Η ευρωπαϊκή συντηρητική πλημμυρίδα και οι κοινωνικοί όροι αναχαίτισής της
Γράφτηκε από τον Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Από τον Ανέστη Ταρπάγκο
Σ’ ολόκληρη σχεδόν την ευρωπαϊκή ήπειρο, δυτική και ανατολική, αναδεικνύονται στο προσκήνιο με ισχυρή παρουσία οι παρατάξεις της κεντροδεξιάς – ακροδεξιάς, που κατέχουν ή διεκδικούν με αξιώσεις την πολιτική διακυβέρνηση των χωρών τους. Κι αυτό, σε μια ήπειρο που ιστορικά είχε τις ευνοϊκότερες προϋποθέσεις, έναντι του υπόλοιπου κόσμου, να βαδίσει σε προοδευτικές κατευθύνσεις, εφόσον λειτουργούσε το δημοκρατικό κοινοβουλευτικό καθεστώς και οι πολιτικές ελευθερίες, το εργατικό κίνημα διέθετε σοβαρές εκπροσωπήσεις, και οι δυνάμεις της Αριστεράς σε αρκετές περιπτώσεις διαδραμάτιζαν σημαντικό πολιτικό ρόλο. Μάλιστα σε ορισμένες περιπτώσεις ευρωπαϊκών χωρών οι δυνάμεις της ακροδεξιάς εμφανίζονται ισχυρότερες ακόμη και από αυτές τις ίδιες τις δυνάμεις της κλασικής συντηρητικής δεξιάς. Γίνεται αντιληπτό ότι η Ευρώπη οδεύει προς έναν βαρύ χειμώνα συντηρητικής κυριαρχίας που φτάνει μέχρι τα όρια του εθνικισμού, του ρατσισμού και του νεοφασισμού.
Στην Ισπανία, παρόλη την καταφανή διαφθορά και αντιλαϊκότητα, της δεξιάς κυβέρνησης του Λαϊκού Κόμματος, αυτή εμφανίζει αντοχή και πιθανότατα διατήρησή της στην εξουσία.
Στη Γαλλία, η κλασική συντηρητική παράταξη, από κοινού με το Εθνικό Μέτωπο είναι ήδη ισχυρή πλειοψηφία, έτσι ώστε να θεωρείται βέβαιη η νίκη τους στις προεδρικές εκλογές του επόμενου χρόνου.
Στην Ελλάδα, και εξ αιτίας της μνημονιακής μετάλλαξης του ΣΥΡΙΖΑ, το μπλοκ των «ευρωπαϊκών» μνημονιακών δυνάμεων (ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και Ποτάμι), εμφανίζεται να παίρνει εκ νέου προβάδισμα έναντι της κυβέρνησης.
Στη Βρετανία, παρόλη τη λαϊκή ετυμηγορία για την αποχώρηση της χώρας από την Ευρωπαϊκή Ένωση, που είχε τη στήριξη και πληβειακών εργατικών στρωμάτων, στη διακυβέρνηση παραμένει το Συντηρητικό Κόμμα, και μάλιστα σε μια θατσερική εκδοχή της πολιτικής του.
Στη Γερμανία, η συντηρητική δεξιά, έχοντας δεδομένους τους σοσιαλδημοκράτες, συνεχίζει αδιατάρακτη την διακυβέρνησή της, ενώ η αμφισβήτησή της προέρχεται ουσιαστικά από την ακροδεξιά της Εναλλακτικής για τη Γερμανία.
Και προφανώς δεν γίνεται καν λόγος για τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, όπου την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», ακολούθησε η μακροχρόνια εγκαθίδρυση συντηρητικών και ακροδεξιών κυβερνήσεων (Πολωνία, Ουγγαρία, Ουκρανία κ.λπ.), πάνω στα ερείπια ενός κοινωνικού υποδείγματος που είχε προ πολλού χρεοκοπήσει.
Και από την άλλη πλευρά τα ευρωπαϊκά σοσιαλδημοκρατικά κόμματα ασκούν μια πολιτική και οικονομική διαχείριση, που λίγο ή ελάχιστα απέχει από τον μετωπικό νεοφιλελευθερισμό των συντηρητικών : Οι γάλλοι σοσιαλιστές εφαρμόζουν πλέον ανοιχτά μνημονιακές πολιτικές, επιδιώκοντας ευθέως την απονεύρωση μέχρι καταργήσεως του Κώδικα Εργασίας. Οι ισπανοί σοσιαλδημοκράτες αρνούνται κάθε συμμαχία με τους Unidos Podemos, με την κομματική τους γραφειοκρατία να πιέζει για την στήριξη του κυβερνητικού εγχειρήματος του Λαϊκού Κόμματος. Ο ΣΥΡΙΖΑ στην Ελλάδα έχει μετεξελιχθεί σε σχηματισμό της νεοφιλελεύθερης κεντροαριστεράς, και εφαρμόζει χωρίς ενδοιασμούς το τρίτο μνημόνιο. Το Δημοκρατικό Κόμμα στην Ιταλία τοποθετείται εξίσου στην τροχιά του ευρωπαϊκού νεοφιλελευθερισμού, και δεν εμφανίζει καμία διαφοροποίηση. Οι γερμανοί σοσιαλδημοκράτες έχουν μετατραπεί σε συμπλήρωμα του συνασπισμού εξουσίας της δεξιάς, και πολιτικά έχουν σχεδόν «εξαφανιστεί». Στη Βρετανία ο μπλερισμός συνεχίζει να είναι ισχυρός στο Εργατικό Κόμμα, παρά τη φιλολαϊκή στάση που κρατά η εργατική αριστερή του πτέρυγα. Μοναδική εξαίρεση η περίπτωση των πορτογάλων σοσιαλιστών, που συμμάχησαν με τους δύο σχηματισμούς της Αριστεράς ( Μπλόκο και Κομμουνιστικό Κόμμα ), σε μια κατεύθυνση ήπιας αντιμνημονιακής στάσης.
Είναι περισσότερο από προφανές άρα ότι ήταν η κυβερνητική διαχείριση των κεντροαριστερών και σοσιαλδημοκρατικών κομμάτων στην προηγούμενη περίοδο (Ισπανία, Γερμανία, Γαλλία, Ελλάδα, Βρετανία), που μετατοπιζόμενη προς τον κυρίαρχο νεοφιλελευθερισμό, εγκατέλειψε κάθε έννοια κοινωνικού μεταρρυθμισμού, και οδηγήθηκε στην ιστορική της ακύρωση. Επόμενο είναι συνεπώς ο ίδιος ο λαϊκός κόσμος να στρέφεται προς τα δεξιά – ακροδεξιά, εφόσον έχει διαπιστώσει πως οι ίδιοι οι φορείς του κράτους πρόνοιας λειτούργησαν στην κατεύθυνση της κατεδάφισής του.
Βέβαια είναι αλήθεια ότι η ιστορική ευρωπαϊκή Αριστερά, παρόλο που δεν βρέθηκε στην κυβέρνηση, εντούτοις δεν στάθηκε ικανή να αντιμετωπίσει αντιπολιτευτικά και συνδικαλιστικά τη νεοφιλελεύθερη καταιγίδα, και γι’ αυτό το λόγο απαξιώθηκε ως πολιτική και κοινωνική δύναμη αποτελεσματικής προάσπισης των λαϊκών συμφερόντων. Η σχεδόν «εξαφάνιση» των δύο μεγαλύτερων ευρωπαϊκών κομμουνιστικών κομμάτων (ιταλικού και γαλλικού) είναι καθόλα πολυσήμαντη και ενδεικτική. Προφανώς στην ίδια τροχιά κινήθηκε και ο ΣΥΡΙΖΑ στην ελληνική περίπτωση, που όχι μόνον δεν αντιμετώπισε τις καταστρεπτικές συνέπειες των μνημονίων, αλλά πήρε ο ίδιος τη θέση της εμπροσθοφυλακής της καπιταλιστικής ανάπτυξης. Και αυτό το γεγονός επέφερε τη συντηρητική στροφή εργατικών και λαϊκών στρωμάτων. Ιδιαίτερα μάλιστα η γαλλική περίπτωση ήταν χαρακτηριστική : Στην τελευταία 30ετία, όσο το γαλλικό ΚΚ απομειώνονταν συστηματικά, τόσο διογκώνονταν οι εκπροσωπήσεις του Εθνικού Μετώπου.
Οι μοναδικές σχεδόν περιπτώσεις που το αριστερό κίνημα συγκράτησε σημαντική επιρροή, ήταν αυτές της ιβηρικής χερσονήσου, όπου αθροιστικά έφτασε στην κοινοβουλευτική εκπροσώπηση σχεδόν του 20% στην Ισπανία και Πορτογαλία. Και από ό,τι φαίνεται έχει διαμορφωθεί μεσοπρόθεσμα και στις δύο αυτές περιπτώσεις μια σχετική «οροφή» που η υπέρβασή της είναι εξαιρετικά δύσκολο ζήτημα. Το ότι το ΚΚΕ στην Ελλάδα κρατά μια εκπροσώπηση της τάξης του 5% – 6%, αλλά βρίσκεται σε πολιτική ακινησία, και το ότι η Αριστερά στη Γερμανία κυμαίνεται γύρω στο 10%, έχοντας χάσει όμως την προηγούμενη αίγλη της, δύσκολα αλλάζουν την εικόνα των σημερινών πραγμάτων. Συνεπώς και η ευρωπαϊκή Αριστερά όχι μόνον δεν μπόρεσε να αντιμετωπίσει το σαρωτικό κύμα των νεοφιλελεύθερων αναδιαρθρώσεων, αλλά έστρεψε και αυτή τον εργατικό κόσμο προς τα δεξιά.
Είναι ηλίου φαεινότερο ότι η πορεία της συντηρητικής και ακροδεξιάς παράταξης είναι ακάθεκτη, ενώ το αντίπαλο δέος της Αριστεράς σ’ αυτήν, είτε είναι σοβαρά περιορισμένο, είτε δεν διαδραματίζει κανέναν ρόλο. Και πώς να μην είναι έτσι όταν οι θεμελιακές μορφές του αριστερού κινήματος στην Ευρώπη απέτυχαν να αντιμετωπίσουν την νεοφιλελεύθερη επέλαση μέσα στην καπιταλιστική κρίση, είτε από θέσεις αντιπολίτευσης, είτε από κυβερνητικές θέσεις, και έτσι δεν κατόρθωσαν να ανοίξουν κανέναν εναλλακτικό προοδευτικό δρόμο. Η υποκειμενική ευθύνη όλων των αριστερών μας δυνάμεων είναι καταφανής, και δεν μπορεί να αποκρυφτεί με εκκλήσεις και αναφορές περί «συνέπειας», σε έναν «αριστερό ευρωκομμουνισμό» (ποιόν άραγε), σε μια «ριζοσπαστική σοσιαλδημοκρατία» (πράγμα που ούτε η ίδια πιστεύει), ούτε σε μια πολιτική που είχε η κομμουνιστική Αριστερά σε ορισμένες περιπτώσεις στη δεκαετία του 1980, πριν την κατάρρευση του 1989. Η ευθύνη βαρύνει αποκλειστικά το κίνημά μας, και σ’ αυτό εναπόκειται προφανώς να την υπερβεί.
Η ανάδειξη σχημάτων επαναστατικής καθαρότητας, αντικαπιταλιστικών προσανατολισμών, δημοκρατικής υπόστασης κ.λπ., όσο και αν έχει την σημασία της, εντούτοις, δεν μπορεί να ανταποκριθεί αποτελεσματικά στις σημερινές συνθήκες στην αναγκαιότητα αναχαίτισης της δεξιάς, των μνημονίων, των νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Πέρα έτσι από την επικαιροποίηση του μαρξισμού, την κριτική απόρριψη των ιστορικών μας εμπειριών, τον ανοιχτό δημοκρατικό διάλογο, τον εκ νέου επαναπροσδιορισμό της πολιτικής μας, χρειάζεται η συνδρομή νέων όρων, και τέτοιοι υπήρξαν στην πρόσφατη ευρωπαϊκή εμπειρία, και είναι γόνιμο να επικεντρωθούμε την ανάλυση και την σημασιολόγησή τους, ως διαδικασιών της σύγχρονης αναγέννησης του κινήματος κοινωνικής απελευθέρωσης και λαϊκής χειραφέτησης.
Πρόκειται για δύο σημαντικά γεγονότα της τελευταίας μνημονιακής περιόδου, που μπορούν να αποτελέσουν σημεία αναφοράς για μια σύγχρονη επανεκκίνηση τέτοια που να ορθώνει φραγμό στη συντηρητική κυριαρχία (δεξιά και σοσιαλφιλελεύθερη). Αφενός το επί ένα εξάμηνο απεργιακό κίνημα της πλειονότητας του γαλλικού εργατικού κινήματος ( Cgt, Force ouvriere, Solidaires κ.ά. με μοναδική εξαίρεση την κυβερνητική σοσιαλιστική Cfdt), απέναντι στο νόμο Μιριάμ Ελ Κομρί, που επιχειρεί να κατεδαφίσει ορισμένες από τις πιο θεμελιακές ρυθμίσεις του Κώδικα Εργασίας. Μπορεί να μην κατόρθωσε βέβαια να επιφέρει την ήττα της κυβερνητικής πολιτικής του Σοσιαλιστικού Κόμματος, μπορεί να συσπείρωσε αγωνιστικά μόνον ένα μέρος της μισθωτής εργασίας στη Γαλλία, εντούτοις όμως κατέγραψε ισχυρές υποθήκες για την συνέχεια της ταξικής διαπάλης στην Ευρώπη. Αυτό το αυθεντικό εργατικό απεργιακό κίνημα δείχνει ότι παρόλη την περιθωριοποίηση της γαλλικής Αριστεράς (συρρίκνωση γαλλικού ΚΚ, «ναρκισιστική» στάση Ζ.Λ. Μελανσόν), ωστόσο σημαντικά τμήματα της μισθωτής εργασίας, και μάλιστα σε συμμαχία με δυνάμεις της νεολαίας ( Nuit debout ), μπορούν να προβάλουν στο προσκήνιο, να προκαλέσουν κοινοβουλευτικά ρήγματα (στη σοσιαλιστική ομάδα της Εθνοσυνέλευσης), να αποτελέσουν το αντίπαλο εργατικό δέος, πράγμα που η πολιτική Αριστερά δεν μπορεί να κάνει, και έτσι να αρχίσουν να αλλάζουν τον χάρτη των πολιτικών συσχετισμών.
Από την άλλη πλευρά, το φαινόμενο που έφερε τις λαϊκές τάξεις στο προσκήνιο, εργαζόμενους και νεολαία, και αποτελεί ένα ορόσημο για την σύγχρονη κοινωνική ανασύνταξη, δεν είναι άλλο από το κίνημα των πλατειών στις αρχές της τρέχουσας δεκαετίας του 2010. Ο εξεγερτικός άνεμος που έπνευσε στην Ταχρίρ του Καίρου, στην Ντελ Σολ της Μαδρίτης, στο Σύνταγμα της Αθήνας και στην Ταξίμ της Ινσταμπούλ, υπήρξε καθοριστικός για τις μετέπειτα εξελίξεις, ανεξαρτήτως του τρόπου αντιμετώπισής τους. Στις δύο περιπτώσεις της Αιγύπτου και της Τουρκίας η αντιμετώπιση δεν ήταν άλλη από την βίαιη στρατιωτική και αστυνομική καταστολή. Απεναντίας, στην Ισπανία και την Ελλάδα, όπου λειτουργούσε η σχετική κοινοβουλευτική δημοκρατία, το κίνημα των πλατειών συνέβαλε στην ισχυρή εκλογική άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ (άλλο αν αυτός ο πολιτικός σχηματισμός δρομολόγησε ήδη από το καλοκαίρι του 2012 την πορεία του προς τον κυβερνητισμό και την γονυκλισία στα αστικά κελεύσματα), και έδωσε γέννηση στον πολιτικό σχηματισμό των Podemos, αναγεννώντας εκ βάθρων την Αριστερά.
Αυτά είναι τα δύο ορόσημα που μπορούν να χρησιμεύσουν ως υποδείγματα για την προβολή του κοινωνικού κινήματος στο πολιτικό επίκεντρο, την κινητοποίηση για την ακύρωση των μνημονιακών πολιτικών, την αναχαίτιση της συντηρητικής πλημμυρίδας που κατακλύζει τις ευρωπαϊκές χώρες, δυτικές και ανατολικές. Η εναπομένουσα Αριστερά στην Ευρώπη, αν πραγματικά επιθυμεί να επιφέρει αποτελεσματικότητα, χρειάζεται να εγκαταλείψει την στάση της αυτό-προβολής της υποκειμενικότητάς της, και να θέσει τον εαυτό της ολοσχερώς στην υπηρεσία ανάπτυξης, ανασύνταξης , διεύρυνσης, κινητοποίησης αφενός του ταξικού εργατικού συνδικαλισμού και αφετέρου του ευρύτερου δημοκρατικού, συλλογικού, αντιμνημονιακού κινήματος των εργαζομένων πολιτών και της νεολαίας. Η συνδυασμένη προώθηση αυτών των δύο κινηματικών λαϊκών συνιστωσών μπορεί να αποτελέσει το «αντίπαλο δέος» στον ακραίο νεοφιλελευθερισμό και στην άνοδο των συντηρητικών και ακροδεξιών δυνάμεων. Κι’ αυτός είναι ο δρόμος που μπορεί να οδηγήσει στην μεσοπρόθεσμη ανασύνθεση και ισχυροποίηση και της ίδιας της πολιτικής Αριστεράς.
πηγη: ergasianet.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή
