Εκτύπωση αυτής της σελίδας
Τρίτη, 04 Απριλίου 2023 08:41

Αφιέρωμα Στον αξέχαστο φίλο – συνάδελφο και εξαιρετικό άνθρωπο μαστρο-Αριστείδη!

Γράφτηκε από τον

scan0003.jpg

 

Φέτος συμπληρώνονται 10 χρόνια από τότε που έφυγε από την ζωή ο Αριστείδης Πετρόπουλος, μηχανικός ΕΝ ο οποίος είχε επιδείξει μια σπουδαία καριέρα στο Ναυτικό επάγγελμα και μας άφησε ως  παρακαταθήκη ένα πλούσιο – αξιόλογο συγγραφικό έργο  κυρίως με διηγήματα και μυθιστορήματα αφιερωμένα στη Ναυτοσύνη ενώ για αυτό το έργο είχε βραβευτεί!

Ο Αρ. Πετρόπουλος καταγόταν από τον Δομοκό, Θαυμακό Φθιώτιδας. Πέθανε τον Ιούνη του 2013.

Σε συνέχεια  στη μνήμη του παραθέτουμε από το διήγημα του «Θαλάσσιοι ορίζοντες» το κείμενο: «Μια παράξενη γυναίκα μέσα στην νύχτα»

Ο ίδιος το βιβλίο αυτό το αφιέρωσε σε «όλους τους συντρόφους εκείνους που άφησαν την τελευταία τους πνοή πιασμένοι πάνω σ΄ ένα σωσίβιο».

Χρόνος ανάγνωσης: 13–17 λεπτά

 

Μια παράξενη γυναίκα μέσα στην νύχτα

Οι ναυτικοί με τις συνθήκες του επαγγέλματος τους αρκετές φορές καταντούν να γυρνούν ζητιανεύοντας στα λιμάνια ένα κομμάτι απόλαυσης στους μοχθηρούς κόσμους των κίβδηλων.

Το αλκοόλ κατρακυλά μέσα στα τραχειά λαρύγγια. Οι καημοί και οι στερνές φαντασίες θα χαθούν μαζί με τις τελευταίες σταγόνες.

Η πλατειά αθέλητη νύχτα στην ύστατη πράξη της θα σκεπάσει τα κορμιά που θα κυλιστούν με κάποια γυναίκα της νύχτας.

Διπλαρωμένοι δεξιά σε μια προβλήτα της Βομβάης μια υποβαθμισμένη περιοχή του μεγάλου Ινδικού λιμανιού με χαμόσπιτα, τεϊοποτεία, βρωμομαγέρικα μικρά γεμάτα μύγες, δρόμους με βρώμικα λασπόνερα γεμάτους με Ινδούς και Ινδές κάθε ηλικίας.

Να τους βλέπεις και να πλακώνεται η ψυχή σου απ΄την κακομοιριά τους, την πείνα τους, την δυστυχία τους. Η εκφόρτωση στο καράβι έχει αρχίσει. Σιτηρά από Ν. Ορλεάνη της Αμερικής. Τα βράδια με το που σκοτεινιάζει ανοίγουν και οι μπυραρίες με περιορισμένο ωράριο. Τους έχει  μείνει και το εφαρμόζουν από τότε που οι Ινδίες ήταν κοινοπολιτεία της Αγγλίας.

Κι αφού σκοτεινιάζει για καλά, ανοίγουν τις πόρτες τους και τα πολυάριθμα στην περιοχή φτηνιάρικα πορνεία, με γυναίκες τρίτης διαλογής, φτιασιδωμένες με μπογιές και πομάδες δικής τους επινόησης και κατασκευής. Πασαλειβόντουσαν να προσελκύσουν με τη βοήθεια της φτωχής φωτισμένης σάλας, την προσοχή και προτίμηση μισομεθυσμένων ή μεθυσμένων στρατιωτών και ντόπιων, ξένων πελατών, που μετέφεραν και άδειαζαν σωρηδόν μπροστά στις πόρτες τα ρισκά.

Σαρανταπεντάρης τότε, μπαρκαρισμένος μηχανικός. Τις ελεύθερες ώρες χανόταν στην καμπίνα του.

Το χόμπυ του βλέπεις ήταν να κάθεται μόνος του και να μαζεύει σκέψεις για τα γραφτά του. Στα είκοσι αυτά χρόνια ταξίδεψε όλες τις θάλασσες, είδε τόπους, συνάντησε ανθρώπους αλλιώτικους, μα αυτό που ζητούσε δεν το βρήκε.

Εκείνο το βράδυ με την έξοδο του από το καράβι σε κάποιο μπαρ του λιμανιού της Βομβάης, η πόλη ξαπλωνόταν γύρω του. Λένε πως υπάρχουν μάτια που ξενυχτούν για να χαμογελούν στους ξένους. Στοχάστηκε, ένιωθε λίγη ψύχρα, εκείνη την τοπική με υγρασία. Η νύχτα είχε προχωρήσει κι έπλεε βυθισμένη στα βαθιά. Ήταν καιρός να φύγει, αφήσει τους ανθρώπους που διασκέδαζε μαζί τους. Κοντά σ’ αυτούς που γλεντούν με τα ίδια τους δάκρυα δεν μπορούσε να βρει τίποτα. Οι ανησυχίες του δεν είχαν δύσει. Μέσα στην ερημιά του, στην απελπισία του, στον ξεσηκωμό του, τέντωσε διψασμένα τα μάτια για λίγο φως. Αγωνιζόταν, όταν όλοι αυτοί είχαν οριστικά καταλήξει. Η μοίρα τους ήταν ξένη για εκείνον. Δεν γύρευαν τίποτα πια. Ίσως να είχαν βρει μια γαλήνη. Η πορεία της ημέρας θα χάραζε πάνω τους την ίδια τροχιά και το βράδυ θα τους εύρισκε πάλι σ΄αυτά τα θολά μπαρ, ενώ εκείνος θα αρμένιζε τα πέλαγα γράφοντας αυτά που είδε και αφουγκράστηκε.

Σηκώθηκε, τράβηξε πέρα, κοντά στην ανάσα της πόρτας. Από το ξύλο που άνοιξε τρίζοντας, κουβάλησε μαζί του την ανησυχία που δυνάστευε τον εαυτό του. Στη σκοτεινιά έσυρε τα βήματα που ζαλισμένα χορεύουν στους πέτρινους δρόμους. Προσπάθησε να μετρήσει τ΄ αστέρια που χάιδευαν τη νύχτα. Η μοναξιά και η σιωπή τον τυλίγουν. Αναρωτιέται αν αξίζει τον κόπο, αν μπορεί να βρει κάποια λύση… Ελπίδες… προσπάθεια… μια λύση.

Τα πόδια του σκόνταψαν πάνω σε ια πέτρα και του θύμισαν πάλι τους αφιλόξενους δρόμους, την προσπάθεια που συνεχιζόταν, τ΄ όραμα της άπιαστης λύτρωσης.

Στη γωνιά στο φαρδύ σταυροδρόμι, κάτω από μια λάμπα που ξεψυχά γράφοντας τους ξεθυμασμένους της κύκλους, σταμάτησε μπροστά στην κοπέλα που ήταν βυθισμένη στη συλλογή. Οι πλάτες ακουμπούσαν στον τοίχο. Οι ωμοί λυγισμένοι γέρναν μπροστά. Τα χέρια της στη βουβή ηρεμία τους μελετούσαν το σκοτάδι. Οι σκιές παίζαν πάνω στο βαμμένο της μούτρο που αχνόφεγγε κάτω από το κουρελιάρικο φως.

Στάθηκε με τ’ αμφίβολα βήματα στη γυναίκα που περίμενε το σύντροφο της νύχτας.

Μετρούσε τις δυνατότητες της ευτυχίας που έκρυβε μέσα  της, μελέτησε τη θλιμμένη της φάτσα και ζήτησε να γνωρίσει τις πιθανότητες μιας καινούργιας δοκιμής.

Οι δισταγμοί θ΄αραξόλιαζαν γύρω του, αν πίσω από το πρόσωπο που διαλαλούσε την εγκατάλειψη, δεν έρχονταν οι άνθρωποι του μπαρ με τη μοιραία γαλήνη τους και πίσω ακόμα, η δυστυχία του, που προσπαθούσε να πάρει ανάσες, ν΄ανοίξει ένα δρόμο, να καρφώσει τα ματωμένα της νύχια πάνω στους άλλους για να σκορπίσουν την αθυμιά της.

Ζύγιασε για στερνή φορά τη λύπη του για το παιδιάστικο πρόσωπο, ζύγιασε την ερημιά του κι έβαλε το χέρι του πάνω στον ώμο της, τα δάχτυλα του πάνω στο πρόστυχο ύφασμα, γυρεύοντας μια τελευταία ελπίδα.

Στο άγγιγμα του τα βλέφαρα της κινήθηκαν. Το βλέμμα της έπαιξε, σκόρπισε ολοτρίγυρα και ήρθε ρωτώντας να στηλωθεί πάνω στο κλεισμένο του μούτρο.

Κοιταχτήκανε σιωπηλοί. Οι ματιές τους ήταν γεμάτες συμφέρον. Οι αριθμοί ήταν οι μόνοι που ήρθαν για να δέσουν οι δυο τους. Το νούμερο που ξεγλίστρησε από τα χείλη της βρήκε τη συμφωνία του.

Κούνησε το κεφάλι του κι αμήχανος ακολούθησε τα χνάρια που ξετυλίγονταν μπροστά του. Ακολούθησε την πιο εύκολη λέξη που υπάρχει. Ξέχασε τις ευθύνες των ανθρώπων, τις δικές του ευθύνες, έκλεισε τα μάτια και πήρε από πίσω τα βήματα της πόρνης.

Αναθυμήθηκε τον αρχιεργάτη του καραβιού της εκφόρτωσης που έχει το δικαίωμα πρόσληψης αι απόλυσης των εργαζομένων, που το ξέρανε σκύβοντας το κεφάλι χωρίς καμμία διαμαρτυρία ή παράπονο. Αυτός έπαιρνε και παίρνει μεροκάματο, χωρίς να δουλεύει, πέντε ρούπιες. Δεν ήταν όμως οι πέντε ρούπιες που πήγαιναν στην τσέπη του αρχιεργάτη. Ήτανε και οι έξτρα ρούπιες που έβαζε στη τσέπη του, από φιλοδωρήματα για τις υπηρεσίες που πρόσφερε σε μέλη του πληρώματος, προμηθεύοντας τα με νεαρές κοπελίτσες, εργάτριες δεκατεσσάρων χρονών.

Οι κοπελίτσες πεθαμένες, ψόφιες στην κούραση, ίδιες με άψυχες κούκλες, δεχόντουσαν τα χάδια και τις ορέξεις του καθενός αρσενικού για μερικές ρούπιες που έκρυβαν μάσα στο πολύπτυχο λερωμένο με τη σταρόσκονη και ιδρώτα σάρι τους.

Τις έκρυβαν για να φτάσουν σίγουρα στις με χίλιες δυο ανάγκες οικογένειες τους και όχι στην τσέπη του συμπατριώτη τους ρουφιάνου αρχιεργάτη.

Να που το παζάρεμα της τιμής, σκέφθηκε ακολουθώντας την πόρνη, γλύτωσε το μπαχτσίσι του ρουφιάνου.

Ύστερα από λίγο σταματήσανε σ΄ένα σοκάκι τυφλό μπροστά σε μια πόρτα. Κατεβήκανε δυο σκαλοπάτια. Έσπρωξε το θυρόφυλλο. Η βαρειά μυρωδιά της κάμαρας ξεχύθηκε στα ρουθούνια του. Έμεινε πίσω κι εκείνη προχώρησε μόνη της. Άκουσε τα χέρια της που έψαχναν μέσα στο σκοτάδι. Σε λίγο μια λάμπα πετρελαίου έριξε πάνω τους φως και φώτισε τις δειλές τους ματιές.

Ένα σιδερένιο κρεβάτι ακουμπούσε στον τοίχο που δεν έκρυβε τη γύμνια του. Μια καρέκλα τριπόδιζε πλάι του. Στα πόδια τους ξαπλωνόταν ένα κουρελιασμένο χαλί. Μέσα στο τετράγωνο που γέμιζε εχθρότητες, στέκονταν σαν αντίπαλοι που μετρούνε τη δύναμη τους, που γύρευαν να ζυγίσουν, να μαντέψουν ο ένας τον άλλον, πριν τα χέρια τους μπλέξουν στη μανία της έχθρας.

Περίμενε. Το χλωμό της πρόσωπο ήταν ακίνητο. Το βλέμμα της μ΄ ένα ατσάλι σκληρό τόξευε πάνω του το μίσος της.

Ήταν δυο άνθρωποι, που πριν λίγες στιγμές αγνοούσαν τις υπάρξεις τους.

Ανταλλάξανε μερικές συλλαβές, μείνανε πιστοί στη συμφωνία και βρεθήκανε κάτω από την προστασία μιας φλόγας για να δοθούνε συμβατικά.

Η συνήθεια της κοινωνίας ξεχνά σε κάτι τέτοιες στιγμές να μιλήσει για τον ιερό δεσμό του γάμου, στην πιο αληθινή, στην πιο δυνατή, στην πιο όμορφη δημιουργία των θεών μας.

Στεκόντουσαν σιωπηλοί. Η απόσταση που τους χώριζε, μεγάλωνε μέσα στην αφιλόξενη κάμαρα. Ο κρύος αγέρας που στριφογύριζε γύρω του, έφερε τον πόθο για λίγη ζεστασιά. Ζήτησε να δεθεί λίγο μαζί της, ν΄ αλλάξει μερικά λόγια, να γνωρίσει κάτι απ΄ αυτήν πριν ξαπλώσει μαζί της στο ίδιο κρεβάτι.

Πώς σε λένε;

Τι σε νοιάζει; Μια λεπτή ειρωνεία ξεχώριζε μέσα από τους τόνους της. Δε θα ξαπλώσεις με όνομα, μαζί μου θα πέσεις.

Περίμενε να συναντήσει την μαλακή ψυχή κάποιας πόρνης.

Μα η απάντηση ήταν σκληρή κι αλόγιαστη, δεν άφηνε τόπο για λόγια.

Το δωμάτιο έγινε ακόμα πιο μακρινό. Μετάνιωσε πικρά, γιατί είχε σταματήσει στο σταυροδρόμι, γιατί είχε ακουμπήσει τα δάχτυλα του πάνω στον ώμο της. Μετάνιωσε γιατί τη ρώτησε πώς τη λένε.

Η εικόνα βουβή, άρχισε να ξετυλίγεται πάνω στην πορεία που έχει από πριν χαραχθεί γι΄ αυτές τις στιγμές. Με κινήσεις αργές, συνηθισμένες μιας ιστορίας που δεν αλλάζει, άρχισε να ξεντύνεται καθισμένη στην άκρη του κρεβατιού. Το φόρεμα της κυλίστηκε σε μιαν άκρη. Ένα λυωμένο μεσοφόρι έμεινε στη θέση του. Μια μπρετέλλα ξεγλίστρησε. Ο καταρράκτης της πλαδαρής σάρκας σχημάτισε τις καμπύλες του στήθους. Μια πλατειά ρόγα ατένισε ηλίθια τριγύρω. Το μεσοφόρι κατρακύλησε στις λαγόνες, οι βαθειές ρίγες χάραξαν την κοιλιά. Πέρασε από τα γόνατα κι έπεσε στα πόδια της.

Έμεινες ακίνητος, αφού για μια στιγμή πήρε φευγαλέα την ηδονή της αφής της. Με μια στερνή κίνηση, η γυναίκα που ήταν τυλιγμένη στη γύμνια της, ξαπλώθηκε στο κρεβάτι. 

Τα σίδερα έτριξαν σαν ξεκουρντισμένες χορδές χτυπώντας το γαμήλιο εμβατήριο. Τα σεντόνια τραντάχθηκαν, γέμισαν κύματα κι ήρθαν να ξεσπάσουν στο αραγμένο σώμα. Η φωνή της άχρωμη, ακούστηκε για να θυμίσει τη συνέχεια που οι τοίχοι περίμεναν. Έλα… έφυγαν τρία γράμματα, πέταξαν, χάιδεψαν τις τεντωμένες μεμβράνες, ακολούθησαν τις άσπρες κλωστές των νεύρων κι έφτασαν για να ξυπνήσουν ένα κομμάτι λησμονημένης χαράς ανάμεσα στις παλιές μνήμες. Ήρθαν για να ξαναφτιάξουν ολόκληρη της ιστορία της όμορφης μέρας που πέρασε κάποτε.

Ο ήλιος ταξίδευε στα γαλάζια. Η γη άπλωνε την αγκαλιά της. Θυμάται τα κοράλλινα χείλη της, τα μάτια που ήταν γεμάτα αγάπη, το σταρένιο δέρμα που χαμογελούσε μελαχρινά. Καθισμένη κάτω από την ανάλαφρη σκιά κάποιου πεύκου, κοιτώντας κάποιο σύννεφο που ήταν μπλεγμένο μέσα στα κλαδιά του, του φώναξε δειλά γεμάτη υπόσχεση. Έλα…

Πήγε κοντά στο κρεβάτι που έτριξε, στο γυμνό κορμί της δυστυχίας, στη συνείδηση που γύρευε να πνίξει τους δισταγμούς της. Είδε το λαιμό του ρίγους, τα σπασμένα τόξα των μαστών, τα μυστικά τρίγωνα ανάμεσα στην κοιλία και στα πόδια και ξέχασε την καλοκαιριάτικη μέρα. Έσβησε από την καρδιά του η συμπόνια για το παιδιάστικο πρόσωπο και δέχθηκε την πρώτη ανατριχίλα της ηδονής, που έρχεται βίαια να θυμίσει τον ατράνταχτο νόμο.

Η θύελλα τάραξε τις σταγόνες που κυλούσαν ήρεμα μέσα στις φλέβες, ξύπνησε την αφή. Έριξε τον εαυτό του στην κυριαρχία του ενστίκτου. Ξαπλώθηκε γρήγορα πλάι της. Ο πόθος ούρλιαζε μέσα του. Τα δάχτυλα τριγύρισαν βάναυσα πάνω στη γύμνια της. Οι άκρες τους σαν άρπαγες γαντζώθηκαν πάνω της.

Τα χείλια του κόλλησαν με μανία πάνω στη ρόγα της. Με τα γόνατα που ορμούσαν, άνοιξε τα πόδια της κι ακούμπησε πάνω στη σάρκα που αδιάφορη συνέχιζε την ύπαρξη της. Μάλαξε βίαια το κορμί που βρισκόταν πλάι του.

Ζητούσε απ΄ αυτήν να κλείσουνε τη χαρά μέσα στις στιγμές που περνούσαν. Μα η απόκριση που περίμενε δεν ερχόταν. Ακατανόητη για το αρσενικό που τη χάιδευε. Χωρίς να ζητά από κανένα, χωρίς να έχει να δώσει τίποτα, έμεινε ακίνητη μέσα στα μπράτσα του.

Ο πόθος αντίκρυσε ένα κρύο γυαλί. Το σώμα τραβηγμένο στην μοναξιά του αντιμετώπισε την ταραγμένη του αίσθηση. Οι φλογισμένες σταγόνες που γύρευαν να σμίξουν, είδαν πως ήταν μοναχές. Και πριν τελειώσουν τον κύκλο τους φοβήθηκαν την ερημιά τους. Άρχισαν να γυρνούν στους ρυθμούς της γαλήνης. Η αόρατη δύναμη ξεγλιστρούσε μέσα από τ΄ακροδάχτυλα που πασπάτευαν αναίσθητα τη γυναίκα, που περίμενε να τελειώσει.

Χαλάρωσε τις κλειδώσεις απότομα. Σηκώθηκε ταραγμένος, κάθισε πλάι της γεμάτος από την απογοήτευση μιας ατελείωτης πράξης. Τον κοιτούσε περίεργα. Το βλέμμα της ρωτούσε για εκείνον. Από τα βλέφαρα που σιγόκλειναν άρχισαν να βγαίνουν λίγες ακτίνες ειρωνικές.

Το χέρι του ακούμπησε για δεύτερη φορά στον ώμο της. Την τράνταξε ολόκληρη μέσα στην έχθρα του. Σιωπούσε… Δεν έκανε την παραμικρή κίνηση. Δέχτηκε ακίνητη το ξέσπασμα των αφηνιασμένων του νεύρων. Μέσα στη λύσσα του, δεν είδε κάποιες σπίθες που άναβαν μέσα στα μαύρα μάτια της.

Πετάχτηκε πάνω. Το βλέμμα της έτρεμε. Για πρώτη φορά είδε το απέραντο μίσος μέσα στο βλέμμα της θύελλας. Το χέρι της χτύπησε το πρόσωπο του με οργή. Απ΄το στόμα της ξεχύθηκε ένας χείμαρρος μανιασμένος.

Κτήνος… ε κτήνος… Τράβα τα χέρια. Επειδή πληρώνεις, νομίζεις πως θα σου κάνω όλα τα κέφια;

Μέσα στο ανοιγμένο παράθυρο, ένα φύσημα γλίστρησε.

Έπαιξε με τη φλόγα της πετρελαιολαμπάδας. Σάλεψε τις σκιές. Οι θαμπές εικόνες ρίγησαν λίγο. Η φωνή της βραχνιασμένη συνέχιζε.

Μας κάνατε πόρνες. Σκίσατε σε κουρέλια το κορμί και τη ψυχή μας. Πατήσατε πάνω μας. Δε λογαριάσατε ποτέ σας αν είμαστε κι εμείς άνθρωποι. Αν είχαμε δική μας ελπίδα στην κουρελιασμένη ζωή μας. Αν μας γέλασαν, αν κάποτε γυρέψαμε την αγάπη έξω από τους νόμους της κοινωνίας σας. Δε λογαριάσατε. Τα σκληρά πρόσωπα σας δεν ξέρουν τίποτα παραπάνω από τις επιθυμίες των ζώων.

Τυλιγμένος από έκπληξη γύρισε πίσω από την απάντηση που δεν περίμενε.

Ο θυμός του είχε σβήσει μέσα στην αλήθεια της. Κι έμεινε μπροστά του ο εγωισμός του, η βάρβαρη χειρονομία, η συνείδηση με τη τύψη. Η βάρβαρη κακομεταχείριση του αρχιεργάτη στις κοπελίτσες που εργάζονταν στο καράβι.

Το δωμάτιο δεν είχε τόπο πια για εκείνον με την παράξενη αυτή γυναίκα της νύχτας. Ακούμπησε πάνω στο κομοδίνο της τα λίγα λεφτά του. Γύρισε την πλάτη προχωρώντας στην πόρτα. Τη στιγμή που περνούσε το κατώφλι, ένα σιγανό κλάμα ήρθε γύρω του. Πάνω στο φτηνό στρώμα του σιδερένιου κρεβατιού ένα κουλουριασμένο σώμα έκλαιγε με λυγμούς.

Κι έμεινε πάλι μονάχος. Άρχισε και ξημέρωνε, την ώρα που τραβούσε για το μουράγιο που ήταν το καράβι του. Ένιωθε τη σιωπή γύρω του, σχεδόν την άκουγε. Θα ανέβει στο καράβι και θα χαθεί πάλι στην καμπίνα του. Το πληγιασμένο κορμί του είναι ο απέραντος πόνος των ματωμένων ανθρώπων που στενάζουν στα διπλά κάτεργα της ζωής κι απλώνουν με πόθο τα χέρια της λαχτάρας, ζητώντας τα χαμένα ή θαμμένα στο θαμπό περίβολο της μοναξιάς και στα όνειρα.

Τελευταία τροποποίηση στις Τρίτη, 04 Απριλίου 2023 08:45