Σήμερα: 26/07/2026
Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2017 13:06

Τα έχουν υπογράψει όλα!

Γράφτηκε από τον

tsipras_ypografi.jpg

ΝΙΚΟΣ ΜΠΟΓΙΟΠΟΥΛΟΣ ΝΙΚΟΣ ΜΠΟΓΙΟΠΟΥΛΟΣ

Στις 5 Δεκέμβρη 2016 συνεδρίασε το Eurogroup. Οι αποφάσεις του, όπως θυμόμαστε όλοι, πανηγυρίστηκαν έξαλλα από την κυβέρνηση. Ας δούμε, λοιπόν, τι έλεγαν εκέινες οι αποφάσεις:

«Το Eurogroup σημειώνει πως η συμφωνία σε επίπεδο τεχνικών κλιμακίων πρέπει να περιλαμβάνει μέτρα για την επίτευξη του συμφωνημένου δημοσιονομικού στόχου για το 2018 (πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ), καθώς και μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση της ανάπτυξης και της ανταγωνιστικότητας σε όρους κόστους, συμπεριλαμβανομένων περαιτέρω ουσιαστικών μεταρρυθμίσεων για την αγορά εργασίας (…)».

Και αμέσως παρακάτω: «To Εurogroup υπενθύμισε ότι ο στόχος για πρωτογενές πλεόνασμα 3,5% του ΑΕΠ που θα επιτευχθεί το 2018 πρέπει να διατηρηθεί σε μεσοπρόθεσμο διάστημα».

Συμπέρασμα: Η κυβέρνηση έχει αποδεχτεί, έχει συναποφασίσει, έχει συνυπογράψει και έχει πανηγυρίσει (!) την πολιτική των πλεονασμάτων 3,5% και για μετά το 2018 – και μάλιστα για «μακροπρόθεσμο διάστημα». Την πολιτική, δηλαδή, της λιτότητας, των μέτρων διαρκούς λεηλασίας του λαού και των Μνημονόων, όπως κι αν αυτή μεταβαπτιστεί.

Και τώρα που έρχεται η στιγμή για την εφαρμογή της πολιτικής της, τι κάνει; Ερχεται στο εσωτερικό και παίζει επικοινωνιακό παιχνίδι. Οτι τάχα «αντιστέκεται». Οτι «διαπραγματεύεται ηρωικά». Πουλάει «κολοκοτρωνέικη» δήθεν «αντίσταση». Η οποία, μετά και την απαραίτητη κινδυνολογία για να μειωθούν οι κοινωνικές διαμαρτυρίες, καταλήγει εκέι που κατέληγαν τα ανάλογα τερτίπια και των προηγούμενων «σωτήρων»: Στους… «έντιμους συμβιβασμούς».

Γνωστό το παραμύθι. Αλλά παρότι γνωστό και επαναλαμβανόμενο, ευτό δεν το κάνει λιγότερο κουραστικό και αχρείο.

Πηγή: enikos.gr

kokkiniPlateia.jpg

Του Δημήτρη Μπελαντή

Η συμπλήρωση εκατό ετών από το 1917 και τις δύο μεγάλες ρωσικές επαναστάσεις του, αυτήν του Φλεβάρη και εκείνη  του Οκτώβρη ,  παρέχει την σοβαρή  ευκαιρία  στον ιστορικό αλλά και στον κάθε ενεργό πολίτη, ιδίως σε όσους/ες μετέχουμε στην παράδοση της κομμουνιστικής Αριστεράς, στην χώρα μας και διεθνώς, να ξανασκεφτούμε  την πορεία του ιστορικού κομμουνισμού και του μαρξισμού στον 20ο αιώνα. Και, όπως έγραψε ο σημαντικότατος μαρξιστής συγγραφέας Σαρλ Μπετελέμ  το 1977 («Οι ταξικοί αγώνες στην ΕΣΣΔ 1923-1930» τ. Β’, Αθήνα 1977, εκδόσεις Ράππα, νεότερη έκδοση Κουκκίδα 2005, ), να αποπειραθούμε να βάλουμε την αντίφαση πάνω από την ενότητα, την συνθετότητα πάνω από την υπεραπλούστευση. Γιατί, το «διαρκές 1917» υπήρξε μια αναπόφευκτα  σύνθετη πολιτική και ιδεολογική  διαδικασία και, όσο και αν μας θέλγει ακόμη και  σήμερα  ο ισχυρός απόηχός του και μας δίνει δύναμη για τους αγώνες του σήμερα, έθεσε αναγκαστικά τα προβλήματα των ορίων του τότε ιστορικού μαρξισμού αλλά  και των διαρκών αντιφάσεων του μαρξιστικού θεωρητικού οικοδομήματος μονιμότερα. Αυτή ήταν,  άλλωστε, και η μεγαλύτερη μακροχρόνια συνεισφορά του: αν δεν είχε υπάρξει το «1917» και όσα το ακολούθησαν στον 20ο αιώνα, τα ζητήματα της σοσιαλιστικής εξουσίας δεν θα είχαν τεθεί και δεν θα είχε επιχειρηθεί η επίλυσή τους, έστω με αβέβαιο, αχαρτογράφητο  και πολύ  δύσκολο τρόπο. Και ο μαρξισμός θα είχε γνωρίσει έναν πρόωρο και αναντίστρεπτο  θάνατο. Θα καταθέσουμε, λοιπόν, ορισμένες πρώτες σκέψεις για την αποτίμηση των δύο  επαναστάσεων του 1917.

1.    Ο Φλεβάρης και ο Οκτώβρης του 1917

Συχνότατα, αντιπαραθέτουμε ανιστορικά  τον «αστικοδημοκρατικό»  Φλεβάρη του 1917  (όπως και το «αστικοδημοκρατικό» 1905, την λεγόμενη και «γενική δοκιμή» του 1917) στον  επιτέλους «προλεταριακό» Οκτώβρη του 1917. Όμως, αυτή η αντιπαράθεση κάθε άλλο παρά είναι δόκιμη. Ο Φλεβάρης και ο Οκτώβρης είχαν μια διαλεκτική ενότητα, παρά τις διαφορές συγκυρίας. Γεννήθηκαν ως «στιγμές»  από τον πόλεμο και από την κρίση της τσαρικής πολιτικής εξουσίας, γενικότερα της ρώσικης καπιταλιστικής  πολιτικής εξουσίας. Αυτό το συνειδητοποίησε καθοριστικά ο  Λένιν στις «Θέσεις του Απρίλη», εγκατέλειψε το σχολαστικό και ατελέσφορο προηγούμενο σχήμα της «δημοκρατικής δικτατορίας του προλεταριάτου και της αγροτιάς» και, ουσιαστικά, αποδέχθηκε , αν και όχι ρητά, τις συνέπειες της λογικής της «Διαρκούς Επανάστασης» του Λ. Τρότσκυ, ο οποίος την είχε προσδιορίσει σε γενικές γραμμές (σε συνεργασία με τον Πάρβους ή Χέλφαντ) στο έργο του «Αποτελέσματα και Προοπτικές» το 1906.

Πέρα, όμως, από το ουσιώδες ζήτημα της  αναγκαίας υπέρβασης του «ενδιάμεσου αστικοδημοκρατικού σταδίου» (κάτι που σύντομα αποτέλεσε ψόγο και ύβρι στο στόμα  των φορέων της σοσιαλδημοκρατίας κατά του Λένιν, ιδίως μέσω του Καρλ  Κάουτσκυ, ψόγο που συνδέει την «οικονομική ανωριμότητα των ρωσικών συνθηκών» με την βίαιη και αντιδημοκρατκή  «δικτατορία των Μπολσεβίκων) και της ορθής αντίθεσης του Λένιν στον εξελικτικισμό/ οικονομισμό  της Δεύτερης Διεθνούς[1], ο Φλεβάρης δεν αποτελεί απλώς πρόδρομο του Οκτώβρη και προϋπόθεσή του.

Ο Φλεβάρης είναι ο χρόνος συγκρότησης των εργατικών συμβουλίων, των σοβιέτ, στη Ρωσία, της επανάκαμψης των μορφών του 1905. Παρά το ότι τα σοβιέτ ως μορφή δεν καθορίζουν πάντοτε  σε βάθος χρόνου και ένα σοσιαλιστικό ταξικό περιεχόμενο (δες τον αστικοδημοκρατικό στην εξέλιξη  χαρακτήρα των συμβουλίων της επαναστατημένης Γερμανίας, ιδίως μετά το 1920), παραμένει γεγονός ότι η ανάδυση των συμβουλίων αποτελεί την  πρώτη και ουσιαστική προϋπόθεση του αιτήματος της εργατικής τάξης για την ηγεμονία και την εξουσία, του αιτήματος  της εργατικής τάξης στην Ρωσία για ηγεμονία στο  δημοκρατικό, αντιτσαρικό  και αντιιμπεριαλιστικό-αντιπολεμικό  μπλοκ που ανέρχεται. Επαναστατική κατάσταση χωρίς μια μορφή «συμβουλίων»  δεν μπορεί να υπάρξει. Η εμπειρία του Λένιν στο «Κράτος και επανάσταση» ως προς τον ρόλο των συμβουλίων ως δυνάμει  οργάνων  της εργατικής εξουσίας γεννιέται από τον Φλεβάρη και την ριζοσπαστική εξέλιξή του ως το καλοκαίρι του 1917,αφού ο Οκτώβρης , όταν γράφεται  αυτό το βιβλίο, δεν έχει συμβεί ακόμη.

Επίσης, πρέπει να αμφισβητήσουμε και να απορρίψουμε την θέση ότι ο Οκτώβρης ήταν απλώς ένα «πραξικόπημα των Μπολσεβίκων»  ή μια «αστική επανάσταση». Ο Οκτώβρης ήταν πράγματι η πρώτη –και πιθανόν η τελευταία στην κλασική αυτήν μορφή,  μέχρι σήμερα- κατάληψη της  εξουσίας από την εργατική τάξη και τους συμμάχους της. Η τελευταία, καθώς η σοσιαλιστική επανάσταση ηττήθηκε στην Δύση το 1918-1923, το 1936-1937 στην Ισπανία χάρη στην αστική-σταλινική καταστολή   αλλά και αμέσως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο στην Ευρώπη, ενώ στην περιφέρεια «νίκησε» μεν αλλά με  αρκετά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά  (σύνθεση αντιιμπεριαλισμού/αντιφασισμού και σοσιαλισμού) και  πολλές γραφειοκρατικές ιδιομορφίες. Σε κάθε περίπτωση, ο Οκτώβρης απέδειξε ότι μια επαναστατική νίκη της εργατική τάξης και των συμμάχων της είναι μια ενδεχόμενη ιστορικά αλλά και πραγματοποιήσιμη   δυνατότητα   στον σύγχρονο  καπιταλισμό και όχι απλώς μια «μυθολογία» ή ένα «αποκαλυπτικό»  θρησκευτικό κήρυγμα.  

Η εξέγερση των Μπολσεβίκων  στην Πετρούπολη την 25-10-1917 ( με το παλιό ημερολόγιο) είχε μια βαθειά  αιτιώδη συνάφεια με την  επαναστατική διάθεση της μεγάλης πλειοψηφίας της εργατικής τάξης, οργανωμένης στα συμβούλια και μη,  καθώς και με τις μη προλεταριακές λαϊκές τάξεις, τους φτωχούς και μεσαίους αγρότες, την διανόηση και τους άνεργους ή τους παλιούς και νέους στρατιώτες. Χωρίς αυτήν την μαζική τεράστια υποστήριξη, η επανάσταση θα είχε σύντομα καταρρεύσει. Ιδίως, η φάση του Εμφυλίου Πολέμου από το 1918 ως και το 1920 και του πολεμικού κομμουνισμού δεν θα ήταν νικηφόρα για τους Μπολσεβίκους, αν εκατομμύρια άνθρωποι συνειδητά και όχι καταναγκαστικά δεν έδιναν τις ζωές τους για την απόκρουση των Λευκών και της πολύμορφης ιμπεριαλιστικής επέμβασης.

2.    Λενινισμός και μαρξισμός

Από μια  ουσιαστική οπτική γωνία, προκύπτει σαφώς  ότι ο λενινισμός ανανέωσε αρχικά ριζικά τον μαρξισμό από το εξελικτικιστικό  κα παραγωγίστικο τέλμα της Σοσιαλιστικής Διεθνούς, την διαρκή αναμονή για την «ωρίμανση των οικονομικών/παραγωγικών συνθηκών» και την διαρκή κεντρικότητα των κοινοβουλευτικών διαδικασιών. Η επανάσταση ξέφυγε από τους «σιδερένιους οικονομικούς κανόνες» και τις «νομοτέλειες ωρίμανσης και αύξησης των παραγωγικών δυνάμεων» του μαρξισμού της Β’ Διεθνούς αλλά και του γηραιού Φρ. Ένγκελς ( ιδίως των τελευταίων έργων του), και γύρισε στην προτεραιότητα της  πολιτικής δράσης ( η θετική όψη του «Τι να κάνουμε») και στην συνειδητή ανθρώπινη δραστηριότητα. Επίσης,  η κατάληψη της εξουσίας δεν θα συνέβαινε με την χρήση του ήδη υπάρχοντος καπιταλιστικού  κράτους αλλά με την πλήρη επαναστατικοποίηση και συντριβή του («Κράτος και Επανάσταση»). Η ιδέα αυτή δεν ήταν αρχικά ιδέα του ίδιου του Λένιν. Την δανείστηκε από τον Άντον Πάνεκκοκ, που την είχε πρωτοχρησιμοποιήσει στην κόντρα του με τον Κάουτσκυ το 1912 για το θέμα της γενικής απεργίας (Ο Λένιν αναφέρεται ρητά στο άρθρο του Πάννεκοκ στο «Κράτος και  Επανάσταση»).

Η συντριβή του αστικού κράτους, η επαναστατική συγκυρία ως σημείο συγχώνευσης εθνικών και διεθνών αντιφάσεων, που επικαθορίζουν την καθοριστική σε τελική ανάλυση  αντίφαση κεφαλαίου και εργασίας στον αδύνατο κρίκο (μια ιδέα που θα εξειδικευθεί από τον Στάλιν αργότερα), η ερμηνεία της επαναστατικής κατάστασης και κρίσης, η «ηγεμονία» της εργατικής τάξης στους συμμάχους της και η δικτατορία (κυριαρχία βασικά κατασταλτική) πάνω στους εχθρούς της, αυτά είναι τα θετικά διδάγματα του λενινισμού και αυτά συγκροτούν αυτό που δικαίως προσδιορίσθηκε ως «λενινιστική τομή» εντός του ιστορικού μαρξισμού. Στην πραγματικότητα, όλα αυτά τα στοιχεία σηματοδοτούν μια ισχυρή «επιστροφή της συνειδητής πολιτικής» μέσα στον μαρξισμό του 20ου αιώνα και μια αποδόμηση της παντού και πάντοτε κυριαρχίας  της οικονομίας και των παραγωγικών συνθηκών ή των παραγωγικών δυνάμεων. Όμως, οι «παραγωγικές δυνάμεις»  και ο τεχνοκρατισμός/παραγωγισμός  επιστρέφουν στην συνέχεια  στο κομμουνιστικό κίνημα του 20ου αιώνα  και νικούν την αντίληψη της λενινιστικής τομής, που στηρίχθηκε στην κυριαρχία της επαναστατικής συνειδητότητας και  της ορθής γραμμής μαζών. Τι μεσολάβησε για να συμβεί αυτό που ο Αλτουσέρ ονόμασε εύστοχα («Απάντηση στον Τζων Λιούις») «επιστροφή του οικονομισμού της Β’ Διεθνούς στον μαρξισμό της Γ’ Διεθνούς»;

3.    Λενινισμός, σταλινισμός, τροτσκισμός, μπολσεβικισμός: ενότητα ή διαφοροποίηση; Σύγκλιση ή απόκλιση;

Οι  πρακτικές απόψεις και κατευθύνσεις  του Λένιν για την σοσιαλιστική οικοδόμηση- μετά το «Κράτος και Επανάσταση» και στην διάρκεια της σύντομης ηγεσίας του ως το 1922- διαφέρουν και αποκλίνουν σημαντικά από  τις γενικές αρχές του «Κράτος και Επανάσταση»:  δηλαδή, την άμεση εργατική δημοκρατία, βασισμένη στην αυτοδιεύθυνση των σοβιέτ και την διαρκή ανακλητότητα των αντιπροσώπων, τον εργατικό έλεγχο  στα εργοστάσια, την ισότητα των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων βάσει της αμοιβής του ανειδίκευτου εργάτη,  την μείωση του ρόλου των αστών ειδικών, την απογραφειοκρατικοποίηση του κράτους, την άρση του χωρισμού του από τον λαό και την κοινωνία, την αμφισβήτηση του ιεραρχικού κοινωνικού καταμερισμού εργασίας.

Οι κατοπινές αυταρχικότερες  και γραφειοκρατικότερες αντιλήψεις του Λένιν βρίσκουν σαφή  έκφραση στα έργα του «Τα άμεσα καθήκοντα της σοβιετικής εξουσίας» 1918), «Για τα μικροαστικά παιδιαρίσματα» (1918), «Ο φόρος σε είδος» (1921)[2]. Επίσης, βρίσκουν έκφραση  στην συλλογική απόφαση των Μπολσεβίκων να «σκληρύνουν»  εσωτερικά το κόμμα τους και να καταργήσουν την ύπαρξη τάσεων και οργανωμένων ομάδων εντός αυτού ( 10ο Συνέδριο Μπολσεβίκων, Μάρτιος 1921).   Οι αντιλήψεις αυτές συγκρούονται, όμως,   στην σκέψη του Λένιν με τον ήδη συνειδητοποιημένο από αυτόν σοβαρό κίνδυνο του  γραφειοκρατισμού και τον ήδη παραμορφωμένο γραφειοκρατικά χαρακτήρα της σοβιετικής εξουσίας ( βλ. σε «Κάλλιο λιγότερα και καλύτερα», 1923).

Οι ιδιαίτερες δυσκολίες του Εμφυλίου και της σοσιαλιστικής οικοδόμησης σε μια σχετικά καθυστερημένη και διαλυμένη από τον πόλεμο χώρα, η ιμπεριαλιστική περικύκλωση και η αποτυχία της επανάστασης στη Δύση ως το 1923, υπήρξαν σοβαροί παράγοντες που εξηγούν αυτήν την συγκεντρωτικότερη και αυταρχικότερη μεταστροφή  των αντιλήψεων του Λένιν και των Μπολσεβίκων μετά το 1918. Όμως, αυτός ο συλλογισμός ποτέ δεν υπήρξε επαρκής και τελέσφορος από μόνος του. Επειδή, ακριβώς, στέκεται στους  συγκυριακούς ιστορικούς καθορισμούς ( που τέτοιου τύπου υπάρχουν, κατά κανόνα,  σε κάθε συγκυρία επαναστατικού εμφυλίου πολέμου)  και δεν βλέπει την συνέχειά τους με τον ίδιο τον ιδεολογικό σχηματισμό των Μπολσεβίκων στη γέννηση και την διαλεκτική εξέλιξή του.

Τα  παραπάνω κείμενα  του Λένιν αλλά και άλλα κείμενα της εποχής , όπως του  Λ. Τρότσκυ («Τρομοκρατία και Κομμουνισμός-απάντηση στον Καρλ Κάουτσκυ », 1918),  μεταξύ του 1918 και του 1921, ή αργότερα (1923) τα κείμενα του Πρεομπραζένσκυ για την «νέα οικονομία» και την «σοσιαλιστική πρωταρχική συσσώρευση», είναι απολύτως συγκεντρωτικά και  αρνητικά, από θέση αρχής,  για τα πρωτοπόρα πειράματα του εργατικού ελέγχου  με την έννοια της συλλογικής αυτοδιεύθυνσης των εργοστασίων, και  υπέρ καθαρά της μονοπρόσωπης διεύθυνσης από διευθυντές- αστούς ειδικούς η διευθυντές διορισμένους από το κόμμα.

Είναι κείμενα, τα οποία θαυμάζουν απεριόριστα τον αμερικάνικο ταιυλορισμό ως «επίτευγμα του καπιταλισμού» και την εργασιακή μονότονη αλλοτρίωση μέσω αυτού, εξυμνούν τον γερμανικό «κρατικό καπιταλισμό» (γερμανική πολεμική οικονομία) του 1916-1917, εξυμνούν την ατσάλινη πειθαρχία στο εργοστάσιο και την πλήρη συγκεντροποίηση της βιομηχανικής παραγωγής υπό τις διαταγές πολύ λίγων παραγωγικών ηγετών («Τα άμεσα καθήκοντα….»).. Με λίγα λόγια, είναι κείμενα αντικειμενικά «τεχνοκρατικά», παραγωγίστικα και, κατά μια στρατηγικότερη  έννοια, φιλοκαπιταλιστικά, παρά την ψευδαίσθηση ότι η εργατική εξουσία μπορεί να ελέγξει και να μετασχηματίσει αυτές τις καπιταλιστικές αρχές οργάνωσης και πειθάρχησης. . Πώς, αλήθεια, μπορεί αυτό να συμβαίνει; Πώς είναι δυνατόν οι μεγαλύτεροι  επαναστάτες και αντικαπιταλιστές ηγέτες της εποχής τους  να τοποθετούνται στο ζήτημα της οργάνωσης της παραγωγής ρητά ως «μάνατζερ του κρατικού καπιταλισμού», ενώ την ίδια στιγμή συστέλλουν την δημοκρατία ακόμη και μέσα στο  επαναστατικό κόμμα, πράγμα που-όχι ευθύγραμμα και   αναπόφευκτα, βεβαίως- θα οδηγήσει στην τραγωδία του σταλινισμού ως κλιμάκωση ;

Η απάντηση δεν είναι εύκολη, αλλά πρέπει να επιχειρηθεί. Χωρίς αυτήν, το ούτως ή άλλως δύσκολο παρόν και μέλλον του μαρξισμού  θα καταστεί τελείως ανύπαρκτο και ανέφικτο. Η απάντηση ξεκινά από το γεγονός ότι ο μπολσεβικισμός, με την σύντομη πρακτικά  αλλά  διαχρονική θεωρητικά εξαίρεση της «τομής» στα ζητήματα του κράτους και της εξουσίας, δεν μπόρεσε να αμφισβητήσει σε βάθος την αντίθεση διεύθυνσης/εκτέλεσης και τον ιεραρχικό καταμερισμό εργασίας ούτε στο επίπεδο της οργάνωσης  της (καπιταλιστικής)  παραγωγής ούτε στο επίπεδο της αναδιοργάνωσης της δημόσιας πολιτικής.

Η άρση του εργατικού ελέγχου ήδη από την άνοιξη του 1918  (βλ. αναλυτικά σε Μ.Μπρίντον «Οι Μπολσεβίκοι και ο εργατικός έλεγχος», Αθήνα 1977, Διεθνής Βιβλιοθήκη), η επισημοποίηση της απαγόρευσης των  άλλων κομμάτων και η δικτατορική τροπή μέσα στους Μπολσεβίκους το 1920-1921 δεν επιφέρουν αυτόματα αλλά προοιωνίζουν κα διευκολύνουν  το καθεστώς του Στάλιν στην άνοδό του.

Στην πραγματικότητα, ο Στάλιν επιβάλλεται  εναντίον της σαφούς βούλησης του Λένιν, που τον χαρακτηρίζει στην «Διαθήκη» του γραφειοκράτη, μεγαλορώσο εθνικιστή και ουσιαστικά αγριάνθρωπο ή παλιάνθρωπο, αλλά δεν είναι σε καμία περίπτωση ουρανοκατέβατος. Ο σταλινισμός αποτέλεσε  επιδείνωση αλλά και επιβεβαίωση αυταρχικών τάσεων στους Μπολσεβίκους, που προϋπήρχαν αυτού. Στο ζήτημα της πολιτικής  δημοκρατίας στην σοβιετική επαναστατική κοινωνία, της δημοκρατίας στα συνδικάτα, της δημοκρατίας κα της εργατικής παρέμβασης  στην παραγωγή, οι σταλινικοί και οι τροτσκιστές, οι βασικές δηλαδή διάδοχες μορφές του μπολσεβικισμού το 1923, πολύ κατώτερες και οι δύο από τον λενινισμό του Λένιν, δεν παρουσιάζουν καμία ουσιαστική διαφορά μεταξύ τους.

Υπολογίσιμη διαφορά παρουσιάζουν στο ζήτημα της δημοκρατίας μέσα στο κόμμα (κείμενο των «46» Μπολσεβίκων τον Οκτώβριο 1923) και στο ζήτημα «εθνική μόνο οικοδόμηση ή στήριξη/επέκταση  της διεθνούς επανάστασης», ζητήματα πολύ σημαντικά  από μόνα τους, όχι όμως και τα απολύτως πιο σημαντικά για την καθημερινότητα της εργατικής τάξης  στη Ρωσία. Οι μόνες τάσεις που βάζουν στα 1918-1923 μέσα στους Μπολσεβίκους το ζήτημα του εργατικού ελέγχου, της ενίσχυσης του ρόλου των συνδικάτων και της σοσιαλιστικής δημοκρατίας εν γένει είναι τάσεις, που πολύ λίγοι τις θυμούνται σήμερα  ως τις  πραγματικά «Αριστερές Αντιπολιτεύσεις» λόγω του γεγονότος ότι οι νικητές (δηλαδή οι κυρίαρχες τάσεις μέσα στον μπολσεβικισμό)  έγραψαν την Ιστορία: οι «αριστεροί κομμουνιστές» του 1918, δηλαδή οι Βαλέριαν Οσσίνσκυ, Νικολάι  Μπουχάριν, Καρλ Ράντεκ κα., που τάχθηκαν υπέρ του εργατικού ελέγχου και  κατά της  μονοπρόσωπης διεύθυνσης στα εργοστάσια και εξέδιδαν το περιοδικό “Kommunist” στο Πέτρογκραντ και την Μόσχα, η τάση του «δημοκρατικού συγκεντρωτισμού» των Σμυρνόφ-Σλιάπνικοφ υπέρ της ενισχυμένης εσωτερικής  δημοκρατίας στο κόμμα, η «Εργατική Αντιπολίτευση» των Κολλοντάι-Σλιάπνικοφ-Σμυρνόφ κ.α. το 1921, που υπεράσπισε τα δικαιώματα των σοβιετικών συνδικάτων απέναντι στο «κράτος» τους αλλά και την εσωκομματική δημοκρατία, η «Εργατική Αλήθεια» του φιλόσοφου και παλιού μπολσεβίκου ηγέτη Μπογκντάνοφ, η «Εργατική Ομάδα» του Μάισνικοφ[3].

Όλοι αυτοί δεν ήταν αναρχικοί, αλλά μαρξιστές επαναστάτες και Μπολσεβίκοι, οι οποίοι στήριξαν μια αντιαυταρχική και επαναστατική εκδοχή του Μπολσβικισμού κατά του «ρεαλισμού» των Λένιν, Τρόσκυ και Στάλιν. Το γεγονός ότι και οι τρεις αυτοί επαναστάτες  ηγέτες, παρά τις σημαντικές διαφορές τους, δεν είχαν ευήκοο ους στις διαμαρτυρίες αυτών των μειοψηφιών ως το 1921 δεν μπορεί να είναι τυχαίο. Συνδέεται με μια βασική ιστορική διάσταση του μπολσεβικισμού, την λογική για το συγκεντρωτικό κόμμα πρωτοπορίας, το οποίο εισάγει «από τα έξω» την  συνείδηση στην τάξη και γενικότερα κατανοεί το συμφέρον της τάξης αυθεντικότερα από τα απλά μέλη της, μια αντίληψη έντονα γιακωβινική, με την αρνητική σημασία αυτού του όρου ( αυταρχική, συγκεντρωτική, επιστημονικοφανή, τυχοδιωκτική)[4].

Στην συνέχεια, οι  διάφορες γνωστές διεθνείς Αντιπολιτεύσεις στο κομμουνιστικό κίνημα θα αμφισβητήσουν όψεις του σοβιετικού μαρξισμού, συχνά με εύστοχο και γόνιμο  τρόπο. Δυστυχώς, οι κριτικές τους, με όλα τα θετικά και καινοτόμα στοιχεία τους, ήταν , συνολικά ιδωμένες,  παραπληρωματικές στην ανεπάρκειά τους και στην αποτυχία τους.  Εδώ, μόνο σύντομα μπορώ να σχολιάσω τις ανεπάρκειες των αντιπολιτευτικών ρευμάτων -αναλυτικά το έχω κάνει αλλού. Οι μεν τροτσκιστές, χωρίς να διεκδικήσουν αποτελεσματικά την  εξουσία στα 1922-1924, όσο μπορούσαν ακόμη, κατάγγειλαν ορθά την αντιδημοκρατικότητα/γραφειοκρατισμό/ εθνικιστικό οπορτουνισμό του σταλινισμού και από ένα σημείο και μετά (ιδίως από την σύνταξη του Μεταβατικού Προγράμματος το 1938) πρότειναν μια δημοκρατική-αντιγραφειοκρατική συγκρότηση της εργατικής εξουσίας. Από όσο γνωρίζω,  παρά την  συστηματική  αναφορά τους στον εργατικό έλεγχο,  ποτέ δεν αμφισβήτησαν σε βάθος τον ρόλο των ειδικών-διευθυντών   στην παραγωγή, την περίφημη «ανάπτυξη των παραγωγικών  δυνάμεων» ως κριτήριο  επιτυχίας του σοσιαλισμού, την οργάνωση της καπιταλιστική παραγωγής ως τέτοια,  ανεξάρτητα από τον τρόπο της  κοινωνικής διανομής της παραγόμενης αξίας. Οι τροτσκιστές ήταν πάντοτε σιωπηλοί σε αυτό το πεδίο, μέχρι και σήμερα.

Οι δε μαοϊκοί, στην πιο ριζοσπαστική ευρωπαϊκή τους εκδοχή (Μπετελέμ, Λινάρ, Κοριά, Αλτουσέρ, Μπαλιμπάρ κ.α.) , ενώ αμφισβήτησαν την καπιταλιστική  χρήση της επιστήμης, τεχνικής και τεχνολογίας στη οργάνωση της παραγωγής, ενώ έθεσαν το θέμα της εργατικής αντίστασης  στην οργάνωση της παραγωγής και του ριζικού εργατικού  ανασχεδιασμού της  και όχι μόνο της αντίστασης στην καπιταλιστική  διανομή, ποτέ δεν έβαλαν το ζήτημα της συνολικής  αμεσοδημοκρατικής αυτοθέσμισης ως βασικό ζήτημα για την  θέσμιση της σοσιαλιστικής δημοκρατίας, λόγω μιας σαφούς φιλοσταλινικής ενύπαρκτης ιδεολογίας τους. Ο Πουλαντζάς υπήρξε εδώ μια γενεαλογική  εξαίρεση-εξαίρεση με αμφιλεγόμενη   την τελική  εξειδίκευσή της στο τελευταίο βιβλίο του.

Πιο πέρα, στο πεδίο του ελέγχου της παραγωγής και του κράτους από το κίνημα κατά την μετάβαση,  κινήθηκαν  τα κινήματα της Σαγκάης στην  κινέζικη Πολιτιστική Επανάσταση του 1966-1972, καθώς και το κίνημα Σενγκβουλιέν στο Χουνάν κατά την Πολιτιστική Επανάσταση, που θέλησε να προχωρήσει την ιδέα των Λαϊκών Κομμουνών και επέκρινε έμμεσα και τον ρόλο της μαοϊκής ηγετικής ομάδας στην Πολιτιστική Επανάσταση[5]. Επίσης, ο Σαρλ  Μπετελέμ στους Γ-Δ’ τόμους των «Ταξικών Αγώνων στην ΕΣΣΔ 1930-1941»προχωρά σε μια ενδιαφέρουσα γενικευμένη κριτική στον μπολσεβίκικο ιδεολογικό και πολιτικό σχηματισμό, με απορριπτικά τελικά  συμπεράσματα ως προς αυτόν (γερμανική έκδοση, Βερολίνο 2016, εκδόσεις Die Buchmacherei). Δεν συμμεριζόμαστε το σύνολο των συμπερασμάτων του, ούτε μπορούμε να χαρακτηρίσουμε ελαφρά τη καρδία τον Οκτώβρη  ως μια «καπιταλιστική επανάσταση» και τους Μπολσεβίκους εξ αρχής ως μια «υποκατάστατη κρατικοκαπιταλιστική τάξη» αντί της ανίκανης ρωσικής κλασικής αστικής τάξης. Θεωρούμε αυτήν την ανάγνωση ως εσφαλμένη λόγω ενός συμμετρικού προς τον σοβιετικό μαρξισμό ντετερμινισμού («αφού χρησιμοποίησαν καπιταλιστικά μέσα, εξέφραζαν εξαρχής την καπιταλιστική τάξη»).

Όμως, η  οργανική συσχέτιση από τον Μπετελέμ  του κρατικού καπιταλισμού  που εγκαθιδρύεται  και παγιώνεται καθαρά μετά το 1928 στην ΕΣΣΔ με καίριες/κυρίαρχες  αντιλήψεις  εντός του μπολσεβικισμού αλλά και συνολικά του μαρξισμού εκείνης της εποχής  (προτεραιότητα των παραγωγικών δυνάμεων,  μηχανικισμός- εξελικτικισμός,  αποδοχή του καπιταλιστικού κοινωνικού καταμερισμού εργασίας, λατρεία της ηγεσίας και των «ηγετών»  στο κόμμα, το κράτος, την παραγωγή, αντίληψη για την  ηγεσία του κόμματος  ως μια απολύτως διακριτή και σταθερή ομάδα προσώπων κλπ) αποτελεί,  κατά την άποψή μας, μια σωστή ερμηνευτική κατεύθυνση. Σε πολλά σημεία, αυτή η σωστή κριτική επαναλαμβάνει την κριτική του Καστοριάδη της μαρξιστικής περιόδου (1948-1964). Αυτή η θέση συνεπάγεται  μια αταλάντευτη αντισταλινική ιδεολογική ιστορική στάση, η οποία,  σε ορισμένα σημεία τουλάχιστον, είναι και μερικά αντιμπολσεβίκικη, όσον αφορά την αυταρχική διάσταση του μπολσεβικισμού – όποιος θέλει να είναι με τον επαναστατικό μαρξισμό δεν μπορεί παρά να είναι με τους εργάτες του Ανατολικού Βερολίνου το 1953, της Πολωνίας το 1956, το 1970 το 1976 και το 1981 (ανεξάρτητα από τον ρόλο του Λεχ Βαλέσα) και της Βουδαπέστης το 1956 κατά της εκμεταλλευτικής «κόκκινης» γραφειοκρατίας ή «κόκκινης αστικής τάξης» και των μηχανισμών ελέγχου και  καταστολής της (απορρίπτοντας  την θέση ότι όποιος είναι κατά του ιμπεριαλιστή εχθρού μου είναι φίλος μου), να είναι κριτικά με την μαοϊκή  Κίνα κατά της Σοβιετικής Ένωσης, καθώς, επίσης, να είναι κριτικά με την Άνοιξη της Πράγας κατά των σοβιετικών τανκς. Όποιος υπερασπίζεται την κρατική καταστολή εκ μέρους της  γραφειοκρατίας σε βάρος των εργατών, ακόμη και αν αξιώνει μια «θεμιτή νομικά» συνέχεια με τον μπολσεβικισμό, είναι αντικειμενικά εκτός του πεδίου ενός σύγχρονου ανατρεπτικού μαρξισμού. Είτε το γνωρίζει και το αποδέχεται είτε όχι.

Βεβαίως, αυτή η κριτική στον μπολσεβικισμό εμπεριέχει και μια γενικότερη κριτική σε μια ιστορικά δομημένη και πολύ ισχυρή διάσταση ή εκδοχή ιστορικά του μαρξισμού, τον σοβιετικό/σταλινικό  μαρξισμό. Ο σοβιετικός μαρξισμός δεν είναι και αυτός ουρανοκατέβατος, από κάπου προήλθε μέσα στο σώμα των μαρξισικών κειμένων και πρακτικών. Αποτελεί ιστορική  εξειδίκευση αρνητικών πλευρών ή αναγνώσεων ή παραδοχών έστω του μαρξιστικού έργου (π.χ. ο περίφημος Πρόλογος του Μαρξ του 1859 στην «Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας» ), που συγκροτούν μια  δυνάμει «φιλοκαπιταλιστική» εκδοχή  ή  ανάγνωση του μαρξισμού. Σε αυτό θα επανέλθουμε σε άλλο κείμενό μας.

4.    Για τον «αντιμπολσεβίκικο» δυτικό  κομμουνισμό του 1920- τα υπέρ και  τα κατά

Οι παραπάνω σκέψεις για τον Οκτώβρη του 1917 δεν αίρουν το τεράστιο πολιτικό «παράδειγμα» του Οκτώβρη για την διεθνή εργατική τάξη και τους λαούς στον 20ο αιώνα και σε κάποιο βαθμό μέχρι και σήμερα. Η ρώσικη επανάσταση όχι μόνο ήταν το νικηφόρο «προηγούμενο»  όσων εξεγέρσεων και επαναστάσεων  επακολούθησαν  και η  αναχρονική δικαίωση όσων αποτυχημένων προηγήθηκαν (όπως η Παρισινή Κομμούνα του  1871), αλλά ήταν και το στέρεο υπόβαθρο όλων των φιλολαϊκών-φιλεργατικών  μεταρρυθμίσεων στις μητροπόλεις του καπιταλισμού από το 1930 και το αργότερο το 1945 ως το 1975. Όλη η φορντιστική και κεϋνσιανή  εμπειρία, που κάποτε θεωρήθηκε ατυχώς ως η «κανονικότητα» του σύγχρονου καπιταλισμού, δεν θα είχε υπάρξει απλά, χωρίς τον φόβο που άσκησε η Οκτωβριανή πάνω στην διεθνή καπιταλιστική τάξη και στις εθνικές καπιταλιστικές τάξεις (έτσι και ο Ε. Χομπσμπάουμ).  Το τέλος του «σοβιετικού κράτους» το 1989-1991- παρά το ότι καμία σχέση δεν είχε πια με τον σοσιαλισμό- ήταν ένας από τους βασικούς παράγοντες επιτάχυνσης  της νεοκαπιταλιστικής και νεοφιλελεύθερης επίθεσης.

Όμως, το διαχρονικό «παράδειγμα» του Οκτώβρη δεν αίρει το γεγονός ότι από ορισμένες απόψεις η νίκη στην Ρωσία  και την Κίνα και ή  συμμετρική αποτυχία – ήττα της  στην Γαλλία και στην Γερμανία ή και την Ιταλία ακόμη αντικειμενικά έβλαψε τον επαναστατικό μαρξισμό στον 20ο αιώνα (στον αγγλοσαξωνικό κόσμο, το ζήτημα του επαναστατικού σοσιαλισμού ουσιαστικά δεν τέθηκε ποτέ, για λόγους που αξίζει κάποτε να εξεταστούν). Σε μια εποχή μεταδημοκρατική, όπου όλοι σχεδόν αναζητούν «μεγάλους ηγέτες» και «σωτήρες» διεθνώς, αυτό ακούγεται παράδοξο, δεν παύει, όμως, να είναι αληθές. Οι εμπειρίες  στον αναπτυγμένο καπιταλισμό υποτιμήθηκαν και το ρωσικό «παράδειγμα» οδήγησε- σε συγκεκριμένες μόνο χώρες- σε μαζικά ΚΚ, τα οποία , μέσω της Διεθνούς,  είχαν ένα προσανατολισμό συχνά της καλύτερης μεταφοράς της ρώσικης εμπειρίας στην Δύση παρά της  καλύτερης κατανόησης των καπιταλισμών της Δύσης. Ο Γκράμσι υπήρξε σ’ αυτό μια εμφατική εξαίρεση, η Λούξεμπουργκ, όσο  πρόλαβε, επίσης.

Ο κατασυκοφαντημένος από τον Λένιν το 1920,  στο έργο του «Αριστερισμός, παιδική αρρώστεια του κομμουνισμού», «αριστερός» κομμουνισμός των Γερμανών και Ολλανδών «ακραίων κομμουνιστών» καθώς και του Μπορντίγκα  στην Ιταλία εμπεριείχε-μεταξύ κάποιων θεωρητικών και  πολιτικών  σφαλμάτων και υπερβολών των ακροαριστερών, όπως η πάγια και μόνιμη δράση εκτός συνδικάτων και εκλογών- και το ορθό παράπονο ότι η Διεθνής συχνά διοίκησε ή ήθελε να διοικήσει τα «εθνικά» ΚΚ σαν να ήταν σοβιετικές  επαρχίες. Οι «αριστεροί κομμουνιστές» ήταν οι πρώτοι που είχαν το θάρρος να πούνε ότι η Κομμουνιστική Διεθνής δεν έπρεπε να διευθύνεται με αυταρχικό τρόπο από το Ρώσικο κόμμα και ότι οι αμοιβαίες εμπειρίες έπρεπε να μοιραστούν  ανάμεσα στους «Ρώσους» και τους «υπόλοιπους». Ήταν και οι πρώτοι ουσιαστικά «από τα αριστερά» αντιπολιτευόμενοι που αποβλήθηκαν από την Διεθνή, το 1922.

Η εκ των υστέρων εμπειρία μας λέει ότι όσοι επαναστάτες μαρξιστές[6] δεν ακολούθησαν την καθοδήγηση του Κόμματος των Μπολσεβίκων και της Τρίτης  Διεθνούς  στην Δύση ή και διεθνώς, σύντομα  απέτυχαν και  εξελίχθηκαν σε σέχτες, που δεν μπορούσαν να παίξουν κανέναν ουσιαστικό ρόλο στην πολιτική ταξική πάλη των χωρών τους. Πιο σέχτες και  από τον τροτσκισμό ακόμη, που παρέμεινε σαφώς  εντός του λενινιστικού «παραδείγματος». Πράγματι, έτσι συνέβη, καθώς, όταν η διεθνής επανάσταση περιπίπτει σε «στασιμότητα», όλοι ακολουθούν το «παράδειγμα» αυτουνού  που έστω και μια φορά νίκησε και όχι το αντίθετο. Και μόνο μέσω αυτού πια νικούν η ηττώνται, «κλείνοντας» τις άλλες εναλλακτικές ιστορικές δυνατότητες. Όμως, στην πραγματικότητα, τα μπολσεβικοποιημένα και φιλοσοβιετικά  ΚΚ σπάνια έσπασαν την σοβιετική γραμμή των «σφαιρών επιρροής» και έκαναν  με βάση τις δικές τους δυνάμεις  την επιτυχημένη ή αποτυχημένη  επανάσταση (Κίνα, Γιουγκοσλαβία, Βιετνάμ, Ελλάδα 1946-1949). Συνήθως, όπου υπήρξαν μαζικά  κομμουνιστικά κόμματα, αυτά  κινήθηκαν στην λογική ενός φιλοσοβιετικού μεταρρυθμισμού ή, σπανιότερα, ενός αποκαλυπτικού σεχταρισμού (Γερμανία 1929-1933). Και όποτε υπήρξε ή πλησίασε να υπάρξει μια επαναστατική δυνατότητα με μαζικούς όρους, τα κόμματα αυτά έκαναν  το τελείως αντίθετο από ό,τι υποτίθεται ότι ήταν ο Ιστορικός  ρόλος τους: κατέστειλαν , ανέσχεσαν ή πάντως παρεμπόδισαν αυτήν την δυνατότητα ( στην Ισπανία του 36, στον ελληνικό Λίβανο-Καζέρτα-Βάρκιζα το 1944/1945, στη Ιταλία το 1943-1945,   στον γαλλικό Μάη του ‘68  ή στο ιταλικό Θερμό Φθινόπωρο και μετά -Ιταλία 1969-1977) . Από την άποψη, λοιπόν της μαζικής εργατικής  δράσης, ο διεθνής μπολσεβικισμός σε μεγάλο βαθμό δικαιώθηκε απέναντι στην αντιλενινιστική ακροαριστερή κριτική. Από την άποψη της επαναστατικής πραγματοποίησης, όμως, ιδίως δε της επανάστασης στις μητροπόλεις, δεν δικαιώθηκε κατά την διάρκεια του 20ου αιώνα. Ο 20ος αιώνας, τελικά, υπήρξε πολύ σκληρός για τον ιστορικό κομμουνισμό, και τον λενινιστικό, σε όλες τις εκδοχές του, αλλά και τον αντιλενινιστικό ακόμη περισσότερο.

Φαίνεται, λοιπόν, όπως έχει γράψει ο Ρ. Τζάκομπι στην «Διαλεκτική της Ήττας» ότι η πολιτική νίκη ή ήττα, η πολιτική επιβεβαίωση η διάψευση ενός ρεύματος, ιδίως μάλιστα η βραχυπρόθεσμη επιβεβαίωση ή διάψευση ενός ρεύματος, δεν μπορεί να είναι το απώτατο κριτήριο δικαίωσης για τους  επαναστάτες. Αυτοί, εντός του επαναστατικού  μαρξισμού, που επέκριναν  τον Λένιν για την όχι επαρκώς ριζοσπαστική πολιτική του ή και την καταπιεστική πολιτική του μετά την επικράτηση  των Μπολσεβίκων (και κατ’ αρχάς, τον επέκριναν  συντροφικά-φιλικά  και όχι εχθρικά), από την Λούξεμπουργκ ως τον Πάννεκοκ και τον Γκόρτερ, από τον Μπουχάριν του 18 ως την Κολλοντάι και τον Μάισνικοφ  το 1920-1921, είχαν δίκιο. Διαψεύσθηκαν συγκυριακά, αλλά επιβεβαιώθηκαν μακροπρόθεσμα. Επιβεβαιώθηκαν στην κριτική που έκαναν  στην «λατρεία των ηγετών», στην κριτική που έκαναν στην «περιορισμένη» εμπιστοσύνη της ηγεσίας των Μπολσεβίκων προς την δημοκρατία και στη συλλογική αυτοδιεύθυνση[7], στην κριτική που έκαναν στην Κομμουνιστική Διεθνή για τον υπερβολικό ρωσικό έλεγχο σε αυτήν, στην κριτική που έκαναν  για τον κίνδυνο «πραγματισμού» της σοβιετικής ηγεσίας σε σχέση με το διεθνές καπιταλιστικό περιβάλλον, το έμβρυο δηλαδή των σταλινικών «σφαιρών  επιρροής». Είχαν άδικο, όμως,  στο θέμα της μόνιμης και δογματικής μη συμμετοχής στα συνδικάτα και στην τελική τους άποψη ότι, εφόσον το λενινιστικό κόμμα μπορεί να είναι λάθος, είναι λάθος και η γενικότερη σκέψη για την συγκρότηση ενός επαναστατικού κόμματος.

Για να ξαναγυρίσουμε στον Οκτώβρη και να κλείσουμε αυτό το άρθρο. Αυτό που όντως διαψεύσθηκε από την κληρονομιά του Οκτώβρη είναι η πολιτική φαντασία ότι κάποιοι «εξαιρετικοί οργανωτές» της (εργατικής) πολιτικής  -δίπλα στους «εξαιρετικούς τεχνικούς της (καπιταλιστικής) παραγωγής» καθώς  και τους «εξαιρετικούς οργανωτές του θεάματος», που δεν υπήρχαν σχεδόν καθόλου ακόμη τον Οκτώβρη του 1917 αλλά σήμερα υπάρχουν πια σε πληθώρα- μπορούν, αγνοώντας τους πραγματικούς ανθρώπους, να κάνουν την «επανάσταση από τα πάνω» και να επιτύχουν. Αυτό δεν έγινε ποτέ, ούτε και θα γίνει, άλλωστε. Η  σοσιαλιστική επανάσταση στηρίζεται στην μακροχρόνια και καθολική συγκρότηση της συνείδησης όλης της τάξης και όχι αποκλειστικά της πρωτοπορίας της ή κάποιων «φωτισμένων» τομέων της, στην μακροχρόνια συνειδητή δράση όλης της τάξης, που αποτελεί και το βασικό εσωτερικό και όχι «εξωτερικό» εφαλτήριο για την ταξική της συνειδητοποίηση. Η πρωτοπορία είναι ένα αξιόλογο όχημα αλλά όχι αναγκαστικά το κύριο όχημα αυτής της διαδικασίας, ο Λένιν είχε εδώ άδικο ιστορικά. Αυτό ίσχυε και για τις πραγματικά αξιόλογες και ισχυρές κομματικές  πρωτοπορίες του 1917, ισχύει και για τις λυμφατικές και ισχνές «πρωτοπορίες» του 2017.Τα λοιπά ανήκουν στην αρμοδιότητα της Κοινωνίας του Θεάματος.

……………………………………………………………………………………………………………………………………….

[1] Θυμίζουμε εδώ το περίφημο άρθρο του Α. Γκράμσι «Η επανάσταση ενάντια στο Κεφάλαιο» του 1919.
[2] “The immediate tasks of the soviet government”, 1918,  “Left Wing Childishness and the Petty Bourgeois Mentality”, 1918,  “The tax in kind”,  1921,  όλα αναγνώσιμα σε www.marxists.org, Lenin Archive.
[3]  Βλ. αναλυτικά σε R.V. Daniels  “The Conscience of the Revolution. Communist Opposition in the USSR’, Harvard 1969.
[4] Αυτός ο «γιακωβινισμός» του μπολσεβικισμού είχε επικριθεί από  την Ρ.Λούξεμπουργκ από το 1904 στην κριτική της στο «Ένα Βήμα Μπρος, Δύο Βήματα Πίσω», στο άρθρο της «Οργανωτικά  Προβλήματα της Ρώσικης Σοσιαλδημοκρατίας».
[5] Εlliot Liu “Maoism and the Cultural Revolution”, Oakland 2015, PM Books.
[6] Εδώ αναφερόμαστε αποκλειστικά στους αντιλενινιστές κομμουνιστές του 1920-1925 ( την λεγόμενη «Άκρα Αριστερά» της  Τρίτης Διεθνούς) και όχι σε  αριστερά σοσιαλδημοκρατικά ή αυστρομαρξιστικά κεντριστικά ρεύματα).
[7] Στο «Ένα Βήμα Μπρος, δύο Βήματα Πίσω», ο Λένιν αναφέρεται με σαφήνεια στην «οργανωμένη δυσπιστία» της Κεντρικής Επιτροπής  του κόμματος απέναντι στις τοπικές του οργανώσεις. Όταν το ξαναδιάβασα μετά από χρόνια, δεν κρύβω ότι απόρησα από την τόσο ακραία έκφραση  ενός πνεύματος «υποκατάστασης της τάξης από το κόμμα» αλλά και του κόμματος από την ηγεσία του.

πηγη: pandiera.gr

Σάββατο, 18 Φεβρουαρίου 2017 12:56

Αυτή είναι η έβδομη ήπειρος

Γράφτηκε από τον

_είναι_η_έβδομη_ήπειρος.jpg

Την ύπαρξη της Zealandia, μιας κρυμμένης ηπείρου στον Ειρηνικό ωκεανό, που συνδέεται με τη Νέα Ζηλανδία, επιβεβαίωσε έρευνα που δημοσιεύτηκε πρόσφατα. Ομάδα 11 ερευνητών διαπίστωσε ότι η Νέα Ζηλανδία και η Νέα Καληδονία είναι στην πραγματικότητα κομμάτι μιας πλάκας του ηπειρωτικού φλοιού έκτασης 4,9 εκατ. τετραγωνικών χιλιομέτρων, η οποία είναι ξεχωριστή από την Αυστραλία.

Η συγκεκριμένη μελέτη, που δημοσιεύτηκε από την Γεωλογική Εταιρία της Αμερικής, αναφέρει ότι η ήπειρος είναι βυθισμένη κατά 94%, κυρίως ως αποτέλεσμα της λέπτυνσης του φλοιού πριν την διάλυσή του. “Η επιστημονική αξία της αξιολόγησης της Zealandia ως ηπείρου είναι πολύ μεγαλύτερη από ένα επιπλέον όνομα σε έναν κατάλογο. Μια ήπειρος που βυθίζεται ακόμα άθραυστη, την καθιστά πρόκληση και χρήσιμο εργαλείο για την εξερεύνηση της συνοχής και της διάλυσης του ηπειρωτικού φλοιού”, αναφέρουν οι επιστήμονες. Υποστηρίζουν, ακόμη, ότι η Zealandia θα πρέπει να θεωρείται ήπειρος, παρά το γεγονός ότι θεωρίες του παρελθόντος την ήθελαν να απαρτίζεται από ηπειρωτικά νησιά και θραύσματα.

zeelandia2.jpg

“Με βάση τα στοιχεία των γεωλογικών και γεωφυσικών ερευνών, ιδίως εκείνων που έχουν συγκεντρωθεί κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες, υποστηρίζουμε ότι η Zealandia δεν είναι μια ένωση μερικώς βυθιζόμενων ηπειρωτικών θραυσμάτων αλλά μια ήπειρος με συνοχή, έκτασης 4,9 εκατ. τετραγωνικών χιλιομέτρων”, καταλήγει η μελέτη. Με τους γεωλόγους να υπολογίζουν την Ευρώπη και την Ασία ως μια γιγαντιαία ήπειρο με το όνομα Ευρασία, η προσθήκη της Zealandia αυξάνει στις επτά τις επίσημες ηπείρους.

zeelandia3.jpg

Το πάχος του φλοιού της νέας ηπείρου κυμαίνεται από 10 έως 30 χιλιόμετρα και έχει περίπου το μέγεθος της Ινδίας. Εκτιμάται ότι αποκόπηκε από την Ανταρκτική πριν από 100 εκατ. χρόνια και από την Αυστραλία πριν από 80 εκατ. χρόνια. Οι ερευνητές μάλιστα δεν κάνουν λόγο για “ανακάλυψη” αλλά για “συνειδητοποίηση”. “Δεν πρόκειται για μια ξαφνικά ανακάλυψη αλλά για σταδιακή συνειδητοποίηση. Η Zealandia μαρτυρά ότι το μεγάλο και προφανές στις φυσικές επιστήμες μπορεί να παραβλεφθεί”.

Πηγή: perierga.gr

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2017 13:02

Οι εκθαμβωτικές κι επικίνδυνες λίμνες της Αρκτικής

Γράφτηκε από τον

lake1.jpg

Μοιάζουν με έργα τέχνης αλλά αποτυπώνουν την καταστροφή - Δείτε τις φωτογραφίες

Αν δεν ξέρει κανείς περί τίνος πρόκειται, οι παρακάτω φωτογραφίες θυμίζουν έργα τέχνης, πίνακες που παίζουν με τα σχήματα και τα χρώματα και αναδεικνύουν τη γοητεία των αντιθέσεών τους.

Οι μικρές μπλε «εκρήξεις» μέσα στην κυριαρχία του λευκού αποτυπώνουν ωστόσο κάτι πανέμορφο και ταυτόχρονα επικίνδυνο: το πρόσωπο του πάγου της Αρκτικής, που αλλάζει.

Ο φωτογράφος Timo Lieber έβγαλε τις φωτογραφίες αυτές τον περασμένο Ιούλιο, πετώντας με μικρά αεροσκάφη και ελικόπτερα πάνω από τη Γροιλανδία. Στον φακό του αποτύπωσε τις ολοένα και διογκούμενες λίμνες και ποτάμια που γεννά ο πάγος που λιώνει. Στόχος του, όπως εξηγεί η Daily Mail, είναι να δείξει στον κόσμο έναν περιβαλλοντικό κίνδυνο που εξελίσσεται και μεγαλώνει μακριά από το ανθρώπινο βλέμμα.

«Φωτογράφισα τις ολοένα και περισσότερες λίμνες και ποτάμια που σχηματίζονται στον πάγο της Γροιλανδίας, μία από τις πιο απρόσιτες περιοχές στον κόσμο» λέει ο φωτογράφος. «Εδώ οι δραματικές επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής είναι πιο εμφανείς από οπουδήποτε αλλού στον κόσμο».

Για να πετύχει το αποτέλεσμα αυτό, ο Lieber συνεργάστηκε με επιστήμονες από το ερευνητικό κέντρο Scott Polar Research Institute του Πανεπιστημίου του Κέιμπριτζ και επιστήμονες από τη σειρά Frozen Planet του BBC.

Τις τελευταίες δύο δεκαετίας, το «απόθεμα» πάγου της Γροιλανδίας έχει αλλάξει κι από σταθερή κατάσταση και ισορροπία στο κλίμα χάνει σήμερα κατά μέσο όρο 3,8 δισεκατομμύρια τόνους πάγου ετησίως.

«Οι φωτογραφίες του Timo δείχνουν τις δραματικές αλλαγές που παρατηρούμε στην Αρκτική στη διάρκεια των αρχών του 21ου αιώνα. Ο πάγος της Αρκτικής περιορίζεται σημαντικά και συμβάλλει στην παγκόσμια άνοδο της στάθμης της θάλασσας» σημείωσε ο καθηγητής Julian Dowdeswell, διευθυντής του Scott Polar Research Institute.

lake2 lake3 lake4 lake5 lake6 lake7 lake8 lake9 lake10

πηγη: newsbeast.gr

Τετάρτη, 15 Φεβρουαρίου 2017 12:49

ΛΑΕ-ΑΡ: Άτολμο «έξω από την ΕΕ», μέσα όμως στις αυταπάτες

Γράφτηκε από τον

AR725.jpg

Το Αριστερό Ρεύμα, βασική δύναμη της Λαϊκής Ενότητας, μετατρέπεται σε πολιτική οργάνωση, με αριστερό σοσιαλιστικό προσανατολισμό. Το ΑΡ, το οποίο έδρασε για πολλά χρόνια μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ ως πολιτική τάση, συσπειρώνει αγωνιστές/στριες του λαϊκού κινήματος, που αναζητούν ένα «εναλλακτικό σχέδιο ριζοσπαστικών αλλαγών».

Δημήτρης Γρηγορόπουλος

Το προηγούμενο Σαββατοκύριακο πραγματοποιήθηκε το ιδρυτικό συνέδριο του Αριστερού Ρεύματος (ΑΡ) ως πολιτικής οργάνωσης, ενταγμένης στη Λαϊκή Ενότητα. Το ΑΡ επί 25 χρόνια λειτουργούσε ως ιδεολογικοπολιτική τάση αρχικά στον ΣΥΝ, έπειτα στον ΣΥΡΙΖΑ και μετά το Σεπτέμβρη του 2015 στη ΛΑΕ. Το συνέδριο ενέκρινε την ιδρυτική διακήρυξη και το καταστατικό του μετασχηματισμένου σε πολιτική οργάνωση ΑΡ και εξέλεξε Κεντρική Επιτροπή. Με γνώμονα το βασικό κείμενο του συνεδρίου παρατηρούμε πως το Αριστερό Ρεύμα παραμένει δέσμιο των θεμελιακών ρεφορμιστικών αυταπατών του: της αριστερής κυβέρνησης σε συνθήκες συνέχειας του καπιταλισμού, του αστικού κράτους, των ιμπεριαλιστικών μηχανισμών. Του ρηχού αντιμνημονιακού μετώπου «των ευρύτερων δυνατών αντιμνημονιακών προοδευτικών, δημοκρατικών και πατριωτικών δυνάμεων». Της αντιφατικής και άτολμης θέσης για την έξοδο απ’ την ΕΕ. Της παραγωγικής ανασυγκρότησης εντός του καπιταλισμού, κ.ά. Θέσεις όπως αυτές αλλά και η επίμονη άρνηση του ΑΡ να αναγνωρίσει τις πολιτικές ευθύνες του για τον σοσιαλφιλελεύθερο κατήφορο του ΣΥΡΙΖΑ εύλογα γεννούν αμφιβολίες για το αν έχει κόψει ολοκληρωτικά τον ομφάλιο λώρο με τον συριζαϊσμό.

Αν και το ΑΡ αναπαράγει τη θεωρία των σταδίων με τη διάκριση της κυρίαρχης αντίθεσης («Ο διαχωρισμός μνημόνιο – αντιμνημόνιο διατηρείται και βαθαίνει») απ’ τη βασική, ωστόσο, συνδέει την έξοδο απ’ το μνημόνιο με «την έξοδο απ’ την ευρωζώνη, τη σύγκρουση και ρήξη με την ΕΕ, με τους αγώνες και τη θέληση του λαού και την πάλη για ένα εναλλακτικό σχέδιο ριζοσπαστικών αλλαγών».

Ωστόσο, αυτή η θέση αντιφάσκει με τη «συγκρότηση ενός ευρύτατου πολιτικού και εκλογικού μετώπου», το οποίο θεωρεί αναγκαίο η ΛΑΕ και στο οποίο περιλαμβάνει όλες τις δυνάμεις της αριστεράς, αλλά ταυτόχρονα διευκρινίζει ότι «θα αναλάβει πρωτοβουλία για την προσέλκυση σ’ αυτό το μέτωπο των ευρύτερων δυνατών αντιμνημονιακών, προοδευτικών, δημοκρατικών και πατριωτικών δυνάμεων», χωρίς να προσδιορίζει ορισμένες τουλάχιστον απ’ αυτές. Αν λάβουμε υπόψη ότι σ’ αυτές τις δυνάμεις περιλαμβάνονται η αστικοδημοκρατική Πλεύση και το ΕΠΑΜ της «εθνικής» συμμαχίας, δυνάμεις με τις οποίες ερωτροπεί το ΑΡ και η ΛΑΕ, προφανώς θα συμπεράνουμε ότι: πρώτο, μέτωπο των αριστερών, ριζοσπαστικών αντικαπιταλιστικών δυνάμεων με τις αστικοδημοκρατικές και εθνικιστικές δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί (η προσομοίωση με το ΕΑΜ είναι ιδεοληπτική μεταφορά από άλλες ιστορικές συνθήκες) και δεύτερο, αν το Αριστερό Ρεύμα συμμαχήσει μ’ αυτές ή ανάλογες δυνάμεις, «το εναλλακτικό σχέδιο ριζοσπαστικών αλλαγών», που ευαγγελίζεται, ανεξάρτητα από προθέσεις, θα μείνει κενό γράμμα.

Παράλληλα, το ΑΡ εμμένει στη στρατηγική της αριστερής κυβέρνησης σε συνθήκες συνέχειας του καπιταλισμού, του αστικού κράτους και των ιμπεριαλιστικών μηχανισμών (και όχι στην αντίληψη της πιθανότητας μιας τέτοιας κυβέρνησης σε συνθήκες ρήξεων, κινηματικής έξαρσης και κλονισμένης αστικής κυριαρχίας), παρά την παταγώδη αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ και άλλων ανάλογων εγχειρημάτων. Για τη χρεοκοπία της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ δεν φέρει την κύρια ευθύνη η πρόθυμη συναλλαγή («προδοσία») της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ με το ιερατείο των Βρυξελλών, αλλά η ανυπέρβλητη αδυνατότητα νίκης μιας αριστερής πολιτικής σε συνθήκες απόλυτης υπεροπλίας του εγχώριου και διεθνούς κεφαλαίου. Ακόμη και αν μια αριστερή κυβέρνηση δεν υποχωρήσει σ’ ένα κατάπτυστο συμβιβασμό, ακόμη και αν έχει επεξεργαστεί ένα συγκροτημένο σχέδιο δράσης, αναπόφευκτα προ του συντριπτικού συσχετισμού υπέρ του κεφαλαίου θα υποστεί δεινή ήττα, εκτός αν υπάρξουν συνθήκες, όπως αυτές που προαναφέραμε.

Μάλιστα, η άρχουσα τάξη θα αξιοποιήσει αυτή την ήττα για να επιβάλει στις μάζες μιαν ακόμη αντιδραστικότερη πολιτική. Άρα, «σχέδιο ριζοσπαστικών αλλαγών» και αριστερή κυβέρνηση είναι ασύμβατοι όροι.

Το Αριστερό Ρεύμα παραμένει δέσμιο των θεμελιακών ρεφορμιστικών αυταπατών του: της αριστερής κυβέρνησης και του ρηχού αντιμνημονιακού μετώπου

Θετικό βήμα, αλλά ανολοκλήρωτο και αντιφατικό, αποτελεί η θέση του ΑΡ για την ΕΕ. Το ΑΡ μιλά για «ένα ριζοσπαστικό αντιμνημονιακό μεταβατικό πρόγραμμα με σοσιαλιστική κατεύθυνση και προοπτική» (αξίζει να τονισθεί πως είναι εξαιρετικά υποβαθμισμένες οι αναφορές στην κομμουνιστική στρατηγική) Αφού εκθέσει αναλυτικά αυτούς τους στόχους η κεντρική εισήγηση του ΑΡ καταλήγει στο εύλογο συμπέρασμα ότι ένα τέτοιο πρόγραμμα θα συναντήσει λυσσαλέα αντίδραση απ’ το κεφάλαιο. Σ’ αυτή την αναπόφευκτη αναμέτρηση το ΑΡ φρονεί ότι: «Το δίλημμα εφαρμογή του μεταβατικού μας προγράμματος ή ακύρωσή του για την πάση θυσία παραμονή της χώρας στην ΕΕ θα έρθει εκ των πραγμάτων στην ημερήσια διάταξη και οφείλει να απαντηθεί με την έξοδο απ’ την ΕΕ για την προώθηση των προγραμματικών μας δεσμεύσεων σε προοδευτικό και σοσιαλιστικό δρόμο». Αυτή η διατύπωση είναι βελτιωμένη. Μιλά ρητά για έξοδο απ’ την ΕΕ, για την προώθηση ριζικών αλλαγών με κατεύθυνση τον σοσιαλισμό, χωρίς να συνδέει την έξοδο με ένα αμφίβολο δημοψήφισμα. Υπάρχουν όμως δύο προβλήματα:

Πρώτο, πάλι η σύγκρουση μετατίθεται στο μέλλον (η αναμέτρηση θα έρθει στην ημερήσια διάταξη) ή τουλάχιστον στη διατύπωση υπάρχει αμφισημία. Πρέπει να είναι καθαρό. Η προώθηση ριζοσπαστικών στόχων εξαρχής θα συναντήσει λυσσαλέα αντίδραση απ’ την ΕΕ. Άρα εξαρχής από σήμερα και χτες, το κίνημα της ανατροπής πρέπει να ζυμώνεται με την αναγκαιότητα της σύγκρουσης με την ΕΕ.

Δεύτερο, με εξαίρεση αυτό το εδάφιο, ο στόχος της εξόδου απουσιάζει παντελώς απ’ την εισήγηση, όπως και απ’ τους λόγους και τα κείμενα του ΑΡ. Υπεισέρχεται λοιπόν η πιθανότητα, η βελτίωση αυτής της θέσης να είναι απλώς φραστική. Η εισήγηση επαναλαμβάνει αναλλοίωτη τη βασική θέση των ΑΡ-ΛΑΕ για «παραγωγική ανασυγκρότηση», υιοθετώντας μάλιστα την υπερφίαλη θέση ότι η κυβέρνηση της αριστεράς θα «πάρει υπό τον έλεγχό της τις βασικές λειτουργίες της οικονομίας»! Είναι όμως ουτοπία ή φενάκη ότι η άρχουσα τάξη και δη στον ολοκληρωτικό καπιταλισμό, θα ανεχθεί τέτοιες αλλαγές. Άρα, ή θα αποτύχει το εγχείρημα «του καπιταλισμού με ανθρώπινο πρόσωπο» ή το ΑΡ θα κατρακυλήσει σε μια σοσιαλφιλελεύθερη διαχείριση. Τα καλά του ΣΥΡΙΖΑ, δηλαδή!

Πηγή: ΠΡΙΝ

merkel-soimple-lagkarnt-tsipras-696x322.jpg

Schäuble, Moscovici, Lagarde και η παραδομένη κυβέρνηση. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι η C. Lagarde, η κορυφή του ΔΝΤ, θεώρησε απολύτως σκόπιμο αυτές τις κρίσιμες μέρες να διευκρινίσει ότι δεν θα υπάρξει εξαίρεση από τους κανόνες του Ταμείου για την Ελλάδα.

Η δήλωση δεν θα μπορούσε να ήταν πιο σαφής. Το ΔΝΤ δεν θα μπει στο ελληνικό πρόγραμμα χωρίς σκληρά μέτρα για την Ελλάδα ώστε να μπορεί να προσεγγιστεί από την χώρα μας μετά “βεβαιότητας” το εξωφρενικό πρωτογενές πλεόνασμα 3.5% μετά το 2018, χωρίς, επίσης, δέσμευση της Ελλάδας σε όλα τα υπόλοιπα προαπαιτούμενα (π.χ. ξεπούλημα του ενεργειακού τομέα) αλλά και χωρίς μια δραστική «ελάφρυνση» του χρέους, ώστε το ίδιο το Ταμείο, να μπορεί να το κρίνει βιώσιμο.

Γερμανία και ΔΝΤ δεν έχουν ακόμα βρει κοινή βάση μέτρων που θα πρέπει να θεσμοθετήσει για τη δεύτερη αξιολόγηση η Ελλάδα και πολύ περισσότερο δεν έχουν συμφωνήσει για τα μεσοπρόθεσμα μέτρα για το χρέος.

Η πρόταση – τελεσίγραφο προς την Ελλάδα για μέτρα 3 δισ. σε 2 δόσεις είναι περισσότερο πρωτοβουλία της Γερμανίας.

Η Γερμανία με αυτήν την πρόταση θέλει να δελεάσει το ΔΝΤ να συμφωνήσει, έχοντας προηγουμένως αποσπάσει την ελληνική συναίνεση.

Η κυβέρνηση Τσίπρα όσο και αν σφαδάζει έχει δαγκώσει το «δόλωμα» και έχει πιαστεί στο γερμανικό αγκίστρι και όσο σφαδάζει τόσο κάνει πιο δυσχερή την θέση της.

Η άφιξη Moscovici

Ο επίτροπος Οικονομικών της Ε.Ε. PierreMoscovici ήρθε στην Ελλάδα για να τακτοποιήσει και τις τελευταίες εκκρεμότητες και να αποσπάσει το πλήρες «ΟΚ» από την κυβέρνηση για το σκληρό πακέτο των 3 δισ. Η ένσταση της κυβέρνησης δεν βρίσκεται στα σκληρά μέτρα, που θα υπογράψει αλλά στην ανάγκη να συνοδευτούν αυτά τα μέτρα με μια συμβολική, έστω, ανακούφιση του χρέους και την συμμετοχή της χώρας στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ.

Ότι η κυβέρνηση θα κάνει πίσω και σε αυτά το σημεία δεν υπάρχει αμφιβολία.

Τόσο η ΕΕ, εν όψει αλλεπάλληλων εκλογικών αναμετρήσεων, όσο και η κυβέρνηση επείγονται. Η πρώτη για να ξεφορτωθεί, έστω προσωρινά και όπως-όπως, το ελληνικό «βάσανο» και η δεύτερη γιατί έχει την ψευδαίσθηση ότι θα βελτιωθεί η οικονομική πορεία.

Δεν θα προλάβουν, όπως φαίνεται, την 20η Φλεβάρη να κλείσουν την δεύτερη αξιολόγηση, πράγμα που αναγνώρισε και ο Dijsselbloem. Ελπίζουν όμως ότι ο Μάρτης-γδάρτης θα είναι πιο “τυχερός” μήνας, αν και αμφιβάλουμε.

Λογαριάζουν, όμως, χωρίς έναν «πεντάστερο» ξενοδόχο: το ΔΝΤ.

Το ΔΝΤ, που παρευρίσκεται στον αρραβώνα, το πιο πιθανό είναι να μην παρευρεθεί στο γάμο του προγράμματος, πολύ περισσότερο να είναι και «κουμπάρος».

Χωρίς, όμως, το ΔΝΤ το ναυάγιο του, έτσι κι αλλιώς αποτυχημένου, προγράμματος είναι προδιαγεγραμμένο και γρήγορο και η Ελλάδα θα βρεθεί στο κενό, σε τροχιά χρεοκοπίας.

Ο κόσμος μας έχει αλλάξει πολύ και σε πολύ λίγο χρονικό διάστημα.

Η μόνη λύση, η οποία γίνεται πολύ πιο ρεαλιστική και επείγουσα σήμερα, είναι η έξοδος από την ευρωζώνη με ένα μεγάλο όχι στο νεοφιλελευθερισμό, ένα μεγάλο όχι στις αβυσσαλέες ανισότητες και στη λιτότητα. Με την αμφισβήτηση των ανισότιμων κανόνων της ΕΕ και ένα πρόγραμμα παραγωγικού μετασχηματισμού της χώρας.

πηγη: iskra.gr

syntagma.jpg

Στην τελευταία συνεδρίαση του Δ.Σ του Εργατικού Κέντρου Πειραιά στις 2/2/2017 κατατέθηκε ολοκληρωμένη πρόταση από τον Συνδυασμό «Ταξική Εργατική Συσπείρωση» στον οποίο όπως είναι γνωστό συμμετέχουν οι δυνάμεις της ΠΕΝΕΝ, του Παπαστράτου και άλλες αγωνιστικές δυνάμεις εργατικών Σωματείων.

Στο φόντο των τελευταίων εξελίξεων που αφορούν την διαπραγμάτευση για τα μέτρα της β΄ αξιολόγησης (ομαδικές απολύσεις – συνδικαλιστικός νόμος) αλλά και τα προληπτικά που συζητούνται για την περίοδο μετά την λήξη του προγράμματος όπως είναι η κατάργηση της προσωπικής διαφοράς και του αφορολόγητου που σήμερα είναι μέχρι το ποσόν 8.636, η αύξηση του ΦΠΑ και άλλα αντεργατικά και αντιλαϊκά μέτρα, ο Συνδυασμός μας «Ταξική Εργατική Συσπείρωση» κατέθεσε πρόταση για πραγματοποίηση 24ωρης Πανεργατικής Πανελλαδικής απεργίας μέσα στον μήνα Φλεβάρη του 2017.

Η πρόταση αυτή έγινε ομόφωνα αποδεκτή από το Διοικητικό Συμβούλιο. Για τον σκοπό αυτό ο Πρόεδρος της ΠΕΝΕΝ και μέλος του Δ.Σ του Ε.Κ. Πειραιά εξουσιοδοτήθηκε να συντάξει το σχετικό κείμενο το οποίο την επόμενη ημέρα εστάλη στον Πρόεδρο και στα άλλα μέλη που είναι επικεφαλείς των παρατάξεων και συμμετέχουν και αντιπροσωπεύονται στην Διοίκηση του Ε.ΚΠ.

Στην συνέχεια όπως φάνηκε οι δυνάμεις του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού (ΠΑΣΚΕ – ΔΑΚΕ – ΕΑΚ (ΣΥΡΙΖΑ – ΛΑΕ) και του κομματικού συνδικαλισμού ΠΑΜΕ - ΔΑΣ) επιχείρησαν να την υπονομεύσουν με απροκάλυπτο τρόπο.

Επί σειρά ημερών αρνιόντουσαν να δώσουν απάντηση και να συνηγορήσουν για την έγκρισή της επιδιώκοντας με τον τρόπο αυτό να την καταστήσουν άχρηστη αφού όπως δείχνουν τα πράγματα δεν εντάσσονταν στον σχεδιασμό των παρατάξεών τους!!

Χαρακτηριστικά ΠΑΣΚΕ – ΔΑΚΕ δεν απάντησαν στο σχέδιο της ανακοίνωσης επί 7 ημέρες ενώ η έτερη παράταξη που εκφράζει τον εργοδοτικό και τον νέο κυβερνητικό συνδικαλισμό (ΕΑΚ) έδωσε ως απάντηση ότι εάν υπάρχει πλειοψηφία συμφωνεί να φύγει, ενώ εάν δεν υπάρχει διαφωνεί!! Το ΠΑΜΕ και ο Πρόεδρος του Ε.Κ.Π αξιώθηκε να απαντήσει την 8η μέρα ότι δεν συμφωνεί με το περιεχόμενο του κειμένου…. και όταν του προτάθηκε να συντάξει νέο κείμενο στο οποίο το περιεχόμενο να το καθορίσει το ίδιο και αυτό θα έχει την έγκριση της παράταξής μας, με την αυστηρή προϋπόθεση όμως να συμπεριλαμβάνεται η ομόφωνη θέση του Δ.Σ του Ε.Κ.Π για 24ωρη Πανελλαδική απεργία μέσα στον μήνα Φλεβάρη του 2017, τότε φάνηκε να συμφωνεί!

Όμως στο σχέδιο που ετοίμασε το ΠΑΜΕ, ως εκ θαύματος, περί άλλων ομιλούσε και η πρόταση για απεργία έκανε φτερά από το κείμενο του ΠΑΜΕ!!

Στην συνέχεια, κάτω από την εντονότατη πίεση του Συνδυασμού μας, στο κείμενο που απεστάλη επιτέλους συμπεριλήφθηκε η επίμαχη πρόταση……

Από τα παραπάνω προκύπτει το συμπέρασμα ότι οι δυνάμεις του εργοδοτικού και κυβερνητικού συνδικαλισμού (ΠΑΣΚΕ – ΔΑΚΕ – ΕΑΚ) σε συμμαχία με το ΠΑΜΕ, έχουν μετατρέψει το Ε.Κ. Πειραιά σε ένα άδειο κουφάρι το οποίο έχει συστηματικά όλα τα τελευταία χρόνια απαξιωθεί από την συνείδηση των εργαζομένων, ακόμη και από αυτά τα ίδια τα Σωματεία μέλη του!!

Καθίσταται φανερό ότι με αυτές τις εκφυλιστικές διαδικασίες υπονομεύεται και αναιρείται ο οποιοδήποτε αγωνιστικός ρόλος του Εργατικού Κέντρου και αυτομετατρέπεται με τον τρόπο αυτόν σε ουρά είτε της χρεοκοπημένης ηγεσίας της ΓΣΕΕ είτε του ΠΑΜΕ το οποίο το χρησιμοποιεί μόνο για τους μικροπαραταξιακούς του σκοπούς και σε κάθε περίπτωση δεν αποτελεί όργανο πάλης – διεκδίκησης και συντονισμού, τόσο τοπικά όσο και σε ευρύτερη έκταση!

Αποδεικνύεται επίσης ότι το πραξικόπημα που συντελέστηκε από τις παραπάνω δυνάμεις μετά τις εκλογές του Μάρτη 2016 με τον αποκλεισμό από το Προεδρείο της «Ταξικής Εργατικής Συσπείρωσης» ήταν μέρος του κοινού σχεδίου αυτών των δυνάμεων να οδηγήσουν το Εργατικό Κέντρο στην πλήρη απαξίωσή του.

Για την ιστορία καταθέτουμε στην συνέχεια τα τρία κείμενα. Αυτό που ήταν η πρόταση της «Ταξικής Εργατικής Συσπείρωσης», του ΠΑΜΕ και τέλος αυτό που καταλήχθηκε μετά από πολυήμερες διαπραγματεύσεις και βγήκε ως θέση του Ε.Κ.Πειραιά.

Το κείμενο της «Ταξικής Εργατικής Συσπείρωσης»:

Προτεινόμενο Σχέδιο

Προς: Επικεφαλείς Παρατάξεων Ε.Κ.Π

Πρόταση της Διοίκησης του Εργατικού Κέντρου Πειραιά

για 24ωρη Πανελλαδική Πανεργατική απεργία μέσα στον Φλεβάρη του 2017

Στην συνεδρίαση του Δ.Σ του Ε.Κ.Π που πραγματοποιήθηκε στις 2/2/2017 έγινε διεξοδική συζήτηση για τα προβλήματα των εργαζομένων και την νέα επίθεση που από κοινού σχεδιάζουν η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ με το κουαρτέτο των δανειστών.

Στο πλαίσιο αυτό επισημάνθηκε ότι τα προαπαιτούμενα της β΄ αξιολόγησης που παραμένουν ως εκκρεμότητα για να υλοποιηθούν με νομοθετικές ρυθμίσεις στην Βουλή αφορούν κρίσιμα ζητήματα που συνδέονται με το νέο αντεργατικό πακέτο που προωθεί η κυβέρνηση και ανάμεσα σε αυτά περιλαμβάνονται οι ομαδικές απολύσεις, η κατάργηση του συνδικαλιστικού νόμου 1264/82, νέα φοροληστρικά μέτρα σε βάρος των εργαζομένων, των συνταξιούχων και των μικρομεσαίων στρωμάτων.

Την ίδια χρονική περίοδο η κυβέρνηση στα πλαίσια της επικοινωνιακής της πολιτικής καλλιεργεί συστηματικά το υποτιθέμενο «αδιέξοδο» στις διαπραγματεύσεις με τα κλιμάκια των δανειστών….

Στην πραγματικότητα έχει αποδεχθεί τον δημοσιονομικό κόφτη, τις νέες μειώσεις στις συντάξεις (προσωπική διαφορά) έχει συμφωνήσει για την μείωση του αφορολόγητου, την αύξηση του ΦΠΑ και μια σειρά ακόμη αντεργατικά και αντιλαϊκά μέτρα και εκείνο που μένει είναι ο τρόπος, ο χρόνος και η διαδικασία υλοποίησης αυτών των μέτρων……

Η νέα συμφωνία κυβέρνησης δανειστών θα είναι ένα νέο σκληρό, επώδυνο και καταστροφικό πακέτο μέτρων που θα τσακίζει τα εναπομείναντα δικαιώματα των εργαζομένων και των λαϊκών στρωμάτων.

Τα νέα αυτά μέτρα η κυβέρνηση θα επιχειρήσει να τα παρουσιάσει για άλλη μια φορά ως «έντιμο συμβιβασμό». Η μέθοδος της πολιτικής εξαπάτησης συνιστά τον ακρογωνιαίο λίθο της επικοινωνιακής πολιτικής της κυβέρνησης.

Οι εργαζόμενοι δεν πρέπει να τρέφουν την παραμικρή ψευδαίσθηση για το αποτέλεσμα της λεγόμενης διαπραγμάτευσης.

Η αποδοχή και υλοποίηση των τριών μνημονίων διαδοχικά από τις κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ – Ν.Δ – ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ έχουν επιφέρει σαρωτικές αλλαγές στο σύνολο των κατακτήσεων των εργαζομένων στην κοινωνική ασφάλιση, στα εργασιακά, στις ΣΣΕ, στην γιγάντωση των ευέλικτων μορφών εργασίας, στην εκτίναξη σε πρωτοφανή υψηλά επίπεδα της ανεργίας, στην φορολεηλασία των εργατικών και λαϊκών εισοδημάτων.

Το συνδικαλιστικό κίνημα μπροστά σε αυτήν την επιθετικότητα του μεγάλου κεφαλαίου, των δανειστών και των πολιτικών τους εκπροσώπων, οφείλει να προβάλει την δική του οργανωμένη και συντονισμένη άμυνα. Να αποκρούσει με οργάνωση – ενότητα και αγώνα την επιχείρηση ισοπέδωσης των δικαιωμάτων των εργαζομένων να αναπτύξει και να κλιμακώσει την πάλη του , να αποτελέσει την καθοριστική δύναμη για την αντεπίθεση του κινήματος και την ανατροπή της αντιλαϊκής πολιτικής κυβέρνησης – μεγάλου κεφαλαίου και του κουαρτέτου των δανειστών.

Στο πλαίσιο αυτό το Εργατικό Κέντρο Πειραιά απευθύνει αγωνιστικό κάλεσμα στους εργαζόμενους στα σωματεία της δύναμής του, στις Ομοσπονδίες, τα Εργατικά Κέντρα και σε όλες τις συνδικαλιστικές οργανώσεις του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα ώστε από κοινού να προσανατολισθούν και να οργανώσουν την πάλη τους για την προκήρυξη 24ωρης Πανελλαδικής απεργίας μέσα στον Φλεβάρη του 2017.

Για τον σκοπό αυτό χρειάζεται να υπάρχει ο ανάλογος σχεδιασμός ενημέρωσης – επισκέψεις στους χώρους δουλειάς και η οργανωτική προετοιμασία για την επιτυχή έκβαση των πολύπλευρων κινητοποιήσεων που πρέπει να αναπτυχθούν για να μην περάσουν τα νέα βάρβαρα και σφαγιαστικά μέτρα σε βάρος μας.

Αντώνης Νταλακογεώργος      

Το κείμενο του ΠΑΜΕ:

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ – ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

            Στη συνεδρίαση του Δ.Σ. του Ε.Κ.Π. που πραγματοποιήθηκε στις 2/2/2017 συζητήθηκαν τα προβλήματα των εργαζομενων και την νέα επίθεση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

            Η κυβέρνηση ετοιμάζεται να σφίξει και άλλο τη θηλιά στο λαιμό της εργατικής λαικής οικογένειας ετοιμάζουν μισθούς των 200 -300 ευρώ, παραπέρα διόγκωση των ελαστικών μορφών απασχόλησης, συνεχείς κόφτης στις συντάξης.           

            ΄Οσα αξίωσαν οι βιομήχανοι, οι εφοπλιστές, οι μεγαλοεργολάβοι όλα τα προηγούμενα χρόνια έγιναν μνημόνια.

            ΄Ετσι και σήμερα ότι απαιτούν ο ΣΕΒ και οι άλλες εργοδοτικές οργανώσεις η κυβέρνηση είναι έτοιμη να τα υλοποιήσει.

            Θέλουν στα συντρίμια των λαικών κατακτήσεων να χτίσουν την μελλοντική ανάκαμψη των κερδών τους. Θέλουν περισσότερα φθηνά εργατικά χέρια να καταργήσουν ότι έχει απομείνει σε εργατικό δικαίωμα, απαιτούν να μην υπάρχουν αντιδράσεις.

            Σε αυτή την προσπάθεια σπέρνουν αυταπάτες, ψέμματα και απειλές. Θέλουν να διαλέξουμε μεταξύ της «δήθεν» καλής Ε.Ε. και του «δήθεν» κακού Δ.Ν.Τ. όταν έχουν ψηφίσει ήδη το 3ο μνημόνιο.

            Στα πλαίσια αυτά το Ε.Κ.Π. απευθύνει αγωνιστικό κάλεσμα στα σωματεία της δύναμής του, στους εργαζόμενους του Πειραιά ώστε να δυναμώσει η αγωνιστική δράση σε κάθε χώρο δουλειάς, να οργανωθεί η απάντηση σε απειλές και νέα μέτρα. Να διεκδικήσουμε δουλεία με δικαιώματα.

Η Διοίκηση

Το τελικό κείμενο που δόθηκε στην δημοσιότητα και στα εργατικά Σωματεία:

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ – ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

            Στη συνεδρίαση του Δ.Σ. του Ε.Κ.Π. που πραγματοποιήθηκε στις 2/2/2017 συζητήθηκαν τα προβλήματα των εργαζομενων και την νέα επίθεση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ.

            Η κυβέρνηση ετοιμάζεται να σφίξει και άλλο τη θηλιά στο λαιμό της εργατικής λαικής οικογένειας, ετοιμάζουν μισθούς των 200 -300 ευρώ, παραπέρα διόγκωση των ελαστικών μορφών απασχόλησης, συνεχείς κόφτης στις συντάξης.           

            ΄Οσα αξίωσαν οι βιομήχανοι, οι εφοπλιστές, οι μεγαλοεργολάβοι όλα τα προηγούμενα χρόνια έγιναν μνημόνια.

            ΄Ετσι και σήμερα ότι απαιτούν ο ΣΕΒ και οι άλλες εργοδοτικές οργανώσεις η κυβέρνηση είναι έτοιμη να τα υλοποιήσει.

            Θέλουν στα συντρίμια των λαικών κατακτήσεων να χτίσουν την μελλοντική ανάκαμψη των κερδών τους. Θέλουν περισσότερα φθηνά εργατικά χέρια να καταργήσουν ότι έχει απομείνει σε εργατικό δικαίωμα, απαιτούν να μην υπάρχουν αντιδράσεις.

            Σε αυτή την προσπάθεια σπέρνουν αυταπάτες, ψέμματα και απειλές. Θέλουν να διαλέξουμε μεταξύ της «δήθεν» καλής Ε.Ε. και του «δήθεν» κακού Δ.Ν.Τ. όταν έχουν ψηφίσει ήδη το 3ο μνημόνιο.

            Στα πλαίσια αυτά το Ε.Κ.Π. στην παραπάνω συνεδρίαση του Δ.Σ. αποφάσισε ομόφωνα να προτείνει σ΄όλους τους εργαζόμενους, στα σωματεία μέλη του, στα συνδικάτα, τις ομοσπονδίες, τα Εργατικά Κέντρα αλλά και τις οργανώσεις του Δημόσιου Τομέα την πραγματοποίηση 24ωρης Πανελλαδικής Πανεργατικής Απεργίας με σκοπό, συντονισμένα, το συνδικαλιστικό κίνημα να απαντήσει αγωνιστικά στη νέα επίθεση κυβέρνησης δανειστών και μεγάλου κεφαλαίου.

Η Διοίκηση

 

 

.jpg

Με μια ανεπίτρεπτη και απροκάλυπτη παρέμβασή του ο Υπουργός της «πρώτης φοράς αριστεράς» του ΣΥΡΙΖΑ κ. Π.Κουρουμπλής έχοντας όπως όλα δείχνουν κοινή συντονισμένη κατεύθυνση με το μεγάλο εφοπλιστικό κεφάλαιο και την Ένωση Ελλήνων Εφοπλιστών (ΕΕΕ) έθεσε ευθέως και ωμά με δηλώσεις του σε ραδιοφωνικό σταθμό το θέμα της κατάργησης των ΣΣΕ των Ναυτεργατών!!!

Όπως προκύπτει από συνέντευξη του Υπουργού Ε.Ν στον ραδιοφωνικό σταθμό ALPHA 989 αναφερόμενος στην ΣΣΕ των ποντοπόρων πλοίων μεταξύ των άλλων σημείωσε και τα παρακάτω:

«Προτείνω να εφαρμοστεί το γερμανικό μοντέλο. Τι έκαναν οι Γερμανοί; Έβαλαν στην Εθνική Σύμβαση ένα 20% επιπλέον της Διεθνούς Σύμβασης. Κάπως πρέπει να βρούμε έναν τρόπο να συγκλίνουν οι απόψεις των δύο πλευρών. Ξέρουν στην ΠΝΟ τις απόψεις μου για τα εργασιακά δικαιώματα, που είναι σαφείς.»!!!

Δεν γνωρίζουμε εάν το εργοδοτικό και φιλοκυβερνητικό συνδικαλιστικό κατεστημένο και η ηγεσία της ΠΝΟ γνωρίζει ή έχει αποδεχθεί ανεπίσημα μια τέτοια άθλια πρωτοβουλία και εξουσιοδότησε τον Υπουργό Ε.Ν να μιλάει για κατάργηση των ΣΣΕ.

Δεν γνωρίζουμε επίσης εάν η ηγεσία της ΠΝΟ που είναι εγκλωβισμένη στην τακτική της «εργασιακής ειρήνης και της τριμελούς ταξικής συνεργασίας» έχει εξουσιοδοτήσει τον κ. Κουρουμπλή να κάνει αναφορά για τις ΣΣΕ των Ναυτεργατών…. Δεν το αποκλείουμε διότι επί 7 χρόνια που το εφοπλιστικό κεφάλαιο και η επίσημη εκπροσώπησή του, η Διοίκηση της ΕΕΕ, που αρνούνται την ανανέωση της ΣΣΕ, δεν έχουν ενοχληθεί στο ελάχιστο από την συμβιβασμένη ηγεσία της ΠΝΟ, η οποία σε επαναλαμβανόμενες προτάσεις της ΠΕΝΕΝ για αγωνιστικές δράσεις και κινητοποιήσεις στην ποντοπόρο ναυτιλία κωφεύει, σιωπά και αδρανεί προκλητικά τόσο αυτή όσο και οι άλλες δυνάμεις που αποτελούν την πλειοψηφία της ΠΝΟ.

Δεν είναι τυχαίο όλα αυτά τα χρόνια, παρά τις επίμονες προσπάθειές μας, οι δυνάμεις του εργοδοτικού – κυβερνητικού και κομματικού συνδικαλισμού αποτελούν ασπίδα προστασίας για το μεγάλο εφοπλιστικό κεφάλαιο και αποφεύγουν όπως ο διάβολος το λιβάνι να αναπτύξουμε πολύπλευρους αγώνες και παρεμβάσεις τόσο για το μεγάλο πρόβλημα της ανεργίας όσο και της ανάγκης να υπογραφεί ικανοποιητική ΣΣΕ!!! Κι όχι μόνο αυτό, δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά σε αυτό το τμήμα του κεφαλαίου και ταυτόχρονα δεν αναπτύσσεται η παραμικρή δράση και αγώνας, ούτε και φραστικά δεν αμφισβητούν το καθεστώς της επιχειρηματικής ασυδοσίας, της μαύρης ανασφάλιστης εργασίας και της φοροασυλίας τους!!!

Απαντώντας στο κάλπικο και υποκριτικό ενδιαφέρον του Υπουργού Ε.Ν θέλουμε να υπογραμμίσουμε:

Ο Υπουργός Ε.Ν δεν έχει την παραμικρή θεσμική – πολιτική και ηθική νομιμοποίηση να παρεμβαίνει στην υπόθεση των ΣΣΕ που αποτελεί αρμοδιότητα και δικαιοδοσία των δύο πλευρών εργοδοσίας και εργαζομένων!!!

Επικαλείται ψευδέστατα ο Υπουργός Ε.Ν το γερμανικό μοντέλο στην προσπάθειά του να επιβάλει μαζί με τους εφοπλιστές την κατάργηση της ΣΣΕ, δείχνοντας μάλιστα και σχετική γενναιοδωρία να υπάρχει και μια προσαύξηση από τα επίπεδα της Σύμβασης της ITF έως και 20%!!

Ποια είναι η αλήθεια που χονδροειδέστατα διαστρεβλώνει και κακοποιεί ο κ. Κουρουμπλής! Στην Γερμανία υφίσταται μια ΣΣΕ για τους Γερμανούς Ναυτικούς η οποία και ισχύει απαρέγκλιτα και εφαρμόζεται σε όλα τα πλοία γερμανικής σημαίας. Από αυτό συνάγεται το συμπέρασμα ότι ο Υπουργός Ε.Ν λέει συνειδητά ψέματα και προσπαθεί να οικοδομήσει επιχειρήματα που δεν ταιριάζουν καθόλου για την ελληνική ναυτιλία!! Προφανώς οι Γερμανοί δεν έβαλαν στην εθνική τους Σύμβαση ένα 20% παραπάνω….

Η αλήθεια είναι στο δεύτερο γερμανικό νηολόγιο το οποίο η Διεθνής Οργάνωση Μεταφορών (ITF) το έχει χαρακτηρίσει με απόφασή της σημαία ευκαιρίας για τους αλλοδαπούς ναυτικούς (τρίτων χωρών) προβλέπονται προσαυξημένες αποδοχές που φθάνουν συνολικά έως και +20% από την αντίστοιχη ΣΣΕ της ITF. Η ανωτέρω Σύμβαση δεν έχει ουδεμία εφαρμογή για τους Γερμανούς Ναυτικούς!!!

Το γεγονός αυτό, που θεωρούμε αδύνατον οι πληροφοριοδότες του Υπουργού Ε.Ν να μην τον ενημέρωσαν σχετικά, καταδείχνει με σαφήνεια τα παρακάτω:  

Η κυβέρνηση, ο Υπουργός Ε.Ν (και, υποθέτουμε εμείς, οι εφοπλιστές), η λεγόμενη «βελτιωμένη» πρόταση του ΥΕΝ περί γερμανικού μοντέλου έρχεται να αντιμετωπίσει την απασχόληση των άνεργων ελλήνων Ναυτικών και τις εργασιακές τους σχέσεις με όρους και προϋποθέσεις τριτοκοσμικών Ναυτικών και στην ουσία της να καταργήσει ντε φάκτο και ντε γιούρε την υπάρχουσα ΣΣΕ και ανοίγοντας έτσι τον δρόμο να καταφέρουν θανάσιμο πλήγμα στο σύνολο των ΣΣΕ όχι μόνο στην ποντοπόρο Ναυτιλία αλλά σε όλες τις ΣΣΕ που ισχύουν για του έλληνες Ναυτεργάτες!!!

Είναι προφανές ότι η κυβέρνηση «πρώτη φορά αριστερά» επιφυλάσσει για τους έλληνες ναυτικούς μοντέλο ΣΣΕ αντίστοιχο των Φιλιππίνων – Πακιστάν και Ινδίας!!!

Το ναυτεργατικό κίνημα και η ΠΕΝΕΝ απορρίπτει αυτές τις άθλιες και απαράδεκτες πρωτοβουλίες της κυβέρνησης και στον αντίποδα αυτών των πρωτοβουλιών εμμένουμε σταθερά και με συνέπεια στην θέση ότι οι ισχύουσες ΣΣΕ είναι αδιαπραγμάτευτες και παλεύουμε για την ουσιαστική βελτίωσή τους!!

Μόνο στα πλαίσια αυτής της αρχής και παραδοχής μπορεί να γίνει συζήτηση με τους εκπροσώπους των εφοπλιστικών οργανώσεων!!

Οποιαδήποτε παρέκκλιση από την παραπάνω θέση συνιστά παραβίαση των συλλογικών αποφάσεων στα πλαίσια της ΠΝΟ και των Ναυτεργατικών Σωματείων και έρχεται σε πλήρη και καθολική αντίθεση με την εκφρασμένη θέληση και βούληση του συνόλου του Ναυτεργατικού κόσμου της χώρας μας!!!

Το αγωνιστικό και ταξικό Ναυτεργατικό κίνημα παλεύει και διεκδικεί την κατάργηση της εφοπλιστικής ασυδοσίας, έχει στην πρώτη γραμμή το αίτημα για απορρόφηση όλων των ανέργων ελλήνων Ναυτεργατών με θεσμοθετημένα δικαιώματα όπως αυτά απορρέουν από τις ΣΣΕ.

Απαιτεί την κατάργηση των θεσμοθετημένων προνομίων του εφοπλιστικού κεφαλαίου όπως είναι ο νόμος 2687/53, ο νόμος για φοροασυλία των εφοπλιστών 27/75, τις διμερείς συμβάσεις, τις μειωμένες οργανικές συνθέσεις, την κατοχύρωση ίσης αμοιβής για ίση εργασία ανεξάρτητα από την εθνικότητα του Ναυτικού, την ενίσχυση της πάλης ενάντια στις σημαίες ευκαιρίας και των δεύτερων νηολογίων που έχουν θεσπιστεί για να επιβληθεί το καθεστώς της εργασίας γαλέρας στην ελληνική – ελληνόκτητη και διεθνή ναυτιλία και με το οποίο ωφελείται το διεθνές εφοπλιστικό κεφάλαιο.

Η κυβέρνηση αντί να αναζητά τριτοκοσμικούς όρους για την απασχόληση των ελλήνων ναυτικών οφείλει να απαντήσει γιατί αρνείται επίμονα και απορρίπτει τις παραπάνω θέσεις και διεκδικήσεις των Ναυτεργατών; Τόσο αλυσοδεμένη είναι στο άρμα του εφοπλιστικού κεφαλαίου, τόσο πολύ υποταγμένη στο δόγμα της ανταγωνιστικότητας και τόσο πιστή στις τυχοδιωκτικές επιδιώξεις τους που δεν τολμάει στο ελάχιστο να θίξει και να αμφισβητήσει αυτό το κατοχυρωμένο καθεστώς της ασυδοσίας τους;

Η ΠΕΝΕΝ θα συνεχίσει, θα δυναμώσει και θα διευρύνει την πάλη της ενάντια σε αυτή την αντιλαϊκή και εφοπλιστόδουλη πολιτική για να έρθουν στο επίκεντρο οι σύγχρονες ανάγκες των Ναυτεργατών, η διεύρυνση των δικαιωμάτων τους, βάζοντας πάνω από όλα τα συμφέροντα του Ναυτεργατικού μας κόσμου και όχι του παρασιτικού εφοπλιστικού κεφαλαίου!!!        

Με εντολή Διοίκησης

Ο Πρόεδρος                          Ο Γεν. Γραμματέας

Νταλακογεώργος Αντώνης                 Κροκίδης Νικόλαος

 

Υ.Γ.: Στο ανωτέρω κείμενο και στον στίχο:  "Δεν είναι τυχαίο όλα αυτά τα χρόνια, παρά τις επίμονες προσπάθειές μας, οι δυνάμεις του εργοδοτικού – κυβερνητικού και κομματικού συνδικαλισμού αποτελούν ασπίδα προστασίας για το μεγάλο εφοπλιστικό κεφάλαιο " αρχικά εκ παραδρομής παραλείφθηκαν  στο δελτίο τύπου που εστάλει οι λέξεις και κομματικού. Παρακαλούμε όπως λάβετε υπόψη την διόρθωση αυτή.

2015_oikonomia_koumparas-xrimata.jpg

Με την υπ’αριθ. 244/2017 απόφαση της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου, που δημοσιεύτηκε στις 10-2-2017, κρίθηκαν αντισυνταγματικές οι διατάξεις των μνημονιακών νόμων 3865/2010, 3986/2011, 4002/2011 κ.ά., με τους οποίους είχε επιβληθεί «Eιδική Eισφορά Aλληλεγγύης Συνταξιούχων» (ΕΕΑΣ) σε όλους τους συνταξιούχους του Δημοσίου (Δημόσιο, ειδικά μισθολόγια, σώματα ασφαλείας κ.ά).

Το Ανώτατο Δημοσιονομικό Δικαστήριο της χώρας έκρινε με πλειοψηφία 25 έναντι 9 ότι οι διατάξεις των μνημονιακών αυτών νόμων αντίκεινται τόσο στις διατάξεις του Συντάγματος (άρθρα 4.1, 5.1 κ.ά.) όσο και στις υπερνομοθετικές πηγές δικαίου που δεσμεύουν τη χώρα μας και κυρίως στο Πρώτο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ).

Σύμφωνα με την απόφαση, οι δύο αυτοί νομοθετικοί κανόνες προστατεύουν την περιουσία, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνονται οι μισθοί και οι συντάξεις! «Τίθεται άμεσα, επομένως, ζήτημα βιωσιμότητας του ΑΚΑΓΕ (“Ασφαλιστικό Κεφάλαιο Αλληλεγγύης Γενεών”) που ιδρύθηκε με το άρθρο 149 του ν. 3655/2008, αφού βασικός αιμοδότης του σημαντικού αυτού θεσμού είναι η εισφορά που πληρώνουν από το 2010 όλοι οι συνταξιούχοι της πατρίδας μας», σημειώνει με ανακοίνωσή της η ΕΝΥΠΕΚΚ, η οποία και αποκάλυψε την απόφαση.

Ειδικότερα προβλεπόταν ότι πόροι του ΑΚΑΓΕ είναι: ποσοστό 10% των ετήσιων συνολικών εσόδων αποκρατικοποίησης Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών, ποσοστό 4% επί των ετήσιων συνολικών εσόδων από το ΦΠΑ και 10% επί του συνόλου των κοινωνικών πόρων των φορέων, κλάδων και λογαριασμών της Κοινωνικής Ασφάλισης. Με δεδομένο ότι από τις άλλες πηγές τον τελευταίο καιρό ο ΑΚΑΓΕ δεν εισέπραττε τα προβλεπόμενα, βασική πηγή χρηματοδότησής του ήταν η Ειδική Εισφορά Αλληλεγγύης Συνταξιούχων που κρίθηκε με την παραπάνω απόφαση-σταθμό αντισυνταγματική!

Υπενθυμίζεται ότι σύμφωνα με το άρθρο 44 του Ν.3986/2011:

  • όλοι οι συνταξιούχοι κύριας σύνταξης από 1400 ευρώ και άνω κατέβαλλαν ως Εισφορά Αλληλεγγύης Συνταξιούχων (ΕΑΣ) από 3-14% για συντάξεις από 1400 ευρώ και άνω (παρ. 10),

  • επιπλέον Ειδική Εισφορά Αλληλεγγύης από 6-10% κατέβαλλαν οι συνταξιούχοι κάτω των 60 ετών με σύνταξη από 1700 ευρώ και άνω (παρ. 11)

  • και σε ποσοστό από 3-10% όσοι συνταξιούχοι είχαν επικουρική σύνταξη από 300 ευρώ και άνω.

Σύμφωνα με το διατακτικό της σημαντικότατης αυτής απόφασης, υπογραμμίζει η ΕΝΥΠΕΚΚ, «η κυβέρνηση οφείλει να συμμορφωθεί άμεσα από την ημερομηνία της δημοσίευσης της συγκεκριμένης απόφασης καταργώντας την άμεσα! Επίσης, διατάσσεται αναδρομική επιστροφή σε όσους μέχρι την έκδοση της απόφασης είχαν προσφύγει στα αρμόδια δικαστήρια, ενώ με πλειοψηφία 15 έναντι 12 κρίθηκε ότι για τους λοιπούς θα ισχύσει από την ημέρα δημοσίευσης της απόφασης. Σε όλους αυτούς τους συνταξιούχους θα πρέπει να επιστραφούν τα ποσά της εισφοράς αλληλεγγύης που τους παρακρατήθηκαν μέχρι τώρα ως αχρεωστήτως καταβληθέντα».

Σημειώνεται ότι στην Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου είχε εισαχθεί προς συζήτηση το ζήτημα της εισφοράς σύμφωνα με τον ν.4055/2012 «περί πρότυπης δίκης», αντίστοιχο με τον ν. 3900/2010 που ισχύει για το ΣτΕ. Είχαν προσφύγει και είχαν ζητήσει την αναδρομική Επιστροφή Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων δικαστικοί-εισαγγελικοί λειτουργοί, εκπρόσωποι των ένστολων καθώς και υπάλληλοι των ειδικών μισθολογίων.

πηγη: ergasianet.gr

Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2017 18:27

Η Ελλάδα απειλείται με μεγάλες φωτιές στο μέλλον

Γράφτηκε από τον

.jpg

Ομάδα ερευνητών δημιούργησε ένα μοντέλο πρόβλεψης που αναφέρει ότι η ανατολική Αυστραλία και η Μεσόγειος απειλούνται με περισσότερες ακραίες πυρκαγιές τις επόμενες δεκαετίες.

Η Ελλάδα και άλλες χώρες της Μεσογείου, όπως η Τουρκία, η Γαλλία και η Ισπανία, είναι ανάμεσα σε αυτές που κατ' εξοχήν κινδυνεύουν με περισσότερες ακραίες πυρκαγιές στο μέλλον, σύμφωνα με μια νέα διεθνή επιστημονική μελέτη.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον καθηγητή Ντέιβιντ Μπάουμαν του αυστραλιανού Πανεπιστημίου της Τασμανίας, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό για θέματα περιβάλλοντος Nature Ecology and Evolution, δημιούργησαν μία παγκόσμια βάση δορυφορικών δεδομένων για 23 εκατομμύρια πυρκαγιές που συνέβησαν στο διάστημα 2002-2013. Από αυτές, η έμφαση δόθηκε στις 468 πιο ακραίες σε έκταση και ένταση.

Οι ερευνητές δημιούργησαν ένα μοντέλο πρόβλεψης που παίρνει υπόψη του τις εκτιμήσεις για την κλιματική αλλαγή και κάνει προβλέψεις για τις πιθανές μελλοντικές πυρκαγιές. Η πρόβλεψη είναι ότι η ανατολική Αυστραλία και η Μεσόγειος απειλούνται με περισσότερες ακραίες πυρκαγιές τις επόμενες δεκαετίες.

«Οι προβλέψεις μας είναι μια αύξηση σε αυτές τις περιοχές κατά 20% έως 50% στον αριθμό των ημερών που θα ευνοούν το ξέσπασμα ακραίων πυρκαγιών, με τις μεγαλύτερες αυξήσεις να αναμένονται στο υποτροπικό νότιο ημισφαίριο και στις ευρωπαϊκές χώρες της Μεσογείου» δήλωσε ο κ. Μπάουμαν.

Η μελέτη προβλέπει ότι γενικότερα το παγκόσμιο «αποτύπωμα» των ακραίων πυρκαγιών θα αυξηθεί στη Γη μελλοντικά. Σύμφωνα με τους επιστήμονες, «οι ακραία έντονες πυρκαγιές σχετίζονται με ανώμαλα καιρό, όπως ξηρασίες, ανέμους ή ερημοποίηση».

Κατ' εξοχήν ευάλωτες είναι οι δασικές περιοχές που γνωρίζουν παρατεταμένες περιόδους ξηρασίας και στις οποίες οι άνθρωποι έχουν αναπτύξει οικιστικές και άλλες δραστηριότητες.

Σύμφωνα με τα δορυφορικά δεδομένα που αναλύθηκαν, οι ΗΠΑ έχουν πληγεί περισσότερο από κάθε άλλη χώρα, καθώς μόνο το 2015 οι πυρκαγιές έκαψαν πάνω από 40 εκατομμύρια στρέμματα γης.

Η μελέτη επισημαίνει το τρίπτυχο που προοιωνίζεται καταστροφικές πυρκαγιές: σπίτια κτισμένα διάσπαρτα μέσα σε δασική περιοχή – κατάλληλες για πυρκαγιά κλιματικές συνθήκες – ανεπαρκής προετοιμασία για την αντιμετώπιση των πυρκαγιών.

Σε κάθε περίπτωση, οι επιστήμονες τονίζουν ότι δεν είναι δυνατό να σταματήσουν οι μεγάλες καταστροφικές πυρκαγιές, πολύ περισσότερο καθώς θα επιδεινώνεται η κλιματική αλλαγή. Μπορεί όμως, όπως λένε, να μειωθεί η καταστρεπτικότητά τους με την έγκαιρη λήψη προληπτικών μέτρων.

Μεταξύ των ερευνητών ήταν και ο ελληνικής καταγωγής Τζον Αμπατζόγλου, αναπληρωτής καθηγητής του Τμήματος Γεωγραφίας του Πανεπιστημίου του Αϊντάχο των ΗΠΑ.

Πηγή: ΑΜΠΕ

 
.
 
Σελίδα 1297 από 1527
  • Τελευταια
  • Δημοφιλή