Εκτύπωση αυτής της σελίδας
Τετάρτη, 15 Απριλίου 2015 00:00

Μπορεί ο ΣΥΡΙΖΑ να κάνει τη ρήξη;

Γράφτηκε από τον

----------1111111111111liosis.jpg

Του ΒΑΣΙΛΗ ΛΙΟΣΗ*

Μετά την εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ η συζήτηση για το προς τα πού το πάει το κυβερνόν κόμμα είναι υπαρκτή στους κόλπους της κομμουνιστικής αριστεράς αλλά και σε εκατομμύρια εργαζόμενους. Ο ΣΥΡΙΖΑ, λοιπόν, μπορεί να κάνει τη ρήξη; Το ερώτημα μοιάζει σαφές, αλλά γίνεται καταστροφικά ασαφές, αν δεν προσδιοριστεί η έννοια της ρήξης.  

Η ΡΗΞΗ (ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΙΚΟΣ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ)

Η ρήξη δεν είναι έννοια μονοσήμαντη, αλλά προσδιορίζεται κάθε φορά από το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο όπως και από το χρήστη (ή αλλιώς από το ταξικό πρόσημό της). Έτσι, κατά μία εκδοχή ως ρήξη μπορεί να εννοηθεί η αλλαγή του διαχειριστικού παραδείγματος στο πλαίσιο μιας αστικής λογικής. Εντούτοις στο πλαίσιο μιας επαναστατικής λογικής η ρήξη έχει άλλο νόημα. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για μερική ρήξη, αν αναφερόμασταν στην εφαρμογή ενός μεταβατικού προγράμματος (προθάλαμου μιας συνολικής κοινωνικής ανατροπής) ή για καθολική ρήξη στην περίπτωση της ίδιας της κοινωνικής επανάστασης. Επομένως, όταν αναφερόμαστε στο ΣΥΡΙΖΑ θα πρέπει να εξετάσουμε ποιες από τις εκδοχές πρεσβεύει που μόλις παραθέσαμε. Πριν, όμως, από αυτό είναι κομβικής σημασίας και αλληλένδετο με την απάντησή μας η εξέταση της φύσης του ΣΥΡΙΖΑ.  

Η ΦΥΣΗ ΤΟΥ ΣΥΡΙΖΑ

Είναι μάλλον κοινότοπο να πει κάποιος πως τα κόμματα εκπροσωπούν ταξικά συμφέροντα. Τα συμφέροντα αυτά συχνά εκπροσωπούνται στρεβλά, άλλοτε πάλι ένα κόμμα αλλάζει στρατόπεδο και σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί ένα κόμμα να εκπροσωπεί ένα στρώμα. Ο ΣΥΡΙΖΑ πριν τα εκλογικά του άλματα εκπροσωπούσε κυρίως μια μικροαστική μάζα. Αυτό μπορεί να συναχθεί τόσο από την ταξική ανάλυση της ψήφου όταν ο ΣΥΡΙΖΑ βρισκόταν μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, όσο και από την πολιτική του διαδρομή (ευαισθησία σε ζητήματα αστικής δημοκρατίας, αλλά πλήρη αποδοχή του ευρωενωσιακού πλαισίου). Επιπλέον, το πρόγραμμά του δεν άφηνε και πολλά περιθώρια για άλλα συμπεράσματα.

Όμως, το μικροαστικό στρώμα βρίσκεται ανάμεσα στις δυο βασικές τάξεις. Η ρευστότητά του, το ύψος του εισοδήματος του που παλινδρομεί, το γεγονός ότι ένα μέρος του αναγκάζεται να επιβιώσει και με ιδία δουλειά και με την κάρπωση υπεραξίας, όλα αυτά δε μας επιτρέπουν να μιλήσουμε για τάξη που θα μπορούσε μάλιστα να παίξει έναν αυτόνομο ιστορικό ρόλο. Αργά ή γρήγορα το στρώμα ή μέρος αυτού και το κόμμα που το εκπροσωπεί θα πάρουν θέση. Ο Πουλαντζάς, αν και ευρωκομμουνιστής έκανε μια εύστοχη παρατήρηση λέγοντας πως «οι ενδιάμεσες τάξεις»  δε δύνανται να έχουν αυτοτελή κόμματα.

Σήμερα, η ταξική σύνθεση του ΣΥΡΙΖΑ, το πρόγραμμά του και η πρακτική του, δε δημιουργούν κάποια νέα πραγματικότητα. (Πώς μπορεί κανείς να συνάγει συμπέρασμα για την ταξική του σύνθεση; Με έμμεσο τρόπο. Η επιρροή του ΣΥΡΙΖΑ στο εργατικό συνδικαλιστικό κίνημα είναι περιορισμένη). Δίπλα στα τρία κλασικά κριτήρια θα προσθέταμε κι ένα τέταρτο. Αυτό της στήριξης της κυρίαρχης τάξης απέναντι σε ένα κόμμα. Κι εδώ έχουμε ένα γεγονός. Μία πλειάδα αστών δηλώνουν πλέον τη στήριξη της στη νέα κυβέρνηση.

Αν, λοιπόν, τα πράγματα είναι έτσι τότε ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να κάνει καμία ριζοσπαστική στροφή και να πραγματοποιήσει την πολιτικοοικονομική τομή στην ελληνική κοινωνία. Μήπως, όμως, μπορεί να κάνει την τομή, έστω με όρους διαχειριστικούς;  

ΠΕΡΙ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑΣ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΣΗΣ ΤΟΥ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΟΥ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΟΣ

Η απάντηση στο παραπάνω ερώτημα δεν μπορεί παρά να είναι ακρωτηριασμένη αν έστω κι ακροθιγώς δε δοθεί απάντηση στο γιατί εφαρμόστηκε και εγκαταλείφθηκε το κεϋνσιανό μοντέλο. Όσον αφορά στο γιατί, η απάντηση βρίσκεται στην κρίση του 1929. Η ανάγκη να τονωθεί η ζήτηση, να δοθεί λύση στην πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους, να συγκεντρωθούν κεφάλαια που μόνο το κράτος (συλλογικός καπιταλιστής) μπορούσε να συλλέξει, να δημιουργηθεί ένα καθεστώς κοινωνικής συναίνεσης με το εργατικό κίνημα και να απαντηθεί το παράδειγμα της Σοβιετικής Ένωσης, ήταν αυτά που καθιέρωσαν τις ιδέες του Κέυνς μεταπολεμικά. Η κρίση του 1973 σήμανε και τον επιθανάτιο ρόγχο του λεγόμενου κράτους πρόνοιας. Προεξάρχουσας της σχολής του Σικάγου, πρόβαλλε στο ιστορικό προσκήνιο το νέο διαχειριστικό μοντέλο: ο νεοφιλελευθερισμός. Η αιτία; Η πτώση του ποσοστού κέρδους. Η απάντηση; Αποκρατικοποιήσεις, επίθεση στα εργατικά εισοδήματα και στο εργατικό κίνημα, φοροαπαλλαγές για το μεγάλο κεφάλαιο και συρρίκνωση των κοινωνικών παροχών.

Επομένως, ο νέος τρόπος διαχείρισης δεν ήταν το απότοκο της σκέψης διεστραμμένων μυαλών αλλά ανάγκη του κεφαλαίου να απαντήσει στην κρίση. Η ανάγκη αυτή δεν έχει εκλείψει.  

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΥΡΙΖΑ: ΕΝΑΡΚΤΗΡΙΟ ΛΑΚΤΙΣΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΦΑΡΜΟΓΗ ΤΟΥ ΝΕΟΚΕΫΝΣΙΑΝΙΣΜΟΥ;

Είναι αλήθεια πως τα τελευταία χρόνια προβάλλουν όλο και περισσότερες φωνές που αμφισβητούν τη νεοφιλελεύθερη κυριαρχία. Δεν πρόκειται για διανοητές ή συλλογικότητες ενταγμένες στη μαρξική λογική, ούτε καν στη μαρξίζουσα, αλλά για δυνάμεις που επαγγέλλονται ένα μείγμα διαχείρισης. Ποιες είναι οι βασικές παράμετροι της πρότασής τους;

α) Ασκούν κριτική στον καζινοκαπιταλισμό. Με άλλα λόγια η κριτική τους στη σφαίρα της παραγωγής κι όχι της κυκλοφορίας είναι χλιαρή ή απούσα (Στίγκλιτς, Τουρέν).

β) Προτρέπουν σε μια επανάληψη του «παλιού καλού κεϋνσιανισμού» με την επανεκκίνηση δημόσιων έργων (Κρούγκμαν, Τουρέν).

γ) Κάνουν γενικές επικλήσεις, σχεδόν με τη μορφή έκθεσης ιδεών για κοινωνική πρόνοια, εξάλειψη της φτώχιας  (Ευρωπαίοι Οικονομολόγοι για μια Εναλλακτική Οικονομική Πολιτική στην Ευρώπη).

δ) Συμφωνούν με τη διατήρηση ή επαναφορά του «κράτους πρόνοιας» στην υγεία, παιδεία και τις κοινωνικές παροχές (Γκίντενς).

ε) Θεωρούν πως πρέπει να αμβλυνθούν μέχρι εξαφάνισης οι διαφορές βιοτικού επιπέδου μεταξύ των χωρών (Γκάλμπρεϊθ). Αυτό σημαίνει πως δε λαμβάνουν υπόψη τους το γεγονός ότι η ανισόμετρη ανάπτυξη είναι απαράβατος νόμος στον καπιταλισμό.

Η παραπάνω δέσμη μέτρων δε συνιστά  μία αντιπρόταση στο νεοφιλελευθερισμό. Δεν είναι καν μία επανάληψη του παλιού κεϋνσιανισμού, αφού σε πολιτικό επίπεδο η μεταπολεμική σοσιαλδημοκρατία είχε ακόμη αναφορές στο σοσιαλισμό, ενώ στο οικονομικό επίπεδο πραγματοποιήθηκε ένα εκτεταμένο κύμα κρατικοποιήσεων με μεγάλο τμήμα της βιομηχανίας να ανήκει στον κρατικό τομέα. Πρόκειται για νεοφιλελευθερισμό πασπαλισμένο με ψήγματα κεϋνσιανισμού. Σε μία έκφανση αυτής της «νέας» πρότασης σε πολιτικό επίπεδο, αναφύεται το μείγμα του σοσιαλφιλελευθερισμού στο οποίο  οι ιδέες του φιλελευθερισμού επιχειρείται να συμφιλιωθούν με τις σοσιαλιστικές ιδέες. Να θυμίσουμε μόνο πως οι ιδέες του φιλελευθερισμού εξέφραζαν τις ιδέες της ανερχόμενης αστικής τάξης την περίοδο της θνήσκουσας φεουδαρχίας με το περίφημο laissez faire. Αυτό το προτεινόμενο μείγμα διαχείρισης στοχεύει στην άρση των αντιφάσεων του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος, αλλά και στην αποφυγή κοινωνικών εντάσεων. Άλλωστε όλα τα διαχειριστικά μοντέλα ποτέ δεν είναι «στεγνές» οικονομικές προτάσεις αλλά αποτελούν συνάμα ένα πολιτικό και ιδεολογικό σχέδιο.  

Η ΚΑΤΑΚΛΕΙΔΑ

[1] Σήμερα δεν υπάρχουν οι συνθήκες για να ζήσουμε μια επανάληψη του κεϋνσιανισμού.

[2] Το οικονομικό σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ απέχει πόρρω από το να χαρακτηριστεί ως κεϋνσιανό (π.χ. θα επανακρατικοποιηθεί ο ΟΤΕ;)

[3] Ακόμη κι αν υπήρχαν οι συνθήκες επανάληψης του λεγόμενου κράτους πρόνοιας, οι κοινωνικές και οικονομικές δομές δε θα μεταβάλλονταν (αυτό από την άλλη δε σημαίνει με κανένα τρόπο και σε καμία περίπτωση πως σήμερα το εργατικό κίνημα δεν πρέπει να παλεύει για μεταρρυθμίσεις βυθιζόμενο σε μία αριστερίστικη αφασία).

[4] Ο ΣΥΡΙΖΑ σήμερα δανείζεται από την ιδεολογική τράπεζα διανοητών που η σχέση τους με την επαναστατική κοσμοθεωρία είναι αδύναμη ή και ανύπαρκτη. Όταν η ρητορεία του ΣΥΡΙΖΑ αποκτά κάποια ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά τότε μετατρέπεται σε ένα ουτοπικό σχέδιο γιατί διακηρύσσει ότι θα αλλάξει την ΕΕ. Εν τέλει ενισχύει τα πάγια αστικά φληναφήματα ότι η ΕΟΚ/ΕΕ αποτέλεσε προϊόν ευγενών ιδεών τύπου Ζαν Μονέ αποκρύπτοντας ότι αποτέλεσε και εξακολουθεί να είναι δημιούργημα των ευρωπαϊκών μονοπωλίων.

*  *  *  *

Ο ΣΥΡΙΖΑ μπορεί να μην είναι μια απλή επανάληψη της προηγούμενης κυβέρνησης. Μπορεί να φιλοξενεί μια πανσπερμία ιδεών κάποιες από τις οποίες είναι κομμουνιστογενείς. Μπορεί να μην ταυτίζεται με τη «μεταμοντέρνα» σοσιαλδημοκρατία. Μπορεί μεγάλα τμήματα εργατικά και λαϊκά να τον στηρίζουν. Όμως σε κάθε περίπτωση η διασπορά αυταπατών σχετικά με τη φύση και το ρόλο του μόνο επιζήμια μπορεί να αποβεί για το κίνημα.

Πηγή: prin.gr