
Ο ESM προειδοποιεί ότι η «ανακωχή» των χαμηλών επιτοκίων με τις αγορές δεν είναι αιώνια
«Μόλις ξεκινήσει η ανάκαμψη, η Ελλάδα θα πρέπει να επιστρέψει στον δημοσιονομικό στόχο που συμφωνήθηκε με τους εταίρους της ζώνης του ευρώ», σημειώνει ο επικεφαλής οικονομολόγος του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας, Ρολφ Στρος, στην έκθεση για τη βιωσιμότητα του ελληνικού χρέους που παρουσιάστηκε χθες. Οπερ σημαίνει, επιστροφή στη δέσμευση για πρωτογενή πλεονάσματα 3,5% του ΑΕΠ το 2022 και 2% από το 2023 μέχρι και το 2060! Παρότι η αναφορά στις δημοσιονομικές δεσμεύσεις της μεταμνημονιακής εποπτείας είναι τυπική και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ήδη εισηγηθεί παράταση της ρήτρας γενικής διαφυγής για το 2022, η υπενθύμιση του βραχνά των υψηλών πλεονασμάτων από τον ESM παραπέμπει σε μια πολιτική διαπραγμάτευση που κάθε άλλο παρά ανώδυνη θα είναι.
Μάλιστα, το γεγονός ότι ο ESM αποφαίνεται πως το ελληνικό χρέος είναι βιώσιμο, παρά την εκτίναξή του πάνω από το 200% του ΑΕΠ μετά την πανδημία, δεν διευκολύνει την πολιτική διαπραγμάτευση για τη μείωση των πλεονασμάτων.
«Αν και η οικονομική επιβάρυνση της τρέχουσας πανδημίας έχει αυξήσει τα επίπεδα του χρέους και τους μακροπρόθεσμους κινδύνους, δεν είμαστε μπροστά σε ακόμα μια κρίση χρέους. Οι προσπάθειες της Ελλάδας και της Ε.Ε. μπορούν να διασφαλίσουν την τρέχουσα διατηρησιμότητα του χρέους της Ελλάδας, παρά τις υπόλοιπες, μακροπρόθεσμες προκλήσεις», σημειώνει στην έκθεσή του ο Ρολφ Στρος, διατυπώνοντας τη σχετικά παράδοξη εκτίμηση ότι «η ελληνική οικονομία ήταν διαρθρωτικά πιο ανθεκτική στην αρχή της πανδημίας από ό,τι πριν από την κρίση του δημόσιου χρέους». Κι αυτό παρότι κατάγραψε τη δεύτερη βαθύτερη ύφεση στην Ε.Ε. το 2021, ενώ για φέτος εκτίμηση της Deutsche Bank που μόλις χθες είδε το φως της δημοσιότητας βλέπει στην ελληνική οικονομία την ισχνότερη ανάκαμψη, 2%, έναντι 4,8% της ευρωζώνης.
Ο οικονομολόγος του ESM προειδοποιεί ότι η «ανακωχή» των χαμηλών επιτοκίων με τις αγορές δεν είναι αιώνια:
«Μόλις η ΕΚΤ προσαρμόσει τη νομισματική της πολιτική και η αγορά περιουσιακών στοιχείων είναι λιγότερο διαθέσιμη, ο κίνδυνος χώρας θα παίξει ξανά μεγαλύτερο ρόλο στο κόστος χρηματοδότησης. Τα επιτόκια θα αυξηθούν από τα τρέχοντα επίπεδα», τονίζει και εμμέσως προτείνει την προσήλωση στον δημοσιονομικό στόχο (πλεόνασμα) ως μέσο εξασφάλισης της εμπιστοσύνης των αγορών χρέους. Στα θετικά καταγράφει τις επιχορηγήσεις ύψους 18,2 δισ. ευρώ που θα πάρει από το Ταμείο Ανάκαμψης (τα άλλα 12,5 δισ. είναι δάνεια που θα αυξάνουν το χρέος). Συνολικά, το ποσό που θα πάρει η Ελλάδα ισοδυναμεί με περίπου 17,8% του ΑΕΠ της, σημειώνει ο Ρολφ Στρος.
Οσον αφορά το ελληνικό χρέος, ο ESM επιχειρηματολογεί ως εξής για τη βιωσιμότητά του: «Η δομή του ελληνικού χρέους έχει βελτιωθεί πολύ. Αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στον ESM και στον προκάτοχό του, στους πολύ ευνοϊκούς όρους δανεισμού του EFSF και στις ασκήσεις διαχείρισης ευθύνης στο πλαίσιο του προγράμματος ESM. Ο ΕSM κατέχει περίπου το 55% του δημόσιου χρέους της Ελλάδας και η σταθμισμένη εναπομένουσα διάρκεια των δανείων του ESM/EFSF είναι 31 χρόνια - πολύ μεγαλύτερη από αυτή του υπόλοιπου χρέους. Λόγω του χαμηλού επιτοκίου γι' αυτά τα δάνεια -χάρη στο χρηματοδοτούμενο από την αξιολόγηση AAA κόστος χρηματοδότησης (του ESM) κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου- το ετήσιο κόστος της Ελλάδας για την εξυπηρέτηση αυτών των δανείων είναι χαμηλότερο από το αναμενόμενο για το συνολικό επίπεδο του χρέους της. Η γενική μείωση των επιτοκίων και η συμπίεση των ασφαλίστρων κινδύνου έχει μειώσει το πραγματικό επιτόκιο του χρέους της ελληνικής κυβέρνησης από 7,3% το 2000 σε περίπου 1,5% το 2020. Η Ελλάδα κλειδώνει τα τρέχοντα χαμηλά επιτόκια επεκτείνοντας περαιτέρω τη διάρκεια της έκδοσής της και μέσω ανταλλαγής επιτοκίων», καταλήγει η έκθεση του Ρολφ Στρος.
πηγη: efsyn.gr