
Με αγωνιστικό συνδικαλιστικό σχέδιο και νέες διεκδικήσεις να ορθώσουμε αντιστάσεις ενάντια σε κυβερνήσεις και εργοδοσία
Αγωνιζόμαστε για την ανασυγκρότηση του συνδικαλιστικού κινήματος
Είμαστε απέναντι στις εργοδοτικές, κυβερνητικές, κομματικές, γραφειοκρατικές και παραγοντίστικες λογικές
Το 37ο Συνέδριο της ΓΣΕΕ συγκαλείται σε μια συγκυρία, όπου τόσο το πολιτικό, όσο και το εργασιακό περιβάλλον, δεν χαρακτηρίζονται από σταθερότητα, παρά τα αντιθέτως θρυλούμενα. Η οκταετία των Μνημονίων έχει αφήσει ανοιχτά τραύματα στην κοινωνία και τα εργασιακά δικαιώματα, καθώς η εργοδοσία κατάφερε να συμπιέσει το “εργατικό κόστος”, μεταφέροντας στις πλάτες των εργαζόμενων το βάρος των συνεχιζόμενων περιοριστικών πολιτικών. Σε αυτό το περιβάλλον, η ηγεσία της ΓΣΕΕ παραμένει απούσα στην ουσία του ρόλου της, αμήχανη και εγκλωβισμένη σε μια αντίληψη που υποκρύπτει την ουσιαστική αποδοχή του “μνημονιακού μονόδρομου” και την αναγκαιότητα της νεοφιλελεύθερης οικονομικής σταθεροποίησης, σε βάρος της προάσπισης των δικαιωμάτων μας. Έχοντας υποστείλει προ πολλού την όποια αγωνιστική διάθεση. Κι επιδιώκοντας απλά να βρει τις όποιες λύσεις “από κοινού” με την εργοδοσία, λες και πρόκειται για “κοινά” προβλήματα. Απομακρυνόμενη, με τον τρόπο αυτό, ακόμη περισσότερο από την οργανωμένη βάση των εργαζομένων και τις πραγματικές ανάγκες και αγωνίες τους.
Μέσα στα 8 χρόνια των τριών Μνημονίων συντελέστηκε μια τεράστια επίθεση στην κοινωνία και την εργατική τάξη. Οι βασικές επιδιώξεις του κεφαλαίου για ξήλωμα του θεσμικού πλαισίου προστασίας της εργασίας και της κοινωνικής ασφάλισης, ικανοποιήθηκαν και με το παραπάνω. Η λιτότητα διαρκείας συνδυάστηκε με την σημαντική υποβάθμιση των δικαιωμάτων των εργαζόμενων και την άνοδο της ανεργίας σε δυσθεώρητα ύψη, με συνακόλουθο την δημιουργία ενός “εφεδρικού στρατού ανέργων”, που λειτουργεί ως μοχλός περαιτέρω συμπίεσης των εργασιακών σχέσεων και ανακύκλωσης των εργαζομένων σε ελαστικές μορφές απασχόλησης. Καταστροφική επίθεση δέχτηκε και η δημόσια περιουσία, με βίαιη εκποίηση στρατηγικών επιχειρήσεων, και ξεπούλημα όλων των ασημικών μέσω του ΤΑΙΠΕΔ.
Τα ψευδεπίγραφα πανηγύρια από το καλοκαίρι του 2018 μέχρι σήμερα, στα οποία η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί ανεπιτυχώς να προπαγανδίσει το δήθεν “τέλος” των Μνημονίων, δεν μπορούν να διαστρέψουν την πραγματικότητα. Στον βωμό της λήξης των προγραμμάτων στήριξης, η χώρα προσδέθηκε σε ένα μόνιμο καθεστώς αυστηρής επιτήρησης, που ουσιαστικά επιβάλει την απαρέγκλιτη εφαρμογή των μνημονιακών πολιτικών για τις επόμενες δεκαετίες. Διασφαλίζοντας έτσι, ότι θα υπάρχουν σημαντικά πλεονάσματα κάθε χρόνο, σε βάρος των κοινωνικών και παραγωγικών αναγκών, ώστε να αποπληρώνονται οι πιστωτές της χώρας.
Αποτελεί πολιτική αγυρτεία η θέση, ότι μπορεί δήθεν να εφαρμοστεί διαφορετικό μείγμα πολιτικής εν μέσω επιτήρησης. Η ανατροπή του παγιωμένου μνημονιακού καθεστώτος παραμένει για μας βασικός στόχος της συνδικαλιστικής δράσης, που πρέπει να συνενώνει όλα τα τμήματα της εργατικής τάξης και των λαϊκών στρωμάτων. Στην κατεύθυνση αυτή, υποστηρίζουμε τη λύση του ζητήματος του δημόσιου χρέους με το μοναδικό τρόπο που είναι προς όφελος των εργατικών συμφερόντων, δηλαδή τη μονομερή διαγραφή του, εκτός αυτού προς τα ασφαλιστικά ταμεία. Όπως επίσης, και τις συνέπειες που αυτή η λύση επιφέρει, όπως την εθνικοποίηση και τον εργατικό έλεγχο του τραπεζικού συστήματος και των επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας. Μια τέτοια πολιτική δεν μπορεί να τελεσφορήσει όσο η χώρα βρίσκεται προσδεδεμένη στην ευρωζώνη και το ευρωενωσιακό πλαίσιο, αλλά και ενταγμένη σε ιμπεριαλιστικές συμμαχίες, που κινδυνεύουν να την εμπλέξουν ακόμη και σε πολεμικές περιπέτειες.
Όλα τα παραπάνω γίνονται αντιληπτά με οδυνηρό τρόπο από την πλειοψηφία των εργαζόμενων στον ιδιωτικό τομέα. Η έννοια της εργασιακής ασφάλειας υπάρχει μόνο σε όρους φαντασιακού στην συντριπτική πλειοψηφία της παραγωγής, ενώ και στα μέχρι πρότινος “κάστρα” των θεσμικών “κεκτημένων”, η ασφάλεια έχει δώσει την θέση της στην ανησυχία.
Κυρίαρχο μοντέλο εργασίας είναι πλέον οι ελαστικές μορφές, ενώ σε καθεστώς μηδενικού ελέγχου, η εργοδοτική αυθαιρεσία καλπάζει, με “μαύρη”, αδήλωτη και ανασφάλιστη εργασία, με συνεχή ανακύκλωση εργαζομένων, με καταπάτηση κάθε έννοιας ωραρίου, υπερωριών και συνθηκών υγιεινής και ασφάλειας, με διακρίσεις σε βάρος γυναικών και καταπιεσμένων κοινωνικών ομάδων, με εργοδοτική τρομοκρατία, έξαρση των εργατικών ατυχημάτων και με κατάργηση στην πράξη θεμελιωδών δικαιωμάτων, όπως τα δώρα Χριστουγέννων και Πάσχα.
Στην κατάσταση αυτή συνεπικουρεί και η καθηλωμένη σε υψηλά επίπεδα ανεργία. Όσο κι αν η κυβέρνηση προπαγανδίζει την μείωσή της σε ποσοστά κάτω του 20%, η τεχνητή αυτή αριθμητική αναφορά δεν μπορεί να κρύψει το γεγονός, ότι σε συντριπτικό βαθμό οι νέες θέσεις εργασίας αφορούν ελαστική απασχόληση, συμβάσεις ορισμένου χρόνου ή οιονεί αυτοαπασχόληση (“μπλοκάκι”). Ενώ μεγάλος αριθμός νέων επιλέγει ως λύση την μετανάστευση, γεγονός που και αυτό βελτιώνει τεχνητά τους δείκτες ανεργίας. Καμία κοινωνική ανάκαμψη, όμως, δεν μπορεί να βασιστεί σε δουλειές 6μήνου ή 8μήνου, με τους παραπάνω μάλιστα όρους.
Όπως επίσης, καμία κοινωνική ανάκαμψη δεν μπορεί να βασιστεί σε όρους φτώχειας των εργαζόμενων. Μπορεί εν μέσω προεκλογικής περιόδου η κυβέρνηση να νομοθέτησε την αύξηση του βασικού μισθού στα 650 ευρώ, δεν παύει, ωστόσο, το όλο ζήτημα να παραμένει εντός του μνημονιακού πλαισίου. Ο βασικός μισθός συνεχίζει να καθορίζεται με υπουργική απόφαση και όχι με συλλογική διαπραγμάτευση και υπογραφή ΕΓΣΣΕ, ενώ και το ύψος του δεν επέστρεψε στα προ μνημονίων επίπεδα, δηλαδή στα 751 ευρώ.
Ενώ και στο επίπεδο των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας, οι κυβερνητικές εξαγγελίες απέχουν πολύ από την πραγματικότητα. Δεν επανέρχονται οι διατάξεις που κατάργησαν τις κλαδικές και ομοιοεπαγγελματικές ΣΣΕ, μηδενίζοντας το κοντέρ των κατακτήσεων και των δικαιωμάτων των προηγούμενων 40 χρόνων και κυρίως, δεν επανέρχονται, η υπογραφή νέων ΣΣΕ και η υποχρεωτική εφαρμογή και επεκτασιμότητά τους οι οποίες πλέον ουσιαστικά κρίνονται από τις διαθέσεις των εργοδοτών.
Η κατάσταση αυτή ουδεμία σχέση έχει με “σταθερότητα” ή “κανονικότητα”. Ή μάλλον, περιγράφει επακριβώς την κανονικότητα που οραματίζεται το κεφάλαιο. Μια κανονικότητα, που στον έναν ή άλλο βαθμό υπηρετείται από τις κυβερνήσεις της διαχείρισης. Την ίδια στιγμή, η ηγεσία της ΓΣΕΕ αδυνατεί ή αποφεύγει να αντιδράσει, θεωρώντας την συγκεκριμένη κατάσταση ως ένα αποδεκτό επίπεδο βάσης, πάνω στο οποίο επιδιώκει να συνεννοηθεί με την εργοδοσία για μια ειρηνική συνδιαχείριση, που υπηρετεί πλήρως τα συμφέροντα του κεφαλαίου για άμεση και φτηνή κερδοφορία, την ίδια ώρα που βουλιάζει τους εργαζόμενους όλο και περισσότερο στην απόγνωση. Χαρακτηρίζοντας οποιαδήποτε πρόταση για την διεκδίκηση μιας άλλης κατάστασης, ως “ουτοπίες” και “εκτός πραγματικότητας κουβέντες”.
Η πλειοψηφία της ΓΣΕΕ εγκατέλειψε πλέον και τα προσχήματα. Άφησε στην άκρη ακόμη και τις προσχηματικές κακοσχεδιασμένες απεργίες, ισχυρίζεται ότι οι κινητοποιήσεις δεν έχουν νόημα, ενώ συντάχθηκε ανοιχτά με τις μνημονιακές δυνάμεις και το μπλοκ του “ΝΑΙ” στο δημοσψήφισμα τον Ιούλη του 2015.
Η εξαγγελία και η συγκρότηση της λεγόμενης “κοινωνικής συμμαχίας” από κοινού με την εργοδοσία για το δήθεν “καλό της πατρίδας”, δείχνει ότι η συνδικαλιστική ηγεσία δεν βρίσκεται απλά εγκλωβισμένη στις ιδεολογικές της αντιλήψεις, αλλά επιχειρεί πλέον να δώσει στρατηγικά χαρακτηριστικά στην υπηρέτηση του σχεδιασμού του κεφαλαίου, όσο και την απαρέγκλιτη εφαρμογή των απαιτήσεων των πιστωτών της χώρας.
Ο σχεδιασμός της αυτός, έχει οδηγήσει την ηγεσία της ΓΣΕΕ στην ολοκληρωτική πια απομάκρυνση από το σώμα της εργατικής τάξης που υποτίθεται ότι εκπροσωπεί. Το μόνο που φαίνεται να την ενδιαφέρει, είναι η αναπαραγωγή των συσχετισμών, ώστε απρόσκοπτα η στενή γραφειοκρατική κορυφή να εξακολουθήσει να λειτουργεί ως κύριος παράγοντας της λογικής της “συνδιαχείρισης”, από κοινού με κυβερνήσεις και εργοδοσία.
Η ηγεσία της ΓΣΕΕ βρίσκεται ενθουσιωδώς παρούσα στα διάφορα συστημικά “φόρα” ως συνομιλητής, συνδιαμορφωτής και άλλοτε απολογητής της κυρίαρχης πολιτικής. Ταυτόχρονα, βρίσκεται εκκωφαντικά απούσα από τον οποιονδήποτε αγώνα. Φροντίζει, φυσικά, να ρίξει 1-2 “τουφεκιές” στον αέρα, για να διατηρήσει ένα φύλλο συκής, αν και τις υπονομεύει ακόμα και αυτές όσο μπορεί. Η –ουσιαστικά απεργοσπαστική – επιλογή της να κηρύξει απεργία σε άλλη ημερομηνία από αυτήν που είχαν εξαγγείλει η ΑΔΕΔΥ και ομοσπονδίες του ιδιωτικού τομέα, και την πρότεινε και το Εργατικό Κέντρο Αθήνας, το Δεκέμβρη του 2018, είναι από τις πιο χαρακτηριστικές. Απουσιάζει, ωστόσο, στη λογική της, ο οποιοσδήποτε σχεδιασμός, που θα συντόνιζε δυναμικό κλάδων, που θα έθετε με ισχυρούς όρους ενοποιητικά για την τάξη αιτήματα, που θα απαντούσε με αποφασιστικό τρόπο στις πολιτικές εξόντωσης της εργασίας και της κοινωνίας. Απεναντίας, επιδιώκει να επιβάλλει ένα “αγωνιστικό σιωπητήριο”, αποφεύγοντας ακόμη και να στηρίξει ζωντανές κινητοποιήσεις που ξεπηδούν σποραδικά σε τοπικό ή κλαδικό επίπεδο.
Η επιλογή αυτή εξηγεί εν μέρει το αγωνιστικό έλλειμμα που εμφανίζεται τα τελευταία χρόνια. Δεν μπορεί, ακόμη, να παραγραφεί το γεγονός, ότι η γραφειοκρατικοποίηση και η μόνιμη εγκατάσταση “παραγόντων” στις ηγεσίες των συνδικάτων έχει δημιουργήσει τεράστια απόσταση με την οργανωμένη βάση τους, με αποτέλεσμα τα κινηματικά αντανακλαστικά να υποχωρούν. Ενώ, επιπρόσθετα, οι ελπίδες που μεγάλο κομμάτι της εργατικής τάξης εναπόθεσε στην πολιτική αλλαγή του 2015, διαψεύστηκαν με ωμό και απόλυτο τρόπο, συντελώντας έτσι σε μια γενικευμένη αίσθηση απογοήτευσης, και τελικά μη αγώνα.
Αντί, λοιπόν, η ηγεσία της ΓΣΕΕ να περάσει σε μια συνδικαλιστική αντεπίθεση, ενώνοντας επιμέρους αγώνες, παράγοντας αιτήματα και φτιάχνοντας πλατύ πανεργατικό μέτωπο, έκανε ακριβώς το αντίθετο. Επιμένει να εκπροσωπεί μια μικρή μειοψηφία της μισθωτής εργασίας, αφήνοντας στο περιθώριο τους “εκτός των τειχών” εργαζόμενους και τους ανέργους, αρκούμενη σε μια μίζερη συνδικαλιστική πυκνότητα που στον ιδιωτικό τομέα μετά βίας φτάνει στο 10%. Αποφεύγει όσο μπορεί τον αγωνιστικό συντονισμό ιδιωτικού και δημόσιου τομέα. Και εσχάτως μπαίνει μπροστάρης σε βασικές επιλογές του κεφαλαίου, όπως για παράδειγμα στο θέμα της ίδρυσης επαγγελματικών ταμείων.
Για το ΜΕΤΑ είναι καθαρό, ότι η στρατηγική κατεύθυνση της ηγεσίας της ΓΣΕΕ λειτουργεί βλαπτικά για τα συμφέροντα των εργαζομένων. Η ανατροπή της κατεύθυνσης αυτής αποτελεί την βασική προϋπόθεση, ώστε σε κεντρικό συνδικαλιστικό επίπεδο να μπορέσει να στηριχτεί μια νέα, δυναμική, προωθητική διεκδικητική ατζέντα, που θα βάζει ως πρώτα τα δικαιώματα και τις ανάγκες των εργαζόμενων.
Ως κεντρικά αιτήματα στην κατεύθυνση αυτή θέτουμε τα εξής:
Μια τέτοια προωθητική διεκδικητική ατζέντα δεν μπορεί, προφανώς, να υπηρετηθεί από την υπάρχουσα κατάσταση στην ΓΣΕΕ. Πέρα από τα ζητήματα στρατηγικής, τα οποία ήδη αναλύθηκαν, η ηγεσία της ΓΣΕΕ χαρακτηρίζεται από προσκόλληση στο παρωχημένο και αντιδραστικό μοντέλο του εργοδοτικού, κυβερνητικού, κομματικού, γραφειοκρατικού και παραγοντικού συνδικαλισμού. Το οποίο, αν μη τι άλλο, λειτουργεί στενά για την αναπαραγωγή του, απονευρώνοντας στην πράξη την οποιαδήποτε συνδικαλιστική λειτουργία, αποτρέποντας την ανάπτυξη ισχυρού κοινωνικού δυναμικού και αποτελεσματικού αγωνιστικού σχεδιασμού.
Χωρίς κινηματικό και αγωνιστικό δυναμικό, ωστόσο, οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να προωθήσουν αποτελεσματικά τις διεκδικήσεις τους. Για το λόγο αυτό, είναι ζήτημα κομβικής σημασίας να υπάρξει ένα νέο συνεκτικό σχέδιο για την αναζωπύρωση του δυναμικού αυτού. Αντί για σπασμωδικές κινήσεις – “τουφεκιές”, χρειαζόμαστε έναν ολοκληρωμένο σχεδιασμό σε βάθος χρόνου, με ποικίλες αγωνιστικές μορφές, με ενεργοποίηση όλων των δυνάμεων σε πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο επίπεδο, με στοχευμένη έμφαση σε συγκεκριμένες διεκδικήσεις, αλλά και με σύνδεση με ευρύτερα ζητήματα – προβλήματα. Η λογική της εργασιακής ειρήνης έχει πια ξοφλήσει. Είναι στα χέρια μας, και ταυτόχρονα καθήκον μας, να χτίσουμε τις νέες αντιστάσεις.
Για να συμβεί αυτό, το πρώτο που χρειάζεται είναι να αποκτήσουμε μια ΓΣΕΕ ΤΩΝ ΕΡΓΑΤΩΝ. Κι εδώ, το 37ο Συνέδριο καλείται απαιτήσει την απογραφειοκρατικοποίηση της συνδικαλιστικής λειτουργίας στο κορυφαίο επίπεδο, όσο και παντού. Να ζητήσει τον εκδημοκρατισμό των συνδικάτων, την εκκαθάριση και ψηφιοποίηση των μητρώων, την διαφάνεια στην λειτουργία και την ενίσχυση των διαδικασιών βάσης. Να θέσει ως στόχο την οργάνωση μαζικών σχεδιασμένων αγώνων με συντονισμούς σε κλαδικού και τοπικό επίπεδο, ιδιαίτερα εκεί όπου εμφανίζεται δυναμική από τους εργαζόμενους, ή έξαρση της αυθαιρεσίας και της εκμετάλλευσης από την εργοδοσία. Να αποφασίσει ότι το μέτωπο της εργατικής τάξης είναι ένα και ξεκάθαρο, κόντρα σε κάθε λογική αναζήτησης διαταξικών “συμμάχων”. Απέναντί μας έχουμε τις κυβερνήσεις, τους εργοδότες και το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο. Απέναντί τους στοιχίζουμε τους αγώνες μας για τα δικαιώματα και τα συμφέροντά μας.
Ως ΜΕΤΑ θεωρούμε, ότι όλα τα παραπάνω υπηρετούνται μέσα από ενωτικές λογικές στην βάση της εργατικής τάξης. Για τον λόγο αυτό απαιτείται η άμεση ανασυγκρότηση του συνδικαλιστικού κινήματος σε ταξική βάση. Με άρση του αναχρονιστικού οργανωτικού διαχωρισμού ανάμεσα σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, και συγκρότηση συνδικάτων σε κλαδική ή/και τοπική βάση. Ο περιορισμός του κατακερματισμού και η ενοποίηση της οργάνωσης της εργατικής τάξης μπορεί να αναδείξει ένα δυναμικό τέτοιο, που θα αποτελέσει πραγματικό φόβητρο για τους αντίπαλούς της. Θέτοντας τα αιτήματα και τα δικαιώματά μας σε ένα εντελώς διαφορετικό πλαίσιο διεκδίκησης. Και οδηγώντας, τελικά, την πύκνωση του εργατικού αγώνα σε μία προοπτική επιτέλους δικαίωσης των αιτημάτων και των αναγκών της εργατικής τάξης.
Μάρτης 2019
πηγη: ergasianet.gr
Συνδικάτα στα χέρια των εργατών!
Τα γεγονότα πουεκτυλίχθηκανστο 37οσυνέδριο της ΓΣΕΕ,η αναβολή του μέχρι κι η επιστολή του Παναγόπουλου που ζητά από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τις αρχές να επέμβουν στη ΓΣΕΕ υπογραμμίζουν με τον πλέον εμφατικό τρόπο την κρίση του εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος, που είναι χρόνια και βαθιά.
Αποτελούν συνέχεια και ολοκλήρωση των εκφυλιστικών γεγονότων που προηγήθηκαν στην Ομοσπονδία Ιδιωτικών Υπαλλήλων, σε μια σειρά Εργατικών Κέντρων αλλά και σε πολυάριθμα σωματεία.
Δεν είναι η πρώτη φορά που συναντάμε τέτοιες καταστάσεις.Το εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα έχει μακρά εμπειρία και έχει πολλές φορές πληγωθεί από τις παρεμβάσεις του κράτους και της εργοδοσίαςπου παρέμβαιναν διαχρονικά με διάφορους τρόπους για να χτυπήσουν την ελεύθερη συνδικαλιστική έκφραση των εργατών.
Οι ευθύνες του αστικοποιημένου συνδικαλισμού και των παρατάξεων του ΠΑΣΚΕ, ΔΑΚΕγια τη σημερινή κατάσταση του συνδικαλιστικού κινήματος είναι τεράστιες και διαχρονικές. Με την πολιτική γραμμή της ταξικής συνεργασίας, της «Κοινωνικής Συμμαχίας», με τη στοίχιση τους στο μέτωπο του «ΝΑΙ» και των μνημονίων, έχουν θέση ενάντια στα συμφέροντα των εργαζομένων, στις αγωνίες και τις ανάγκες τους. Παράλληλα, όντας πρωταγωνιστές της διαπλοκής, των μηχανισμών και της ρεμούλας συνέβαλαν καθοριστικά στην κατασυκοφάντηση του συνδικαλισμού στις συνειδήσεις των εργατών.
Ωστόσο, σήμερα η παρέμβαση της εργοδοσίας, του κράτους, της κυβέρνησης κι η διάβρωση του συνδικαλιστικού κινήματος από τις αστικές δυνάμειςπαίρνει καινούριες διαστάσεις.
Οι καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις έχουν επιφέρει τεράστιες αλλαγές στην εργατική τάξη και στην οργάνωση της παραγωγής και εργασίας. Έχουν επιδράσει σημαντικά στην οργάνωση, δομή, συγκρότηση και λειτουργία του συνδικαλιστικού κινήματος. Σήμερα διαμορφώνεται μία εργατική τάξη πολύμορφη, η οποία κατακερματίζεται στις διάφορες μορφές της ανεργίας, της ελαστικής και σταθερής εργασίας, ενώ ταυτόχρονα συγκεντρώνεται σε μεγαλύτερο βαθμό σε μεγάλους ομίλους και επιχειρήσεις. Αυτές οι αλλαγέςδεν αξιοποιήθηκαν από το συνδικαλιστικό κίνημα ώστε να δυναμώσει η ενότητα της εργατικής τάξης, η οργάνωση κι ο αγώνας της.Αντίθετα, οξύνθηκε ο κατακερματισμός των συνδικάτων κι η διαίρεση των εργαζομένων.
Αποτέλεσμαστις μεγάλες επιχειρήσεις, καθώς και στους πολυεθνικούς ομίλους, να κυριαρχεί ο εργοδοτικός συνδικαλισμός, που δυνάμωσε ειδικά στα χρόνια των μνημονίων. Ενώ οι ταξικές και αγωνιστικές δυνάμεις να είναι έξω ή ελάχιστες σε αυτούς τους χώρους, και ναφυτοζωούν σε ομοιοεπαγγελματικά και κλαδικά συνδικάτα, που μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να είναι αναγκαία, αλλά δεν μπόρεσαν να συσπειρώσουν τη σύγχρονη και συγκεντρωμένη εργατική τάξη της εποχής μας.
Οι ηγεσίες των ΠΑΣΚΕ, ΔΑΚΕ, και πλέον του ΣΥΡΙΖΑ αξιοποίησαν αυτές τις αλλαγές για να δυναμώσουν τα προνόμια της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας και μαζί τους δυνάμωσε και η άμεση παρέμβαση του ιδιωτικού κεφαλαίου και της εργοδοσίας στα συνδικάτα.
Στην προηγούμενη εποχή, η αστική τάξη έλεγχε «απ’ έξω» τα συνδικάτα: έπρεπε να εξαγοράζει ατομικά ή συλλογικά τους εργάτες – εκπροσώπους των συνδικάτων.Στην εποχή μας η εργοδοσία τα ελέγχει «από τα μέσα»: με την άμεση συμμετοχή στα συνδικάτα των «γκόλντεν μπόιζ» των εκατομμυρίων, των μάνατζερ, όσων κατέχουν διοικητική και διευθυντική θέση.Δεν είναι μόνο ο Καραγεωργοπουλος της ΟΙΥΕ που είναι μέτοχος σε καζίνο, κορυφαίο παράδειγμα αυτής της αλλαγής αποτελεί ο πρόεδρος της ΓΣΕΕ, Γ. Παναγόπουλος. Μισθωτός μεν, αλλά διευθυντικό στέλεχος ο ίδιος του χρηματιστηριακού ομίλου της ΕΤΕ, έχει απολαβές άνω των 160.000 ευρώ ετησίως, όσα και ο μέσος μισθός ενός προέδρου ή διευθύνοντα συμβούλου πολυεθνικής στην Ελλάδα.
Αυτή η σήψη που στρέφεται ενάντια στα συμφέροντα της εργατικής τάξης, αποπροσανατολίζει και ενισχύει την διαίρεση μεταξύ των εργαζομένων, πρέπει να περάσει στο παρελθόν.Η κατάσταση αυτή δεν αντιμετωπίζεται με κομματικούς στρατούς. Ούτε λύνεται με προσφυγή στα αστικά δικαστήρια που ξαναφέρνει το κράτος μέσα στα σωματεία μας, όπως έκανε το ΠΑΜΕμέσω του Συλλόγου Εμποροϋπαλλήλων Αθήνας και του Συνδέσμου Υπαλλήλων ΑΕ & ζητώντας να διοριστεί νέα διοίκηση στην ΟΙΥΕ.
Η λογική των δυνάμεων του ΠΑΜΕ μπορεί ορθά να αποκάλυψε τα φαινόμενα νοθείας αλλά αδυνατεί να δώσει ολοκληρωμένη διέξοδο.Η επένδυση στη γραμμή του κομματικού συνδικαλισμού, τα τείχη απέναντι σε κάθετι ταξικό αγωνιστικό που δεν ελέγχουν, η εφαρμογή αρκετές φορές μεθόδων αντιδημοκρατικών μέσα στα σωματείααπέναντι σε άλλες ταξικές δυνάμεις, όπως ο αποκλειστικός έλεγχος των καταλόγων των μελών και των εκλογικών διαδικασιών στα σωματεία που έχει πλειοψηφία, δε μπορούν να μας βγάλουν από τη σήψη.
Τέτοιες λογικές αναπαράγονται με τον έναν ή τον άλλον τρόπο κι από άλλες ταξικές αγωνιστικές δυνάμεις.
Η σημερινή εποχή χρειάζεται κι ένα αντίστοιχο εργατικό κίνημα, ένα εργατικό κίνημα που θα ενώνει τον πολύμορφο, πολυδιασπασμένο κόσμο της εργατικής τάξης, που θα παλεύει για τις σύγχρονες ανάγκες του και θα λειτουργεί με ουσιαστική δημοκρατία, θα δρα με ταξική ανεξαρτησία από το κεφάλαιο, τις αστικές δυνάμεις, το κράτος και τους μηχανισμούς του.
Απέχουμε πολύ ακόμα από τις ανάγκες της εποχής, αλλά η μάχη δεν είναι χαμένη. Μπορούμε από σήμερα να διαμορφώσουμε τις συνθήκες εκείνες που θα αντιστρέφουν τη σήψη και τις παθογένειες, πουθα αποσπούν νίκες για την εργατική τάξη, που θα χτίζουν την εργατική αυτοπεποίθηση, για να μπορούν να ανασάνουν οι αγώνες μας.
Για να αντιστραφεί αυτή η κατάσταση χρειάζεται να δράσουμε με αρχές και εργατική ηθική και να υπηρετήσουμε τα εργατικά συμφέροντα με συνέπεια. Οι ταλαντεύσεις και τα κομματικά, μικροπολιτικά συμφέροντα δε μπορούν να καπελώνουντην προσπάθεια ανασυγκρότησης του συνδικαλιστικού κινήματος.
Τώρα είναι η ώρα της ευθύνης για όλους τους αγωνιστές και τις αγωνίστριες, για όλες τις ταξικές δυνάμεις.
Χρειαζόμαστε πρώτα και κύρια στροφή και δουλειά στη βάση. Για να πυκνώσουμε τις γραμμές των συνδικάτων μας, να φτιαχτούν εκεί όπου δεν υπάρχουν σωματεία, εργατικές επιτροπές.Η εργατική αλληλεγγύη είναι πολύτιμη ειδικά σε περιόδους όπως η σημερινή που η τρομοκρατία στους χώρους δουλειάς χτυπούν το συνδικαλισμό.
Σωματεία μαζικά και μαχητικά, με τους εργάτες πρωταγωνιστές! Για να αποσπάσουμε νίκες από την εργοδοσία!
Σωματεία που θα ενώνουν τους εργάτες. Ενιαία συνδικάτα σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα. Μια συνομοσπονδία εργαζομένων. Όχι στο πολυκατακερματισμόΕργατικών κέντρων, ομοσπονδιών, σωματείων.
Με ένα περιεχόμενο που θα ενώνει την τάξη και θα κινητοποιεί τους συναδέλφους μας να συμμετέχουν, να δράσουν, να παλέψουν από κοινού. Οι σύγχρονες ανάγκες μας να μπουν μπροστά:
· Σταθερή Εργασία για όλους. Επαναφορά των Συλλογικών Συμβάσεων. Αυξήσεις στους μισθούς. 751 βασικός μισθός.
· Ενιαία εργασιακά, ασφαλιστικά μισθολογικά δικαιώματα σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, μέσα από συλλογικές συμβάσεις Ενιαία συλλογική σύμβαση για όλους, που να καθορίζει τη βάση των εργατικών δικαιωμάτων.
· Μείωση του χρόνου εργασίας. 6ωρο-5μερο για όλους χωρίς μείωση των αποδοχών για ν’ ανοίξουν νέες θέσεις εργασίας. Κατάργηση των ελαστικών μορφών υπερεκμετάλλευσης.
· Άμεσα μαζικές προσλήψεις. Απαγόρευση των απολύσεων.
· Επίδομα ανεργίας για όλους για όσο διαρκεί η ανεργία.
· Νομοθετική κατοχύρωση της Κυριακάτικης αργίας.
· Κατάργηση του συνταξιοδοτικού νόμου Κατρούγκαλου.
· Παιδεία και υγεία δημόσια-δωρεάν.
· Προστασία της λαϊκής κατοικίας. Κατάργηση της φοροληστείας. Να φορολογηθεί το μεγάλο κεφάλαιο.
· Κατάργηση όλων των αντεργατικών αντιλαϊκών νόμων και των μνημονίων.
Μόνο εμείς οι εργαζόμενοι μπορούμε να εξασφαλίσουμε τη δημοκρατία στα σωματεία μας. Για να μη φτάνουν να είναι παιχνίδια της εργοδοσίας.Εναλλαγή και περιορισμένη θητεία στα συνδικαλιστικά στελέχη. Έξω οι κατ’ εξακολούθηση απεργοσπάστες από τα συνδικάτα. Τα διευθυντικά στελέχη σε ιδιωτικό και δημόσιο τομέα δεν έχουν θέση στα συνδικάτα. Να πάρουμε διαζύγιο με τα κακώς κείμενα που αναπαράγουν γραφειοκρατικές όψεις.
Σ’ αυτήν την προσπάθεια θα κριθούμε όλοι μας!
Τώρα είναι η στιγμή όλες οι ταξικές δυνάμεις που παλεύουν για την ανασυγκρότηση του συνδικαλιστικού κινήματος, παρά τις διαφορές μας, να δράσουμε από κοινού. Για να πυκνώσουν οι γραμμές των συνδικάτων μας. Να αναπτυχθεί η πάλη στους χώρους δουλειάς, Να ενώνεται και να δυναμώνει ο αγώνας. Μπορούμε να έχουμε κατακτήσεις σήμερα.Τώρα ειδικά που τα κέρδη τους αυξάνονται να πάρουμε πίσω ότι μας έχουν κλέψει. Οι πρόσφατες εμπειρίες από τα κίτρινα γιλέκα δείχνουν πως όταν η πάλη δυναμώνει ακόμα και το θηρίο της γαλλικής οικονομίας υποχωρεί.
Σήμερα χρειάζεται κι είναι δυνατό να συγκροτηθεί ένα δίκτυο συνδικάτων, δημόσιου κι ιδιωτικού τομέα που σε πρώτη φάση θα στηρίξει τους αγώνες σε χώρους δουλειάς και τα αγωνιζόμενα σωματεία, θα συντονίσει τις διεκδικήσεις μας. Θα τα ενώσει σ ένα νικηφόρο μέτωπο ανατροπής παίρνοντας την πρωτοβουλία από τη ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ. Γνωρίζουμε τις δυσκολίες πολύ καλά. Στο βαθμό που θα δυναμώνει η πάλη στο πρωτόλειο επίπεδο στους χώρους δουλειάς, στο βαθμό που θα αναπτύσσεται η ανεξάρτητη δράση και θα δυναμώνει η εργατική πάλη, έτσι θα εξελίσσεται και θα ανασυγκροτείται πολιτικά κι οργανωτικά και το συνδικαλιστικό κίνημα, αφήνοντας πίσω τις παλιές παθογένειες.Θα κατοχυρώνει νέες μορφές οργανωτικής συγκρότησης που θα είναι νομιμοποιημένες μέσα από την πραγματική συμμετοχή των ίδιων των εργαζομένων.Τα σχέδια επί χάρτου κι οι τεχνικοί διαχωρισμοί ξεπερνιούνται μέσα από την ίδια τη ζωή, το δυνάμωμα και την ανάπτυξη των αγώνων μας.
Πανελλαδική Ανεξάρτητη Ταξική Εργατική Κίνηση
18 Μαρτίου 2019
πηγη: kommon.gr