
Στην εναλλαγή του μείγματος της νομισματικής πολιτικής με σταδιακή απόσυρση του προγράμματος «ποσοτικής χαλάρωσης» προχώρησε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, διαβεβαιώνοντας βέβαια για την επαρκή και φτηνή χρηματοδότηση των τραπεζών της Ευρωζώνης, προκειμένου να στηριχτούν οι νέες κερδοφόρες επενδύσεις και η ανάκαμψη.
Σύμφωνα με τις ανακοινώσεις της ΕΚΤ, από την 1η Γενάρη τερματίζονται οι νέες αγορές κρατικών και ιδιωτικών ομολόγων ή άλλων τίτλων, που προσφέρονται από τις τράπεζες ως εγγύηση για την άντληση κεφαλαίων. Το ήδη υπάρχον απόθεμα των εγγυήσεων μπορεί να «επανεπενδύεται», ουσιαστικά δηλαδή να ανακυκλώνεται η ήδη υπάρχουσα χρηματοδότηση από το πρόγραμμα της «ποσοτικής χαλάρωσης» χωρίς περαιτέρω επέκταση. Όπως επισημαίνεται στη χτεσινή απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, η ΕΚΤ «θα συνεχίσει να επανεπενδύει, πλήρως, τα ποσά από την εξόφληση των τίτλων για παρατεταμένη χρονική περίοδο μετά την ημερομηνία κατά την οποία θα αρχίσει να αυξάνει τα επιτόκια και σε κάθε περίπτωση για όσο χρονικό διάστημα κρίνεται αναγκαίο για τη διατήρηση ευνοϊκών συνθηκών ρευστότητας και ενός διευκολυντικού, σε μεγάλο βαθμό, χαρακτήρα της νομισματικής πολιτικής».
Η ΕΚΤ άρχισε να αγοράζει τίτλους το Μάρτη του 2015, στο πλαίσιο των «μη συμβατικών μέτρων νομισματικής πολιτικής», με αρχικό στόχο το πρόγραμμα να φτάσει το 1 τρισ. ευρώ. Τελικά, το πρόγραμμα νομισματικής χαλάρωσης κατέληξε να διαρκεί σχεδόν τέσσερα χρόνια, φτάνοντας τα 2,6 τρισ. ευρώ, γεγονός βέβαια που συνέβαλε αποφασιστικά στη στήριξη της καπιταλιστικής «ανάπτυξης» στην Ευρωζώνη.
Ο επικεφαλής της ΕΚΤ, Μ. Ντράγκι, δήλωσε πάντως ότι «οι κίνδυνοι στο μέτωπο της ανάπτυξης έχουν επιδεινωθεί», λέγοντας ότι προέρχονται κατά κύριο λόγο από το εξωτερικό περιβάλλον. Αυτοί εντοπίζονται κυρίως στις επιπτώσεις από το κύμα προστατευτισμού στο διεθνές εμπόριο, από τα προβλήματα που παρουσιάζονται στα κράτη που ταξινομούνται στις αναδυόμενες αγορές, καθώς και από τη μεγάλη αστάθεια που εμφανίζουν οι χρηματαγορές.
ΠΗΓΗ: 902.gr