
Γράφει ο Π. Μωραΐτης
Η κεντρική επιτροπή του ΣΥΡΙΖΑ συζήτησε το περασμένο σαββατοκύριακο τη διαδικασία ανασυγκρότησης του κόμματος μετά τη νίκη στις εκλογές και τη διάσπαση του. Η διαδικασία αυτή θα ολοκληρωθεί με συνέδριο το πρώτο τρίμηνο του 2016 και ήταν εντελώς αναγκαία όχι τόσο για να συμπληρωθούν τα όργανα του που αποδεκατίστηκαν μετά την αποχώρηση της Αριστερής Πλατφόρμας αλλά πιο πολύ για να αλλάξει βαθιά ο χαρακτήρας του, να διαμορφωθεί ο ΣΥΡΙΖΑ που θα υπηρετήσει να νέα κυβερνητικά καθήκοντα και το ρόλο που έχει να επιτελέσει στην κοινωνία, μετά το πέρασμα του στην πλευρά του μνημονίου και της αστικής πολιτικής.
Η ηγεσία του επιδιώκει να διαμορφώσει ένα άλλο ΣΥΡΙΖΑ πολύ διαφορετικό, εναρμονισμένο με τις σημερινές ανάγκες και τα καθήκοντα που θα αναλάβει. Από τη στιγμή που το κόμμα αυτό και κάθε κόμμα είναι μεν σημαντικό στοιχείο της πολιτικής ζωής, αλλά δεν είναι παρά το μέσον, πρέπει τα κάθε φορά χαρακτηριστικά του και οι ιδιότητες του να υπηρετούν τις πολιτικές ανάγκες που η πολιτική την οποία θα υπηρετήσει θέτει.
Ο ΣΥΡΙΖΑ γύρισε σελίδα και εξ αντικειμένου έχει μπροστά του ριζικά διαφορετικά καθήκοντα. Από αντιπολίτευση που επεδίωκε να αξιοποιήσει τη λαϊκή αντίθεση στα μνημόνια και τη λιτότητα, έγινε κυβέρνηση που μετά το πρώτο επτάμηνο έκανε στροφή 180 μοιρών, συμβιβάστηκε ολοκληρωτικά με την αστική τάξη, συμφώνησε και εφαρμόζει το μνημόνιο, δηλαδή το πολιτικό σχέδιο της.
Η πρώτη φάση της πορείας αυτής έκανε αναγκαίο ένα κόμμα πιο ανοιχτό στον λαό και τις ριζοσπαστικές ιδέες, με ανοχή στις εσωκομματικές τάσεις, ένα κόμμα που έπρεπε να μπορεί να πείσει και να συσπειρώσει τους δυσαρεστημένους από την κυβερνητική πολιτική. Σήμερα απαιτείται ένα κόμμα που αποφασιστικά θα στηρίξει την κυβερνητική πορεία, δεν θα επηρεάζεται εύκολα από τους εργαζόμενους που πλήττονται και τις διεκδικήσεις τους, ένα κόμμα με δύο λόγια πιο συντηρητικό κεντροαριστερό μνημονιακό, που υπηρετεί πολυεθνικά συμφέροντα, διεκδικεί ρόλο στην πολιτική της ΕΕ και χτυπά την πόρτα της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας.
Ενδεικτικά για το χάσμα που χωρίζει τα πριν από τα σημερινά καθήκοντά του και την απόσταση του ενός ΣΥΡΙΖΑ από τον άλλο θα θυμίσουμε τα εξής:
Στις προγραμματικές δηλώσεις της η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ το Φλεβάρη του 2015 έθετε για έγκριση από τη βουλή ορισμένες πλευρές και μέτρα του προγράμματος της Θεσσαλονίκης: Θα καταργήσουμε τον ΕΝΦΙΑ, το 2015 δεν θα πληρωθεί ΕΝΦΙΑ, θεσπίζουμε αφορολόγητο 12.000 €, δεν θα μειωθούν οι κύριες ούτε οι επικουρικές συντάξεις, για τους συνταξιούχους κάτω των 700 € θα χορηγηθεί δέκατη τρίτη σύνταξη ως δώρο των Χριστουγέννων, ο κατώτερος μισθός θα αυξηθεί στα 751 € ως το 2016 κ.λπ..
Στις πρόσφατες προγραμματικές δηλώσεις του ο κ. Τσίπρας απέφυγε εντελώς κάθε συγκεκριμένη αναφορά και δέσμευση σε μέτρα και παροχές, θέτοντας τις τρεις βασικές προτεραιότητες της κυβέρνησής του: Τους επόμενους κρίσιμους είκοσι μήνες έχουμε μπροστά μας μετά την ταχύτατη και επιτυχή ολοκλήρωση της πρώτης αξιολόγησης τρεις άμεσες προτεραιότητες: Την απομείωση του χρέους, την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών και τη δημιουργία ευνοϊκού περιβάλλοντος για να προσελκύσουμε ξένες ιδιωτικές επενδύσεις.
Τις δύο τοποθετήσεις εμφανώς τις χωρίζει χάος. Σήμερα προσπαθεί να δημιουργήσει ένα κόμμα που θα υπηρετήσει τη δεύτερη πολιτική, στην οποία προτεραιότητα έχουν οι τράπεζες και όχι οι εργαζόμενοι, προτεραιότητα έχει η ισοπέδωση των εργατικών και λαϊκών δικαιωμάτων για να προσελκυστούν επενδύσεις και όχι η στήριξη των εργαζομένων και η βελτίωση της ζωής τους, προτεραιότητα δεν έχει η διαφύλαξη των δημόσιων αγαθών, αλλά το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας.
Επιπροσθέτως και στο πολιτικό επίπεδο φαίνεται ότι τροποποιούνται βαθιά οι πολιτικοί στόχοι του. Τότε επεδίωκε να υπογραμμίσει ορισμένα φιλολαϊκά χαρακτηριστικά, σήμερα προσεγγίζει την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία που φθάνει ως και την ένταξη του ΣΥΡΙΖΑ στη Σοσιαλιστική Διεθνή και επιπλέον να ηγεμονεύσει στον κεντροαριστερό, αντινεοφιλελεύθερο χώρο στο εσωτερικό της χώρας και να ελέγξει την πολιτική ζωή για αρκετά χρόνια, να γίνει απόλυτος κυρίαρχος. Είναι ενδεικτική η προσπάθεια του, τουλάχιστον στα λόγια, για σύμπηξη αντινεοφιλελεύθερου μετώπου, το οποίο θα περιλαμβάνει εκτός του ΣΥΡΙΖΑ, το ΠΑΣΟΚ, το Ποτάμι, ακόμη και την Ένωση Κεντρώων, θέλοντας αφενός μεν να προσδώσει μεγαλύτερο εύρος στις πολιτικές επιλογές του και αφετέρου αν οι ηγεσίες των κομμάτων αυτών αρνηθούν, που έτσι φαίνεται να γίνεται, να τις εκθέσει διαμορφώνοντας δεσμούς και γέφυρες με τους ψηφοφόρους και τους βουλευτές τους.
Για την υλοποίηση αυτών των στόχων απαιτείται ένα κόμμα καταρχήν πειθαρχημένο στο οποίο δεν θα υπάρχει θέση για ομάδες και ρεύματα, τουλάχιστον με προοδευτική και ριζοσπαστική κατεύθυνση, ένα κόμμα πραγματικά αρχηγικό, κατά το δυνατόν απρόσβλητο από τις λαϊκές διεκδικήσεις και τα αιτήματα, στο οποίο θα υπάρχουν μηχανισμοί συμβιβασμού ανάμεσα σε ομάδες, φιλοδοξίες και συμφέροντα. Ένα κόμμα «εναρμονισμένο με την κοινωνία στο οποίο θα συμμετέχουν όλοι όσοι το ψήφισαν και το στήριξαν ανεξάρτητα αν παλιότερα ψήφιζαν ΠΑΣΟΚ ή ΝΔ αρκεί να συμφωνούν με τη σημερινή πολιτική του», όπως ο ίδιος ο κ. Τσίπρας ανέφερε στην ομιλία του. Με δύο λόγια ένα κόμμα που θα συμμετέχουν όσοι πολιτικά δέχονται ή συμβιβάζονται με τη δεξιά στροφή του σε όλα τα επίπεδα.
Η επίκληση του Γκράμσι για «κόμμα γνήσιο εκφραστή και οργανωτική των λαϊκών τάξεων που παίζει το ρόλο του συλλογικού διανοούμενου» δεν είναι παρά ιεροσυλία. Να ταυτίζει ο κ. Τσίπρας τις προθέσεις και τις επιδιώξεις του με αυτές μιας από τις πιο φωτεινές και ηρωικές προσωπικότητες του κομμουνιστικού κινήματος τον 20ο αιώνα.
Το σχέδιο είναι φιλόδοξο, ενδεχομένως η συγκυρία να ευνοεί την προώθηση του, ας περιμένουμε να δούμε τα αποτελέσματα. Σε κάθε περίπτωση όμως η στάση της κομμουνιστικής και ριζοσπαστικής αριστεράς και των πιο συνειδητών εργαζομένων θα βαρύνει στις εξελίξεις.
πηγη; ergatikosagwnas.gr