
Η πανδημία, πέρα από την πρωτοφανή υγειονομική κρίση που προκαλεί, δοκιμάζει και γκρεμίζει ιδεολογήματα και πολιτικές, κλυδωνίζει συστήματα υγείας και ολόκληρα κοινωνικά μοντέλα, υποχρεώνει όλους σε ξεκάθαρες τοποθετήσεις και απαντήσεις, σε αναμέτρηση με το παρελθόν και αναστοχασμό για το μέλλον.Η χώρα μας, με ένα δημόσιο υγειονομικό σύστημα, που σε καμία περίπτωση δεν ήταν θωρακισμένο, «βρίσκεται στη δίνη της κρίσης». Υποστελεχωμένο και γερασμένο, οικονομικά στραγγαλισμένο, με τους νέους γιατρούς εκπατρισμένους κατά χιλιάδες, με τις μεγαλύτερες πανευρωπαϊκά ιδιωτικές δαπάνες των νοικοκυριών για την υγεία. Με ένα κρατικοδίαιτο ιδιωτικό κεφάλαιο στο χώρο της υγείας που κερδίζει πόντους από κάθε πόντο ξηλώματος του ΕΣΥ. Κι όμως αυτό το συστηματικά και συνειδητά υποβαθμισμένο και λοιδωρημένο δημόσιο σύστημα, αποδεικνύεται στην πράξη η μοναδική ασπίδα του λαού απέναντι στην πανδημία.
Η σκόπιμη υποστελέχωση της Δημόσιας Υγείας, ώστε η ταλαιπωρία των ασθενών να οδηγεί στην απαξίωση του ΕΣΥ και στην προσφυγή στην ιδιωτική υγεία ως «αναπόφευκτη» κατάληξη, ήταν ένα διαχρονικό σχέδιο. Εκτελέστηκε αυτό το σχέδιο με πάθος και επιμονή από όσους βρέθηκαν σε θέσεις ευθύνης για τη δημόσια υγεία, λειτουργώντας ως εκπρόσωποι του ιδιωτικού κεφαλαίου στο χώρο της υγείας. Υπηρετήθηκε και από όσους υπάκουαν πειθήνια στις απαιτήσεις των δανειστών και της Ε.Ε. για διαδοχικές απανωτές μειώσεις των δημοσίων δαπανών στην υγεία, ώστε να εκτοξεύονται οι ιδιωτικές δαπάνες και να απελευθερώνεται χώρος κερδοφορίας για την ιδιωτική υγεία.
Το πρώτο επίσημο κρούσμα κορωνοϊού στην Ελλάδα στις 28 Φεβρουαρίου βρήκε το δημόσιο σύστημα υγείας σε μια κατάσταση που δεν προέκυψε από παρθενογένεση. Οι ευθύνες για την προ-κορωνοϊού κατάσταση βαραίνουν ασφαλώς τη ΝΔ (και παλιότερα και το ΠΑΣΟΚ) που μεροληπτεί προκλητικά εναντίον του ΕΣΥ επί χρόνια. Αφορούν όμως και τον ΣΥΡΙΖΑ, που επί τεσσεράμιση χρόνια, είτε έκανε αλλαγές που επιδείνωσαν την κατάσταση που παρέλαβε από τους προκατόχους του, είτε δεν έκανε αλλαγές που θα μπορούσαν να φέρουν το ΕΣΥ σε καλύτερη θέση μπροστά στην πανδημία.
Η αντιπαράθεση στον βασικό αντίπαλο της Δημόσιας Υγείας που είναι η κυβέρνηση της ΝΔ και τα σχέδιά της για έμμεση ή άμεση ιδιωτικοποίηση των συστημάτων υγείας και ασφάλισης, δεν πρέπει να κρύψει την κριτική για την πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ που κινήθηκε σε όμοιες ράγες με αυτές του καθαρού νεοφιλελευθερισμού.
Έργα και Ημέρες του ΣΥΡΙΖΑ στην Υγεία
Στο πλαίσιο του προγράμματος οικονομικής προσαρμογής, από το οποίο η χώρα εξήλθε τον Αύγουστο του 2018, τέθηκαν σε εφαρμογή πολιτικές για τη συγκράτηση του κόστους και τη μείωση της σπατάλης. Η κυβέρνηση διατήρησε το ανώτατο όριο των δημόσιων δαπανών για την υγεία στο 6% του ΑΕΠ και επέβαλε περικοπές δαπανών σε ολόκληρο τον τομέα της υγείας. Ως εκ τούτου, οι δημόσιες δαπάνες για την υγεία κατ’ άτομο μειώθηκαν σημαντικά. Πιο πρόσφατα, η μετέπειτα ανάπτυξη περιορίστηκε και ο κρατικός προϋπολογισμός για την υγεία το 2019 έφτασε στα 9,1 δισ. ΕΥΡΩ ή λίγο κάτω από το 5% του ΑΕΠ. Οι υποχρεώσεις που συνεχίζει να έχει η Ελλάδα μετά την έξοδό της από το πρόγραμμα οικονομικής προσαρμογής απαιτούν τη διατήρηση του πλεονάσματος του προϋπολογισμού στο 3,5% τουλάχιστον έως το 2022. Αυτό σημαίνει ότι η αύξηση των δημόσιων δαπανών για την υγεία θα συνεχίσει πιθανότατα να δεσμεύεται από δημοσιονομικούς περιορισμούς. Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι είναι απίθανο να μειωθούν βραχυπρόθεσμα οι δαπάνες σε άμεσες ιδιωτικές πληρωμές.
Έχοντας ψηφίσει το τρίτο Μνημόνιο, μαζί με το διαρκές Μνημόνιο υποτέλειας των πρωτογενών πλεονασμάτων, παίρνει συγχαρητήρια και εύσημα από τους θεσμούς. Οι «καλές προθέσεις» και η ιεράρχηση της Δημόσιας Υγείας σε «ύψιστη κυβερνητική προτεραιότητα» εξαερώθηκαν μπροστά στους κόφτες της τρόικα.
Για ποιο λόγο κατηγορεί λοιπόν ο ΣΥΡΙΖΑ τη ΝΔ;
Απλώς και μόνο επειδή αυτή λαχταρά να γίνει πιο γρήγορα αυτό που θα γινόταν, αν συνέχιζε την «αριστερή» διαχείριση του νεοφιλελευθερισμού και των μνημονίων ο ΣΥΡΙΖΑ;
Ο ΣΥΡΙΖΑ, όχι απλά δεν φρόντισε να θωρακίσει το ΕΣΥ ενόψει της «επέλασης των νεοφιλελεύθερων βαρβάρων της ΝΔ», αλλά τους έστρωσε το δρόμο με ροδοπέταλα. Έχει ευθύνες, έβαλε κι αυτός το «προοδευτικό» λιθαράκι του για το αθωράκιστο και ανοχύρωτο απέναντι στην πανδημία ΕΣΥ.
Ιδεολογικά, με τη λογική του μικρότερου κακού, με το «τι να κάνουμε, αυτά έχουμε, σ’ αυτά θα προσαρμοστούμε», με τη νομιμοποίηση του ευρωμνημονιακού βρόγχου που σφίγγει έως ασφυξίας τα δημόσια κοινωνικά αγαθά. Θεσμικά-νομοθετικά με δεκάδες υπουργικές αποφάσεις, προεδρικά διατάγματα και νομοσχέδια που βήμα-βήμα εφάρμοζαν όλες τις μνημονιακές δεσμεύσεις και την ουσία του νεοφιλευθερισμού για την υγεία.
Συνολικά, στην Ελλάδα μόνο το 61% των δαπανών για την υγειονομική περίθαλψη προέρχεται από δημόσιες πηγές, ενώ το 35% χρηματοδοτείται απευθείας από τα νοικοκυριά. Το ποσοστό αυτό κυμάνθηκε ανάμεσα στο 28% το 2010, που ήταν το χαμηλότερο σημείο, έως το 37% το 2014, που ήταν το υψηλότερο σημείο. Τα υψηλά ποσοστά οφείλονται κυρίως στις συμμετοχές των ασφαλισμένων για τα φάρμακα και στις άμεσες πληρωμές για υπηρεσίες που δεν περιλαμβάνονται στη δέσμη παροχών, επισκέψεις σε ειδικούς ιατρούς, νοσηλευτική περίθαλψη, καθώς και οδοντιατρική περίθαλψη.
Ποια ακριβώς μέτρα πάρθηκαν από την «κυβέρνηση της Αριστεράς» για να σταματήσουν να επιβαρύνονται οι ασθενείς από την τσέπη τους;
Με πόση υποκρισία κατηγορούν τη ΝΔ ότι «μεροληπτεί υπέρ της ιδιωτικής υγείας» εν μέσω πανδημίας, όταν και οι ίδιοι εφάρμοσαν όμοια πολιτική;
Επίσης φτιάχνει ένα ενιαίο σύστημα «κοστολόγησης της νοσηλείας-περίθαλψης» πάνω στο οποίο μπορούν να βασιστούν, να λειτουργήσουν και να χρεώνουν τους ασθενείς οι ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες στις οποίες μελλοντικά θα παραχωρηθούν κλίνες δημόσιων νοσοκομείων για τη νοσηλεία των πελατών τους.
Σε τι διαφέρουν τα παραπάνω απ’ τις προτάσεις του ΠΙΣ για βελτίωση της «αποδοτικότητας των Δημοσίων Νοσοκομείων που αποτελεί σήμερα απαγορευμένη έννοια»;
Σε τι διαφέρει το μοντέλο «δημόσιας» υγείας του ΣΥΡΙΖΑ απ’ το μοντέλο που πρότεινε ο ΠΙΣ και διακαώς θέλει να εφαρμόσει η ΝΔ;
Σε τι διαφέρουν τα παραπάνω νοσοκομεία από το καταγγελόμενο ως δήθεν «πρώτο ιδιωτικό νοσοκομείο της χώρας», νοσοκομείο Κομοτηνής, που ίδρυσε η ΝΔ;
Οι πρώην κυβερνητικοί κατηγορούν τους σημερινούς κυβερνητικούς που μίλησαν ευθαρσώς για ΣΔΙΤ, που ενισχύουν απρόκλητα -εν μέσω πανδημίας- με εκατομμύρια ευρώ τον ιδιωτικό τομέα, που διπλασιάζουν τα ενοίκια των ιδιωτικών ΜΕΘ κτλ.
Ποια μέτρα πήραν άραγε οι ίδιοι για τη θωράκιση του Δημόσιου Συστήματος Υγείας που να μην επιτρέπουν ούτε τώρα ούτε σε καμιά επόμενη κυβέρνηση στο μέλλον, την πριμοδότηση του ιδιωτικού κεφαλαίου;
Με ποια μέτρα εκφράστηκε στην πράξη η περίφημη «μεροληψία υπέρ του δημοσίου»; Κι αν τη Μνημονιακή περίοδο «ήθελαν αλλά δεν μπορούσαν» γιατί στη «μετα»Μνημονική περίοδο δεν ξεδίπλωσαν το σχέδιό τους;
Παρά το θετικό και πολυδιαφημισμένο μέτρο της καθολικής πρόσβασης των ανασφάλιστων στα νοσοκομεία, δεν υπήρξε η αντίστοιχη κρατική χρηματοδότηση και στελέχωση των νοσοκομείων για να ανταπεξέλθουν στις αυξημένες ανάγκες.
O κ. Ξανθός, παραδέχτηκε, ότι η πρόσθετη δαπάνη για την περίθαλψη των ανασφάλιστων ανέρχεται μόλις στα 250 εκ., που αντιστοιχεί σε 100 ευρώ, δηλαδή ένα εμβόλιο πνευμονιόκοκκου και ένα για τη γρίπη για κάθε ανασφάλιστο τον χρόνο!
H ίδια η Ε.Ε υπογραμμίζει ότι η νομοθεσία του 2016 αποτέλεσε σημαντικό βήμα. Εξακολουθεί, ωστόσο, να υπάρχει διαφορά ως προς τα επίπεδα πρόσβασης: όσοι καλύπτονται από τη νομοθεσία μπορούν να έχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες υγειονομικής περίθαλψης μόνο στις δημόσιες δομές, ενώ υπηρεσίες όπως οι διαγνωστικές εξετάσεις παρέχονται σε μεγάλο βαθμό από ιδιωτικούς παρόχους συμβεβλημένους με τον ΕΟΠΥΥ και είναι διαθέσιμες για τον ασφαλισμένο πληθυσμό σε βάση επιμερισμού του κόστους.
Όλο το εγχείρημα σε σύντομο χρονικό διάστημα θα βρεθεί κυριολεκτικά στον αέρα. Αυτό είναι το πολυδιαφημισμένο στρατηγικό σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ για την Πρωτοβάθμια. Με προσωρινό προσωπικό, με αβέβαιη τη χρηματοδότηση, με φιλοσοφία τη μνημονιακή δέσμευση του gate–keeping. Πλάι σ’αυτά, η αποδυνάμωση των Κέντρων Υγείας των μητροπόλεων και της περιφέρειας, με μετακινήσεις προσωπικού στα νοσοκομεία για κάλυψη των εκεί αναγκών, χωρίς ακτινολογικά ή μκροβιολογικά εργαστήρια, σε ακατάλληλα κτίρια, λόγω υποχρηματοδότησης.
Τέλος, επί ΣΥΡΙΖΑ δεν επαναλειτούργησε ούτε ένα κλεισμένο ή συγχωνευμένο νοσοκομείο απ’ αυτά που οι Σαμαράς, Βενιζέλος, Γεωργιάδης, Βορίδης και Λοβέρδος είχαν κλείσει. Τα δάκρυα για τα κλειστά νοσοκομεία θα ήταν κατανοητά, αν δεν μεσολαβούσαν τεσσεράμισι χρόνια κυβερνητικής θητείας κατά την οποία δεν άνοιξε ούτε ένα από αυτά.
Οι προσλήψεις μόνιμων γιατρών τα τελευταία τεσσεράμισι χρόνια ήταν κάτω από 1.000, τη στιγμή που οι συνταξιοδοτήσεις την αντίστοιχη περίοδο ήταν περίπου 2.500. «Η κυβέρνησή σας πάγωσε τις 4.000 μόνιμες προσλήψεις γιατρών και λοιπού προσωπικού, που η δική μας είχε προκηρύξει για φέτος. Τώρα πρέπει να τις προχωρήσει, γιατί τώρα είναι η ώρα της επένδυσης στο ΕΣΥ και στη Δημόσια Υγεία» , ανέφερε ο κ. Τσίπρας, «κατακεραυνώνοντας» τη ΝΔ.
Διερωτώμαστε για ποιο λόγο ο κ. Τσίπρας δεν προχώρησε ο ίδιος σε αυτή την «επένδυση» επί 4,5 ολόκληρα χρόνια ή έστω μετά την «έξοδο από τα Μνημόνια» τον Αύγουστο του 2018, που άρθηκε ο κανόνας 1:5 και έγινε 1:1;
Χαρακτηριστικό παράδειγμα ευτελούς δικομματικού επικοινωνιακού παιχνιδιού και εμπαιγμού υγειονομικών και κοινωνίας: προκηρύσσω 950 μόνιμες θέσεις γιατρών, λίγα 24ωρα πριν τις εκλογές, γνωρίζοντας ότι η ΝΔ θα τις παγώσει ή θα τις καθυστερήσει, για να έχω τη δυνατότητα πλασαρίσματος την επόμενη μέρα ως αντιπολίτευση της «Δεξιάς που παγώνει τις προσλήψεις που θα κάναμε, αν μας ψηφίζατε».
Όμως, στα πλαίσια της μνημονιακής προσαρμογής αυτά ξεχάστηκαν, για να ξανατολμήσει προχθές ο κ. Τσίπρας να καταγγείλει την ΝΔ ότι είναι απαράδεκτο να δίνουμε αυτή τη μάχη με προσλήψεις συμβασιούχων «μιας χρήσης», διατηρώντας τις ίδιες ιδεοληψίες για «λιγότερο κράτος» στην Υγεία.
Να γιατί ισχυριζόμαστε ότι οι πολιτικές είναι όμοιες, ότι η κατεύθυνση είναι κοινή, ότι ο ένας έστρωσε το δρόμο για τον άλλον.
Και τα δύο κόμματα, δήλωσαν με αυτόν τον τρόπο προς τους νέους γιατρούς, ότι αν μείνουν στην Ελλάδα, το μέλλον τους στη Δημόσια Υγεία είναι, μετά από χρόνια ταλαιπωρίας, το πολύ να βρουν θέση ως επικουρικοί. Με την ανασφάλεια και την αβεβαιότητα για το εργασιακό τους μέλλον και τον βιοπορισμό των οικογενειών τους να κρέμεται ως σπάθη πάνω από το κεφάλι τους.
Η εικόνα των 60άρηδων γιατρών, που ανήκουν στις «ευπαθείς ομάδες» και καλούνται να δουλεύουν σε πτέρυγες covid, τα σχέδια για επίταξη συνταξιούχων 70άρηδων, είναι δραματικές εικόνες που συνθέτουν το παζλ μιας ρημαγμένης υγειονομικά και επιστημονικά χώρας.
Ένα βιολογικά γερασμένο ΕΣΥ, χωρίς «ενδιάμεση» γενιά, είναι λειτουργικά γερασμένο και καταδικασμένο σε κατάρρευση όταν η παλιά γενιά αποστρατευθεί.
Ενδεικτικά, ο Ιατρικός Σύλλογος Αθήνας, από τον Ιανουάριο του 2015 έως τον Δεκέμβριο του 2019, εξέδωσε συνολικά 6.270 πιστοποιητικά για εύρεση εργασίας στο εξωτερικό, εξ αυτών 4.522 για ειδικευμένους και 1.748 για ανειδίκευτους γιατρούς. Σε τι διαφέρει η πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ απ’ αυτή της ΝΔ;
Μετατρέπουν τις Ιατρικές Σχολές των ελληνικών Πανεπιστημίων σε γραφεία διασύνδεσης και ευρέσεως εργασίας για την Δύση, και τα Υπουργεία Υγείας σε γκισέδες σφραγίσματος διαβατηρίων.
Χαρίζουν τσάμπα στις πλούσιες χώρες του Βορρά το πληρωμένο ακριβά από το ελληνικό κράτος και τις ελληνικές οικογένειες, εξειδικευμένο και υψηλής ποιότητας επιστημονικό δυναμικό.
Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι ούτε ο κ. Μητσοτάκης ούτε ο κ. Τσίπρας δεν αφιέρωσαν ούτε ένα λεπτό απ’ τις ομιλίες τους στο κάλεσμα για επαναπατρισμό των ελλήνων γιατρών του εξωτερικού, με δέσμη ισχυρών κινήτρων.
Έστω για τα μάτια του κόσμου.
Οι μηδαμινές μόνιμες θέσεις επιμελητών Β’ που προκηρύχθηκαν, τα μισθολογικά αντικίνητρα, τα απαγορευτικά φορολογικά και ασφαλιστικά πλαίσια για έναρξη ελεύθερου επαγγέλματος που εντάθηκαν με το νόμο Κατρούγκαλου, έκαναν ακόμα πιο ασφυκτικό το πλαίσιο για το επιστημονικό και επαγγελματικό μέλλον ενός νέου γιατρού.
Επίπρόσθετα, οι αλχημείες του ΚΕΣΥ για τους ειδικευόμενους που δεν θα διορίζονται σε ένα συγκεκριμένο νοσοκομείο αλλά σε μια ολόκληρη περιφέρεια, η νομιμοποίηση του rotation και της περιφοράς τους από πόλη σε πόλη για να καλύπτουν τρύπες ανάλογα με τα κενά του συστήματος, το απαράδεκτο logbook (βιβλιάριο προσόντων), ο εξαναγκασμός τους στο κυνήγι συνεδρίων και η πλήρης εξάρτηση από τις φαρμακευτικές εταιρίες για να μαζέψουν μόρια είναι μερικά μόνο από τα κατορθώματα της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ.
Και ακόμα παραπέρα, η αξιολόγηση (με βάση της υλικοτεχνικές δυνατότητες και τη στελέχωση που είναι γνωστό ότι υστερούν) και κατάταξη των νοσοκομείων σε κατηγορίας Α και Β, που καταργεί τη δυνατότητα κάποιων μικρότερων νοσοκομείων να παρέχουν αναγνωρισμένη εκπαίδευση ειδικότητας, οδηγώντας τα στο κλείσιμο, έκανε τους «άριστους» της ΝΔ να ζηλέψουν το μεταρρυθμιστικό ζήλο του ΣΥΡΙΖΑ.
Με πολιτική απόφαση του κ. Τσίπρα, για καθαρά επικοινωνιακούς λόγους και εν μέσω προεκλογικής περιόδου, δόθηκαν τα αναδρομικά 25 μηνών σε όσους γιατρούς δούλευαν στο ΕΣΥ την περίοδο 13/11/2014 ως 31/12/2016, ως αντιστάθμισμα για την μη συμμόρφωση της κυβέρνησης με την κατηγορηματική απόφαση του ΣτΕ και το επιτακτικό αίτημα της ΟΕΝΓΕ για άρση της μισθολογικής περικοπής του ν. 4093/12 στους σημερινούς μισθούς.
Άρα κ. Τσίπρα μας δουλεύετε κατάμουτρα όταν κατηγορείτε τη σημερινή κυβέρνηση ότι «δεν έχει ούτε στο ελάχιστο εφαρμόσει όσα οι άνθρωποι με τις πράσινες και λευκές μπλούζες ζητούν με αγωνία». Μήπως δεν είχαμε απαιτήσει αγωνιωδώς την αυτονόητη υποχρέωσή σας να συμμορφωθείτε με τις αποφάσεις του ΣτΕ;
Καταργείται δηλαδή αυτόματα το τεκμήριο αθωότητας των γιατρών της χώρας, αντιβαίνοντας ακόμα στην πάγια αρχή του ευρωπαϊκού πολιτισμού και την ενσωμάτωσή του στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Πρόκειται για απαράδεκτη προσπάθεια στοχοποίησης και διαπόμπευσης του ιατρικού κόσμου και καταστροφής της επαγγελματικής του σταδιοδρομίας, χωρίς επαρκή δικαστική τεκμηρίωση.
Καθιστά τον μαχόμενο γιατρό ανυπεράσπιστο θύμα σε πιθανές πολιτικές ή προσωπικές σκοπιμότητες, σε ανυπόστατη προσβολή της προσωπικότητας και της επαγγελματικής του φήμης. Γιατί τέτοια απαξίωση απέναντι στους «ήρωες με τις πράσινες και άσπρες μπλούζες»;
Δεν αποτελεί σύμπτωση το γεγονός ότι δύο μήνες νωρίτερα, τον Νοέμβριο του 2017, συγκεκριμένες ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες είχαν αρχίσει να βομβαρδίζουν τους νοσοκομειακούς γιατρούς με διαφημιστικές προσφορές για ιδιωτικά ασφαλιστήρια συμβόλαια αστικής ευθύνης και αποζημιώσεων.
Ο μαζικός εξαναγκασμός των νοσοκομειακών γιατρών να κάνουν ιδιωτική ασφάλεια αστικής ευθύνης για ιατρικές επιπλοκές (το ύψος των ασφαλίστρων αναμένεται να εκτοξευθεί αμέσως τουλάχιστον στα 10 χιλιάδες ευρώ ετησίως) οδηγεί άμεσα είτε στην ομαδική παραίτηση είτε στη λευκή απεργία, στην άρνηση δηλαδή εκτέλεσης ιατρικών πράξεων με διάφορα προσχήματα, με αποτέλεσμα την κατάργηση παροχής δωρεάν περίθαλψης στον πληθυσμό. Ας φανταστούμε τις συνέπειες μιας τέτοιας εγκυκλίου στις σημερινές συνθήκες, αν ένας ασθενής δικδικήσει αποζημίωση από την ιατρική ομάδα που θα θεωρηθεί υπεύθυνη για την μη νοσηλεία του σε κλίνη ΜΕΘ.
Κάτω από την πίεση των κινητοποιήσεων της Ομοσπονδίας των νοσοκομειακών γιατρών και των Ενώσεών τους, ο νόμος ανεστάλη προσωρινά με απόφαση του Γ.Γραμματέα του Υπουργείου. Η τριετής αναστολή του νόμου αυτού λήγει στις 18/11/2020, συμπίπτοντας με την κυβερνητική θητεία της ΝΔ, που θα έχει πεδίο δόξης λαμπρό να ενεργοποιήσει το νόμο του ΣΥΡΙΖΑ και να τον εφαρμόσει μέχρι κεραίας και μετά χαράς διαλύοντας ό,τι θα έχει μείνει όρθιο.
Για ποιον λόγο δεν κατήργησε τελείως αυτόν τον εκτρωματικό νόμο ο ΣΥΡΙΖΑ, αντί να τον αναστείλει προσωρινά;
Η ευθύνη για τη σημερινή κατάσταση του δημόσιου συστήματος Υγείας είναι διακομματική και διαχρονική. ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΣΥΡΙΖΑ έβαλαν και συνεχίζουν να βάζουν, ο καθένας το δικό του λιθαράκι στο συνεχιζόμενο έγκλημα της διάλυσης.
Η αντιστροφή της κατάστασης προϋποθέτει συγκρούσεις και ρήξεις. Κανείς δεν μπορεί να υπηρετεί δύο αφέντες. Το δίλημμα είναι ξεκάθαρο: Ή με την δημόσια υγεία και την υπεράσπιση του λαού ή με τα συμφέροντα των υπερεθνικών οργανισμών και των μεγάλων ιδιωτικών συμφερόντων.
Πηγή: antapocrisis.gr