Η αναγκαιότητα του άμεσου προγράμματος πάλης για το εργατικό κίνημα
Γράφτηκε από τον Π.Ε.Ν.Ε.Ν.
Γράφει ο Στωικός
Η αρνητική εμπειρία της περιόδου 2010-2012
Το ερώτημα που δημιουργήθηκε μετά το 2010 και με πιεστικό τρόπο αναζητά απαντήσεις, είναι, αν είναι ωφέλιμο για το λαϊκό κίνημα, να καταθέσει άμεσο πρόγραμμα πάλης, να παλεύει για προοδευτικές μεταρρυθμίσεις μέσα στα πλαίσια του καπιταλισμού, μεταρρυθμίσεις και στόχους πάλης διαλεκτικά δεμένα με τον στρατηγικό του στόχο, ή αν οι άμεσες αυτές διεκδικήσεις και τα προγράμματα πάλης, οδηγούν στον οπορτουνισμό και στην ενσωμάτωση.
Εμείς, ως Εργατικός Αγώνας, από την πρώτη στιγμή υποστηρίξαμε ότι το λαϊκό κίνημα, αν θέλει να βρίσκεται στο προσκήνιο των εξελίξεων και να παίρνει ενεργά μέρος στην ταξική πάλη, θα πρέπει να οπλιστεί με άμεσο πρόγραμμα διεκδικήσεων (τακτικοί στόχοι), να παλεύει για προοδευτικές μεταρρυθμίσεις, ενώ αν οι αντιθέσεις οξυνθούν –όπως συμβαίνει σήμερα στην περίοδο της κρίσης και τις πολιτικές των μνημονίων– θα πρέπει να προβάλει ακόμα και προωθημένους στόχους πάλης, με σκοπό να κερδίσει την πλειοψηφία του λαού με το μέρος του.
Στο ερώτημα «τι θα την κάνει αυτή τη πλειοψηφία, όταν έχουν ωριμάσει οι προϋποθέσεις για βαθιές ριζοσπαστικές αλλαγές στην κοινωνία και την οικονομία (όπως συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα), αλλά δεν είναι ακόμα έτοιμες οι συνθήκες για σοσιαλιστική εξουσία;» την απάντηση έχει δώσει η ίδια η ζωή.
Το λαϊκό κίνημα, αν υπάρχουν ομαλές πολιτικές εξελίξεις και δεν επιχειρήσει η αστική αντίδραση βίαιη ανατροπή της λαϊκής θέλησης, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, μπορεί να στηρίξει κυβέρνηση των αντιμονοπωλιακών, αντιιμπεριαλιστικών δυνάμεων, η οποία, σε ένα σύντομο σχετικά χρονικό διάστημα, θα κληθεί να υλοποιήσει ένα μεταβατικό πρόγραμμα προωθημένων ριζοσπαστικών αλλαγών, που όσο υλοποιείται, θα προβάλει στο προσκήνιο η αναγκαιότητα του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της κοινωνίας, η αναγκαιότητα της επίλυσης του προβλήματος της πολιτικής εξουσίας.
Αν, αντίθετα, επιχειρηθεί αντιδημοκρατική εκτροπή από την αστική αντίδραση και κυρίως από τον ιμπεριαλιστικό παράγοντα, κάτι που, αν λάβουμε υπόψη τη διεθνή εμπειρία, είναι και το πιθανότερο, το εργατικό και λαϊκό κίνημα, θα πρέπει να απαντήσει στην ένοπλη βία της αντίδρασης, με τα ίδια μέσα. Ένοπλα. Τα παραδείγματα των Δεκεμβριανών στην Ελλάδα το 1944, της Ισπανίας το 1936 και της Χιλής το 1973, μας δείχνουν, ότι αν δεν θέλουμε, για μια ακόμη φορά, να οδηγηθούμε σαν πρόβατα επί σφαγή, θα πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι για όλα τα ενδεχόμενα και για όλες τις πιθανές εξελίξεις.
Τι πραγματικά θα συμβεί, αυτό εξαρτάται από το συσχετισμό της δύναμης των τάξεων τη συγκεκριμένη περίοδο, τις πολιτικές και κοινωνικές συμμαχίες που θα είναι σε θέση να δημιουργήσουν η εργατική και η αστική τάξη εν όψει της επικείμενης σύγκρουσης, η βέβαιη παρέμβαση του ιμπεριαλιστικού παράγοντα, η διεθνιστική αλληλεγγύη κλπ.
Αυτή είναι η μαρξιστική–λενινιστική προσέγγιση ενός δύσκολου και περίπλοκου θέματος, όπως οι θέσεις αρχής ενός επαναστατικού κόμματος, σε συνθήκες απότομης ανόδου της ταξικής πάλης σε περιβάλλον βαθιάς οικονομικής κρίσης και εφαρμογής σκληρών πολιτικών λιτότητας από την αστική τάξη και το διεθνή ιμπεριαλισμό.
Αντίθετα, οι θέσεις που προβάλει το σημερινό ΚΚΕ, συμπυκνώνονται στις δηλώσεις που έκανε στις 9/5/2011 η Α Παπαρήγα στην κρατική τηλεόραση, ότι «δεν υπάρχει φιλολαϊκή διέξοδος από την καπιταλιστική κρίση».
Οι θέσεις αυτές, οι οποίες παραπέμπουν την επίλυση όλων των προβλημάτων, στην ανατροπή του καπιταλισμού, είναι καταστροφικές για το επαναστατικό κίνημα, καθώς το καταδικάζουν να παρακολουθεί απλώς τις εξελίξεις, τη στιγμή που η δύναμη του βρίσκεται στην καθημερινή δράση. Δράση, ενταγμένη σε ένα ρεαλιστικό «μίνιμουμ» πρόγραμμα που θα αντανακλά τον συσχετισμό δύναμης των τάξεων και των ενδιάμεσων στρωμάτων τη συγκεκριμένη περίοδο αναφοράς.
Αν η θέση αυτή είναι επιζήμια και καταστροφική σε περίοδο σταθερότητας του καπιταλιστικού συστήματος, είναι πολλαπλά επιζήμια και καταστροφική στις συνθήκες της τριπλής κρίσης (οικονομική, κοινωνική, πολιτική) με την οποία βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη η αστική τάξη της χώρας. Γιατί, όταν το αστικό σύστημα εξουσίας παρουσιάζει ρωγμές, απαιτείται η μέγιστη δυνατή παρέμβαση του εργατικού και λαϊκού κινήματος, είναι η ώρα της εγρήγορσης και της πιο αποφασιστικής δράσης, ώστε τα ρήγματα αυτά να διευρυνθούν όσο το δυνατό περισσότερο, αντί να παρακολουθείς τον καπιταλισμό να τα κλείσει, περιμένοντας το σοσιαλισμό…
Αν έχεις τη θέση, ότι, είτε σε συνθήκες ομαλότητας και σταθερότητας βρίσκεται ο καπιταλισμός, είτε σε συνθήκες κρίσης, δεν γίνεται τίποτα, και καλείς τον κόσμο να περιμένει την ώρα του… άγιου σοσιαλισμού, τότε είναι σίγουρο α), ότι δεν πρόκειται ποτέ να δεις το σοσιαλισμό β) προσφέρεις τις μέγιστες υπηρεσίες στο εκμεταλλευτικό σύστημα, καθώς, σε συνθήκες απορρύθμισης και αποσύνθεσης των συστατικών του μερών, κρατάς τις λαϊκές δυνάμεις σε αδράνεια και επί της ουσίας τις οδηγείς σε αποστράτευση.
Πώς θα είχε γραφεί η ιστορία σήμερα, αν μετά την αστικοδημοκρατική επανάσταση το Φλεβάρη του 1917 στη Ρωσία, το μπολσεβίκικο κόμμα και ο Λένιν, υποστήριζαν τη θέση, ότι σε συνθήκες του καπιταλισμού δεν υπάρχει καμία δυνατότητα φιλολαϊκής εξόδου και έριχναν το σύνθημα του σοσιαλισμού, που, κάποια στιγμή, θα έλθει στο μέλλον; Αντίθετα ο Λένιν (Γράμματα από μακριά) χαρακτήρισε την αστικοδημοκρατική επανάσταση του Φλεβάρη σαν «το πρώτο στάδιο της σοσιαλιστικής επανάστασης» και φυσικά δικαιώθηκε.
Η δυναμική του άμεσου πολιτικού προγράμματος πάλης
Στην αντιπαράθεση που έχουμε με την ηγεσία του σημερινού ΚΚΕ, συνήθως προσφεύγουμε στην εμπειρία του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος και στο μαρξιστικό–λενινιστικό έργο, το οποίο, σε θεωρητικό επίπεδο έχει ενσωματώσει το παγκόσμιο επαναστατικό γίγνεσθαι.
Και κάνουμε πολύ καλά, γιατί πως αλλιώς θα αντιμετωπίσει κανείς, αντεπαναστατικές, μικροαστικές, αριστερίστικες αντιλήψεις –οι οποίες σημειωτέον, εμφανίστηκαν μαζί με το εργατικό κίνημα αν δεν αντλήσει επιχειρήματα από την πολύ πλούσια και περιεκτική μαρξιστική–λενινιστική φιλολογία.
Αν και πάντα πρέπει να έχουμε κατά νου, ότι με την αρθρογραφία μας, δεν προσπαθούμε να πείσουμε τη σημερινή ηγεσία του ΚΚΕ, αλλά τον κόσμο που την ακολουθεί. Γιατί το οπορτουνιστικό ολίσθημα της ηγεσίας, δεν μπορεί να εξηγηθεί με το επιχείρημα ότι δεν γνωρίζει τον μαρξισμό–λενινισμό. Το ζήτημα είναι βαθύτερο. Ο Καούτσκι, είχε μελετήσει, ίσως βαθύτερα από κάθε άλλο στην εποχή του, τα έργα του Μαρξ και του Ένγκελς. Αυτό όμως, δεν τον απέτρεψε να διαστρεβλώσει τις θέσεις των δύο μεγάλων επαναστατών για το ζήτημα του κράτους, ενώ έφτασε στο σημείο να αποκρύψει τους τρεις τελευταίους τόμους του Κεφαλαίου (θεωρίες της υπεραξίας), στην προσπάθεια του να συγκαλύψει την οπορτουνιστική στροφή του γερμανικού σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, στην ηγεσία του οποίου ηγούταν.
Στο συγκεκριμένο άρθρο, θα επιχειρήσουμε να καταδείξουμε την αναγκαιότητα του άμεσου πολιτικού προγράμματος πάλης, στηριζόμενοι στην πρόσφατη ελληνική εμπειρία. Αυτή της περιόδου 2010–2012, η οποία θα πρέπει να μελετηθεί καλύτερα από τις ζωντανές δυνάμεις του εργατικού κινήματος, γιατί μέσα στα δύο αυτά χρόνια της θύελλας, δημιουργήθηκαν –βάσιμα– μεγάλες προσδοκίες, οι οποίες όμως έδωσαν τη θέση τους στην απογοήτευση και στη διάψευση των ελπίδων.
Για τη μεταστροφή όμως από την ελπίδα στην απογοήτευση, θα πρέπει να δοθούν απαντήσεις. Πολιτικές απαντήσεις.
Η περίοδος 2010–2012, είναι από τις πιο ενδιαφέρουσες της μεταπολιτευτικής περιόδου, γιατί
α) ξεκίνησε η εφαρμογή των λαοκτόνων μνημονίων, σαν αποτέλεσμα της βαθιάς κρίσης του ελληνικού καπιταλισμού και της ωμής επέμβασης του ιμπεριαλιστικού παράγοντα.
β) βγήκαν στους δρόμους εκατοντάδες χιλιάδες λαού, οι οποίοι, για δεκαετίες ολόκληρες είχαν βυθιστεί στην αδράνεια και την πολιτική αδιαφορία.
γ) ξεκίνησε η αποδόμηση του δικομματικού συστήματος. Στις εκλογές του Μάη του 2012, ΠΑΣΟΚ και ΝΔ μαζί έχασαν 2,5 εκατομμύρια ψήφους. Το ΠΑΣΟΚ έχει υποβιβαστεί σήμερα σε ένα μικρό, περιθωριακό κόμμα, χωρίς προοπτική επανάκαμψης, ενώ σε κρίση βρίσκεται και η ΝΔ. Παρά τις μικρότερες απώλειες που είχε σε σχέση με το ΠΑΣΟΚ σε πολιτικό και συνδικαλιστικό επίπεδο, τα όσα ευτράπελα συμβαίνουν τις τελευταίες ημέρες με τα στελέχη που διεκδικούν την ηγεσία του κόμματος, δεν θα πρέπει να αποδοθούν σε προσωπικές ιδιαιτερότητες, αλλά στην πολυσχιδή κρίση που ταλανίζει το κόμμα αυτό της αστικής τάξης ε) την περίοδο αυτή σημειώθηκε η μετάλλαξη της οικονομικής κρίσης σε πολιτική και κοινωνική. Η τριπλή αυτή κρίση είναι παρούσα και σήμερα και το γενεσιουργό αίτιο της αστάθειας που διατρέχει το σύνολο του αστικού πολιτικού συστήματος, αλλά –για άλλους λόγους– και το σημερινό ΚΚΕ.
Την περίοδο 2010–2012, υπήρχαν όλες οι προϋποθέσεις να εκδηλωθεί γενικευμένη λαϊκή αντεπίθεση, που θα έθιγε βασικές πλευρές της αναπαραγωγής του εκμεταλλευτικού συστήματος και θα άνοιγε το δρόμο της σοσιαλιστικής προοπτικής της ελληνικής κοινωνίας.
Οι «πάνω» σε βαθιά πολιτική και οικονομική κρίση, είχαν χάσει την ικανότητα χειραγώγησης του λαϊκού παράγοντα, ο οποίος αναζητούσε διεξόδους απεγκλωβισμού από το αστικό σύστημα εξουσίας.
Οι «κάτω» σε αναβρασμό. Στους δρόμους της Αθήνας και των άλλων πόλεων της χώρας, ξεχείλιζε η λαϊκή οργή, δεκάδες και εκατοντάδες χιλιάδες λαού, έδιναν καθημερινά μάχες με τις δυνάμεις καταστολής. Τρομοκρατημένοι οι μηχανισμοί του κράτους και του παρακράτους, προσέφυγαν σε δολοφονικές προβοκάτσιες (εμπρησμός της Μαρφίν στις 5 Μάη του 2010, δολοφονική επίθεση «αναρχικών» στις δυνάμεις του ΠΑΜΕ στις 19 Νοέμβρη του 2011). Το αγωνιστικό όμως φρόνιμα του λαού δεν μπόρεσαν να το κάμψουν.
Είχε σημάνει η ώρα των μεγάλων ανατροπών, μέσα από τη συγκρότηση του κοινωνικό–πολιτικού μετώπου πάλης. Είχε σημάνει η ώρα της προώθησης των μεγάλων ριζοσπαστικών αντιμονοπωλιακών, αντιιμπεριαλιστικών, δημοκρατικών αλλαγών. Οι οποίες όμως για να πάρουν σάρκα και οστά, θα έπρεπε, μέσα από ένα αντίστοιχο πρόγραμμα εργατικών συμφερόντων, να γίνουν σημαία της λαϊκής πάλης. Στην κρίσιμη αυτή ώρα θα έπρεπε να καταδειχτεί με την μεγαλύτερη σαφήνεια, ότι η διέξοδος από την βαθιά καπιταλιστική κρίση και τις αδυσώπητες πολιτικές των μνημονίων, ήταν ακριβώς ένα πρόγραμμα βαθιών ριζοσπαστικών αλλαγών, που θα έφερνε τον λαϊκό παράγοντα στο προσκήνιο των εξελίξεων, θα έβαζε φραγμό στη δράση του μονοπωλιακού κεφαλαίου, και θα υπονόμευε τα θεμέλια του καθεστώτος της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης.
Ένα τέτοιο εργατικό πρόγραμμα δεν κατατέθηκε ποτέ. Στο ΚΚΕ από τα μέσα της δεκαετίας του 90 , είχαν αρχίσει να πνέουν οι άνεμοι της αντεπανάστασης (του αριστερισμού και της επανάστασης στα λόγια) Στην κρίσιμη αυτή περίοδο για το εργατικό κίνημα, κυριάρχησαν οι απόψεις του τύπου «δεν υπάρχει φιλολαϊκή διέξοδος από την καπιταλιστική κρίση».
Αποτέλεσμα; Το εργατικό και το λαϊκό κίνημα, σε μια από τις πιο ενδιαφέρουσες και κρίσιμες στιγμές της ταξικής πάλης, βρέθηκε χωρίς πρόγραμμα οικονομικών και πολιτικών διεκδικήσεων, τη στιγμή που ο κόσμος στους δρόμους αναζητούσε τη διέξοδο από τη ζοφερή πραγματικότητα της οικονομικής κρίσης και των σκληρών μνημονιακών πολιτικών.
Ποιος ωφελήθηκε από μια τέτοια στάση; Αναμφίβολα η αστική τάξη και το σύστημα της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης. Όταν έχεις ένα λαό εξεγερμένο και, δεν του δείχνεις, ως όφειλες, το δρόμο που θα πρέπει να ακολουθήσει για να απαλλαγεί από τους εφιάλτες της καπιταλιστικής κρίσης και των μνημονίων που τον έχουν ζώσει, τότε, αντικειμενικά, στηρίξεις το σύστημα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης. Όταν, ακόμα χειρότερα, του λες, ότι είναι μάταιοι και αναποτελεσματικοί οι σημερινοί αγώνες, τότε τον οδηγείς στην αποστράτευση και στην ηττοπάθεια.
Και ερχόμαστε τώρα στο κεντρικό θέμα του άρθρου. Στη τεράστια δυναμική που περικλείει μια πρόταση διεξόδου από μια πιεστική κατάσταση, όταν ο λαός έχει συνειδητοποιήσει την ανάγκη αλλαγών και ανατροπών από ένα πολιτικό και κοινωνικοοικονομικό περιβάλλον, που εξόφθαλμα έρχεται σε αντίθεση και συγκρούεται με τις πιο στοιχειώδεις ανάγκες του και τα συμφέροντα του.
Αφού ο πολιτικός φορέας του εργατικού κινήματος, δεν κατέθεσε πρόταση διεξόδου από την κρίση, αυτή ήρθε από αλλού, από το χώρο των μικροαστών. Η πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ για κατάργηση των μνημονίων και της λιτότητας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απηχούσε τις μεσοβέζικες και ταλαντευόμενες θέσεις των μικροαστικών στρωμάτων για την αντιμετώπιση των συνεπειών της κρίσης και των εφαρμοζόμενων πολιτικών λιτότητας.
Οι μικροαστοί, οι αποκαλούμενοι και «μεσαία τάξη», είχαν χτυπηθεί και ίδιοι από τις πολιτικές του 1ου μνημονίου, οι οποίες είχαν καθαρά φιλομονοπωλιακό προσανατολισμό. Διαπίστωναν και οι ίδιοι ότι ο συνδυασμός άγρια φορολογία και βίαιη περικοπή κοινωνικών δαπανών που είχε ως συνέπεια τη συρρίκνωση του εισοδήματος των εργαζομένων, έπληττε και τους ίδιους, αφού οι πελάτες–εργαζόμενοι, λόγο οικονομικής αδυναμίας, σταμάτησαν να περνάνε το κατώφλι των καταστημάτων τους. Ο περιορισμός της ζήτησης, είχε δραματικές συνέπειες για τα μικρά και μεσαία εμπορικά καταστήματα και τις βιοτεχνίες, καθώς έκλειναν το ένα μετά το άλλο. Η καταστροφή κεφαλαίου που συνοδεύει τις οικονομικές κρίσεις και τα σκληρά προγράμματα λιτότητας, έπληξε πρώτα και κύρια τα μικρά αυτά εμπορικά καταστήματα και τις βιοτεχνίες. Είχαν, επομένως, κάθε λόγο να στηρίξουν μια πολιτική πρόταση που επαγγέλλονταν ότι θα σταματήσει τις πολιτικές λιτότητας και ότι θα καταργήσει τα επαχθή μνημόνια.
Από την άλλη, ο ριζοσπαστισμός των μικροαστικών στρωμάτων έχει όρια. Και στη προκειμένη περίπτωση τα όρια αυτά ήταν η μη αμφισβήτηση της θέσης της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και το ευρώ. Γιατί, αν από τη μία πλευρά, τα μικροαστικά στρώματα αισθάνονται την καυτή ανάσα του μονοπωλιακού κεφαλαίου που απειλεί να τους καταπιεί, από την άλλη φοβούνται τις εξελίξεις που θα φέρουν στο προσκήνιο το εργατικό κίνημα. Το αίτημα του προλεταριάτου για μια κοινωνία χωρίς ταξική εκμετάλλευση, δεν τους βρίσκει σύμφωνους, γιατί, σε τελική ανάλυση και οι ίδιοι δεν είναι παρά μικροί καπιταλιστές οι οποίοι ζουν από την εκμετάλλευση της εργατικής τάξης. Μόνο που στο μοίρασμα της υπεραξίας έχουν οικτρά παράπονα, γιατί το συντριπτικά μεγάλο μέρος της καταλήγει στα ταμεία του μονοπωλιακού κεφαλαίου, ενώ σε αυτούς αφήνουν ψίχουλα.
Και όμως η μεσοβέζικη και ταλαντευόμενη πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ, έμελλε να ταράξει τα νερά. Και αυτό φάνηκε καθαρά στη διπλή εκλογική αναμέτρηση το Μάη και τον Ιούνη του 2012, όπου σημειώθηκε πλήρης ανατροπή του πολιτικού σκηνικού. Ένα μικρό οπορτουνιστικό κόμμα, που μέχρι τότε κινούνταν μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, εκτινάχθηκε από το 4% στο 17% και στο 27%. Ο παλαιός δικομματισμός υπέστη δεινή ήττα, κυριολεκτικά συνετρίβη, καθώς ΝΔ και ΠΑΣΟΚ μαζί, έχασαν περί τα 2,5 εκατομμύρια ψήφους. Το άλλοτε κραταιό ΠΑΣΟΚ προσγειώθηκε ανώμαλα στο 16% το Μάη και στο 13% τον Ιούνη, για να ακολουθήσει στη συνέχεια συνεχή υποχώρηση, η οποία το έφερε στην κατηγορία του «μικρού» κόμματος. Η ΝΔ το Μάη βυθίστηκε στο 19%, για να ανακάμψει τον Ιούνη στο 29%, όταν η ηγετική της ομάδα έριξε το πολωτικό σύνθημα της διασφάλισης της παραμονής της Ελλάδας στη ζώνη του ευρώ, το οποίο ενεργοποίησε τα συντηρητικά ανακλαστικά των συντηρητικών στρωμάτων της κοινωνίας.
Ο ακροδεξιός εταίρος της κυβέρνησης Παπαδήμου, το ΛΑΟΣ έμεινε εκτός Βουλής, ενώ ένα νεοπαγές φιλοαστικό κόμμα, η ΔΗΜΑΡ, η οποία προήλθε από τη διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ –ως δεξιά τάση– μέσα στη γενικότερη σύγχυση και θολούρα είδε τα ποσοστά της να ξεπερνούν το 7% για να εξαφανιστεί στη συνέχεια από τον πολιτικό χάρτη, αφού ο λαός δεν της συγχώρεσε τη συμμετοχή στη τρικομματική κυβέρνηση που φτιάχτηκε μετά τις εκλογές του Ιούνη.
Ενδιαφέρον έχει να παρακολουθήσουμε την συμπεριφορά των εργατικών στρωμάτων στη διπλή αυτή πολιτική αναμέτρηση. Σε πλήρη σύγχυση και με προφανή αμηχανία τα εργατικά στρώματα –αφού ο πολιτικός φορέας της εργατικής τάξης, επικαλούμενος τον κίνδυνο του οπορτουνισμού, εγκατέλειψε την πολιτική μάχη, πετώντας την μπάλα στην εξέδρα– παρασύρθηκαν από το μικροαστικό ρεύμα, το οποίο κατέκλισε τις εργατικές συνοικίες της Αθήνας και των άλλων μεγάλων πόλεων της Ελλάδας όπου συγκεντρώνεται το εργατικό στοιχείο. Ο ΣΥΡΙΖΑ με υψηλά ποσοστά, αναδείχτηκε πρώτο κόμμα στις δυτικές συνοικίες της Αθήνας και με ακόμα υψηλότερα στις εργατογειτονιές της Β΄ Πειραιά.
Όσο για το ΚΚΕ; Αυτό πλήρωσε το τίμημα των –πώς αλλιώς να το πεις;– τυχοδιωκτικών του επιλογών και από το 8,4% το Μάη, βυθίστηκε στο ταπεινωτικό 4,5% τον Ιούνη. Μυαλό όμως δεν έβαλαν. Ακολουθώντας την ίδια τυχοδιωκτική πολιτική, στις πρόσφατες εκλογές του Σεπτέμβρη, και παρά το γεγονός ότι το πολιτικό περιβάλλον ήταν ιδιαίτερα ευνοϊκό –αστικό πολιτικό σύστημα σε κρίση, με τον ΣΥΡΙΖΑ να έχει μόλις ψηφίσει το 3ο μνημόνιο- σε σχέση με τις εκλογές του Γενάρη του 2015, απώλεσε περί τους 36.000 ψήφους εκ των οποίων οι 25.000 στα αστικά κέντρα, όπου οι συνέπειες της κρίσης και των εφαρμοζόμενων πολιτικών λιτότητας είναι ιδιαίτερα οδυνηρές για τα εργατικά–λαϊκά στρώματα.
Το συμπέρασμα είναι, ότι όταν γυρίζεις την πλάτη στην πολιτική, την γνήσια εργατική, επαναστατική πολιτική, αυτή εκδικείται, καθώς, με στοιχείο νομοτέλειας, σε οδηγεί στο περιθώριο των εξελίξεων.
πηγη: ergatikosagwnas.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή
