Εκτύπωση αυτής της σελίδας
Τετάρτη, 18 Μαρτίου 2015 00:00

Η ΑΣΤΙΚΗ ΤΑΞΙΚΗ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑ ΣΤΟ ΑΠΥΡΟΒΛΗΤΟ;

Γράφτηκε από τον

tarpagkos.jpg

Του ΑΝΕΣΤΗ ΤΑΡΠΑΓΚΟΥ

«Η ελληνική κυβέρνηση είναι έτοιμη να παγώσει ή να καθυστερήσει υποσχέσεις που έγιναν προεκλογικά, ώστε να δημιουργήσει εμπιστοσύνη στους εταίρους μας … Δεν υποσχεθήκαμε ούτε ένα ευρώ σε όποιον κερδίζει πάνω από 700 ευρώ. Υπάρχουν μόνο μικρές αυξήσεις για τις χαμηλές συντάξεις και πληρωμές για ανθρώπους που βρίσκονται κάτω από το όριο της φτώχειας» [Δηλώσεις Γ. Βαρουφάκη στο Κόμο της Ιταλίας με αφορμή το συνέδριο του Ιδρύματος Ambrosetti].  

ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟΝ ΕΝΙΑΙΟ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΤΑΞΙΚΟ ΣΥΝΑΣΠΙΣΜΟ

Σ’ όλες τις αντιπαραθέσεις που διατρέχουν την σημερινή πολιτική και οικονομική πραγματικότητα, παρατηρεί κανείς ότι η αστική τάξη της χώρας διατηρείται στο απυρόβλητο της ριζοσπαστικής κριτικής και των οικονομικών και κοινωνικών μέτρων της κυβέρνησης κοινωνικής και εθνικής σωτηρίας με κύριο κορμό τον ΣΥΡΙΖΑ. Και προφανώς το αντίστοιχο συμβαίνει με τον ιστορικό συνασπισμό των αστικών τάξεων στο επίπεδο της ευρωπαϊκής πολιτικής, οικονομικής και νομισματικής ολοκλήρωσης, που επικαθορίζουν σημαντικά τις εξελίξεις στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό, μέσα από τον μηχανισμό εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους και την επιβολή του μοντέλου καπιταλιστικής συσσώρευσης που βασίζεται πολύμορφα πλέον στην εκτεταμένη κυριαρχία μορφών εξαγωγής απόλυτης υπεραξίας (πλήρης υποβάθμιση των μισθών, αποδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων, αποδόμηση του ασφαλιστικού συστήματος κ.ά.). Στο εσωτερικό μέτωπο κυριαρχεί η λογική του «κοινωνικού εταιρικού συμβολαίου» ανάμεσα στην αστική τάξη, την μισθωτή εργασία και τα μικροαστικά στρώματα, ενώ στο πεδίο των σχέσεων με τα κέντρα του ακραίου νεοφιλελευθερισμού των ευρωπαϊκών θεσμών διακηρύσσεται η νομιμοφροσύνη, η τήρηση των δεσμεύσεων, η αποχή από την κατάργηση των εφαρμοστικών μνημονιακών νόμων, η πρόταξη της πληρωμής των τόκων και χρεολυσίων έναντι της ικανοποίησης των εκρηκτικών λαϊκών αναγκών.

Στην όλη εξέλιξη της τελευταίας εξαετίας (2008 – 14) ο κυρίαρχος παράγοντας που έχει προκαλέσει την οικονομική καταστροφή και τον κοινωνικό όλεθρο στη χώρα δεν ήταν προφανώς οι ασκούμενες πολιτικές των αστικών κομμάτων που «απέτυχαν», αλλά απεναντίας η κρίση του συστήματος αναπαραγωγής και συσσώρευσης του κεφαλαίου. Αυτή ήταν που από τη μια πλευρά προκάλεσε και διεύρυνε το δημόσιο χρέος της ελληνικής οικονομίας (χαμηλή φορολόγηση της καπιταλιστικής κερδοφορίας και των ανώτερων μικροαστικών τάξεων, επιδοτήσεις και απαλλαγές του επιχειρηματικού κεφαλαίου), και από την άλλη πλευρά υπαγόρευσε την επιβολή του μοντέλου του καπιταλισμού της εξαγωγής της απόλυτης υπεραξίας με όλες τις επιζήμιες λαϊκές επιπτώσεις. Έτσι οι πολιτικές εφαρμογής των μνημονίων όχι μόνον δεν «απέτυχαν», αλλά απεναντίας στέφθηκαν με μεγάλη επιτυχία γιατί πέτυχαν τους στόχους τους : Να καταστήσουν την εργατική δύναμη «φθηνή, ευέλικτη και πειθήνια» και έτσι να τονώσουν την αναιμική κερδοφορία του κεφαλαίου μέσα στην κρίση. Μ’ αυτή την έννοια οι όροι της ταξικής κυριαρχίας στην Ευρώπη και στην Ελλάδα αποτελούν μια ενιαία διαδικασία, στην οποία είναι πλήρως ενσωματωμένες οι επιδιώξεις της ελληνικής αστικής τάξης : Οι πολύχρονες μνημονιακές υπαγορεύσεις αποτέλεσαν τον «κοινό τόπο» επιβολής των ταξικών συμφερόντων της ελληνικής και των ευρωπαϊκών αστικών τάξεων.  

ΣΥΝΕΠΕΙΑ ΣΕ ΜΙΑ ΑΝΤΙΜΝΗΜΟΝΙΑΚΗ ΚΑΙ ΤΑΞΙΚΗ ΠΟΡΕΙΑ

Απέναντι σ’ αυτή τη νεοφιλελεύθερη επέλαση του συστήματος της αστικής ταξικής κυριαρχίας σε ελληνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο αναπτύχθηκε το αντιμνημονιακό λαϊκό και εργατικό κίνημα, το οποίο αδυνατώντας να προκαλέσει την ανάσχεση αυτής της επίθεσης, επένδυσε τελικά πολιτικά στην Ριζοσπαστική Αριστερά που την ανέδειξε κατ’ αρχήν στην θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης (Ιούνιος 2012). Η συνέχιση παρ’ όλα αυτά της ίδιας άτεγκτης μνημονιακής πολιτικής από την κυβερνητική σύμπραξη ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, επιτείνοντας την απονομιμοποίηση του αστικού πολιτικού προσωπικού εξ αιτίας των νέων αντιδραστικών μεταλλάξεων (με εμβληματική την περίπτωση του ΕΝΦΙΑ), οδήγησε στην κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από τον ΣΥΡΙΖΑ (Ιανουάριος 2015). Κυρίαρχη κατεύθυνση αυτής της λαϊκής εντολής στάθηκε ο τερματισμός του κοινωνικού κατήφορου και κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο η ακύρωση ολόκληρου του πλέγματος των μνημονιακών ρυθμίσεων, πράγμα που υπαγόρευε έναν σκληρό ταξικό επαναπροσδιορισμό έναντι των αστικών τάξεων της χώρας και της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Οι προγραμματικές κατευθύνσεις του ΣΥΡΙΖΑ (οι συνεδριακές και της Θεσσαλονίκης) δεν απέπνεαν βέβαια έναν επαναστατικό αντικαπιταλισμό, ούτε όμως τοποθετούνταν στο πεδίο της ενσωμάτωσης στην αστική κατάσταση πραγμάτων. Περισσότερο προσέγγιζαν έναν προσανατολισμό λαϊκού και μικροαστικού ριζοσπαστισμού, που επέμενε να διατηρεί ανοιχτά κανάλια επικοινωνίας με την σοσιαλιστική στρατηγική κοινωνικού μετασχηματισμού. Έτσι όλα αυτά συμπυκνώθηκαν σε ένα σύνολο άμεσων στόχων κυβερνητικής πολιτικής που έθετε σε έμπρακτη αμφισβήτηση το νέο μοντέλο καπιταλιστικής συσσώρευσης της εξαγωγής απόλυτης υπεραξίας καθώς και την «παγίδα» του δημόσιου χρέους που με περισσή οικονομική τέχνη είχε στηθεί στην ελληνική οικονομία.

Εντούτοις, διατρέχοντας τον δεύτερο αυτό μήνα της διακυβέρνησης κοινωνικής σωτηρίας από τις δυνάμεις του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕ.ΕΛΛ., διαπιστώνει κανείς ότι από τη μια πλευρά συνεχίζεται η φρενήρης κούρσα για την πληρωμή των τόκων και χρεολυσίων του ελληνικού χρέους, πράγμα που δεν αφήνει κανένα περιθώριο «ανάσας» στην ελληνική παραγωγή με την επιβολή συνέχισης της λιτότητας, στη διακηρυγμένη λογική της «εις το ακέραιον» εκπλήρωσης των δανειακών υποχρεώσεων προς το ευρωπαϊκό χρηματοπιστωτικό κατεστημένο. Από την άλλη πλευρά καταγράφεται ένας «άτακτος» υποχωρητισμός σε σχέση με τις δεσμεύσεις για την υλοποίηση των στοιχειωδών λαϊκών ριζοσπαστικών στόχων, με το κλασικό πλέον επιχείρημα : Τι να κάνουμε αφού ο βρόγχος του χρέους σφίγγει στο λαιμό της ελληνικής οικονομίας και απειλεί να προκαλέσει ασφυξία, πώς να αντιδράσουμε εφόσον η κυρίαρχη αστική τάξη παραμένει οχυρωμένη σε μια ανυποχώρητη ταξική θέση, η οποία μάλιστα όλο και περισσότερο αποθρασύνεται.  

ΕΝΑΣ ΥΠΟΧΩΡΗΤΙΣΜΟΣ ΠΟΥ ΤΕΙΝΕΙ ΝΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΗΣΕΙ ΑΚΥΡΩΤΙΚΑ

α) Η αποκατάσταση του κατώτατου μισθού στα 750 ευρώ, μέτρο που αφορά τις σχέσεις εργατικής τάξης – επιχειρηματικού κεφαλαίου, μετατίθεται για το 2016 και το 2017 (δηλαδή στις ελληνικές καλένδες) εξ αιτίας των αντιδράσεων των «κοινωνικών εταίρων (καπιταλιστικής εργοδοσίας), με αποτέλεσμα το συνολικό φάσμα των μισθών των εργαζομένων να παραμένει σε καθηλωμένα επίπεδα. Μ’ αυτά τα δεδομένα και την συνέχιση του κατώτατου μισθού να βρίσκεται στο επίπεδο των 580 ευρώ, δυσχεραίνεται αν δεν αποκλείεται η δυνατότητα λειτουργίας των συλλογικών διαπραγματεύσεων, οι οποίες πάντοτε ξεκινούν από το επίπεδο του κατώτατου μισθού. Άλλωστε ένα τέτοιο μέτρο κοινωνικής δικαιοσύνης δεν παρουσιάζει καμία δημοσιονομική επιβάρυνση εφόσον αφορά στην λειτουργία του καπιταλιστικού τομέα της οικονομίας. Σε τελική ανάλυση δεν πρόκειται για ένα μείζον διεθνοπολιτικό ζήτημα που χρήζει «οδικού χάρτη» όπως το παλαιστινιακό, αλλά για απλή και κατεπείγουσα αποκατάσταση μιας αντισυνταγματικής παρανομίας της μνημονιακής συγκυβέρνησης, που δεν μπορεί να χάνεται στο βάθος του ιστορικού ορίζοντα, όταν μάλιστα σήμερα το επίσημα καταγραμμένο όριο της φτώχειας ξεπερνάει τα 900 ευρώ, κατά πολύ πάνω από τον κατώτατο μισθό, που θα έπρεπε τουλάχιστον να αγγίζει αυτό το όριο της φτώχειας για πλήρως απασχολούμενο μισθωτό εργάτη ή υπάλληλο.

β) Η διαδικασία των ιδιωτικοποιήσεων κοινωφελών επιχειρήσεων βρίσκεται ουσιαστικά στο δρόμο της ολοκλήρωσης υλοποίησής της, εφόσον οι συμφωνίες αποκρατικοποιήσεων δεν θίγονται κατά κανέναν τρόπο (π.χ. ΟΤΕ, ΟΠΑΠ, Αγροτική Τράπεζα κλπ.), αυτές όπου έχουν προκηρυχθεί διαγωνισμοί συνεχίζονται (περιφερειακά αεροδρόμια, ΟΛΠ και ΟΛΘ, Ελληνικό κ.ά.), ενώ τίθενται για επανεξέταση οι περιπτώσεις που έχουν παγώσει (ΕΛΤΑ, Αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος, περιφερειακοί λιμένες κλπ.). Κατ’ αυτό τον τρόπο τείνει να απωλεσθεί ολοσχερώς ο δημόσιος τομέας της ελληνικής οικονομίας που αποτελεί, για κάθε εκδοχή της αριστερής πολιτικής, ατμομηχανή της ανάκαμψης, πλαίσιο ανάδειξης του εργατικού ελέγχου, τομέα παροχής αγαθών και προσφοράς υπηρεσιών δημόσιου κοινωνικού χαρακτήρα.

γ) Η δημιουργία 300 χιλιάδων θέσεων εργασίας, προφανώς προσωρινής απασχόλησης και μέγιστης διετούς διάρκειας, με την χρησιμοποίηση ενός σημαντικού μέρους (περί τα 5 δισεκατ. ευρώ) του τρέχοντος ΕΣΠΑ, που θα τροφοδοτούσε ορισμένες τάσεις οικονομικής ανάκαμψης φαίνεται ότι απομακρύνεται από το προσκήνιο. Εκείνο μάλιστα που εμφανίζεται στο προσκήνιο είναι η προκήρυξη πρόσληψης περί των 32 χιλιάδων ανέργων στα προγράμματα απασχόλησης των ΟΤΑ, με πεντάμηνες συμβάσεις εργασίας, σε θέσεις όπου η επαναπρόσληψη απαιτεί την ενδιάμεση παρέλευση ενός δεκαοκτάμηνου διαστήματος εκ νέου ανεργίας, και μάλιστα με αποδοχές στο επίπεδο των 490 ευρώ μικτά, κατά πολύ κατώτερες του βασικού μισθού ανειδίκευτου εργάτη, και στο μισό του επίσημα αναγνωρισμένου ορίου της φτώχειας. Μ’ αυτή την έννοια αναπαράγεται στο επίπεδο της αντιμετώπισης της υπερμεγέθους ανεργίας η μεθοδολογία των προηγούμενων μνημονιακών κυβερνήσεων, χωρίς καμία ριζοσπαστικοποίηση.

δ) Ενώ ιστορικά το αριστερό ριζοσπαστικό σύνθημα ήταν κεντρικά «να πληρώσουν οι πλούσιοι», πράγμα που σημαίνει ότι απαιτούνταν μια ισχυρή αναδιανομή εισοδήματος προς όφελος των κυριαρχούμενων λαϊκών τάξεων, στο μέτρο που το επιχειρηματικό κεφάλαιο πραγματοποίησε μια σημαντική πρόσθετη κερδοφορία στην πενταετία της μνημονιακής πολιτικής, ο στόχος αυτός περιέρχεται σε αδρανοποίηση. Μάλιστα, ενώ ο συντελεστής φορολόγησης της καπιταλιστικής κερδοφορίας έχει ταπεινωθεί στο 25% (από το 45% που ήταν παλιότερα), δεν προβλέπεται η έκτακτη τουλάχιστον άνοδός του στο 60% ή 70%, με αποτέλεσμα η είσπραξη φορολογικών εσόδων από την καπιταλιστική εργοδοσία να διατηρείται σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα. Άλλωστε αντί αυτής της καθαρής και δίκαιης φορολόγησης των προ φόρων ή των λειτουργικών κερδών του εταιρικού τομέα της οικονομίας, ανασύρεται η λογική της αντιμετώπισης των «κλεπτοκρατών», της σύλληψης της «φοροκλοπής – φοροδιαφυγής» κλπ., που και αν ακόμη δραστικά προαχθεί δεν μπορεί παρά να έχει πενιχρά αποτελέσματα, σε σχέση με την αναγκαία υψηλή φορολόγηση της επίσημης καπιταλιστικής κερδοφορίας, όπως αυτή καταγράφεται στους ισολογισμούς των μεγάλων επιχειρήσεων (μόνον οι 500 μεγαλύτερες είχαν καθαρά προ φόρων κέρδη για το 2013 της τάξης των 7,5 δισεκατ. ευρώ), κατά τον πλέον αδιαμφισβήτητο τρόπο.

ε) Η ίδια η αποκατάσταση της λειτουργίας των συλλογικών διαπραγματεύσεων, της διαιτησίας και της μετενέργειας των συλλογικών συμβάσεων, τίθεται σε συνάρτηση με την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και κλάδων της οικονομίας, παράμετρος που είναι ανεξάρτητη από την απασχόληση των εργαζομένων και εξαρτάται ολοσχερώς από την επιχειρηματική πρακτική της εργοδοσίας, όπως η εισαγωγή τεχνολογικών καινοτομιών στην παραγωγική διαδικασία ή οι όροι ανταγωνισμού στην ελληνική και τις ευρωπαϊκές αγορές. Είναι ηλίου φαεινότερο ότι κατ’ αυτό τον τρόπο, στο μέτρο που δεν επιτυγχάνεται οποιαδήποτε αύξηση της ανταγωνιστικότητας των καπιταλιστικών επιχειρήσεων, οι συλλογικές διαπραγματεύσεις (που ούτως ή άλλως τελούν υπό την δαμόκλειο σπάθη των απολύσεων και της μαζικής ανεργίας) δεν θα μπορούν να θίξουν ζητήματα αύξησης των μισθών της εργατικής τάξης στον ιδιωτικό τομέα της οικονομίας.  

ΑΔΙΑΠΡΑΓΜΑΤΕΥΤΗ ΕΠΙΜΟΝΗ ΣΤΙΣ ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΙΚΕΣ ΚΑΤΕΥΘΥΝΣΕΙΣ

Πρόκειται για ορισμένα μόνον, μεταξύ πολλών άλλων, παραδείγματα που αναδεικνύονται στην σημερινή συγκυρία, όπου οι προγραμματικές θέσεις της Ριζοσπαστικής Αριστεράς ήταν περισσότερο από σαφείς, και που περιέρχονται σε κατάσταση αναβολής, παγώματος, είτε μακροχρόνιας κλιμάκωσής τους. Αυτά τα ριζοσπαστικά μέτρα δεν μπορούν να απωθούνται στο περιθώριο και την θέση τους να καταλαμβάνουν «μεταρρυθμίσεις» με σαφές αστικό εκσυγχρονιστικό πρόσημο, όπως η «μείωση των γραφειοκρατικών εμποδίων για την ίδρυση νέων επιχειρήσεων», η «ενστάλαξη κουλτούρας διαφάνειας και ακεραιότητας», η «ενίσχυση του φορολογικού συστήματος», τα «νέα διαδικτυακά συστήματα» ή τα «επιχειρηματικά οικοσυστήματα», όπως αυτά εκτέθηκαν στην γενική συνέλευση του ΟΟΣΑ και προβλήθηκαν ως απαύγασμα της «κοινωνικής προοδευτικότητας». Όλα αυτά τα ριζοσπαστικά μέτρα δεν έχουν άλλωστε κανένα απολύτως δημοσιονομικό κόστος, μάλιστα οδηγούν στην αύξηση των φορολογικών και ασφαλιστικών εισφορών στον κρατικό προϋπολογισμό. Η αποκατάσταση του κατώτατου μισθού των 750 ευρώ (τη στιγμή μάλιστα που πρέπει να γίνεται πλέον λόγος για κατώτατο μισθό τουλάχιστον στο «όριο της φτώχειας», δηλαδή άνω των 900 ευρώ), η οικονομική ανάπτυξη των κοινωφελών επιχειρήσεων με δημόσια ιδιοκτησία και εργατικό έλεγχο, η ισχυρή φορολόγηση της καπιταλιστικής κερδοφορίας, η λειτουργία των ελεύθερων συλλογικών διαπραγματεύσεων κλπ. δεν επιφέρουν καμία επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού και μάλιστα αυξάνουν τα φορολογικά του έσοδα. Αλλά και οι πόροι που προβλέπονταν για την αντιμετώπιση της ανεργίας προέρχονται από κονδύλια του ΕΣΠΑ που νομίμως δικαιούται η χώρα, και δεν έχουν ως αφετηρία τους την αύξηση των δημόσιων δαπανών.

Κατά συνέπεια ο λόγος που δεν έχουν προωθηθεί από τον πρώτο ήδη μήνα της διακυβέρνησης κοινωνικής σωτηρίας, έχει να κάνει με την αποδοχή των εξω-θεσμικών απαιτήσεων της ελληνικής αστικής τάξης, των υπαγορεύσεων του συνασπισμού των αστικών τάξεων σε ευρωπαϊκό οικονομικό και νομισματικό επίπεδο. Η θέση του επιχειρηματικού κεφαλαίου στο απυρόβλητο, σε ελληνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, είναι περισσότερο από εμφανής, και δεν έχει να κάνει με τις «δανειακές υποχρεώσεις», εφόσον άλλωστε αυτά τα ριζοσπαστικά μέτρα λειτουργούν βελτιωτικά για τη δημοσιονομική ισορροπία της ελληνικής οικονομίας. Σ’ αυτό το επίπεδο έτσι τοποθετείται η «αχίλλειος φτέρνα» της κυρίαρχης κυβερνητικής πολιτικής : Ότι δηλαδή εμφανίζεται απρόθυμη να επιφέρει ριζοσπαστικούς μετασχηματισμούς σε κεντρικούς τομείς της οικονομικής και κοινωνικής ζωής που την φέρνουν αντιμέτωπη με την αστική ταξική κυριαρχία τόσο σε εθνικό όσο και σε πανευρωπαϊκό επίπεδο.

Δεν είναι άρα οι «ασφυκτικές πιέσεις», η «θηλιά στο λαιμό της χώρας», οι «εκβιασμοί» του ευρωπαϊκού κατεστημένου και μόνον που λειτουργούν αποτρεπτικά για την εφαρμογή αυτών των ριζοσπαστικών μέτρων, αλλά η αντίληψη ότι μπορεί «να γίνει ομελέτα χωρίς να σπάσουν αυγά». Ακόμη και αν αποκατασταθεί στο επόμενο διάστημα μια ορισμένη διευθέτηση και ισορροπία στις σχέσεις της χώρας με το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο και τους «θεσμούς» (ΕΕ, ΕΚΤ, ΔΝΤ), με τον οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο, δεν πρόκειται να υπάρξει καμία αποτελεσματικότητα στην αντιμετώπιση των εκρηκτικών λαϊκών ζητημάτων εφόσον το επιχειρηματικό κεφάλαιο τίθεται στο απυρόβλητο της αριστερής κυβερνητικής πολιτικής. Κατά συνέπεια η υλοποίηση των ριζοσπαστικών προγραμματικών κατευθύνσεων (των άμεσων της Θεσσαλονίκης και των μεσοπρόθεσμων των συνεδριακών αποφάσεων) δεν μπορεί να πραγματωθεί χωρίς την ανάπτυξη της αντιπαλότητας με τις οικονομικές δυνάμεις της αστικής κυριαρχίας, της αστικής τάξης της χώρας και των αστικών τάξεων της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης.  

πηγη: iskra.gr