Σήμερα: 28/01/2022
Πέμπτη, 13 Ιανουαρίου 2022 07:08

Αφιέρωμα: 20 χρόνια στο Ευρώ

Γράφτηκε από τον

2022-01-13_100930.jpg

Το αφιέρωμα της Εργατικής Αριστεράς (φ. 477) στα 20 χρόνια από την ένταξη της Ελλάδας στην Ευρωζώνη. Γράφουν οι: Στάθης Κουβελάκης, Γιάννης Μηλιός, Αντώνης Νταβανέλος.

Η εμπέ­δω­ση του νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού

Του Αντώ­νη Ντα­βα­νέ­λου

Η  αστι­κή τάξη στην Ελ­λά­δα στα 200 χρό­νια της κυ­ριαρ­χί­ας στο ανε­ξάρ­τη­το κρά­τος της, ανέ­πτυ­ξε ως «υψηλή τέχνη» την επι­δε­ξιό­τη­τα της συ­νερ­γα­σί­ας με τις Με­γά­λες Δυ­νά­μεις. Ανα­λαμ­βά­νο­ντας τη συ­στη­μα­τι­κή υπο­στή­ρι­ξη των συμ­φε­ρό­ντων τους στην πε­ριο­χή, αλλά και διεκ­δι­κώ­ντας πα­ράλ­λη­λα την τα­χύ­τε­ρη εφι­κτή δική της (κα­πι­τα­λι­στι­κή) ανά­πτυ­ξη. Ανα­δεί­χτη­κε έτσι ως ο πιο έμπι­στος local partner της Δύσης στην Ανα­το­λι­κή Με­σό­γειο μετά τον Δεύ­τε­ρο Πα­γκό­σμιο Πό­λε­μο, αλλά και ως ο πιο δυ­να­μι­κός κα­πι­τα­λι­σμός στα Βαλ­κά­νια, όπως σωστά προ­έ­βλε­πε ο Πα­ντε­λής Που­λιό­που­λος κατά τη με­γά­λη «στρα­τη­γι­κή» συ­ζή­τη­ση της κομ­μου­νι­στι­κής Αρι­στε­ράς στις αρχές της δε­κα­ε­τί­ας του 1930 («Δη­μο­κρα­τι­κή ή σο­σια­λι­στι­κή επα­νά­στα­ση στην Ελ­λά­δα;»).

Πριν από 20 χρό­νια ο ελ­λη­νι­κός κα­πι­τα­λι­σμός συ­γκέ­ντρω­σε την προ­σο­χή του σε μια κομ­βι­κή επι­λο­γή: στη διεκ­δί­κη­ση της συμ­με­το­χής του στο κλει­στό κλαμπ της Ευ­ρω­ζώ­νης, των πιο ανα­πτυγ­μέ­νων ευ­ρω­παϊ­κών χωρών.

Ένα κοι­νω­νι­κο-πο­λι­τι­κό πρό­γραμ­μα

Από την αρχή ήταν σαφές ότι το ευρώ δεν ήταν «απλώς» ένα κοινό νό­μι­σμα, αλλά ένα κοι­νω­νι­κό-πο­λι­τι­κό πρό­γραμ­μα, όπως και μια «σι­δε­ρέ­νια» συμ­φω­νία για την επι­βο­λή του. Ήταν η εμπέ­δω­ση της νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρης επι­θε­τι­κό­τη­τας του κε­φα­λαί­ου. Με βα­σι­κό στόχο τη δρα­στι­κή διά­βρω­ση των ερ­γα­τι­κών κα­τα­κτή­σε­ων κατά την προη­γού­με­νη μακρά πε­ρί­ο­δο στην Ευ­ρώ­πη (μετά το 1945 και κυ­ρί­ως μετά το 1968…) και κατά συ­νέ­πεια τη βελ­τί­ω­ση της αντα­γω­νι­στι­κό­τη­τας των κυ­ρί­αρ­χων τά­ξε­ων της Ευ­ρω­ζώ­νης στο διε­θνή στίβο. Ασφα­λώς, τα υπο­σχό­με­να οφέλη από τη συμ­με­το­χή στην Ευ­ρω­ζώ­νη ήταν ανι­σο­με­ρή (όπως πάντα στην ιστο­ρία του κα­πι­τα­λι­σμού). Όμως ταυ­τό­χρο­να ήταν συν­δυα­σμέ­να: Δεν υπήρ­χε άλλη στρα­τη­γι­κή τα­χύ­τε­ρης κα­πι­τα­λι­στι­κής ανά­πτυ­ξης. Το απο­δει­κνύ­ει η θρη­σκευ­τι­κή προ­σή­λω­ση στο Ευρώ όλων των με­ρί­δων των Ελ­λή­νων κα­πι­τα­λι­στών αλλά και οι με­τέ­πει­τα «διευ­ρύν­σεις» της Ευ­ρω­ζώ­νης, που έγι­ναν με την οι­κειο­θε­λή προ­σπά­θεια των κυ­ρί­αρ­χων τά­ξε­ων 9 νέων χω­ρών-με­λών.

Στην Ελ­λά­δα αυτή η προ­σπά­θεια της αστι­κής τάξης, που βα­φτί­στη­κε ως «εθνι­κός στό­χος», δεν υπήρ­ξε κα­θό­λου εύ­κο­λη. Το πρώτο κύμα των νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρων αντι­με­ταρ­ρυθ­μί­σε­ων του Κων­στα­ντί­νου Μη­τσο­τά­κη είχε ανα­τρα­πεί από τη συ­στη­μα­τι­κή αντί­στα­ση του ερ­γα­τι­κού κι­νή­μα­τος. Χρειά­στη­κε η προ­σαρ­μο­γή της σο­σιαλ­δη­μο­κρα­τί­ας στο νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμό, με την πο­λι­τι­κή του «εκ­συγ­χρο­νι­σμού» του Κώστα Ση­μί­τη, για να τε­θούν τα θε­μέ­λια της επι­κρά­τη­σης των αντι­με­ταρ­ρυθ­μί­σε­ων που σή­με­ρα βα­ραί­νουν πάνω στη ζωή της ερ­γα­τι­κής τάξης και των ευ­ρύ­τε­ρων λαϊ­κών μαζών.

Η αρ­χι­κή υπό­σχε­ση των οπα­δών του ευρώ προ­έ­βλε­πε μια διαρ­κή πο­ρεία «ανά­πτυ­ξης», που στη συ­νέ­χεια τα οφέλη της θα δια­χέ­ο­νταν, τάχα, ανα­λο­γι­κά «προς τα κάτω», σε μια στα­θε­ρή βελ­τί­ω­ση των συν­θη­κών ζωής της κοι­νω­νι­κής πλειο­ψη­φί­ας. Σή­με­ρα γνω­ρί­ζου­με ότι το δεύ­τε­ρο σκέ­λος αυτής της υπό­σχε­σης ήταν απο­λύ­τως ψευ­δές: το με­ρί­διο των μι­σθών και των συ­ντά­ξε­ων, ως πο­σο­στό «συμ­με­το­χής» στο ΑΕΠ, έχει μειω­θεί δρα­μα­τι­κά, ενώ έχει αυ­ξη­θεί το με­ρί­διο των κερ­δών της «επι­χει­ρη­μα­τι­κό­τη­τας».

Δη­λα­δή έχει αυ­ξη­θεί το πο­σο­στό εκ­με­τάλ­λευ­σης της μι­σθω­τής ερ­γα­σί­ας. Αυτή είναι η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα της «σύ­γκλι­σης», όπως τε­λι­κά τη βιώ­νει η ερ­γα­τι­κή τάξη και οι φτω­χοί στα πεδία των μι­σθών και των συ­ντά­ξε­ων, στις ερ­γα­σια­κές σχέ­σεις και στις κοι­νω­νι­κές δα­πά­νες.

Τα πράγ­μα­τα είναι πιο πε­ρί­πλο­κα στο πρώτο σκέ­λος της υπό­σχε­σης. Ο ελ­λη­νι­κός κα­πι­τα­λι­σμός, μέσω της συμ­με­το­χής στο ευρώ, άλ­λα­ξε. Κλά­δοι πα­ρα­γω­γής που χα­ρα­κτη­ρί­ζο­νταν από τη μα­ζι­κή ερ­γα­σία (κλω­στο­ϋ­φα­ντουρ­γία, ηλε­κτρι­κές συ­σκευ­ές, αμα­ξώ­μα­τα κ.ο.κ.) με­τα­κό­μι­σαν σε χώρες με φτη­νό­τε­ρα με­ρο­κά­μα­τα ή πα­ρήκ­μα­σαν. Όμως η ση­μα­ντι­κή ανά­πτυ­ξη του τομέα των υπη­ρε­σιών είναι συν­δε­δε­μέ­νη με ανά­πτυ­ξη άλλων κλά­δων πα­ρα­γω­γής. Οι εξα­γω­γές των Ελ­λή­νων κα­πι­τα­λι­στών δί­νουν μια σαφή ει­κό­να: Προ­ϊ­ό­ντα δι­ύ­λι­σης πε­τρε­λαί­ου, φάρ­μα­κα χη­μι­κά και χρώ­μα­τα, με­ταλ­λι­κές κα­τα­σκευ­ές, βιο­μη­χα­νι­κά επε­ξερ­γα­σμέ­να τρό­φι­μα, «εμπι­στευ­τι­κά προ­ϊ­ό­ντα» (εξαρ­τή­μα­τα ερ­γα­λειο­μη­χα­νών και οπλι­κών συ­στη­μά­των) κ.ο.κ. Με την ανά­πτυ­ξη των logistics και των διε­θνών αλυ­σί­δων πα­ρα­γω­γής και εφο­δια­σμού, ο ελ­λη­νι­κός κα­πι­τα­λι­σμός είναι στε­νό­τε­ρα συν­δε­δε­μέ­νος σή­με­ρα με το «κέ­ντρο» του διε­θνούς νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρου κα­πι­τα­λι­σμού.

Κρίση

Σή­με­ρα γνω­ρί­ζου­με ότι η συμ­με­το­χή στο ανα­πτυγ­μέ­νο κλαμπ της Ευ­ρω­ζώ­νης κάθε άλλο παρά απέ­κλειε το εν­δε­χό­με­νο των κρί­σε­ων. Η κρίση του 2010 χτύ­πη­σε ιδιαί­τε­ρα σκλη­ρά τον ελ­λη­νι­κό κα­πι­τα­λι­σμό και τον υπο­χρέ­ω­σε σε υπο­χω­ρή­σεις και ανα­δι­πλώ­σεις. Όμως αυτές οι «απώ­λειες» δεν απο­δει­κνύ­ουν μια κά­ποια γε­νι­κή «κα­θυ­στέ­ρη­ση». Άλ­λω­στε η κρίση που άρ­χι­σε το 2007-08 αφο­ρού­σε το πα­γκό­σμιο «κέ­ντρο» του κα­πι­τα­λι­σμού, τις ΗΠΑ, την ΕΕ, την Ια­πω­νία κ.ο.κ., και όχι μια κά­ποια υπο­α­νά­πτυ­κτη «πε­ρι­φέ­ρεια».

Μπρο­στά σε αυτή την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, οι αντι­δρα­στι­κές αντι­με­ταρ­ρυθ­μί­σεις στην Ευ­ρω­ζώ­νη γε­νι­κεύ­ο­νται, δεν πε­ριο­ρί­ζο­νται στο οι­κο­νο­μι­κό-κοι­νω­νι­κό ζή­τη­μα. Σή­με­ρα οι ελευ­θε­ρί­ες και τα δη­μο­κρα­τι­κά δι­καιώ­μα­τα έχουν γίνει ανέκ­δο­το σε χώρες όπως η Γαλ­λία, η Ιτα­λία κλπ που είχαν μα­κρές σχε­τι­κές πα­ρα­δό­σεις. Ο ρα­τσι­σμός έχει γίνει κα­θο­ρι­στι­κή πτυχή της ευ­ρω­παϊ­κής πο­λι­τι­κής. Ο σε­ξι­σμός κα­θο­δη­γεί αντι­δρα­στι­κές ανα­τρο­πές σε πλα­τιά κλί­μα­κα. Οι δυ­νά­μεις της ακρο­δε­ξιάς ενι­σχύ­ο­νται πα­ντού. Αυτός ο άνε­μος αντι­δρα­στι­κής αντε­πί­θε­σης είναι άρ­ρη­κτα συν­δε­δε­μέ­νος με την κομ­βι­κή πρό­θε­ση του κε­φα­λαί­ου σε ευ­ρω­παϊ­κή κλί­μα­κα να δια­τη­ρή­σει αμεί­ω­τη την επι­θε­τι­κό­τη­τά του σε βάρος των δυ­νά­με­ων της ερ­γα­σί­ας.

Πα­ρό­λα αυτά, είναι πλέον σαφές ότι βα­δί­ζου­με προς μια νέα βαθιά κρίση, πι­θα­νό­τα­τα από το 2023. Η ΕΕ θω­ρα­κί­ζε­ται μπρο­στά σε αυτή την προ­ο­πτι­κή, προ­σπα­θώ­ντας να δια­τη­ρή­σει τις θέ­σεις της μέσα στον ευ­ρύ­τε­ρο αντα­γω­νι­σμό και ει­δι­κό­τε­ρα τη σύ­γκρου­ση με­τα­ξύ των ΗΠΑ και της Κίνας. Η ανα­βάθ­μι­ση του ευ­ρω­παϊ­κού μι­λι­τα­ρι­σμού, με πρω­το­πό­ρο το ρόλο του γαλ­λι­κού κρά­τους, δεί­χνει την πρό­θε­ση του ευ­ρω­παϊ­κού ιμπε­ρια­λι­σμού να αγω­νι­στεί σκλη­ρά για κάθε σπι­θα­μή της διε­θνούς επιρ­ρο­ής του.

Μπρο­στά σε αυτές τις ζο­φε­ρές προ­ο­πτι­κές, οι κυ­ρί­αρ­χες τά­ξεις στην Ευ­ρώ­πη δεν κα­θο­ρί­ζο­νται σή­με­ρα από την αυ­το­πε­ποί­θη­ση που είχαν 20 χρό­νια πριν. Τμή­μα­τά τους μπαί­νουν στους «πει­ρα­σμούς» των προ­στα­τευ­τι­κών πο­λι­τι­κών (όπως οι ΗΠΑ επί Τραμπ), δη­λα­δή στην προ­τε­ραιό­τη­τα του «ο σώζων εαυτό σω­θή­το». Όμως αυτά δεν είναι κυ­ρί­αρ­χα. Τα 20 χρό­νια ευ­ρω­παϊ­κής «ολο­κλή­ρω­σης» έχουν χτί­σει αλ­λη­λο­δια­πλο­κές και συν­δέ­σεις που δεν είναι εύ­κο­λο να υπο­τι­μη­θούν. Η κυ­ρί­αρ­χη τάση είναι ότι θα δώ­σουν την επό­με­νη μάχη μέσα από τις πραγ­μα­τι­κό­τη­τες που έχει δια­μορ­φώ­σει η εποχή του ευρώ.

Απα­ντή­σεις της Αρι­στε­ράς

Οι βα­ριές συ­νέ­πειες της παν­δη­μί­ας έχουν ανα­δεί­ξει τον επεί­γο­ντα χα­ρα­κτή­ρα της ανα­τρο­πής των νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρων πο­λι­τι­κών, δη­λα­δή των συ­γκε­κρι­μέ­νων πο­λι­τι­κών με τις οποί­ες δρουν οι κυ­ρί­αρ­χες τά­ξεις διε­θνώς. Η ελ­λη­νι­κή εμπει­ρία του 2015 έχει απο­δεί­ξει ότι η εκ­πλή­ρω­ση του κα­θή­κο­ντος αυτού δεν είναι εφι­κτή αν δεν συν­δυα­στεί με την έξοδο από το ευρώ, μια ρι­ζο­σπα­στι­κή πο­λι­τι­κή σύ­γκρου­σης με την Ευ­ρω­ζώ­νη και την ΕΕ. Αυτή η πο­λι­τι­κή δεν είναι δυ­να­τόν να εμπνέ­ε­ται από το ιστο­ρι­κό πα­ρελ­θόν και να επι­χει­ρεί να «συμ­βου­λεύ­σει» τους κα­πι­τα­λι­στές για μια κά­ποια υπο­θε­τι­κή τα­χύ­τε­ρη και ασφα­λέ­στε­ρη (κα­πι­τα­λι­στι­κή) ανά­πτυ­ξη. Κα­νείς δεν δι­καιού­ται να υπο­βαθ­μί­ζει το γε­γο­νός ότι ακόμα και χώρες και λαοί που πά­λε­ψαν με το όπλο στο χέρι για εθνι­κή ανε­ξαρ­τη­σία, λαϊκή κυ­ριαρ­χία και αυ­τό­κε­ντρη ανά­πτ­ξη (όπως η Κίνα και το Βιετ­νάμ), υπο­χρε­ώ­θη­καν κατά τις προη­γού­με­νες δε­κα­ε­τί­ες σε δρα­μα­τι­κές «στρο­φές», και σή­με­ρα έχουν πλή­ρως αφο­μοιω­θεί στις δια­δι­κα­σί­ες της νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρης κα­πι­τα­λι­στι­κής πα­γκο­σμιο­ποί­η­σης.

Από τη σκο­πιά της ερ­γα­τι­κής τάξης και των λαϊ­κών μαζών, τα άμεσα κα­θή­κο­ντα της ανα­τρο­πής του νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού είναι πλέον άρ­ρη­κτα δε­μέ­να με την πο­λι­τι­κή αμ­φι­σβή­τη­σης/σύ­γκρου­σης απέ­να­ντι στις ιδρυ­τι­κές/ταυ­το­τι­κές Συν­θή­κες που κα­θο­ρί­ζουν τα δεσμά του ευρώ και της ΕΕ. Και μια τέ­τοια πο­λι­τι­κή δεν είναι δυ­να­τόν να ξε­δι­πλω­θεί απο­τε­λε­σμα­τι­κά παρά μόνο αν κα­θο­δη­γεί­ται από μια σκλη­ρή αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κή στρα­τη­γι­κή και τη διεκ­δί­κη­ση της σο­σια­λι­στι­κής απε­λευ­θέ­ρω­σης της ερ­γα­τι­κής τάξης. Όλοι οι αντι­κει­με­νι­κοί πα­ρά­γο­ντες που απο­τε­λούν προ­ϋ­πο­θέ­σεις γι’ αυτό το ιστο­ρι­κό βήμα έχουν υπε­ρω­ρι­μά­σει. Η κρί­σι­μη κα­θυ­στέ­ρη­ση αφορά τον υπο­κει­με­νι­κό πα­ρά­γο­ντα: τόσο ως προς τη δια­μόρ­φω­ση των ανα­γκαί­ων πο­λι­τι­κών ορ­γα­νώ­σε­ων και κομ­μά­των της ρι­ζο­σπα­στι­κής Αρι­στε­ράς, όσο και ως προς το «μπό­λια­σμα» των συ­γκε­κρι­μέ­νων αγώ­νων των ερ­γα­τών και της νε­ο­λαί­ας με αυτή την ανα­ντι­κα­τά­στα­τη πλέον στρα­τη­γι­κή προ­ο­πτι­κή.

Η όξυν­ση της εκ­με­τάλ­λευ­σης και της κα­τα­πί­ε­σης εγκυ­μο­νεί πε­ρί­ο­δο ανα­τρο­πών. Όπως πάντα, αυτές θα αρ­χί­ζουν σε εθνι­κό επί­πε­δο, σπά­ζο­ντας τους κάθε φορά «αδύ­να­μους κρί­κους», αλλά η στα­θε­ρή νίκη τους θα μπο­ρεί να δια­σφα­λι­στεί μόνο μέσω της επέ­κτα­σής τους στο διε­θνι­κό πεδίο. Αυτό είναι το νόημα της ιστο­ρι­κής πε­ριό­δου που άνοι­ξε στην Ευ­ρώ­πη με τη θε­σμο­θέ­τη­ση του ευρώ.   

 

Ευρώ, ο ελέ­φα­ντας στο δω­μά­τιο της Αρι­στε­ράς

Του Στάθη Κου­βε­λά­κη

Το ευρώ απο­τε­λεί, μαζί με το Ευ­ρω­παϊ­κό Δι­κα­στή­ριο, τον ένα από τους δύο κα­θαυ­τό υπε­ρε­θνι­κούς πυ­λώ­νες του υβρι­δι­κού οι­κο­δο­μή­μα­τος που λέ­γε­ται Ευ­ρω­παϊ­κή Ενωση (ΕΕ). Θε­μέ­λιο της ΕΕ πα­ρα­μέ­νει μια σειρά δια­κρα­τι­κών συν­θη­κών με τε­λι­κό στόχο ωστό­σο μια μορφή μιας «ολό­ε­να στε­νό­τε­ρης ένω­σης των ευ­ρω­παϊ­κών λαών», σύμ­φω­να με τις ασα­φείς αλλά φι­λό­δο­ξες δια­τυ­πώ­σεις της ιδρυ­τι­κής συν­θή­κης της Ρώμης (1957). Οι δύο αυτοί θε­σμοί παί­ζουν κε­ντρι­κό ρόλο στις δύο απο­φα­στι­σι­κές λει­τουρ­γί­ες της «ευ­ρω­παϊ­κής ενο­ποί­η­σης»: την κα­το­χύ­ρω­ση της «ενιαί­ας αγο­ράς» ως χώρος «ελεύ­θε­ρου αντα­γω­νι­σμού» σύμ­φω­να με την αρχή των «τεσ­σά­ρων ελευ­θε­ριών» (ελεύ­θε­ρης κυ­κλο­φο­ρί­ας κε­φα­λαί­ων, προ­σώ­πων, υπη­ρε­σιών και προ­ϊ­ό­ντων) και την προ­τε­ραιό­τη­τα της ευ­ρω­παϊ­κής νο­μο­θε­σί­ας ένα­ντι την εθνι­κής, ει­δι­κό­τε­ρα σε ζη­τή­μα­τα που άπτο­νται των απο­κλει­στι­κών αρ­μο­διο­τή­των της ΕΕ – καρ­διά των οποί­ων είναι ακρι­βώς τα ζη­τή­μα­τα του αντα­γω­νι­σμού και της νο­μι­σμα­τι­κής πο­λι­τι­κής.

Η θε­σμι­κή υπό­στα­ση του ευρώ, το ευ­ρω­σύ­στη­μα με επί­κε­ντρο την ΕΚΤ της Φραν­κφούρ­της, υλο­ποιεί ένα από τα αγα­πη­μέ­να δόγ­μα­τα του νε­ο­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού, την ανά­θε­ση βα­σι­κών όψεων της κρα­τι­κής κυ­ριαρ­χί­ας σε «ανε­ξάρ­τη­τες αρχές», επί του προ­κει­μέ­νου, σε ανε­ξάρ­τη­τες κε­ντρι­κές τρά­πε­ζες, τόσο σε εθνι­κό όσο και σε υπε­ρε­θνι­κό επί­πε­δο. Η «ανε­ξαρ­τη­σία» αυτή  ση­μαί­νει απλά ότι ο εν λόγω θε­σμός δεν λο­γο­δο­τεί σε κά­νε­να και θω­ρα­κί­ζε­ται έτσι ένα­ντι όποιας λαϊ­κής πί­ε­σης. Αντί­θε­τα, με μόνη ρητή απο­στο­λή την δια­τή­ρη­ση του πλη­θω­ρι­σμού στο 2%, η ΕΚΤ δια­πλέ­κε­ται στενά με τις απαι­τή­σεις της χρη­μα­τι­στι­κού κε­φα­λαί­ου. Δεν είναι τυ­χαίο εξ’άλ­λου αν η έδρα της βρί­σκε­ται σε ένα από τα κύρια ευ­ρω­παϊ­κά του κέ­ντρα.

Το ευρώ ως συ­μπύ­κνω­ση των κα­πι­τα­λι­στι­κών σχέ­σε­ων

Το ευρώ απο­τε­λεί κε­ντρι­κής ση­μα­σία ερ­γα­λείο για τις κα­πι­τα­λι­στι­κές τά­ξεις της Ευ­ρώ­πης σε τρία επί­πε­δα – που αντι­στοι­χούν στους βα­σι­κούς νό­μους κί­νη­σης του ισχύ­ο­ντος τρό­που πα­ρα­γω­γής:

1. ως μέσο εκ­πει­θάρ­χη­σης της ερ­γα­σί­ας καθώς με­τα­θέ­τει εξ’ο­λο­κλή­ρου το βάρος του εν­δο­κε­φα­λαια­κού αντα­γω­νι­σμού στο ερ­γα­τι­κό κό­στος (δλδ στους μι­σθούς, άμε­σους και έμ­με­σους) κα­θι­στώ­ντας αδύ­να­τη κάθε νο­μι­σμα­τι­κή υπο­τί­μη­ση σε εθνι­κό επί­πε­δο.

2. ως μέσο ανα­διά­τα­ξης των όρων του αντα­γω­νι­σμού με­τα­ξύ των εθνι­κών κε­φα­λαί­ων προς όφε­λος των χωρών με χα­μη­λό πλη­θω­ρι­σμό (και αντί­στοι­χη συ­γκρά­τη­ση του ερ­γα­τι­κού κό­στους), που συσ­σω­ρεύ­ουν πλε­ο­νά­σμα­τα στα ισο­ζύ­για εμπο­ρι­κών ανταλ­λα­γών και πλη­ρω­μών, και σε βάρος των χωρών με υψη­λό­τε­ρο πλη­θω­ρι­σμό, που υπο­λεί­πο­νται σε αντα­γω­νι­στι­κό­τη­τα και τεί­νουν να συσ­σω­ρεύ­ουν ελ­λεί­μα­τα.

3. ως «πα­γκό­σμιο χρήμα», δλδ ως νό­μι­σμα ικα­νού να αντα­γω­νι­στεί το δο­λά­ριο ως μέσο πλη­ρω­μής και απο­τα­μί­ευ­σης σε διε­θνές επί­πε­δο και να διευ­κο­λύ­νει την επέ­κτα­ση των ευ­ρω­παϊ­κών κε­φα­λαί­ων ανά τον κόσμο.

Η τε­λευ­ταία λει­τουρ­γία προ­ϋ­πο­θέ­τει ότι το ευρώ είναι αξιό­πι­στο στη διε­θνή σκα­κιέ­ρα ως «ισχυ­ρό νό­μι­σμα», ενώ δεν απο­τε­λεί νό­μι­σμα μιας κρα­τι­κής οντό­τη­τας, σε αντί­θε­ση με όλα τα ιστο­ρι­κά προη­γού­με­να (αγ­γλι­κή λίρα, δο­λά­ριο ΗΠΑ). Αυτή η έλ­λει­ψη το κα­θι­στά δο­μι­κά ευά­λω­το: παρά την διεύ­ρυ­νη­ση της πα­ρέμ­βα­σής μετά από τις κρί­σεις της τε­λευ­ταί­ας δε­κα­ε­τί­ας, η ΕΚΤ απέ­χει πολύ από το να δια­θέ­τει το οπλο­στά­σιο της αμε­ρι­κά­νι­κης Fed και την στή­ρι­ξη ενός κρά­τους με τις αντί­στοι­χες δυ­να­τό­τη­τες δα­νει­σμού και με­τα­φο­ράς πόρων στο εσω­τε­ρι­κό του.

Γι αυ­τούς τους λό­γους, η αξιο­πι­στία του ευρώ εδρά­ζε­ται  απο­φα­σι­στι­κά στην αυ­στη­ρή νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρη ορ­θο­δο­ξία της συ­νο­λι­κής του αρ­χι­τε­κτο­νι­κής: «ανε­ξάρ­τη­τη» ΕΚΤ με αντι­πλη­θω­ρι­στι­κή απο­στο­λή, σφι­χτή δη­μο­σιο­νο­μι­κή πο­λι­τι­κή όπως την ορί­ζουν τα γνω­στά «κρι­τή­ρια του Μά­α­στρι­χτ» και το όλο πλέγ­μα ολό­ε­να αυ­ξη­μέ­νης επι­τή­ρη­σης που έχουν προ­σθέ­σει οι δια­δο­χι­κές συν­θή­κες (Six Pack, Two Pack, Δη­μο­σιο­μι­κό σύμ­φω­νο, Σύμ­φω­νο Στα­θε­ρό­τη­τας).>>

Για τις ευ­ρω­παϊ­κές κα­πι­τα­λι­στι­κές τά­ξεις, το ευρώ απο­τε­λεί αναμ­φι­σβή­τη­τα συλ­λο­γι­κή επι­τυ­χία ως προς την πρώτη και την τρίτη λει­τουρ­γία. Η δεύ­τε­ρη όμως απε­τέ­λε­σε και απο­τε­λεί πηγή αντι­φά­σε­ων και κρα­δα­σμών καθώς διευ­ρύ­νει προ­ϋ­πάρ­χου­σες απο­κλί­σεις στο εσω­τε­ρι­κό της ευ­ρω­ζώ­νης, και δη­μιουρ­γεί νέες.

Με­γά­λος κερ­δι­σμέ­νος το γερ­μα­νι­κό κε­φά­λαιο, που κα­τά­φε­ρε να κα­θη­λώ­σει το ερ­γα­τι­κό κό­στος σε βάθος χρό­νου και να συ­γκρα­τή­σει τον πλη­θω­ρι­σμό, κερ­δί­ζο­ντας σε αντα­γω­νι­στι­κό­τη­τα και τούτο χωρίς να βα­σί­ζε­ται σε υπε­ρο­χή με όρους αύ­ξη­σης της πα­ρα­γω­γι­κό­τη­τας ή των επεν­δύ­σε­ων. Η γερ­μα­νι­κή ηγε­μο­νία εντός ΕΕ εκ­φρά­ζε­ται με τα τε­ρά­στια πλε­ο­νά­σμα­τα, την διείσ­δυ­ση του γερ­μα­νι­κού κε­φα­λαί­ου στην κε­ντρι­κή Ευ­ρώ­πη (που απο­τε­λεί πλέον προ­έ­κτα­ση της γερ­μα­νι­κής πα­ρα­γω­γι­κής μη­χα­νής), την εξα­γω­γι­κή δυ­να­τό­τη­τα της οι­κο­νο­μί­ας και την ταυ­τό­χρο­νη δια­τή­ρη­ση μιας ισχυ­ρής βιο­μη­χα­νι­κής υπο­δο­μής.

Αντί­θε­τα χα­μέ­νοι του ευρώ είναι, με ση­μα­ντι­κές δια­βαθ­μί­σεις, οι υπό­λοι­πες με­γά­λες οι­κο­νο­μί­ες (Γαλ­λία και Ιτα­λία), και, προ­πά­ντων οι «πε­ρι­φέ­ρειες» της Νό­τιας Ευ­ρώ­πης, με βα­ρύ­τε­ρα λα­βω­μέ­νη την Ελ­λά­δα, και ακόμη πε­ρισ­σό­τε­ρο της Ανα­το­λι­κής, που απο­τε­λούν κυ­ρί­ως πηγές εξα­γω­γής φθη­νής ερ­γα­τι­κής δύ­να­μης προς το ευ­ρω­παϊ­κό κέ­ντρο.

Η στιγ­μή της αλή­θειας για το ευρώ... και την Αρι­στε­ρά

Η «με­γά­λη κρίση» του 2010-2015 έθεσε σε δο­κι­μα­σία τα θε­μέ­λια του ευρώ, με αιχμή την ελ­λη­νι­κή πε­ρί­πτω­ση. Ταυ­τό­χρο­να ανέ­δει­ξε την κε­ντρι­κή πο­λι­τι­κή του λει­τουρ­γία ενός θε­σμού που ως τότε δρού­σε δια­κρι­τι­κά, υπό την κά­λυ­ψη του λα­βυ­ριν­θώ­δους ευ­ρω­παϊ­κού οι­κο­δο­μή­μα­τος. Ακο­λου­θώ­ντας την ρήση του Καρλ Σμιτ ότι «κυ­ρί­αρ­χος είναι αυτός που απο­φα­σί­ζει στην/επί της κα­τά­στα­ση(ς) έκτα­κτης ανά­γκης», ο τότε επι­κε­φα­λής της ΕΚΤ Μάριο Ντρά­γκι ανα­δεί­χθη­κε διπλά κυ­ρί­αρ­χος: αφε­νός όταν, τον Φε­βρουά­ριο του 2015, απο­φά­σι­σε να υπο­βάλ­λει στο μαρ­τύ­ριο της στα­γό­νας το ήδη υπό κα­τάρ­ρευ­ση ελ­λη­νι­κό τρα­πε­ζι­κό σύ­στη­μα, αφε­τέ­ρου, όταν, τον Ιού­λιο της ίδιας χρο­νιάς, προ­έ­βη στην γνω­στή δή­λω­ση ότι «η ΕΚΤ θα κάνει ότι χρεια­στεί (whatever it takes) για να δια­τη­ρή­σει το ευρώ». Με όρους Που­λαν­τζά, η ΕΚΤ απέ­δει­ξε, δια προ­σώ­που Ντρά­γκι, ότι σε συν­θή­κες οξυ­μέ­νης κρί­σης μπο­ρεί να λει­τουρ­γή­σει ως το «πο­λι­τι­κό κόμμα» των ευ­ρω­παϊ­κών κυ­ρί­αρ­χων τά­ξε­ων, στις οποί­ες συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νε­ται βε­βαί­ως και η ελ­λη­νι­κή.

Η ιστο­ρι­κή νίκη που πέ­τυ­χε τότε η ΕΚΤ, και γε­νι­κό­τε­ρα η ΕΕ, οφεί­λε­ται ως γνω­στόν στην εκ­κω­φα­ντι­κή απου­σία ενός στρα­τη­γι­κού σχέ­διου αντι­με­τώ­πι­σης αυτής της (απο­λύ­τως προ­βλέ­ψι­μης) επι­θε­τι­κής κί­νη­σης από την πλευ­ρά της ηγε­σί­ας του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ. Ενός σχε­δί­ου που όπως διαρ­κώς (όσο και μα­ταί­ως) ζη­τού­σε μια υπο­λο­γί­σι­μη μειο­ψη­φία του κόμ­μα­τος έπρε­πε να είχε συ­ζη­τη­θεί ανοι­χτά ενώ­πιον του κόμ­μα­τος και της κοι­νω­νί­ας έτσι ώστε να μπο­ρεί να υπο­λο­γί­ζει στην λαϊκή απο­δο­χή και αυ­τε­νέρ­γεια. Ενός σχε­δί­ου που δεν μπο­ρού­σε να μην συ­μπε­ρι­λαμ­βά­νει το σε­νά­ριο απο­χώ­ρη­σης από την ευ­ρω­ζώ­νη, σε συν­δυα­σμό με άλλα έκτα­κτα μέτρα – αρ­χί­ζο­ντας από την δια­κο­πή απο­πλη­ρω­μής του χρέ­ους και την άμεση εφαρ­μο­γή ορι­σμέ­νων εμ­βλη­μα­τι­κών μέ­τρων από όσα προ­έ­βλε­πε το πρό­γραμ­μα του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ. Ενα σχέ­διο που, με δυό λόγια, θα όριζε ένα εναλ­λα­κτι­κό «ότι χρειά­ζε­ται»/ whatever it takes απέ­ντα­ντι στην επί­θε­ση του αντί­πα­λου.

Αντί αυτού, στο όνομα ενός ανεύ­ρε­του «έντι­μου συμ­βι­βα­σμού», εί­χα­με την επαί­σχυ­ντη συμ­φω­νία της 20ης Φε­βρουα­ρί­ου (με υπο­γρα­φή Γιάνη Βα­ρου­φά­κη) που έδενε χει­ρο­πό­δα­ρα την τότε κυ­βέρ­νη­ση, την κα­τά­σχε­ση των απο­θε­μα­τι­κών των δη­μό­σιων ορ­γα­νι­σμών για την απο­πλη­ρω­μή των δό­σε­ων στο ΔΝΤ και, τέλος, την πλήρη πα­ρά­δο­ση του Ιου­λί­ου, μια βδο­μά­δα ακρι­βώς μετά από ένα δη­μο­ψή­φι­σμα που συ­γκλό­νι­σε την Ευ­ρώ­πη – και πιο πέρα.

Η συ­νέ­χεια είναι γνω­στή, και οι συ­νέ­πειές της εκτεί­νο­νται πολύ πέραν της Ελ­λά­δας.

Η κα­θί­ζη­ση των δυ­νά­με­ων της ευ­ρω­παϊ­κής αρι­στε­ράς που ανα­δεί­χτη­καν σε εκεί­νη την συ­γκυ­ρία ως φο­ρείς εφι­κτής ανα­τρο­πής του νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρου «σι­δε­ρέ­νιου κλου­βιού» (Πο­δέ­μος, Κόρ­μπυν) οφεί­λε­ται σε κα­θο­ρι­στι­κό βαθμό στην αδυ­να­μία, ή μάλ­λον την άρ­νη­σή τους, να δια­μορ­φώ­σουν μια δυ­να­τό­τη­τα ρήξης από τα αρι­στε­ρά με την ΕΕ, και η συ­να­κό­λου­θη εκ­χώ­ρη­ση του αντι-ΕΕ λόγου σε αντι­δρα­στι­κές δυ­νά­μεις.

Η τραυ­μα­τι­κή ελ­λη­νι­κή εμπει­ρία απο­τε­λεί σή­με­ρα αντι­κεί­με­νο συ­νο­λι­κής απώ­θη­σης για μια ευ­ρω­παϊ­κή αρι­στε­ρά που με ελά­χι­στες εξαι­ρέ­σεις εμ­μέ­νει τους σε μια προ­σέγ­γι­ση που δο­κι­μά­στη­κε και κα­τέρ­ρευ­σε, τον «αρι­στε­ρό ευ­ρω­παϊ­σμό», την πίστη στην δυ­να­τό­τη­τα εφαρ­μο­γής εναλ­λα­κτι­κών πο­λι­τι­κών (ακόμη και στην ήπια εκ­δο­χή του «προ­γράμ­μα­τος της Θεσ­σα­λο­νί­κης» του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ) εντός του υπάρ­χο­ντος πλαι­σί­ου ή/και με­ταρ­ρύθ­μι­σής του επί το προ­ο­δευ­τι­κό­τε­ρον, όταν ως δια μα­γεί­ας, θα ανα­τρα­πούν ταυ­τό­χρο­να οι συ­σχε­τι­σμοί σε ευ­ρω­παϊ­κό επί­πε­δο.

Οι βα­θύ­τε­ροι λόγοι αυτής εμ­μο­νής χρειά­ζο­νται βε­βαί­ως πε­ραι­τέ­ρω διε­ρεύ­νη­ση, πόσω μάλ­λον όταν απο­δει­κνύ­ο­νται τόσο γε­νι­κευ­μέ­νοι και αν­θε­κτι­κοί. Αυτό που είναι σαφές είναι όσο κυ­ριαρ­χούν, η υπα­γω­γή της Αρι­στε­ράς στο συλ­λο­γι­κό στρα­τη­γι­κό σχέ­διο των ευ­ρω­παϊ­κών κυ­ρί­αρ­χων τά­ξε­ων θα συ­νε­χί­ζε­ται, με ασφα­λή κα­τά­λη­ξη την ήδη δια­φαι­νό­με­νη ορι­στι­κή της πε­ρι­θω­ριο­ποί­η­ση.

Το ευρώ και η (μη) κρίση χρέ­ους

Του Γιάν­νη Μη­λιού

Μετά τις βου­λευ­τι­κές εκλο­γές του 2009, σε μια συ­γκυ­ρία πα­γκό­σμιας χρη­μα­το­πι­στω­τι­κής κρί­σης, αυ­ξή­θη­καν ρα­γδαία το δη­μό­σιο έλ­λειμ­μα και χρέος όλων των ανα­πτυγ­μέ­νων χωρών. Στην Ελ­λά­δα, μέχρι το ξέ­σπα­σμα της πα­γκό­σμιας οι­κο­νο­μι­κής κρί­σης του 2007-08, το δη­μό­σιο χρέος ως πο­σο­στό του ΑΕΠ πα­ρέ­με­νε στα­θε­ρό γύρω στο 100%, αλλά το 2009 το δη­μό­σιο έλ­λειμ­μα έφθα­σε στο -15,4% και το χρέος στο 126,8% του ΑΕΠ. Στη συ­γκυ­ρία αυτή, καθώς οι αρχές της ΕΕ και της ΕΚΤ δια­κή­ρυσ­σαν ότι «δεν προ­βλέ­πε­ται» από τις ευ­ρω­παϊ­κές Συν­θή­κες η «διά­σω­ση οποιασ­δή­πο­τε χώρας» (no bail-out clause), η κυ­βέρ­νη­ση του Γιώρ­γου Πα­παν­δρέ­ου προ­χώ­ρη­σε σε κι­νή­σεις που πε­ριέ­γρα­φαν αλλά και προ­ω­θού­σαν τις ευ­ρω­παϊ­κές πο­λι­τι­κές λι­τό­τη­τας: Συ­νέ­κρι­νε την κα­τά­στα­ση των δη­μό­σιων οι­κο­νο­μι­κών με εκεί­νην του Τι­τα­νι­κού, και την ερ­μή­νευ­σε ως απο­τέ­λε­σμα της γε­νι­κευ­μέ­νης «δια­φθο­ράς» στην οποία συμ­με­τέ­χουν όχι μόνο οι κυ­βερ­νή­σεις ή οι ερ­γα­ζό­με­νοι στο Δη­μό­σιο, αλλά ευ­ρύ­τε­ρα ο ελ­λη­νι­κός πλη­θυ­σμός. Το απο­τέ­λε­σμα υπήρ­ξε η εκτί­να­ξη των επι­το­κί­ων δα­νει­σμού και η ανα­γκα­στι­κή προ­σφυ­γή του ελ­λη­νι­κού Δη­μο­σί­ου σε «θε­σμι­κό δα­νει­σμό», που συ­νο­δευό­ταν από τα πε­ρί­φη­μα «Μνη­μό­νια δη­μο­σιο­νο­μι­κής προ­σαρ­μο­γής». Τα Μνη­μό­νια ήταν η στρα­τη­γι­κή επι­λο­γή της ελ­λη­νι­κής άρ­χου­σας τάξης, όπως και των αστι­κών τά­ξε­ων των άλλων ευ­ρω­παϊ­κών χωρών: εξα­σφά­λι­ζαν την ανα­δια­νο­μή ει­σο­δή­μα­τος, ισχύ­ος και πλού­του υπέρ του κε­φα­λαί­ου και εις βάρος της ερ­γα­σί­ας – η οποία επω­μί­στη­κε το κό­στος της κρί­σης.

Ο λόγος περί δια­φθο­ράς, συλ­λο­γι­κής ενο­χής και (μη) ενά­ρε­της οι­κο­νο­μι­κής δια­χεί­ρι­σης κα­τά­φε­ρε να επι­κρα­τή­σει διε­θνώς, πεί­θο­ντας πα­ράλ­λη­λα σχε­δόν όλο το πο­λι­τι­κό φάσμα ότι, ανε­ξαρ­τή­τως του ποιος έφερε την κύρια ευ­θύ­νη, το «πρό­βλη­μα» ήταν πρω­τί­στως το ύψος του χρέ­ους κα­θαυ­τό. Είναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κό ότι ο Τσί­πρας πε­ριέ­γρα­ψε στις 24/10/2012 την Ελ­λά­δα σαν «αποι­κία χρέ­ους», ενώ ο Βα­ρου­φά­κης μι­λά­ει ακόμα και σή­με­ρα για «χρε­ο­δου­λο­πα­ροι­κία».

Η από­το­μη αύ­ξη­ση των δη­μο­σί­ων ελ­λειμ­μά­των σε συ­γκυ­ρί­ες οι­κο­νο­μι­κών κρί­σε­ων απο­τε­λεί εντού­τοις αυ­το­φυ­ές απο­τέ­λε­σμα της κρί­σης κα­θαυ­τής, η οποία αφε­νός μειώ­νει τα δη­μό­σια έσοδα (μεί­ω­ση ει­σο­δη­μά­των, υπο­χώ­ρη­ση κα­τα­νά­λω­σης με συ­νέ­πεια τη μεί­ω­ση των φο­ρο­λο­γι­κών εσό­δων) και αφε­τέ­ρου εκτι­νάσ­σει τις δα­πά­νες (για τη «διά­σω­ση» τρα­πε­ζών και άλλων επι­χει­ρή­σε­ων, για επι­δό­μα­τα ανερ­γί­ας κλπ.). 

Σύμ­φω­να με στοι­χεία του Διε­θνούς Νο­μι­σμα­τι­κού Τα­μεί­ου (ΙΜF, World Economic Outlook, October 2009, σ. 191) το δη­μό­σιο έλ­λειμ­μα αυ­ξή­θη­κε με­τα­ξύ 2007 και 2009: στις ΗΠΑ από -2,7% σε -12,9% του ΑΕΠ· στην Ευ­ρω­ζώ­νη από -0,6% σε -6,2% του ΑΕΠ· στο Ηνω­μέ­νο Βα­σί­λειο από -2,6% σε -11,6% του ΑΕΠ· στην Ια­πω­νία από -2,5% σε -10,5% του ΑΕΠ. Αντί­στοι­χα, το δη­μό­σιο χρέος ως πο­σο­στό του ΑΕΠ αυ­ξή­θη­κε με­τα­ξύ 2007 και 2009: στις ΗΠΑ από 62,1% σε 84,3%· στην Ευ­ρω­ζώ­νη από 65,9% σε 79%· στο Ηνω­μέ­νο Βα­σί­λειο από 49,3% σε 68,5%· στην Ια­πω­νία από 187,7% σε 217,6%.

Όμως και με την οι­κο­νο­μι­κή ύφεση που προ­κά­λε­σαν τα πε­ριο­ρι­στι­κά μέτρα για τον έλεγ­χο της παν­δη­μί­ας COVID-19 το 2020, τα απο­τε­λέ­σμα­τα στα δη­μό­σια οι­κο­νο­μι­κά ήταν αντί­στοι­χα. Τα σχε­τι­κά στοι­χεία του ΔΝΤ (ΙΜF, World Economic Outlook, October 2021, σ. 123) έχουν ως εξής: Το δη­μό­σιο έλ­λειμ­μα αυ­ξή­θη­κε με­τα­ξύ 2019 και 2020 στις ΗΠΑ από -5,7% σε -14,9% του ΑΕΠ· στην Ευ­ρω­ζώ­νη από -0,6% σε -7,2% του ΑΕΠ· στο Ηνω­μέ­νο Βα­σί­λειο από -2,3% σε -12,5% του ΑΕΠ· στην Ια­πω­νία από -3,1% σε -10,3% του ΑΕΠ. Αντί­στοι­χα, το δη­μό­σιο χρέος ως πο­σο­στό του ΑΕΠ αυ­ξή­θη­κε με­τα­ξύ 2019 και 2020: στις ΗΠΑ από 108,5% σε 133,9%· στην Ευ­ρω­ζώ­νη από 83,7% σε 97,5%· στο Ηνω­μέ­νο Βα­σί­λειο από 85,2% σε 104,5%· στην Ια­πω­νία από 235,4% σε 254,1%. Στην Ελ­λά­δα το δη­μό­σιο έλ­λειμ­μα δια­μορ­φώ­θη­κε το 2020 στο -9,7% και το δη­μό­σιο χρέος στο  205,6% του ΑΕΠ.

Το ελ­λη­νι­κό δη­μό­σιο έλ­λειμ­μα και χρέος του 2009, συ­γκρι­νό­με­να με τα ση­με­ρι­νά με­γέ­θη, όχι μόνο της Ελ­λά­δας αλλά πολ­λών ανα­πτυγ­μέ­νων χωρών, δεν ήταν κα­θαυ­τά «δρα­μα­τι­κά» (οι ΗΠΑ, η Ια­πω­νία, βλ. πα­ρα­πά­νω, αλλά, π.χ., και η Ιτα­λία με 155,5% του ΑΕΠ δη­μό­σιο χρέος, έχουν σή­με­ρα συ­γκρί­σι­μα ή ψη­λό­τε­ρα επί­πε­δα δη­μό­σιου ελ­λείμ­μα­τος και χρέ­ους από την Ελ­λά­δα του 2009). Όμως σή­με­ρα δεν υπάρ­χει «κρίση χρέ­ους»!

Αντί­θε­τα με το πα­ρελ­θόν, στην κρίση του 2020 η Ευ­ρω­παϊ­κή Κε­ντρι­κή Τρά­πε­ζα (ΕΚΤ) υιο­θέ­τη­σε ένα τε­ρά­στιο πρό­γραμ­μα αγο­ράς κρα­τι­κών και ιδιω­τι­κών τί­τλων (Pandemic Emergency Purchase Programme) ύψους 1,85 τρις ευρώ. Το απο­τέ­λε­σμα είναι να δια­τη­ρεί­ται το χα­μη­λό επί­πε­δο των επι­το­κί­ων σε ολό­κλη­ρη την Ευ­ρω­ζώ­νη. Υπό τα ση­με­ρι­νά, λοι­πόν, δε­δο­μέ­να (χρέ­ους, ελ­λείμ­μα­τος κλπ.) το ελ­λη­νι­κό δη­μό­σιο δα­νεί­ζε­ται από τις «αγο­ρές» με ονο­μα­στι­κό επι­τό­κιο 1,2-1,4% (Δε­κέμ­βριος 2021, δε­κα­ε­τές ομό­λο­γο), όταν ο πλη­θω­ρι­σμός στην Ελ­λά­δα τρέ­χει με 4,3%, με πρό­βλε­ψη στα­θε­ρο­ποί­η­σης με­σο­πρό­θε­σμα στο 2,8%. Δη­λα­δή οι «αγο­ρές» δα­νεί­ζουν το ελ­λη­νι­κό δη­μό­σιο με αρ­νη­τι­κό πραγ­μα­τι­κό επι­τό­κιο.

Εκεί­νο που δια­φο­ρο­ποιεί τη συ­γκυ­ρία του 2009-2010 από τη ση­με­ρι­νή δεν είναι ούτε «το ευρώ», ούτε το ύψος του χρέ­ους. Είναι η δια­φο­ρά στις πο­λι­τι­κές.

Βέ­βαια, η επι­στρο­φή μετά το 2023 στις προ της παν­δη­μί­ας πο­λι­τι­κές κάθε άλλο παρά απί­θα­νη είναι. Διότι το ζή­τη­μα αλ­λα­γής πο­λι­τι­κής δεν είναι ούτε θέμα «τε­χνι­κό», ούτε θέμα «Βορρά και Νότου» ή «εκ­χώ­ρη­σης της εθνι­κής κυ­ριαρ­χί­ας» στο «διευ­θυ­ντή­ριο των Βρυ­ξελ­λών», «στη Γερ­μα­νία» κ.ο.κ. Είναι ζή­τη­μα συ­σχε­τι­σμού των τα­ξι­κών δυ­νά­με­ων, πρώτα και κύρια στο εσω­τε­ρι­κό της (κάθε) χώρας. Επο­μέ­νως, όταν η αβε­βαιό­τη­τα και το «ρίσκο» (δη­λα­δή ο εν­δε­χό­με­νος «πο­λι­τι­κός κίν­δυ­νος» για τις κυ­ρί­αρ­χες τά­ξεις) από την κρίση του κο­ρο­νοϊ­ού υπο­χω­ρή­σουν, οι αστι­κές κυ­βερ­νή­σεις θα επι­χει­ρή­σουν εν­δε­χο­μέ­νως να επα­να­φέ­ρουν τη στρα­τη­γι­κή της «δη­μο­σιο­νο­μι­κής πει­θαρ­χί­ας», που δια­σφα­λί­ζει απο­τε­λε­σμα­τι­κό­τε­ρα τα συμ­φέ­ρο­ντα του κε­φα­λαί­ου. Εκτός κι αν βρε­θούν και πάλι μπρο­στά σε πο­λι­τι­κό κίν­δυ­νο, τη φορά αυτή με τη μορφή του ερ­γα­τι­κού κι­νή­μα­τος.

πηγη:  rproject.gr

 

  • Τελευταια
  • Δημοφιλή