
A Christmas Carol (Μέρος 1ο)
Από Ομάδα ¡H.lV.S! στο Δεκ 16, 2019 Πολιτισμός
Ξεκινάμε από σήμερα και θα το συνεχίσουμε ως τις γιορτές των Χριστουγέννων ένα αφιέρωμα στο «πνεύμα» τους
Το «πνεύμα των Χριστουγέννων» … το πρωτογνωρίσαμε το ΄56, από τα «Κλασσικά Εικονογραφημένα» (πρόκειται για γνωστό, στους μεγαλύτερους -αμερικανόφερτο κόμικ – σε μετάφραση συνήθως, που έφερε στην Ελλάδα η “Εκδόσεις Ατλαντίς / Πεχλιβανίδης” το ΄51 – στην Αμερική ξεκίνησαν το ΄41 !! – με το πρώτο τεύχος “οι Άθλιοι” να πιάνουν το αστρονομικό τιράζ του 1.000.000 αντιτύπων).
Φυσικά τα «εικονογραφημένα» μόνο κλασσικά δεν ήταν γιατί από τη λογοτεχνία δεν έμενε τίποτα, μερικές φορές ούτε και από το story (με τον ίδιο τρόπο που το Hollywood κατέστρεφε συστηματικά την ελληνική μυθολογία και ιστορία).
Το «πνεύμα των Χριστουγέννων-Χριστουγεννιάτικη Ιστορία» είναι το τεύχος 20 – του Δεκ 1952.
A Christmas Carol Κλασσικά εικονογραφημένα
Η γνωστή νουβέλα του Ντίκενς, «A Christmas Carol», έστω και «εικονογραφημένη» μας μελαγχόλησε πολύ, μας μάγεψε, κυριολεκτικά τη λατρέψαμε (τότε), αργότερα διαβάσαμε (κάποιοι από εμάς) το βιβλίο και το είδαμε αρκετές φορές στον κινηματογράφο σε κάποιες αρκετά αξιόλογες εκδόσεις του.
Πέρασαν χρόνια, για να συνειδητοποιήσουμε το πώς και γιατί έγινε κυριολεκτικά bestseller, πολύ παραπάνω από άλλα, μάλλον ανώτερα του Ντίκενς.
Στην πρώιμη βικτωριανή περίοδο στη Βρετανία, οι γιορτές των Χριστουγέννων με τις μεσαιωνικές παραδόσεις, που συνδύαζαν την γέννηση του Χριστού με τις αρχαίες Ρωμαϊκές γιορτές Saturnalia και το γερμανικό χειμερινό Yule, αντιμετωπίζονταν (ήταν παγανιστικές) με αυξανόμενη καχυποψία από τα εκκλησιαστικά δόγματα.
Οι Yule ή Yuletide (“Yule-χρονο”) μια θρησκευτική γιορτή των λαών της Βόρειας Ευρώπης, που στη συνέχεια ενσωματώθηκε στην χριστιανική χροιά των Χριστουγέννων.
Οι πρώτες αναφορές για Yule είναι μέσω των αυτοχθόνων γερμανικών ονόματα των μηνών Ærra Jéola (προ-Yule) ή Jiuli και Æftera Jéola (μετά-Yule).
Οι μελετητές έχουν συνδέσει τη γιορτή με το Wild Hunt , το θεό Όντιν και την παγανιστική αγγλοσαξονική Modranicht .

Να μην ξεχνάμε όμως, αν θέλουμε να κάνουμε μια σωστή κοινωνική προσέγγιση, πως βρισκόμαστε στην περίοδο της βιομηχανική επανάσταση της αστικής τάξης, τότε σε πλήρη εξέλιξη (πρωτοκυκλοφόρησε 19 Δεκέμβρη 1843) και φυσικά η πολιτική εξουσία δεν επιθυμούσε «διατάραξη της τάξης», που θα έφερνε εμπόδια στην αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης, πέρα από το ότι καθόλου χρόνος και χρήματα δεν υπήρχαν στους εργάτες και στη φτωχή λαϊκή οικογένεια της εποχής για εορτασμούς.
O πρίγκιπας Αλβέρτος εισήγαγε το έθιμο του Χριστουγεννιάτικου Δέντρου από την Γερμανία, όπως επίσης την αναβίωση των χριστουγεννιάτικων τραγουδιών και καλάντων, αλλά και την ανταλλαγή Χριστουγεννιάτικων καρτών, αφού η πρώτη εμφανίστηκε στη βικτωριανή Βρετανία την δεκαετία του 1840 (το 1843 σχεδιάστηκε, ζωγραφίστηκε με το χέρι και μία έκδοση 1.000 καρτών βγήκε προς πώληση στο Λονδίνο: έδειχνε ένα οικογενειακό πάρτι σε εξέλιξη, κάτω από το οποίο ήταν γραμμένο «καλά Χριστούγεννα και καλή χρονιά» και στη μία πλευρά είχε μία σκηνή που τάιζαν κάποιον πεινασμένο και στην άλλη μία σκηνή που έντυναν τους φτωχούς).
Οι ρίζες του χριστουγεννιάτικου δέντρου χάνονται στα ειδωλολατρικά έθιμα της λατρείας τους (τότε τα δέντρα μεταφέρονταν μέσα στα σπίτια και τα στόλιζαν για να εξασφαλίσουν καλή σοδειά τον επόμενο χρόνο). Λέγεται ότι ο Μαρτίνος Λούθηρος ξεκίνησε την παράδοση των αναμμένων λαμπών, πάντα στη Γερμανία, τον 16ο αιώνα.
Το έργο του Dickens «A Christmas Carol» ήταν αυτό που μεταξύ άλλων ανέδειξε την Χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα, τόσο στη Βρετανία – όχι τυχαία (και στη συνέχεια σ΄όλη την Ευρώπη) όσο και στην Αμερική.
Ο πολιτικά (σύγχρονος, μάλλον πρωτοποριακός για τότε) και ρεαλιστικός τρόπος που περιέγραψε ο Dickens τις γιορτές, ως μια ανάπαυλα της καθημερινά όλο και πιο τραγικής διαβίωσης της εργατικής οικογένειας, όπου όλοι είναι ευγενικοί, καλοί και φιλάνθρωποι και σκέφτονται τον διπλανό τους σαν τον εαυτό τους, ήταν αυτό που μίλησε στις καρδιές των συμπατριωτών του και αποθέωσε το κείμενό του.
Όσο περνούσαν τα χρόνια το μοτίβο της πληροφορίας -με την εξέλιξη και της ψηφιακής τεχνολογίας, άλλαζε άρδην (βλ ΝΥtimes A New ‘Christmas Carol’ Explores the Roots of Scrooge’s Scorn A new TV adaptation by Steven Knight)
Αφιέρωμα στο «πνεύμα των Χριστουγέννων»: A Christmas Carol (Μέρος 2ο)
Από Ομάδα ¡H.lV.S! στο Δεκ 21, 2019 Πολιτισμός, Προτεινόμενο

Ebenezer ScroogeΗ ιστορία του Charles Dickens λίγο πολύ γνωστή: Ο Εμπενέζερ Σκρουτζ (Ebenezer Scrooge), ένας (κλασσικός καπιταλιστής της εποχής), τσιγκούνης και μίζερος γέρος (από αυτόν, πήρε τ΄ όνομά του και ο Σκρουτζ του Ντίσνεϊ), δε νοιάζεται για κανέναν (ο χαρακτήρας είναι εμπνευσμένος από τον πατέρα του, που ο Dickens μισούσε και λάτρευε ταυτοχρόνως) και οι άνθρωποι γι` αυτόν υπάρχουν μόνο για να δουλεύουν για αυτόν και να του δίνουν χρήματα.
Ιδιαιτέρως σιχαίνεται τα Χριστούγεννα, τα οποία θεωρεί πως απλώς τον μεγαλώνουν κατά ένα χρόνο χωρίς, όμως, να τον κάνουν ούτε κατά μια δεκάρα πλουσιότερο.

Εικονογράφηση John Leech, 1843 |> “το αγόρι προσωποποίηση Άγνοιας, το κορίτσι Θέλησης”
Όμως …(ο καπιταλισμός θέλει ανανέωση), την παραμονή των Χριστουγέννων του 1843, ο γερο-Σκρουτζ δέχεται μια απρόσμενη επίσκεψη από το φάντασμα του πρώην συνεργάτη του, Τζέικομπ Μάρλεϊ, που είχε πεθάνει ακριβώς πριν από επτά χρόνια.

Ο Μάρλεϊ υπήρξε και αυτός τσιγκούνης και μίζερος όπως ο Σκρουτζ, αλλά μετά θάνατον, υποφέρει από τις αμαρτίες του και θέλει να βοηθήσει τον Σκρουτζ, ώστε να μην έχει την ίδια κατάληξη. Εξηγεί, λοιπόν, στον πρώην συνεργάτη του πως πρόκειται τον επισκεφτούν τρία πνεύματα, των περασμένων (τον ταξιδεύει σε τρεις διαφορετικές στιγμές της ζωής του στο παρελθόν), των τωρινών (του φανερώνει την πραγματική διάσταση της τωρινής του ζωής ) και των μελλοντικών Χριστουγέννων (τον βάζει να παρακολουθήσει το θάνατο ενός άνδρα, του ίδιου του εαυτού του).
![]()
Αυτά τα τρία πνεύματα, λοιπόν, δείχνουν στον Σκρουτζ τα λάθη του κι ο ίδιος σταδιακά μετανοεί.
Το πρωί των Χριστουγέννων, στέλνει μια γαλοπούλα (ως τότε το καθιερωμένο χριστουγεννιάτικο πιάτο ήταν η ψητή χήνα) στον ταλαίπωρο και φτωχό υπάλληλό του Μπομπ Κράτσιτ, ενώ περνά τη γιορτινή ημέρα παρέα με τον ανιψιό του Φρεντ, τον οποίο μέχρι εκείνη τη στιγμή περιφρονούσε.
(η συνέχεια στο βιβλίο …ή -καλύτερα “επί της οθόνης”)
ℹ️ Αυτή είναι η πρώτη ηχητική εκδοχή (βρετανική) σε ταινία διάρκειας μιας ώρας (βελτιωμένη έκδοση 77λ), του μυθιστορήματος “A Christmas Carol” του Charles Dickens και είναι επίσης η μόνη προσαρμογή της ιστορίας με αόρατο το φάντασμα του Marley (ο Seymour Hicks διαδραματίζει τον πρωταγωνιστικό ρόλο -που μάλιστα παίζει και τον Ebenezer και νέο και γέρο).
ℹ️ Προϋπήρξε ένα 9λεπτο μικρού μήκους (1928) του Hugh Croise με τον Bransby Williams
ℹ️ Η πρώτη κινηματογραφική προσπάθεια μεταφοράς της νουβέλας του Dickens έγινε το 1901. Ονομαζόταν “Scrooge; Οr, Marley’s Ghost” (το φάντασμα του Marley) και ήταν βρετανική – ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα μικρό, το μόνο τμήμα, άλλωστε, της ταινίας που έχει διασωθεί από τη Βρετανική Ταινιοθήκη, αλλά φυσικά πολύ ενδιαφέρον, κυρίως για ιστορικούς λόγους. Η μόνη γνωστή κόπια της BFI, είναι ελλιπής, αλλά καταφέρνει να πει αρκετά από την ιστορία για να είναι αναγνωρίσιμη. Θεωρήθηκε στον καιρό της επίτευγμα αφού μια ιστορία 80 σελίδων την έκανε 5λεπτη και είχε πρωτοποριακές για τον καιρό σκηνές (τεχνικά)
Βέβαια για τις ανάγκες του παραμυθιού η “καλοσύνη” του Σκρουτζ συνεχίζεται και μετά τα Χριστούγεννα, αφού γίνεται πια “καλός” και “ευεργέτης” δίνει αύξηση στον Μπομπ και ορκίζεται να βοηθά την οικογένειά του, ιδίως τον μικρό γιο του Τιμ, που είναι κουτσός και τελικά, ο Σκρουτζ μεταμορφώνεται στον μεγαλύτερο ευεργέτη της πόλης του και λυτρώνεται.
Ο Ντίκενς υπήρξε από τους σφοδρότερους επικριτές των ταξικών διαιρέσεων της αγγλικής κοινωνίας του 19ου αιώνα και της τεράστιας – απόλυτης φτώχειας, για μεγάλα τμήματα του πληθυσμού, επακόλουθο της Βιομηχανικής Επανάστασης, είναι ο συγγραφέας των φτωχών, των ανήμπορων και των ξεγυμνωμένων και μέσα από τα βιβλία του (που έχουν όλα βαθύ κοινωνικό περιεχόμενο) ξεπροβάλλει η φιλοσοφία του για τη ζωή.
Και αν η κοινωνική προσέγγιση της “χριστουγεννιάτικης ιστορίας” του, δείχνει σήμερα απλοϊκή, πρέπει να πάρουμε υπόψη ότι το εργατικό κίνημα και οι διεκδικήσεις εκείνη την περίοδο ήταν ακόμη στα σπάργανα (το “μανιφέστο” των Μαρξ-Ένκελς δημοσιεύεται μετά πέντε χρόνια το 1848, που συμπίπτει με τις εξεγέρσεις σε όλη την Ευρώπη και η παρισινή κομούνα αργεί ακόμη …ως το 1871 ένα χρόνο μετά το θάνατο του Ντίκενς).
Η καρδιά της επανάστασης θα χτυπήσει δυνατά στην “Ιστορία δύο πόλεων” – A Tale of Two Cities (1859), ενώ από τον “Ολιβερ Τουίστ” έως τον “Ζοφερό Οίκο” – The bleak house (1853) ο συγγραφέας δεν έπαψε ποτέ να ρίχνει το ανάθεμα στη βικτωριανή οικονομία και στους βικτωριανούς θεσμούς (χωρίς ποτέ να φτάσει στις ρίζες της). Αλλά να ξαναγυρίσουμε στη “Χριστουγεννιάτικη ιστορία του”: Η ζωή του υπήρξε οικονομικά πολυτάραχη, έτσι, όπως και σε πολλές άλλες περίοδες το φθινόπωρο του 1843 (που ξεκίνησε να το γράφει), ο συγγραφέας βρισκόταν σε απελπιστική οικονομική κατάσταση με τη γυναίκα του Kate να περιμένει το πέμπτο τους παιδί, ενώ έπρεπε να δίνουν χρήματα και για μια μεγάλη υποθήκη στο σπίτι τους στο Devonshire.
To Ατέχνως εύχεται Καλές γιορτές 2019-2020
Τη “Χριστουγεννιάτικη Ιστορία” ξεκίνησε να τη γράφει τον Οκτώβριο, σταδιακά δέθηκε πολύ με τους χαρακτήρες της ιστορίας του, στο σημείο να κλαίει, να γελάει και να κλαίει ξανά, όπως έλεγε κι ο ίδιος, γράφοντάς την. Τελείωσε έξι εβδομάδες αργότερα. Πλήρωσε μόνος του τα έξοδα της έκδοσης του βιβλίου κι επέμεινε σε πολυτελές εξώφυλλο και εικονογράφηση, αλλά πούλησε το βιβλίο σε χαμηλή τιμή για να μπορούν όλοι να το αγοράσουν (αυτό ήταν και πάλι μέρος της φιλοσοφίας του).
Το βιβλίο κυκλοφόρησε πριν τα Χριστούγεννα του 1843, στις 19 Δεκεμβρίου κι έγινε αμέσως τεράστια επιτυχία, αν και εξαιτίας του υψηλού κόστους της έκδοσης, τα έσοδα του ήταν χαμηλότερα από τα αναμενόμενα. Από τότε, το όνομα του Dickens συνδέθηκε για πάντα με τα Χριστούγεννα και το βιβλίο έγινε χριστουγεννιάτικη παράδοση για όλες τις επόμενες γενιές. Τόσο είχε ταυτιστεί ο συγγραφέας με το χριστουγεννιάτικο πνεύμα που όταν μαθεύτηκε ο θάνατός του το 1870, λέγεται ότι ένα κοριτσάκι ρώτησε αν αυτό σήμαινε πως θα πεθάνει μαζί του κι ο Αϊ Βασίλης.
Σύμφωνα με τον ιστορικό Ronald Hutton, ο σύγχρονος εορτασμός των Χριστουγέννων είναι σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα της επιρροής της νουβέλας (οικογενειακές συνάξεις εποχιακά φαγητά – η γνωστή σε όλους μας γαλοπούλα – και ποτά, χορός, παιχνίδι και εορταστική-πνευματική γενναιοδωρία) στην κοινωνία. Η ζωή αντέγραψε την τέχνη… η τέχνη αντέγραψε τη ζωή (βοηθούσης της άρχουσας τάξης και της βιομηχανίας του θεάματος).
Το διήγημα του Ντίκενς από την πρώτη μέρα της κυκλοφορίας του κέρδισε τους κριτικούς. Στον αντίποδα, πολύ πρόσφατα – σημεία των καιρών… ο σύγχρονος αμερικανός φιλόσοφος Μάικλ Λέβιν (Michael Levin), έγραψε (τα Χριστούγεννα του 2000) μία “επίκαιρη” (συνάδει με την τότε οικονομική και πολιτική “νέα τάξη πραγμάτων”) «κριτική» του έργου από την αστική σκοπιά, για να καταγγείλει όχι την ταξική συμφιλίωσης (προς θεού !! ) αλλά τα “μεγάλα ψέματα” του Ντίκενς δηλ …να υπερασπιστεί τον Σκρουτζ “σαν επιχειρηματία του οποίου οι ιδέες και πρακτικές ωφελούν, όχι μόνο τον ίδιο, αλλά και τους υπαλλήλους του και την κοινωνία εν γένει”…
Να πούμε συμπληρωματικά πως ανεξάρτητα από τις προθέσεις του Ντίκενς, όλα ξεκίνησαν από την Αγγλία όχι τυχαία (ήταν η πιο αναπτυγμένη καπιταλιστική χώρα τότε) όπως επίσης καθόλου τυχαία δεν είναι η “βιομηχανία των Χριστουγέννων” ειδικά στην Αμερική που προβάλλεται συνεχώς από την κυρίαρχη ιδεολογία (για προφανείς λόγους … βλ. και τα διάφορα -απανταχού “όλοι μαζί μπορούμε”)
Το «Christmas Carol», η δημοφιλής νουβέλα του Dickens υπήρξε εν τη γενέσει της η ιστορία του Ebenezer Scrooge, ενός άπληστου γέροντα που μισεί τα Χριστούγεννα και μεταμορφώνεται σε ένα ευγενικό πρόσωπο μέσα από τις επισκέψεις τεσσάρων φαντασμάτων.
Το κλασικό έργο έχει προσαρμοστεί αμέτρητες -κυριολεκτικά αμέτρητες (σίγουρα πάνω από 1000) φορές για σχεδόν κάθε είδος μέσο (βιβλίο, θέατρο, κινηματογράφος, τηλεόραση, κόμικς, καρτούν και ό,τι άλλο μπορεί να φανταστεί κανείς)

Μερίδα του λέοντος από τον κινηματογραφικό και ψηφιακό κολοσσό Disney
Από τότε που ο μεγάλος βρετανός ηθοποιός Seymour Hicks περιόδευε την Αγγλία με τη δική του μη μουσική προσαρμογή της ιστορίας, στην πρωτότυπη μουσική σκηνική προσαρμογή του Tim Dietlein, που κινηματογραφήθηκε στην επαναλαμβανόμενη επί χρόνια θεατρική προσαρμογή στο Θέατρο Guthrie στη Μινεάπολη και σε εκατοντάδες παρόμοιες σε όλο τον κόσμο.
Από τη θεατρική προσαρμογή του Michael Wilson (σκηνοθέτης), με την πρωτότυπη μουσική του John Gromada στο θέατρο Alley για 19 χρόνια (1990-1998, 2005-σήμερα) …στο Hartford Stage για 17 χρόνια (1998-σήμερα) … στο Ford της Washington DC για 11 χρόνια
Από προσαρμογές του καπιταλιστική Ebenezer (πχ. ως ιδιοκτήτη μιας πόλης μεταλλευτικής εταιρείας) στην πιο πρόσφατη (Ιανουάριος του 2019), από το μονοπώλιο του θεάματος Blue Apple Theatre με μια ηθοποιό με το σύνδρομο Down, Katy Francis ως «Emilina» Scrooge στο Theatre Royal Winchester και φυσικά το τελευταίο τηλεοπτικό BBC One+iPlayer (ξεκινάει 22 Δεκέμβρη) με πρώτα ονόματα, μεταξύ αυτών Guy Pearce, Stephen Graham, Andy Serkis, Joe Alwyn, Charlotte Riley and Vinette Robinson.

Λαϊκά έθιμα των ημερών
Από Ομάδα ¡H.lV.S! στο Δεκ 23, 2019 Πολιτισμός, Προτεινόμενο
«Χριστούγεννα, πρωτούγεννα, πρώτη γιορτή του χρόνου… »
Πριν καν μπούμε στο Δεκέμβρη μικρά και μεγάλα καταστήματα και κυρίως πλανόδιοι έχουν εφοδιαστεί με made in China χριστουγεννιάτικα είδη. Λαμπιόνια, δεντράκια και λαμπάκια, ελαφάκια, Αϊ – Βασίληδες και αστεράκια, όλα τεχνολογίας led ακόμα και πλαστικό χιόνι, «περιμένοντας» πελάτη.
Για τη λαϊκή οικογένεια -εκτός από τα καθημερινά οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα, αυτή η «πλύση εγκεφάλου» για κατανάλωση με ξενόφερτες νοοτροπίες, σβήνει – κάθε χρόνο όλο και περισσότερο – τα έθιμα και τους θρύλους που είναι δεμένα με τη ζωή των απλών ανθρώπων, που από τα βάθη των αιώνων ζυμώνονται με τις έγνοιες τους. Αλλά και την ελπίδα για καλύτερες μέρες, που θέλουν να τις συνοδεύουν με ξεκούραση και γλέντι.
Για να βρούμε, λοιπόν, λίγο από το νόημα των ημερών, θα θυμίσουμε μερικά από τα έθιμα και τις παραδόσεις του λαού μας, με την πεποίθηση πως αυτός είναι που θα φέρει τις καλύτερες μέρες σαν τα έθιμα που δημιούργησε.
Ο θρίαμβος της φωτιάς
Το «Χριστόξυλο» και το «Πάντρεμα της Φωτιάς» είναι δύο, όχι και τόσο γνωστά, χριστουγεννιάτικα έθιμα που τα συναντάμε κυρίως στη Μακεδονία.
Το «Χριστόξυλο» είναι το πρώτο κούτσουρο που θα καεί στο τζάκι το βράδυ της παραμονής των Χριστουγέννων, αφού το πρωί της ίδιας μέρας καθαριστεί το τζάκι επιμελώς. Σε πολλές περιοχές καθαρίζεται ακόμα και η καμινάδα του τζακιού. Συνήθως στις περισσότερες περιοχές που συναντάμε το έθιμο, χρησιμοποιούν για «Χριστόξυλο» οποιοδήποτε μεγάλο ξύλο ή κούτσουρο έχουν στη διάθεσή τους, σε ορισμένες όμως προτιμούν το ξύλο αυτό να προέρχεται από δέντρο με αγκάθια όπως η άγρια αχλαδιά. Το βράδυ της παραμονής, αφού έχει συγκεντρωθεί όλη η οικογένεια γύρω από το τζάκι, ανάβεται το «Χριστόξυλο» και έως τα Θεοφάνια η φωτιά στο τζάκι δεν πρέπει να σβήσει. Με αυτόν τον τρόπο πιστεύεται ότι μένουν έξω από το σπίτι οι καλικάντζαροι που εκείνες τις μέρες βρίσκονται πάνω στη γη. Οι καλικάντζαροι (μακρινοί απόηχοι των ειδωλολατρικών μεταμφιεσμένων γιορταστών και των τραγοπόδαρων χορευτών του Διονύσου) κατά τη νεοελληνική παράδοση πριονίζουν όλο το χρόνο το δέντρο που κρατάει τη Γη, κρυμμένοι στα βάθη της και μόλις ακούσουν κάλαντα και προετοιμασίες, παρατάνε το έργο τους και ανεβαίνουν στον απάνω κόσμο για να ξεφαντώσουν.
Για τη φωτιά που προσφέρει το «Χριστόξυλο» την παραμονή των Χριστουγέννων η λαϊκή παράδοση λέει ότι ζεσταίνει τον νεογέννητο Χριστό στη Φάτνη. Η στάχτη δε που δημιουργείται στο τζάκι εκείνες τις ημέρες (από τα Χριστούγεννα έως τα Φώτα) πιστεύεται ότι διώχνει το κακό και γι’ αυτό σκορπίζεται γύρω από το σπίτι, στους στάβλους αλλά και στα χωράφια. Το «Χριστόξυλο» συναντιέται και με το όνομα «Δωδεκαμερίτης» ή «Σκαρκάντζαλο».

Πνεύμα των Χριστουγέννων» Χριστόξυλο
Το «Πάντρεμα της φωτιάς» είναι μια παραλλαγή του «Χριστόξυλου». Η διαφορά τους έγκειται στο πλήθος των ξύλων που χρησιμοποιούνται για τη φωτιά. Ενώ στο «Χριστόξυλο» έχουμε ένα μεγάλο κούτσουρο, στο «Πάντρεμα της φωτιάς» έχουμε δύο ή τρία. Το πρώτο συμβολίζει τον νοικοκύρη και είναι από δέντρο που έχει αρσενικό όνομα π.χ. πλάτανος. Το δεύτερο συμβολίζει την νοικοκυρά και είναι από δέντρο που έχει θηλυκό όνομα π.χ. κερασιά. Οπου χρησιμοποιείται και τρίτο ξύλο συμβολίζει τον κουμπάρο και είναι από δέντρο ανεξαρτήτου ονομασίας, διαφορετικού όμως είδους από τα δύο πρώτα. Αφού καθαριστεί το τζάκι επιμελώς το πρωί της παραμονής, το βράδυ τοποθετούνται σταυρωμένα τα ξύλα και ανάβει η φωτιά. Κατά τα λοιπά, η διαδικασία είναι ίδια με το «Χριστόξυλο».
Σε κάποια μέρη πάνω στη φωτιά χύνεται κρασί και λάδι ενώ σε κάποια άλλα ρίχνουν φυτά που όταν πάρουν φωτιά κάνουν θόρυβο.
Το αμίλητο νερό
Στα χωριά της κεντρικής Ελλάδας, τα μεσάνυχτα της παραμονής των Χριστουγέννων γίνεται το λεγόμενο «τάισμα» της βρύσης. Οι κοπέλες του χωριού τα μεσάνυχτα ή προς τα χαράματα πηγαίνουν στις βρύσες του χωριού και τις αλείφουν με βούτυρο και μέλι, με την ευχή όπως τρέχει το νερό να τρέχει και η προκοπή στο σπίτι τον καινούργιο χρόνο και όπως γλυκό είναι το μέλι, έτσι γλυκιά να σταθεί και η ζωή τους παίρνοντας έτσι το «αμίλητο» νερό.
Για την καλή σοδειά έφερναν στη βρύση βούτυρο, τυρί, ψημένο σιτάρι, κλαδί ελιάς ή όσπρια και φρόντιζαν να πάνε από τις πρώτες, γιατί όπως έλεγαν, όποια θα πήγαινε πρώτη στη βρύση αυτή θα στεκόταν και η πιο τυχερή ολόκληρο το χρόνο. Οι γυναίκες, επιστρέφοντας στο σπίτι, έφερναν το καινούργιο νερό, αφού είχαν αδειάσει τις βαρέλες από το παλιό. H διαδικασία της μετάβασης και της επιστροφής στη βρύση, γινόταν σιωπηλά, γι’ αυτό ονομάστηκε αμίλητο νερό. Οι γυναίκες φρόντιζαν να μη μιλήσει η μια στην άλλη, αν και πολλές φορές αυτή η υποχρεωτική βουβαμάρα ήταν αφορμή να μην μπορούν να κρατήσουν τα γέλια τους. Με το αμίλητο αυτό νερό ραντίζουν τα σπίτια.
Ρίζες στην αρχαιότητα

«Τα κάλαντα», από το έργο της Μαρίας Πωπ
Οι «μωμόγεροι» είναι ένα ιδιαίτερο έθιμο με αρχαίες ρίζες, περιορίζεται χρονικά στο δωδεκαήμερο από τα Χριστούγεννα ως τα Θεοφάνια και το συναντάμε κυρίως στις περιοχές της Μακεδονίας, της Θράκης και της Θεσσαλίας.
Σύμφωνα με ορισμένους ερευνητές, οι μωμόγεροι ήταν το αποτέλεσμα των ανάλογων γιορτών, που γίνονταν στα βυζαντινά χρόνια. Η ονομασία τους άλλωστε (μώμος = λοιδορία, κοροϊδία) βεβαιώνει και τη σύνδεσή τους με την αρχαία εποχή και το αντίστοιχο εθιμικό θέατρο των αρχαίων.
Οι μεταμφιεσμένοι, που λέγονται «μωμόγεροι», φοράνε τομάρια ζώων (λύκων, τράγων κ.λπ.) ή ντύνονται με στολές ανθρώπων οπλισμένων με σπαθιά. Γυρίζουν στο χωριό τους ή στα γειτονικά χωριά, τραγουδούν και μαζεύουν δώρα. Οταν συναντηθούν δυο παρέες κάνουν ψευτοπόλεμο μεταξύ τους, ώσπου η μία ομάδα να νικήσει και η άλλη να δηλώσει υποταγή.
Η λαχτάρα της ευτυχίας…
Ενα από τα ωραιότερα έθιμα των ημερών είναι τα κάλαντα. Οι παιδικές φωνές που γεμίζουν τον αέρα με αστείες επωδούς, με ευχές και μελωδίες, και τους νοικοκυραίους με παινέματα, μεταφέρουν μια πανανθρώπινη και πανάρχαια λαχτάρα. Την ευτυχία. Μια ευτυχία που φτιάχνεται από απλά υλικά, από καθημερινές ανάγκες, όπως ένα καλό μεροκάματο, ένας καλός γάμος, ένα παιδί, η καλή σοδειά… `Η από καημούς, όπως ο γυρισμός του ξενιτεμένου, η υγεία στην αρρώστια, η τύχη στη δυστυχία…

Ο τελετουργικός χορός των Μομώγερων
Οι “Μαμώεροι” ή “Μομώγεροι” είναι ένα έθιμο βγαλμένο μέσα από την ποντιακή παράδοση και διαδραματίζεται κατά τη διάρκεια του δωδεκαημέρου, δηλαδή από τη δεύτερη ημέρα των Χριστουγέννων έως τα Φώτα, στα Κομνηνά του Δήμου Βερμίου. Το έθιμο των “Μαμώερων” ή “Μομώγερων” προέρχεται από την περίοδο της τουρκοκρατίας όταν μεταμφιεσμένοι αντάρτες κατέβαιναν στα χωριά με σκοπό τη συλλογή και διάχυση πληροφοριών. Η κορύφωση ήταν ο τελετουργικός χορός των Μομώγερων, η αλληγορία του οποίου ανύψωνε το ηθικό των συμπατριωτών τους αλλά και τους προετοίμαζε για τον ξεσηκωμό χωρίς να το αντιλαμβάνονται οι Τούρκοι, που επίσης συμμετείχαν στα δρώμενα χωρίς να καταλαβαίνουν τι γινόταν.
Μακραίωνα ήθη και έθιμα του λαού μας
«Κόλιαντα», «σούρβα», «ρουγκατσάρια», «τζιόπκες». Λέξεις, θαρρείς, από άλλη γλώσσα. Μα σε όποια άλλη γλώσσα και να ψάξεις δεν πρόκειται να τις βρεις, αφού είναι βαθιά ελληνικές. Μα και στα λεξικά δύσκολα θα τις συναντήσεις. Γιατί τούτες οι λέξεις και πλήθος όμοιές τους ανήκουν πια σε μια άλλη Ελλάδα που η εποχή της πέρασε ανεπιστρεπτί. Μια Ελλάδα που τα χωριά της έσφυζαν από ζωή και οι άνθρωποί της περίμεναν το Δεκέμβρη και το Γενάρη για να ξαποστάσουν και ν’ ακούσουν τις λέξεις αυτές να πλανιούνται στα σοκάκια από τα παιδικά χείλη αναγγέλλοντας τα Χριστούγεννα. Το Δωδεκάμερο του γλεντιού, που αρχαίες τελετές και χριστιανικά έθιμα μπλέκονταν με ένα «μαγικό» τρόπο και χαλάρωναν τους ανθρώπους του μόχθου από τον παμπάλαιο αγώνα με τη γη. Μπροστά από τα τζάκια που απόδιωχναν την παγωνιά, οι οικογένειες χώρια και όλο το χωριό μαζί γιόρταζαν γλεντώντας. Κάτι που θα ήταν καλό να ξαναθυμηθούμε κι εμείς.
Το αντιπάλεμα των θρησκειών
Αυτή η «μαγική» συνεύρεση του χριστιανισμού με την αρχαία θρησκεία – απομεινάρια της οποίας ήταν όλα τα λαϊκά έθιμα του Δωδεκαήμερου – δεν ήταν πάντα τόσο ειδυλλιακή. Στην πραγματικότητα, οι φορείς της νέας θρησκείας, που ήταν πλέον καθεστώς, κυνήγησαν δίχως έλεος – έστω και αν το «έλεος» προβαλλόταν σαν ο πυρήνας του χριστιανισμού – τις λαϊκές δοξασίες, τα ήθη και τα έθιμα ενός ολόκληρου λαού, όχι βέβαια με σκοπό την καταπολέμηση της υπαρκτής και απόλυτης αμορφωσιάς, αλλά την εξαφάνισή τους και την τοποθέτηση στη θέση τους των νέων δοξασιών. Από την έκτη Οικουμενική Σύνοδο και για αιώνες μετά, αυτή η μονόπλευρη επίθεση συνεχιζόταν δίχως αποτέλεσμα. Και αυτό γιατί, όπως γράφει ο Κώστας Καραπατάκης «οι παλιές συνήθειες του λαού, που ήταν βιώματα τόσων αιώνων και μέρος της αρχαίας θρησκευτικής του λατρείας, ήταν η ζωή του, το οξυγόνο του, που δεν ήταν δυνατόν να ξεριζωθούν και να σβήσουν, γιατί ήταν ζυμωμένες με το αίμα του και βαθιά ριζωμένες στην ψυχή του». Χαρακτηριστικό είναι και το ότι η 25η Δεκέμβρη συμπέφτει – αν δεν ταυτίζεται – με τη γέννηση του παλιού θεού Μίθρα, του αρχηγού όλων των ειδωλολατρικών θεών.
Το Δωδεκαήμερο περιλάμβανε τις τρεις μεγάλες γιορτές, τις γιορτές του πρωτομάρτυρα Στέφανου, της Παναγιάς και του Σταυρού, καθώς και του Αϊ-Γιάννη. Τα Χριστούγεννα κατέχουν πρωταρχική θέση σε αυτή την αλυσίδα. Στη μέση του χειμώνα, με το χοιρινό και το κρασί, με την αίσθηση της αισιοδοξίας που έφερε η ίδια η γιορτή, δημιουργούσαν την κατάλληλη χαρούμενη διάθεση.
Τα κάλαντα
«Χριστούγεννα, πρωτούγεννα, πρώτη γιορτή του χρόνου!/ Για βγάτε, δέτε, μάθετε πως ο Χριστός γεννιέται!/ Γεννιέται και βαφτίζεται στο μέλι και στο γάλα./ Το μέλι τρων οι άρχοντες, το γάλα οι αφεντάδες και το κηρί της μέλισσας το τρώει η Παναγίτσα», τραγουδούσαν τα παιδιά στα χωριά των Γρεβενών και της Σιάτιστας την παραμονή.
«Τα κάλαντα» του Ν. Λύτρα: προκαλεί συγκίνηση και θαυμασμό ο πίνακας που ζωγράφισε το 1872 αποτυπώνοντας μια ομάδα παιδιών διαφόρων εθνικοτήτων να λένε τα χριστουγεννιάτικα κάλαντα. Αρκούσε αυτό το έργο για να αποδοθεί στον κορυφαίο Έλληνα καλλιτέχνη ο τίτλος «ο ζωγράφος των Χριστουγέννων». Το έργο αυτό θεωρείται ως η κορυφαία στιγμή στην ηθογραφική ζωγραφική της Ελλάδας και είναι προφανές ότι ξεπερνά την απλή απεικόνιση ενός εθίμου…
Πρόκειται για τα κάλαντα ή « κόλιαντα», «κόλεντα», «κόλιντρα», «κόλντα». Αποτέλεσμα του ανακατέματος του χριστιανισμού και της ειδωλολατρίας, που οι ρίζες τους ξεκινάνε από την αρχαιότητα, τα κάλαντα δεν αναγγέλλουν μόνο τη γιορτή, αλλά προσαρμόζονται και στις ιδιαιτερότητες του κάθε ακροατή με σκοπό… το κέρδος! Ετσι, εγκωμιάζονται η λεβεντιά και η ομορφιά, τραγουδιούνται οι πόθοι των νέων. «Στο σπίτι τούτο που ‘ρθαμε, του πλουσιονοικοκύρη/ ν’ ανοίξουνε οι πόρτες του να μπει ο πλούτος μέσα/ να μπει ο πλούτος κι η χαρά κι η ποθητή ειρήνη/ για να γεμίσουν τα σταμνιά μέλι, κρασί και λάδι/ κι η σκάφη του ζυμώματος με φουσκωτό ζυμάρι./ Ο γιος του νοικοκύρη μας να παντρευτεί μια ωραία/ κι η κόρη με τα χέρια της να υφάνει πανωραία».
Μάλιστα, στην περιοχή των Γρεβενών, μόνο ένα τραγούδι έχει θρησκευτικό περιεχόμενο και τα άλλα είναι ανάλογου ύφους με το παραπάνω. Για παράδειγμα, κάλαντα αφιερωμένα στο γεωργό ήταν διαδεδομένα στη Μακεδονία, στην Ηπειρο, στη Ρούμελη και τη Θεσσαλία: «Εσένα πρέπ’ αφέντη μου, το άξιο το ζευγάρι/ το άξιο το περήφανο και το στεφανωμένο./ Ας είν’ καλά τ’ αλέτρι σου, θεός να το πλουταίνει/ για να θερίζεις σταυρωτά, να δένεις αντρειωμένα/ να θημωνιάζεις πυργωτά, να ζεις για να σε πάρω/ να κοσκινίζεις μάλαμα, να πέφτει το χρυσάφι/ τα πυκνοκοσκινίσματα να διν’ς στα παλικάρια».
Οι «ματσούκες»
Η προετοιμασία για τα κάλαντα ξεκινούσε τουλάχιστον ένα μήνα πριν. Τα παιδιά φώναζαν στους μαχαλάδες κάθε βράδυ «κόλιαντα» και μάθαιναν τα λόγια από τους μεγάλους. Συγχρόνως, ετοίμαζαν τις ματσούκες ή τζιόπκες, που απατώνται και με πλήθος άλλες ονομασίες. Επρεπε να είναι φτιαγμένες από χλωρά ξύλα και χοντρά στο τελείωμα. Τυπικά συμβόλιζαν τα ραβδιά των βοσκών της βίβλου, ουσιαστικά όμως ήταν «όπλα» για προστασία από τα άλλα παιδιά που θα περνούσαν το σύνορο του χωριού. Με τα ξύλα αυτά θα χτυπούσαν τις πόρτες για τα κάλαντα, θα ανακατεύανε τη χόβολη για να πούνε τις ευχές που θα έφερναν «παράδες μίρμιρο», όπως η στάχτη της φωτιάς. Ουσιαστικά, αυτά τα ξύλα ήταν τοτεμικά, αφού τους δίνονταν «ιδιότητες», όπως αυτή της μετάδοσης δύναμης στα άψυχα και τα έμψυχα που χτυπούσαν. Ετσι, χτυπούσαν με τη ματσούκα την πόρτα φωνάζοντας «κόλιαντα μπάμπω κόλιαντα/ κι εμένα μπάμπω κλούρα» (κουλούρα) και οι νοικοκυρές τους μοίραζαν κάστανα, καρύδια και αμύγδαλα.
Οι νοικοκυρές ήταν επιφορτισμένες και με το ψήσιμο του χριστόψωμου, της κολούρας και του αρνόψωμου που ονομαζόταν έτσι επειδή προοριζόταν για τον τσοπάνη. Τα χριστόψωμα τα ζύμωναν με μαγιά από κοπανισμένα ρεβίθια και τριμμένο ξηρό βασιλικό, μαζί με «καθάριο» ψιλοκοσκινισμένο σταρίσιο αλεύρι. Τα μόνα σπίτια που δε ζύμωναν ήταν αυτά που πενθούσαν. Πριν τα βάλουν στο φούρνο σχεδίαζαν πάνω στη ζύμη με δαχτυλήθρες από βαλανιδιά και ρακοπότηρα, σταυρούς και άλλες παραστάσεις από το αγροτικό – ποιμενικό περιβάλλον. Στα αρνόψωμα κολλούσαν και μερικά άψητα ρεβίθια που παράσταιναν τα αρνιά και τα κατσίκια.
Το σφάξιμο του γουρουνιού
Ακόμη ένα έθιμο των χριστουγέννων με ειδωλολατρικές ρίζες είναι και το σφάξιμο του γουρουνιού την παραμονή. Οι άντρες που τα έσφαζαν γύριζαν σε παρέες το χωριό και έπαιρναν τα σπίτια με τη σειρά. Πριν κόψουν το λαιμό, το σταυρώνανε με το μαχαίρι και έλεγαν στους νοικοκυραίους: «άιντε καλοφάγωτο και να το ξοδέψτε με υγεία». Την ώρα που έτρεχε το αίμα, η νοικοκυρά θυμιάτιζε σταυρωτά το λαιμό και το σώμα του ζώου και έβαζε κοντά στο κεφάλι αναμμένα κάρβουνα και «θυμίαμα» για να μην το μαγαρίσουν οι καλλικατζάροι. Στην Καρδίτσα του κόβανε το αριστερό πόδι και το έβαζαν στο στόμα του για να φάει τα ποδάρια του και όχι το νοικοκύρη, ενώ στη Λήμνο, αν το γουρούνι ήταν μαύρο, έπαιρναν με το δάχτυλό τους αίμα και έκαναν με αυτό σταυρό στο μέτωπο για να μην πονάει το κεφάλι τους.
Το βράδυ της παραμονής των χριστουγέννων έβαζαν στο τζάκι και ένα μεγάλο χλωρό κούτσουρο που έπρεπε να μείνει άσβεστο μέχρι τα Φώτα. Επίσης, οι γυναίκες, επειδή ταύτιζαν τη λεχωνιά τους με τη λεχωνιά της Παναγιάς, φρόντιζαν την τελευταία φτιάχνοντας τα «σπάργανα της παναγιάς», δηλαδή τηγανίτες «για να μην της κοπεί το γάλα». Στην Ανατολική Θράκη δε μάζευαν το τραπέζι μετά το φαγητό «για να ‘ρθει η Παναγίτσα να φάει».
Ανήμερα των Χριστουγέννων ήταν καθαρή οικογενειακή «υπόθεση» και δε γίνονταν επισκέψεις. Μόνο στην ανατολική Θράκη και την Κρήτη οι άντρες και τα μεγάλα αρραβωνιασμένα παιδιά γύριζαν στα χωριά και τραγουδούσανε. Και οι νοικοκυρές τους φίλευαν λάδι, κουλούρα και αυγά.
Είναι φανερό λοιπόν ότι τα ήθη και τα έθιμα του λαού μας για τα χριστούγεννα που συνοπτικά παρουσιάσαμε σήμερα, αλλά και για την πρωτοχρονιά και τα φώτα, δεν ήταν αποτελέσματα του εκκλησιαστικού τυπικού, που έτσι κι αλλιώς ακολουθούσε ο λαός, αλλά πήγαζαν από κάτι πιο βαθύ και ουσιαστικό, που είχε να κάνει τελικά με την ανάγκη της κοινότητας να αντιμετωπίζει το άγνωστο, να εκφράζει τους φόβους και την αισιοδοξία της μέσα από κοινές πολιτιστικές αναφορές, αντιμετωπίζοντας έτσι και την πρόκληση του κύριου στόχου: την επιβίωση και τη συνέχειά της.
Με στοιχεία από το Ριζοσπάστη και από το βιβλίο του Κώστα Καραπατάκη «Παλιά χριστουγεννιάτικα ήθη και έθιμα», εκδόσεις Δημ. Ν. Παπαδήμας (1981).

Τα χριστουγεννιάτικα έθιμα στην Ελλάδα δεν έχουν τελειωμό: σε πολλές περιοχές, εκτός από Χριστόψωμο κυρίαρχο στοιχεία το ρόδι
Πελοπόννησος
Το σπάσιμο του ροδιού: H οικογένεια πηγαίνει στην εκκλησία για τη Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου και ο νοικοκύρης κουβαλά μαζί του ένα ρόδι για να το «λειτουργήσει».
Κατά την επιστροφή στο σπίτι, ο νοικοκύρης πρέπει να χτυπήσει το κουδούνι της εξώπορτας -δεν κάνει να ανοίξει ο ίδιος με το κλειδί του- και έτσι να είναι ο πρώτος που θα μπει στο σπίτι για να κάνει το καλό ποδαρικό, με το ρόδι στο χέρι. Μπαίνοντας μέσα, με το δεξί, σπάει το ρόδι πίσω από την εξώπορτα, το ρίχνει δηλαδή κάτω με δύναμη για να σπάσει και να πεταχτούν οι ρώγες του παντού και ταυτόχρονα λέει: «με υγεία, ευτυχία και χαρά το νέο έτος κι όσες ρώγες έχει το ρόδι, τόσες λίρες να έχει η τσέπη μας όλη τη χρονιά».
Τα παιδιά μαζεμένα γύρω-γύρω κοιτάζουν οι ρώγες αν είναι τραγανές και κατακόκκινες. Όσο γερές κι όμορφες είναι οι ρώγες, τόσο χαρούμενες κι ευλογημένες θα είναι οι μέρες που φέρνει μαζί του ο νέος χρόνος.
Το κυνήγι: Στα χωριά της Μάνης κατά τη διάρκεια της σαρακοστής των Χριστουγέννων τα παιδιά βγαίνανε για κυνήγι τα βράδια, εφοδιασμένα με φακούς με καινούργια “πλάκα” και γυρίζανε στα χαλάσματα και σε σπήλαια με στόχο τους γουργουγιάννηδες, τα μικρά πουλάκια που κούρνιαζαν εκεί. Τα θαμπώνανε με το φακό και τα πιάνανε. Στη συνέχεια τα πήγαιναν στο σπίτι όπου οι νοικοκυρές τα καθάριζαν και τα πάστωναν, τα βάζανε σε πήλινα ή γυάλινα βάζα και τα έτρωγαν τα Χριστούγεννα.
Χριστόψωμο: Το ζύμωμα του χριστόψωμου απαιτεί τα πλέον ακριβά υλικά, όπως ψιλοκοσκινισμένο αλεύρι, ροδόνερο, μέλι, σουσάμι, κανέλα και γαρίφαλα. Κατά τη διάρκεια του ζυμώματος λένε και την ευχή: «Ο Χριστός γεννιέται, το φως ανεβαίνει, το προζύμι για να γένει». Πλάθουν το ζυμάρι και παίρνουν τη μισή ζύμη και φτιάχνουν μια κουλούρα.
Με την υπόλοιπη φτιάχνουν σταυρό με λουρίδες απ’ τη ζύμη. Στο κέντρο βάζουν ένα άσπαστο καρύδι ή ένα αυγό, συμβολίζοντας τη γονιμότητα. Για το χριστουγεννιάτικο τραπέζι, το Χριστόψωμο είναι ευλογημένο ψωμί, αφού αυτό θα στηρίξει τη ζωή του νοικοκύρη και της οικογένειάς του. Το κόβουν ανήμερα τα Χριστούγεννα, δίνοντας πολλές ευχές.
4ο ◾ Μια «Χριστουγεννιάτικη ραψωδία»
Από Ομάδα ¡H.lV.S! στο Δεκ 23, 2019 Επικαιρότητα, Ιστορία, Πολιτισμός, Προτεινόμενο
«Μακρονήσι, σεμνό σκαπανέων σχολειό,
τιμημένε ναέ ανθρωπιάς μεγαλείου»
ΣΣ|> Το δίστιχο είναι από το προκλητικό σκοταδιστικό εμβατήριο «Μακρόνησος», σύμφωνα με τον ιστορικά ασυγχώρητο χαρακτηρισμό του κολαστηρίου της Μακρονήσου, από τον Π. Κανελλόπουλο, ως «νέου Παρθενώνα».
«Από βραδύς οι χουγιάστρες1 είχαν πει:
? Τα συγκροτήματα αύριον, μετά το πρωινόν προσκλητήριον, εφ’ όσον ο καιρός επιτρέπει θα παρακολουθήσωσι την θείαν λειτουργίαν εις τον χώρον συγκεντρώσεων. Δεν θα λείψει κανείς.
Κατά τα μεσάνυχτα είχε σηκωθεί άγριος αγέρας. Οι ορθοστάτες έτριζαν καθώς φυσομανούσε σφυρίζοντας. Από στιγμή σε στιγμή περιμέναμε να τσακιστούν και να μας πλακώσει το τσαντίρι. Η θάλασσα μούγκριζε, σα βόδι που το σφάζουν. Εκανε πολύ κρύο όλη τη νύχτα, παγωνιά. Κι η φωτιά ήταν απαγορευμένη στα τσαντίρια, “προς πρόληψιν πυρκαγιών“, καθώς έλεγε η ημερήσια διαταγή του τάγματος. Μα και τι να κάψεις για να πυρωθείς; Άλλο από χλωρές ρίζες δε βρίσκεις στον καταραμένο τούτον τόπο.
Λαγοκοιμόμασταν ντυμένοι, κουλουριασμένοι, στριμωγμένοι ο ένας κοντά στον άλλον, για να ζεσταινόμαστε κάπως ο ένας απ’ τον άλλο. Όπως κάθε νύχτα δα που σηκωνόταν θυμωμένος ο αγέρας και σάρωνε με βία όλα τα πάντα πάνω στην παγωμένη γης. Πατικωμένα, μουχλιασμένα χόρτα, υγρά και γεμάτα ψύλλους, παράσταιναν τα στρώματα στα γιατάκια μας. Ως κι αυτά ακόμα ήταν ενάντιά μας. Τραβούσαν τη ζεστασιά απ’ το κορμί μας και την πήγαιναν στην παγωμένη γης. Κι αμολούσαν τους αμέτρητους ψύλλους να μας τσιμπάνε και να διώχνουν τον ύπνο που λαχταρούσαμε. Οξω από τον καταραμένο τούτον τόπο, για όλον τον κόσμο, η νύχτα χαρίζει τη γλυκιά ξεκούραση απ’ τους μόχτους της ημέρας. Κάποτε τη χάραζε και σε μας.
Ξαπλώνεις στο στρώμα σου και νιώθεις χίλια – μύρια μερμήγκια να γαργαλάνε γλυκά το κορμί σου και να φεύγουν απ’ τ’ ακρόνυχό σου. Μα τώρα δεν ήταν έτσι. Τώρα το μαρτύριο της νύχτας ήταν συνέχεια απ’ το μαρτύριο της ημέρας. Τούτα – δα τα μερμήγκια δε γαργαλούν μήτε φεύγουν. Τσιμπούν κι αλωνίζουν το κορμί.

Μακρόνησος Φαρσακίδης
Τα ξημερώματα, νύχτα ακόμα, η σάλπιγγα βάρεσε εγερτήριο. Τιναχτήκαμε μ’ ανακούφιση που θα διακοβότανε το νυχτερινό μαρτύριό μας. Σκουντουφλώντας ο ένας πάνω στον άλλο μέσα στο πηχτό σκοτάδι, συγκεντρωθήκαμε για το προσκλητήριο. Λες κι αυτό περίμενε ο αγέρας και μας ρίχνεται ουρλιάζοντας με μανία. Καθώς μας χτυπά από το δεξί πλευρό όλοι μας γέρνουμε κατά ‘κει.
Αρχινούν να ξεχωρίζουν οι όγκοι μας, στριμωγμένοι ο ένας κοντά στον άλλον.
– Μ’ αυτόν τον καιρό, λέει κάποιος, πιστεύω να μας πουν να γυρίσουμε στις σκηνές.
Είναι νεοφερμένος. Κανένας δεν τ’ αποκρίνεται, μα νιώθεις πως όλοι καγχάζουν με την ελπίδα του. Ξημέρωσε για καλά. Στο χαμηλό ουρανό σταχτόμαυρα σύννεφα κυνηγιούνται βιαστικά, σμίγουν, ξεχωρίζονται, κουρελιάζονται, ξαναγεννιούνται.
Θωρούμε τη θάλασσα, ίδια χολή, που την ξεσηκώνει ο έξαλλος αγέρας καλά και σώνει να καταπιεί τη γης.
Ακούραστα, σβέλτα, μεγάλα κοπαδιαστά κύματα καλπάζουν και σαλτάρουν με ανεξήγητη έχθρα πάνω στα βράχια, τόνα κοντά στ’ άλλο. Καθώς χτυπάνε πάνω τους, γίνονται άσπρος αφρός και διαλύονται εξευτελισμένα σ’ αμέτρητες σταλαγματιές.
Ακόμη ν’ αρχίσει η θεία λειτουργία. Ίσως δεν ξύπνησε ακόμα ο παπάς. Ίσως και να μη γίνει, καιρός πούναι…
Τ’ αγγελούδια2 ροβόλησαν. Με μια βεργούλα στο χέρι, με το γιακά της χλαίνης ανασηκωμένο και το κεφάλι χωμένο στους ώμους, πήραν μπάλα τα τσαντίρια, μη και δε συμμορφώθηκε κάποιος με τη διαταγή.
Ολοι μας έχουμε τα κεφάλια χωμένα στους ώμους και τα χέρια στις τσέπες, κολλητά στα παγίδια. Πονάν οι πλάτες μας, πονάν τα πλευρά μας, πονάν οι γοφοί μας. Πονά όλο μας το είναι. Ο Βασίλης 25 χρονώ παλικάρι, από τον Πειραιά, μελάνιασε. Από το σακάκι του λείπουν μεγάλα κομάτια και το πουκάμισό του είναι αγιάτρευτα ξεσκισμένο. Το παντελόνι του είναι δειγματολόγιο από λογής λογής μπαλώματα και κλωστές. Κάλτσες δεν έχει. Στο ένα πόδι του φορά μια αρβύλα και στ’ άλλο ένα σκαρπίνι. Και τα δυο ξεσολιασμένα. Για πάτους έβαλε χαρτόνια και τα έδεσε με σύρμα και σπάγγους. Τρέχουν οι μύτες απ’ το κρύο. Ο παππούς ο Χρήστος, 70 χρονώ, από τη Χαλκιδική είναι κουκουλωμένος με μια τριμμένη παλιοβελέτζα. Μα καθώς κάνει έτσι και παίρνει το μάτι του τον Βασίλη, την τραβά και τον σκεπάζει.
– Πάρτην, αγόρι μου, να μην πουντιάσεις. Υστερις τη δίνεις.
Μα ο Βασίλης δεν είχε κουράγιο να σηκώσει τα χέρια του για να κουκουλωθεί. Αν κουνηθεί και τα σηκώσει θα κρυώσει περισσότερο. Τον κουκουλώνουν άλλοι. Ο Βαγγέλης ο Μυτιληνιός, ψηλόλιγνος και ξερακιανός, σα νάχει μέσα του κάποιο ελατήριο, τουρτουρίζει κατακόρυφα! Εχει έλκος στο στομάχι και καλογέρους στα πισινά. Ρουφήχτηκαν πολύ τα μάγουλά του τώρα τελευταία. Λεμόνι η φάτσα του. Η παμπάλαια, τριμμένη χλαίνη του, από χακί του Λαναρά, δεν μπορεί να σταματήσει τον παγωμένο αγέρα απ’ έξω. Τον αφήνει και περνά λεύτερα μέσα για μέσα.
– Γιατί δεν αρχινούν καμιά φορά;
– Ισως έκαμε λάθος ο σαλπιχτής, στην ώρα…
Αυτές είναι οι τελευταίες κουβέντες “εις τον χώρον συγκεντρώσεων”. Δεν ακούγεται άλλο απ’ τα σφυρίγματα του λυσσασμένου αγέρα και τους αλαλαγμούς της θάλασσας. Τα σαγόνια χτυπάν, τα χείλια κοκαλιάζουν. Τα μάτια κλείνουν, οι μύτες τρέχουν, βελόνια κεντούν τα δάχτυλα στα πόδια. Κι ο αγέρας ανελέητος, μας δέρνει με μίσος και μανία, λες και του πατήσαμε τα οικόπεδα.
Βρε τι κατεβάζει τούτο το κανάλι της Αντρος! Πέρα, στο βάθος, ξαγναντεύουμε κατάλευκα τα χιονισμένα βουνά της Εύβοιας. Αγνάντια μας, το Λαύριο, ανίδεο σ’ ό,τι γίνεται δω, τούτη την ώρα. Η καμινάδα του πανύψηλη, στητή, φουμάρει συνέχεια, υπεροπτικά κι αδιάφορα. Για δες τον Σπύρο απ’ την Καρδίτσα με το κομμένο πόδι. Το ‘χασε στην Εθνική Αντίσταση, στην Καλεντίνη. Καθώς είναι κουκουλωμένος μ’ ένα παλιοτσούβαλο και πασκίζει να κρατηθεί στο ένα πόδι και στις δυο πατερίτσες φαντάζει απ’ αλάργα σα φωτογράφος στη μηχανή του – κάτι τέτοιο. Μια παράξενη νύστα μας μούδιασε το κορμί και τη σκέψη.
– “Ευλογητός ο Θεός ημών πάντοτε, νυν και αεί….”, ακούγεται η φωνή του παπά απ’ τη χουγιάστρα. Αρχισε η λειτουργία καμιά φορά.
– Ααμηήν… απαντούν οι ταιριασμένες φωνές της χορωδίας.

Καλά θάνε τώρα στην εκκλησία. Ζεστούτσικα. Ολοι οι πολυέλαιοι αναμένοι. Μοσχοβολά το λιβάνι. Ολοι φορούν τα γιορτινά τους. Οι ψαλτάδες ψέλνουν κεφάτοι. Οι γυναίκες συζητούν ψιθυριστά και κάνουν σούσουρο. Ο παπάς αγριεύει:
– Ευλογημένες χριστιανές σεβασθήτε τον οίκον του Θεού. Εσάς θ’ ακούμε ή τα ιερά γράμματα;
Το σούσουρο κόβεται μαχαιράτο και κυριαρχεί η ψαλμωδία του ψάλτη, που βγαίνει απ’ τη μύτη του. Μα σε λίγο το σούσουρο ξαναρχίζει ζωηρότερο.
Τα δάχτυλα στα πόδια ξύλιασαν. Καθώς σηκώνουμε τόνα πόδι και πατάμε τ’ άλλο, μοιάζουμε σα να χορεύουμε τον ποντιακό. Ολοι χορεύουμε. Το δεξί πλευρό μας είναι πάγος. Τ’ αυτιά μας τσούζουν. Κι ο αγέρας δεν έχει νισάφι. Φυσομανά δαιμονισμένα.
– “… και επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία…” ψέλν’ η χουγιάστρα.

Μακρόνησος συρματόπλεγμα
Ειρήνη… ειρήνη… Τι να γίνονται σήμερα στο σπίτι; Προχτές η Σμαρώ έγραψε πως το λάδι ξέπεσε η τιμή του και δεν ξέρει τι να κάμει, να το δώσει; Να μην το δώσει; Και το χρέος λέει, ανέβηκε και να πάω γρήγορα να ιδούμε τι θ’ απογίνουμε. Κι ο γιατρός βρήκε την Αναστασία πολύ αδύνατη. Πρέπει λέει να του κάνουμε ενέσεις στο παιδί, δυναμωτικές.
– “Σε προσκυνείν, τον ήλιον της δικαιοσύνης…” ψέλν’ η χουγιάστρα.
Δικαιοσύνη… Δικαιοσύνη για… Πώς μπορούμε να ζήσουμε δίχως δικαιοσύνη; Τα προχτές έφεραν και το Δημήτρη τον Ταρπάνη απ’ την Καρατζόβα κι ανταμώθηκε με το γιο του, τον Μεθόδη. Αυτός το ‘φερε και τα φρέσκα μαντάτα. Το δελτίο τροφίμων τόκοψαν κι ο δικηγόρος πήρε και τ’ άλλο το χωράφι. Η μάνα έπεσε στο κρεβάτι από κόλπο. Τον Θωμά το γαμπρό τους δεν τον εκτέλεσαν ακόμα. Μπορεί και να γλιτώσει. Τη Λενιώ τη στείλαν στο Τρίκερι…
Ο αγέρας λυσσομανά. Η παγωνιά περουνιάζει την καρδιά μας. Τα δάχτυλα στα πόδια μας ξύλιασαν και πονάν. Μάτια και μύτες τρέχουν συνέχεια. Το μισό κορμί μας, η δεξιά μπάντα, είναι κρούσταλλο, πάγος. Ισως να φέρουν εδώ και τη Ζαφειρούλα. Λένε πως θα τις φέρουν όλες τις γυναίκες από το Τρίκερι. Η Χρυσούλα έγραψε πως τα καπνά μένουν απούλητα και τι να κάνω, να το δώσω το βόδι; Οχι, λέει, πως το ‘χει ανάγκη. Από ψυχικό, λέει το θέλει, να μπορέσω λέει να στυλώσω τα παιδιά μας και να σου στείλω και σένα τίποτες…
– “Δι’ ευχών των αγίων πατέρων ημών…”, λέει ήρεμα – ήρεμα και μαλακά η χουγιάστρα. “Βοήθειά σας, χρόνια πολλά…”
Η θεία λειτουργία τέλεψε. Ο καιρός επέτρεψε στα “συγκροτήματα” να την παρακολουθήσουν “εις τον χώρον των συγκεντρώσεων”.
– “Τα συγκροτήματα ελεύθερα”, ξαναλέει η χουγιάστρα, τραχιά και κοφτά. Υστερα παίρνει το τραγουδάκι της μόδας. “Μ’ αυτό σου τον καινούργιο χορό”. Τρικλίζοντας κινάμε για τα τσαντίρια μας. Κάποιος κρύος γυρίζει κατά το πλήθος κι εύχεται φωναχτά;
– Χρόνια πολλά, συνάδελφοι… Και του χρόνου νάμαστε καλά!
Τι του πληρώνεις;
Η καμινάδα, φουμάρει υπεροπτική κι αδιάφορη. Ο αγέρας λυσσασμένος μας κυνηγά από κοντά. Πασκίζει να μας ξαπλώσει χάμω. Η θάλασσα αφρισμένη απ’ το κακό της, χιμά με μανία πάνω στα βράχια. Τα βράχια, που περήφανα κι ακλόνητα αψηφούν την ηλίθια οργή της».
Χουγιάστρα = μεγάφωνο
Τ’ αγγελούδια = οι αλφαμίτες
Από το Ριζοσπάτη
|> Δεκέμβρης 2006
Διηγηματικό αφιέρωμα στα 60 χρόνια του δημοκρατικού στρατού Ελλάδας
Λευτέρη Σκλάβου: «χριστουγεννιάτικη ραψωδία»
Βιογραφικά στοιχεία του συγγραφέα του διηγήματος δε βρήκαμε. Ισως πρόκειται για ψευδώνυμο. Προφανώς επρόκειτο για μακρονησιώτη δεσμώτη. Το διήγημα περιλήφθηκε στη συλλογή «Πεζογράφοι της Αντίστασης» (εκδόσεις «Νέα Ελλάδα», 1952).
Στο «πνεύμα των Χριστουγέννων»: 5ο Αφιέρωμα Γκρεκάνικα χριστουγεννιάτικα έθιμα
Από Ομάδα ¡H.lV.S! στο Δεκ 24, 2019 Πολιτισμός, Προτεινόμενο
Η εξαγνιστική φωτιά, που ανάβεται το Δεκέμβρη, στην Grecia Salentina, τη Σαλεντινή Ελλάδα, στην Κάτω Ιταλία, είναι το χαρακτηριστικό λαϊκό δρώμενο, που τελούν οι γκρεκάνοι.
Οι φωτιές ανάβονται στη γιορτή της Αγίας Λουκίας, στις 13 Δεκέμβρη, στα χωριά Μαρτάνο και Στερνατία, αλλά ξεχωριστά στο Τζολλίνο, στις 28 Δεκέμβρη με τη «Γιορτή της φωτιάς» («Φέστα ντε λου φόκου»).
Το σπιτίσιο δρώμενο «Πουκκέντα», γίνεται την παραμονή, 8 Δεκέμβρη, γιορτή για την Παναγιά, στο χωριό Καλημέρα. Τη μέρα αυτή νηστεύουνε και το έθιμο είναι να τρώνε γεμιστό ζυμωτό ψωμί (πούκε) με τόνο, κάπαρη, τυρί, αντζούγες ή, όπως γινότανε τα παλιά χρόνια, παραγεμισμένο με ελιές και φουρνιστό. Ετσι, με καλοκαιριά, οι γκρεκάνοι πάνε στην εξοχή, στη θάλασσα, στο δάσος, όπου τρώνε το γεμιστό ζυμωτό ψωμί, σαν τα δικά μας «Κούλουμα». Και καθώς οι μανάδες ταΐζουνε τα μωρά τους στην Καλημέρα, «Νανναρίζονε το μπαμπινάι» («Νανουρίζουνε το μωράκι»):
«Νινό, νινό, νινό!
εβό προϊ σε σχερετό!
Νγκοτανίσομε εκιμέσα
Τ ίσε Ρία, τ ίσε ο Κριστό!
Μπι μπο, μπι μπο, μπι μπο!
Αντο πράμα λέο βο.
Σ’ αγκαπό, μα τι καρντία,
σε φιλό, μα τι φοντίσα».
Μεταγλώττιση:
«Νινό, νινό, νινό!
εγώ πρωί σε χαιρετώ
γονατίζω στα πόδια σου
είτε είσαι βασιλιάς,
είτε είσαι ο Χριστός!
Μπι μπο, μπι μπο, μπι μπο!
άλλο πράγμα λέγω γω.
Σ’ αγαπώ, με την καρδιά
και σε φιλώ, με τη φωτιά (αγάπη)».
Η τρανή γιορτή το Δεκέμβρη είναι βέβαια τα Χριστούγεννα, με τα παραδοσιακά έθιμα, τα παραδοσιακά γλυκίσματα, όπως είναι οι λουκουμάδες, πορκεντούζι, καλανγκί, τα χρυσά και τα φανταχτερά στολίδια για το χριστουγεννιάτικο δέντρο, το παιχνίδι με την τόμπολα στα σπίτια και άλλα.

Ξεχωριστά στο Κοριλλιάνο ντ’ Οτραντο τα Χριστούγεννα στήνουνε «ζωντανή φάτνη» («πρεσέπε βιβέντε»), με την Παναγιά να βαστά το νιογέννητο Χριστό στην αγκαλιά της περιτριγυρισμένη με τον Ιωσήφ, τους ποιμένες με αρνάκια και μοσχαράκια, τους μάγους, ντυμένους με χιτώνες και χλαμύδες, κι εποχικά φρούτα γύρω.
Στο Γκαλλιτσανό, που λογαριάζεται για Ακρόπολη στη «Μεγάλη Ελλάδα», την άλλη μέρα από τα Χριστούγεννα, στις 26 Δεκέμβρη, γιορτάζουνε τις «Ευχαριστίες στην Παναγιά». Φτιάχνουνε τα παραδοσιακά χριστουγεννιάτικα γλυκίσματα με μέλι, αλεύρι, αμύγδαλα, καρύδια, ξερά σύκα, σταφίδες, μανταρίνια, τα «πετράλια» και τα «πλουτάρια». Οι λαϊκοί οργανοπαίχτες παίζουνε ταμπουρέλλο, οργανέτο, λύρα, τσαμπούνα, οι μικροί σφυρίχτρες και χορεύουνε «Ταραντέλλα», παραδοσιακό χορό σ’ όλη τη «Μεγάλη Ελλάδα».

Ταραντέλα γκρεκάνικα
Το χορό σέρνει ο αρχιχορευτής που κανονίζει το μπάσιμο και το ξέβγαλμα από τον κύκλο. Χορεύεται με ζευγάρια, δυο άντρες, ή άντρας και γυναίκα. Ξεχωριστά είναι τα «πατήματα» από τους χορευτές και στα δυο ζευγάρια. Ανάμεσα στους άντρες, συμβολικά προσπαθούνε ποιος θα κατακτήσει την εξουσία, που βρίσκεται στο κέντρο. Οταν οι χορευτές είναι άντρας και γυναίκα, αυτός προσπαθεί να γοητεύσει τη χορεύτρια με βήματα λιγότερο βάρβαρα και περισσότερο ευγενικά.

Οι γκρεκάνοι τραγουδάνε το Χριστό στην «γκρίκο» γλώσσα. Ο Ερνέστο Απρίλε από την Καλημέρα, τραγουδάει το τραγούδι «Κριστεμούντι»:
«Τίσε όριο, Κριστεμούντι,
πόσο, πόσο εβό σ’ αγκαπόβο!
Εσού κέκι κούντου μένα
εβό πάντα στέο με Σένα.
Κε ίου μάι κανέ κακόβο
ε μου πέτι πλέον αμπρόβο!»
Μεταγλώττιση:
«Χριστούλη μου»
«Πόσο εισ’ ωραίος, Χριστούλη μου,
πόσο, πόσο σ’ αγαπώ!
Εσύ μικρούλης σαν κι εμένα,
κι εγώ πάντα είμαι μ’ εσένα.
Κι έτσι ποτέ κακό κανένα
δε μου πέφτει πλέον εμπρός!»

Salento natale
Και η Μαρία Γκράσι από το Κοριλιάνο ντ’ Οτράντο, τραγουδά το τραγούδι «Ο μπομπινάτσι»:
«Εμπα ασατία ασατία
κα μπλόνι ο Μπομπινάτσι,
μα ιβαστά ανιτά τα τία
να κούσι κίνο κα λένε τα πεντία.
Μότε ικούι κα ντε πάνε ις ιγκλισία,
ιγκλέι μα ε το κούνε μαγκά,
μότε ικούι κα λένε τιν Αβε Μαρία,
ασκόνι το κόκκαλο κε κχελά.
Ενε όλο χαρούμενο, ιαι πιστέι
κα εν έχι μπέο Γκιουντέι,
να τον βάλουνε ις ο στραβό,
ιαι αγκαπούνε το Κριστό».
Μεταγλώττιση:
«Το παιδάκι» («ο Χριστούλης»)
«Μπες σιγά σιγά
γιατί κοιμάται το παιδάκι,
μα ανοιχτά βαστά τ’ αφτιά
ν’ ακούσει κείνο που λένε τα παιδιά.
Οταν ακούει πως δεν παν στην εκκλησιά,
κλέει μα δεν τον ακούνε πια.
Οταν ακούει να λένε Χαίρε Μαρία
σηκώνει το κεφάλι και γελά.
Είναι όλο χαρούμενο, γιατί πιστεύει
πως δεν έχει πια Ιουδαίους,
να τον βάλουν στο σταυρό,
γιατί αγαπούνε το Χριστό».
Στον τόμο «La poesia Grica», που επιμελήθηκε ο Antonio Anchora (Αντόνιο Άνκορα), από το Κοριλιάνο ντ’ Ότραντο, υπάρχουνε κι άλλα ποιήματα στην «γκρίκο» για το Χριστό. Ο Αντόνιο συνέχισε μέχρι το θάνατό του τη σαλεντινή παράδοση στη μουσική, στο τραγούδι και στην ποίηση, με πολλές καλλιτεχνικές και πνευματικές εκδηλώσεις.
ΣΣ |>
Calimera, Carpignano Salentino, Castrignano de ‘Greci, Corigliano d’Otranto, Cutrofiano, Martano, Martignano, Melpignano, Soleto, Sternatia και Zollino: έντεκα δήμοι που απαρτίζουν την Grecìa Salentina και που παρά τις χίλιες δυσκολίες διατήρησαν την ελληνική διάλεκτο και παραδόσεις με πολιτισμικής ζωής grika.

Zeni sù en ise ettù sti Kalimera = Ξένος-η δεν είσαι εδώ στην Καλημέρα
Τελευταία γίνεται προσπάθεια για την αναβίωση και διατήρηση του πολιτισμού και της γλώσσας grika, που είχαν σχεδόν εξαφανιστεί μετά την κατάκτηση των Νορμανδών τον 11ο αιώνα.
Το Griko είναι μια γλώσσα που περιλαμβάνει εκφράσεις σύγχρονων ελληνικών και νεο-λατινικών λέξεων και το ιταλικό κοινοβούλιο την αναγνώρισε επίσημα ως γλωσσική μειονότητα των οικείων δήμων.
Στην Ιταλία υπάρχουν δύο ελληνόφωνες περιοχές, η Grecìa Salentina και η Bovesia στην Καλαβρία, στην περιοχή Reggio.
ΠΗΓΗ: atexnos.gr
- Τελευταια
- Δημοφιλή
