα ακολουθήσει μεγάλη πορεία από Κερατσίνι – Πειραιά και θα καταλήξει έξω από τα γραφεία της Χρυσαυγίτικης συμμορίας.
- Επίσης την Παρασκευή το βράδυ στις 15/9/ θα διοργανωθεί συναυλία με τον ίδιο αντιφασισιτκό χαρακτήρα.
- Ταυτόχρονα θα γίνουν περιφερειακές συσκέψεις και εκδηλώσεις με σκοπό την καλύτερη ενημέρωση και προετοιμασία του κεντρικού αντιφασιστικού συλλαλητηρίου.
- Στο παραπάνω πλαίσιο προτάθηκε να γίνει διεθνής αντιφασιστική εκδήλωση στην οποία θα πάρουν μέρος αντιφασιστικές οργανώσεις από μια σειρά ευρωπαϊκές χώρες.
Τις επόμενες ημέρες θα ανακοινωθεί το αναλυτικό αγωνιστικό – αντιφασιστικό πρόγραμμα από την συντονιστική επιτροπή που συγκλήθηκε για τον σκοπό αυτό.
Η ΠΕΝΕΝ όπως δήλωσε στην σύσκεψη ο Πρόεδρός της θα συμμετάσχει ως συνδιοργανωτής όλων των εκδηλώσεων και δράσεων, θα τις πλαισιώσει και θα τις στηρίξει με όλες τις δυνάμεις της.
Άρθρο του Προέδρου της ΠΕΝΕΝ Οι πανηγυρισμοί των εφοπλιστών και η πιθανή παράταση στα «βρώμικα» καύσιμα που καταναλώνουν τα πλοία τους

Όπως έχουμε επανειλημμένα αναφέρει το ελληνικό εφοπλιστικό κεφάλαιο, πάντα με την συνδρομή και τον βρώμικο ρόλο των εκάστοτε ελληνικών κυβερνήσεων, διαδραματίζει έναν σημαντικό ρόλο στα διεθνή και ευρωπαϊκά φόρα για θέματα Ναυτιλίας έχοντας στο επίκεντρο τα επιχειρηματικά του συμφέροντα.
Πρόσφατα είχαμε αποκαλύψει την σύμπλευση εφοπλιστών και κυβέρνησης σε θέματα που αφορούν την ασφάλεια των πλοίων που εξετάζονταν σε αρμόδια επιτροπή του IMO (Διεθνής Ναυτιλιακός Οργανισμός) που είναι υπό την αιγίδα του ΟΗΕ.
Όλες έως τώρα οι κυβερνήσεις έχουν ως στρατηγική στα διεθνή αυτά όργανα να συμπλέουν και να ταυτίζονται με τις αντίστοιχες επιλογές και θέσεις του εφοπλιστικού κεφαλαίου και από κοινού να διαμορφώνουν το πλαίσιο μιας «εθνικής πολιτικής» η οποία στηρίζει και προστατεύει τα επιχειρηματικά τους συμφέροντα, να αντιστέκονται σε οποιαδήποτε αλλαγή επιβαρύνει τις τσέπες των εφοπλιστών…. έστω και αν αυτά οδηγούν σε ενίσχυση της ασφάλειας των πλοίων και της ναυσιπλοΐας διεθνώς.
Ένα τέτοιο χαρακτηριστικό παράδειγμα βρίσκεται αυτή την περίοδο σε εξέλιξη στον IMO. Τα αρμόδια όργανα του IMO αλλά και της Ε.Ε έχουν αποφασίσει μια νέα περιβαλλοντική νομοθεσία που αφορά την μείωση των εκπομπών θείου από τις τσιμινιέρες των πλοίων.
Στο πλαίσιο μιας μετάβασης στην μείωση των εκπομπών θείου έχει σχεδιαστεί η εναλλακτική στην χρήση καυσίμων για όλα τα πλοία με μειωμένη περιεκτικότητα σε θείο κατά 0,5% από 1/1/2020.
Πρόκειται για ένα ελάχιστο μέτρο το οποίο θα συμβάλει στην μείωση της μόλυνσης που προκαλείται από τα ναυτιλιακά καύσιμα σε συνδυασμό με μια σειρά μέτρα και πολιτικές που πρέπει επειγόντως να ληφθούν σε παγκόσμιο επίπεδο για την αντιμετώπιση της ρύπανσης και των μεγάλων περιβαλλοντικών προβλημάτων που μαστίζουν τον πλανήτη και ταυτόχρονα απειλούν την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη περισσότερο από ποτέ.
Στο διάστημα αυτό της μεταβατικής περιόδου οι έλληνες εφοπλιστές είχαν δημόσια εγείρει ενστάσεις και αντιρρήσεις και μάλιστα είχαν πρόσφατα κατσαδιάσει δήλωση του ΥΕΝ, μέσω γνωστής οικονομικής εφημερίδας που εργολαβικά έχει αναλάβει να προβάλλει κατ’ αποκλειστικότητα τις θέσεις της ΕΕΕ, ο οποίος χαιρέτιζε την απόφαση για την χρήση νέου καυσίμου και την εφαρμογή του από τις αρχές του 2020…..
Προφανώς ο ίδιος από κεκτημένη ταχύτητα, από άγνοια ή έλλειψη ενημέρωσης, θέλησε να κερδίσει κάποια δημοσιότητα, αγνοώντας στο σύνολό του το συγκεκριμένο πρόβλημα. Ακολούθως, μετά το κράξιμο από τους εφοπλιστές, έως και σήμερα έχει επιδεικτικά σιωπήσει αναγνωρίζοντας προφανώς ποιο είναι το αφεντικό στην Ναυτιλία και κυρίως ποιος παίρνει αποφάσεις…..
Παρά τις αντιδράσεις αυτές του ελληνικού εφοπλιστικού κεφαλαίου, φαίνονταν ότι οδεύουμε στην εφαρμογή του νέου μέτρου με απόφαση του IMO που σημαίνει την υποχρεωτικότητα και την πλήρη εφαρμογή σε διεθνές επίπεδο για όλα τα πλοία.
Πριν λίγες μέρες γνωστοποιήθηκε στον οικονομικό και ναυτιλιακό τύπο ότι μια ομάδα εργασίας (υποεπιτροπή του IMO) στο Λονδίνο άνοιξε για πρώτη φορά θέμα επανεξέτασης της απόφασης και καλούσε τον IMO «να αντιμετωπίσει τις σημαντικές προκλήσεις που συνδέονται με την μετάβαση σε ναυτιλιακά καύσιμα χαμηλής περιεκτικότητας σε θείο».
Όπως αποκαλύφθηκε πρόσφατα σε σχετικά δημοσιεύματα, τα νέα ναυτιλιακά καύσιμα κοστίζουν ακριβότερα από αυτά που χρησιμοποιούνται σήμερα και υπολογίζεται ότι θα επιβαρύνουν το κόστος έως και 35%.....
Ενδιαφέρον έχει ποιες χώρες ανακίνησαν και έθεσαν το ζήτημα της επανεξέτασης στην υποεπιτροπή του IMO.
Οι χώρες αυτές είναι η Λιβερία και τα νησιά Μάρσαλ, η πρώτη παραδοσιακή σημαία ευκαιρίας με μηδενικό δικό της εθνικό στόλο και η δεύτερη πολύ νεώτερη αλλά από τις ανερχόμενες σημαίες ευκαιρίας σε παγκόσμια κλίμακα.
Καθόλου περίεργο ότι σε αυτά τα ευκαιριακά νηολόγια οι βασικοί παίχτες που αποτελούν την κύρια δύναμη των εμπορικών στόλων τους είναι οι έλληνες εφοπλιστές.
Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι στην σημαία των νήσων Μάρσαλ έχουμε 799 πλοία ελληνικής πλοιοκτησίας και στην σημαία της Λιβερίας 775 πλοία και αποτελούν με τεράστια διαφορά την πρώτη θέση από τις άλλες χώρες που πλαισιώνουν τα νηολόγια και τις σημαίες αυτών των χωρών. Οι δύο αυτές χώρες, η κάθε μια ξεχωριστά έχει περισσότερα πλοία από την ελληνική σημαία που έχει 723!!!
Εκεί που οι εφοπλιστές και η ΕΕΕ πιάστηκαν με την γίδα στην πλάτη είναι το γεγονός ότι πριν στεγνώσει το μελάνι και καθαρογραφεί η απόφαση «έτρεξε» ο Πρόεδρος της ΕΕΕ ευτυχής με δημόσια δήλωσή του να χαιρετίσει θερμά εκ μέρους των ελλήνων εφοπλιστών την σχετική εισήγηση….. και με τον τρόπο αυτό αποκαλύφθηκε πέραν πάσης αμφιβολίας ότι πίσω από την ενέργεια των δύο αυτών χωρών ήταν η ΕΕΕ η οποία προκαταλαμβάνει τις εξελίξεις μιλώντας για αλλαγή δεδομένων (GAMECHANGER).
Μάλιστα ο Πρόεδρος των εφοπλιστών κάνει προσπάθεια να επενδύσει στην λυσσαλέα αντίδρασή που διατυπώνουν για τα νέα ναυτιλιακά καύσιμα συνδέοντάς τα και με την ασφάλεια της ανθρώπινης ζωής στα πλοία!!!
Προφανώς τα αρμόδια όργανα του IMO, οι υπηρεσίες του, οι εμπειρογνώμονες και πλήθος ειδικών από δεκάδες χώρες που συνομολόγησαν σε αυτά, επιθυμούσαν να τινάξουν τις μηχανές των πλοίων στον αέρα και να οδηγήσουν τα πληρώματα στον θάνατο……
Έωλο, φαιδρό, αβάσιμο και επικίνδυνο είναι το «επιχείρημά» τους, αποδεικνύεται όμως για πολλοστή φορά η έλλειψη σεβασμού των ελλήνων εφοπλιστών για το περιβάλλον και η εμμονή τους στα βρώμικα καύσιμα όταν τίθεται καθ’ οποιονδήποτε τρόπο ζήτημα επιβάρυνσης στο κόστος λειτουργίας των πλοίων…..
Κατά τα λοιπά μέσω περιβαλλοντικών οργανώσεων, (βλέπε HELMEPA), που φτιάχνουν και οι ίδιοι χρηματοδοτούν, θέλουν να παρουσιάσουν ένα προφίλ φιλικό προς το θαλάσσιο περιβάλλον…..
Αλλά σε αυτή και σε άλλες παρόμοιες δραστηριότητες ή ναυτιλιακές επιχειρήσεις και τα πλοία τους είναι εκτός ελέγχου, αντίθετα το θεάρεστο έργο είναι να καθαριστεί κάποια παραλία για να εισπράξουν δημοσιότητα και προβολή.
Κλείνοντας να σημειώσουμε ότι η σχετική πρόταση της υποεπιτροπής και οι σχετικές διαπιστώσεις της θα τεθούν υπόψη στα αρμόδια όργανα του IMO «Επιτροπή προστασίας θαλάσσιου περιβάλλοντος» (MERC 73) τον Οκτώβρη 2018 και της αρμόδιας Επιτροπής Ναυτικής Ασφάλειας (MSC 100) τον Δεκέμβρη 2018.
Το ενδιαφέρον μεταφέρεται στον IMO για το τέλος του χρόνου, εκεί θα δούμε, θα κρίνουμε και θα διαπιστώσουμε, όχι την θέση των ελλήνων εφοπλιστών, αυτοί έχουν ρόλο παρατηρητή και οι θέσεις τους είναι ήδη ξεκάθαρες, αλλά την οικολογική ευαισθησία της κυβέρνησης και τίνος τα συμφέροντα θα ταχθεί να υπηρετήσει ….
Αυτά της ενίσχυσης και ενδυνάμωσης των μέτρων για το περιβάλλον ή τα στενά συντεχνιακά οικονομικά συμφέροντα του αντιδραστικού παρασιτικού ελληνικού εφοπλιστικού κεφαλαίου….
Νταλακογεώργος Αντώνης
Πρόεδρος της ΠΕΝΕΝ
- Τελευταια
- Δημοφιλή