
ΕΛΛΟΓΑ ΠΑΡΑΛΟΓΑ
Ο Ιούδας «τσάταρε» υπέροχα…» είναι μια έρευνα σε δύο μέρη με αυτονομία το ένα από το άλλο.
Μέρος Α’
Η ιστορία μας ξεκινά μερικούς αιώνες πριν. Εκεί, λίγο μετά τα μέσα του 19ου αιώνα. Ήταν το 1874, όταν ο Σκωτσέζος επιστήμονας και πρωτοπόρος εφευρέτης Αlexander Graham Bell ανακάλυπτε την αρχή λειτουργίας του τηλεφώνου. Δύο χρόνια αργότερα, το 1876, δίνεται στον Bell η πρώτη πατέντα τηλεφώνου (US Patent No. 174,465). Στη συνέχεια βέβαια, ένας άλλος εφευρέτης, ο ηλεκτρολόγος μηχανικός Elisha Gray διεκδίκησε την πατρότητα της εφεύρεσης του τηλεφώνου. Η υπόθεση έφτασε στα δικαστήρια, τα οποία δικαίωσαν τον πρώτο. Στις 10 Μαρτίου 1876, το τηλέφωνο του Bell μεταδίδει την πρώτη ολοκληρωμένη πρόταση της ιστορίας. «Mr. Watson», έλεγε ο Bell απευθυνόμενος στον βοηθό του, «come here. I want to see you»!
Το 1877, όλος ο πλανήτης συνδεόταν με μία μόνο τηλεφωνική γραμμή, διαμέσου της οποίας έρχονταν σε επαφή 778 τηλεφωνικές συσκευές μεταξύ Βοστόνης και Μασαχουσέτης.
Σήμερα, στις ΗΠΑ ο αριθμός των τηλεφώνων ξεπερνά αυτόν των κατοίκων.
***
Ενδεχομένως να αναρωτιέστε πού ωφελεί αυτή η μικρή ιστορική αναδρομή.
Αν λέγαμε ότι σχεδόν ταυτόχρονα με την εξάπλωση της τηλεφωνικής επικοινωνίας, αναπτύχθηκε και η υποκλοπή των συνομιλιών ίσως να σας εισάγαμε καλύτερα στο θέμα μας…
Τα πρώτα σκάνδαλα υποκλοπών έκαναν την εμφάνισή τους στα 1914. Οι υποκλοπές πήραν τέτοια έκταση ώστε το αμερικανικό Κογκρέσο τις απαγόρευσε, παρά την υπαρκτή απειλή που αποτελούσαν οι ξένοι κατάσκοποι. Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, γαρ!
Βέβαια, στα χρόνια της ποτοαπαγόρευσης, δεδομένου ότι οι Αρχές επιθυμούσαν να παρακολουθούν τους παράνομους διακινητές αλκοόλ παραβίαζαν τακτικά τη σχετική νομοθεσία.
Με τη σύμφωνη στάση της κοινής γνώμης, ο Γενικός Εισαγγελέας, Χάρλαν Φ. Στόουν απαγόρευσε το 1924 στο υπουργείο Δικαιοσύνης να πραγματοποιεί υποκλοπές. Ματαιοπονούσε βέβαια. Το υπουργείο Οικονομικών και το Γραφείο Ερευνών (υπηρεσιακός πρόγονος του FBI) συνέχισαν μυστικά τις δραστηριότητές τους.
Το 1926, έπειτα από το σκάνδαλο της παρακολούθησης του διακινητή ρουμιού και πρώην υπαστυνόμου Ρόι Όλμστεντ, η Δικαιοσύνη έκρινε υπέρ της Αστυνομίας καταδικάζοντας τον.
Η απόφαση προκάλεσε αντιδράσεις. Ο δικαστής Φρανκ Ράντκιν δήλωσε: «Κανένας ομοσπονδιακός πράκτορας δεν έχει το δικαίωμα να ακούει τις τηλεφωνικές συνομιλίες συμπολιτών του και να τις χρησιμοποιεί εναντίον τους» [« Minority opinion on the appeal of the Olmstead defendants », Εφετείο των Ηνωμένων Πολιτειών για την 9η Περιφέρεια, 9/5/1927].
Το 1928, η υπόθεση Όλμστεντ παραπέμφθηκε στο Ανώτατο Δικαστήριο. Μάλιστα, μαζί με τους πολέμιους των υποκλοπών συντάχθηκαν και επιχειρήσεις, όπως η Pacific Telephone and Telegraph Company του Σιάτλ [« Amicus curiae brief of telephone companies submitted to the Supreme Court in Olmstead v. United States », Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών, 1928].
Σ’ αυτό το σημείο να υπενθυμίσουμε ότι όταν έσκασε η βόμβα Σνόουντεν, οι Facebook, Google και MSN έκαναν τις ανήξερες αναφορικά με τις κατ’ εξακολούθηση παραβιάσεις της ιδιωτικότητας.
Κλείνει η παρένθεση.
Τελικά, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν δικαίωσε τον Όλμστεντ. Ένας από τους δικαστές, ο Λούις Μπραντέις, εξέφρασε τη σφοδρή αντίθεσή του. Κατά τη γνώμη του, « το έγκλημα είναι μεταδοτικό. Εάν το κράτος παρανομεί, ενθαρρύνει και τους πολίτες να πράξουν το ίδιο.(…) Το να δηλώνει κανείς ότι στο πλαίσιο της καταπολέμησης του εγκλήματος ο σκοπός αγιάζει τα μέσα (…)θα έχει τρομερές συνέπειες» [« Dissenting opinion of justice Louis D. Brandeis in Olmstead v. United States », Ανώτατο Δικαστήριο των Ηνωμένων Πολιτειών, 1928].
Η οπτική των Αμερικανών αλλάζει τη δεκαετία του ‘40. Αφενός, εξαιτίας του πολέμου, και, αφετέρου, επειδή το τηλέφωνο δεν αποτελεί πλέον κεκτημένο μιας ελίτ. Αυτό οδηγεί τις Αρχές να επανεξετάσουν το ζήτημα της νομιμότητας των υποκλοπών. Όπως σημείωνε πριν μερικά χρόνια η γαλλική “Le Monde’’, «λίγο πριν από την είσοδο των ΗΠΑ στον πόλεμο, ο διευθυντής του FBI, Τζον Έντγκαρ Χούβερ, απαιτεί από το Κογκρέσο να αναγνωρίσει στην υπηρεσία του ακόμα ευρύτερες αρμοδιότητες για διεξαγωγή παρακολουθήσεων των τηλεφωνικών συνομιλιών. Παρά την αντίθεση του Τζέιμς Φλάι, του προέδρου της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Επικοινωνιών (FCC), ο Φραγκλίνος Ντ. Ρούσβελτ επιτρέπει μυστικά στο υπουργείο Δικαιοσύνης να επιτηρεί- διάβαζε παρακολουθεί- τα «ανατρεπτικά στοιχεία» και τους υπόπτους για κατασκοπία». (Πολλές φορές, στα μάτια του αμερικανικού κράτους, το ένα ήταν άρρηκτα συνδεδεμένο με το άλλο).
Καθώς το τι αποτελούσε «ανατρεπτική δραστηριότητα» ήταν ασαφές, ο Χούβερ δεν χρησιμοποίησε τις νεοαποκτηθείσες αρμοδιότητές του για να διεξαγάγει έρευνες για τον εντοπισμό των ναζί. Μιλάμε άλλωστε για την εποχή κατά την οποία οι ΗΠΑ άρχισαν να σχεδιάζουν την επόμενη μέρα. Την μέρα που εκατοντάδες φυγάδες-εγκληματίες πολέμου ναζί θα στρατεύονταν κάτω από την αστερόεσσα ενάντια στον διαχρονικό και μεταπολεμικά ισχυρό εχθρό τους: Τους κομμουνιστές και την ΕΣΣΔ (βλ. http://www.imerodromos.gr/oi-nazi-sthn-c-i-a/) .
Ο βοηθός του Χούβερ, Ουίλιαμ Σάλιβαν, θα διηγηθεί αργότερα ότι, κατά τη διάρκεια του πολέμου, το FBI πραγματοποιούσε τακτικά υποκλοπές χωρίς να διαθέτει εισαγγελική άδεια : «Δεδομένου ότι διακυβευόταν το μέλλον της χώρας, η άδεια της Ουάσιγκτον δεν ήταν τίποτε περισσότερο από μια άχρηστη τυπική διαδικασία. Πολλά χρόνια μετά [το τέλος του πολέμου], το FBI συνέχιζε να υποκλέπτει τηλεφωνικές συνομιλίες χωρίς να έχει εξασφαλίσει την άδεια του Γενικού Εισαγγελέα», παραδεχόταν.
Όπως ακριβώς έπραξε μερικές δεκαετίες αργότερα ο «αόρατος πρόεδρος» των ΗΠΑ, Ντικ Τσένι μαζί με την υπόλοιπη παρέα των νεο- συντηρητικών γερακιών της Ουάσινγκτον. Όπως εξηγούσε ο καθηγητής στο πανεπιστήμιο του Γέιλ, David Bromwich, είχε τη φαντασίωση ενός κράτους σε διαρκή συναγερμό, «με την ευρύτερη δυνατή γνώση (total information awareness) για τις σκέψεις και τις προθέσεις των πολιτών του. Γνωρίζοντας ωστόσο, πως ένα τέτοιο σχέδιο έπρεπε να μείνει μυστικό, κινήθηκε στο παρασκήνιο και μαζί με τον δικηγόρο του, Ντέιβιντ Άντινγκτον, που κατέγραψε την όλη συλλογιστική του εγχειρήματος, και τον Τομ Χέιντεν της NSA άρχισε να εφαρμόζει πρακτικά μέτρα προς αυτή την κατεύθυνση.
Σύμφωνα με το αποκαλυπτικό δημοσίευμα των “TNYork Times” στις 16/12/2005, η κυβέρνηση Μπους αγνοώντας την υποχρέωσή της να γίνονται παρακολουθήσεις έπειτα από σχετικό ένταλμα ειδικού δικαστηρίου, όπως οριζόταν από το νόμο του προέδρου Κάρτερ- νόμος FISA (Foreign Intelligence Surveillance Act), προχώρησε σε μαζικές παρακολουθήσεις Αμερικανών πολιτών. Πρωτεργάτης αυτής της οργουελιανής επιχείρησης ήταν ο Τσένι.
Δεν πατούσε ωστόσο σε αχαρτογράφητα νερά. Αρκεί απλώς να αναφερθεί ότι ο αριθμός των απορριπτικών απαντήσεων στο αίτημα των μυστικών υπηρεσιών για παρακολούθηση ήταν 5 για 22.990 αιτήματα υποκλοπών, την περίοδο 1979-2006.
Από το 1950, όταν ο γερουσιαστής Τζόζεφ Μακάρθι δρομολόγησε το κυνήγι μαγισσών, το FBI πάτησε επάνω στους φόβους που προκαλούσε ο Ψυχρός Πόλεμος για να επεκτείνει τις τηλεφωνικές υποκλοπές.
Σχεδόν τρεις δεκαετίες αργότερα, οι επιτροπές Τσερτς και Πάικ αποκάλυψαν το μέγεθος διείσδυσης των υπηρεσιών πληροφοριών στη ζωή των Αμερικανών και τις ευρύτατες εκστρατείες παρακολούθησης πολιτών που συμμετείχαν σε καθόλα νόμιμες πολιτικές δραστηριότητες.
Πιθανότατα, το βεβαρημένο παρελθόν της υπηρεσίας να είχαν στο μυαλό τους οι ερευνητές της εφημερίδας «USA Today», η οποία δύο μήνες πριν από την 11η Σεπτεμβρίου κυκλοφόρησε με πρωτοσέλιδο τίτλο : « 4 στους 10 Αμερικανούς δεν εμπιστεύονται το FBI» (20 Ιουνίου 2001)…
«Η Google μας κατασκοπεύει και μας παραδίδει στις ΗΠΑ»*
Τζούλιαν Ασάνζ
Η παρέμβαση του κράτους- ντετέκτιβ, όμως, στην προσωπική ζωή των πολιτών δεν έμεινε στα παλαιά μέσα. Όσο εξελισσόταν η τεχνολογία αυξανόταν και ο ρυθμός μόχλευσής της με σκοπό την προστασία και τη διατήρηση του πολιτικού, μα κυρίως του οικονομικού status quo. Δεν είναι μόνο οι δυστοπικές φαντασιώσεις του κ. Τσένι, αλλά ολόκληρη η βιομηχανία επιτήρησης, επιρροής και κερδοφορίας που στήθηκε μέσα από τη δυναμική είσοδο του διαδικτύου στην καθημερινότητα με άμεσο αντίκτυπο σε εμάς. Θα λέγαμε δηλαδή, ότι από τη μία πλευρά κατασκευάζονται «κατηγορίες υπόπτων» και από την άλλη «κατηγορίες προσέλκυσης».
Όπως πολύ εύστοχα αναφέρεται στο βιβλίο του Michael Margolis: «Τα εκτός Ιστού συμφέροντα καθορίζουν τα εντός Ιστού, ενώ σε ό, τι αφορά τις πολιτικές διεργασίες, αυτές μπορούν να ιδωθούν μέσα από το πρίσμα της φράσης «politics as usual» [Resnick, D. &Margolis, M. (2000), Politics as usual: The Cyberspace “Revolution”, London: Sage Publications].
Παράλληλα, το διαδίκτυο αποδείχτηκε πεδίο αντανάκλασης των ανταγωνισμών ανάμεσα στα καπιταλιστικά κράτη.
«Για τη διατήρηση της ευημερίας η Γερμανία πρέπει να συμβαδίσει με τον ξένο ανταγωνισμό», προειδοποιούσε η Άνγκελα Μέρκελ αναφορικά με την προστασία των δεδομένων.
Συνεπώς, σχολίαζε ο οικονομικός αναλυτής της Handelsblatt Νόρμπερτ Χέρινγκ, σύμφωνα μ’ αυτή τη λογική, αν «οι αμερικανικές εταιρείες συλλογής δεδομένων δραστηριοποιούνται στην Ευρώπη κατά παράβαση όλων των υφιστάμενων ευρωπαϊκών νόμων(…) θα πρέπει να διευκολύνονται και οι αντίστοιχες ευρωπαϊκές εταιρείες (…) δηλαδή να – μας- εκμεταλλεύονται ως πρώτη ύλη δεδομένων».
Τον περασμένο Απρίλιο, με μια πιο επιθετική γραμμή, δια στόματος της υπ. Προστασίας Καταναλωτών Καταρίνα Μπάρλεϊ, η γερμανική πλευρά ζητούσε τη λήψη άμεσων μέτρων πανευρωπαϊκά μετά το σκάνδαλο της Cambridge Analytica.
Μπορεί βέβαια, μετά το νέο σκάνδαλο διαρροής, οι Γερμανοί να ήταν λάβροι απέναντι στη Facebook, «κάνοντας έξυπνη αντίσταση», κατά την προσέγγιση του «Spiegel», απέναντι στις ΗΠΑ, όπως και στην περίπτωση των ενδονατοϊκών προστριβών· ωστόσο, τρία χρόνια πριν, αγνοήθηκε επιδεικτικά η απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου που καταδίκαζε την σύμπραξη των Ευρωπαίων με τους Αμερικανούς συλλογείς δεδομένων, παραβιάζοντας τους κανόνες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής περί μη αποθήκευσης δεδομένων Ευρωπαίων πολιτών σε χώρες με χαμηλότερο δίκτυο προστασίας αυτών. (Οι ΗΠΑ, δεν έχουν επικυρώσει τη Σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την προστασία των δεδομένων[1981]).
«Buisiness as usual», θα ‘λεγε κάποιος…
***
Το γεωπολιτικό διακύβευμα του Διαδικτύου ξεδιπλώθηκε καθαρά τoν Δεκέμβριο του 2012, κατά τη διάρκεια διεθνούς διάσκεψης στο Ντουμπάι (WCIT), σχετικά με την εποπτεία ή μη του διαδικτύου από τη Διεθνή Ένωση Τηλεπικοινωνιών, υπό την αιγίδα της οποίας λάμβανε χώρα η διάσκεψη.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες είπαν όχι και η θέση τους υπερίσχυσε. Το ίδιο έκαναν, μεταξύ άλλων, η Γαλλία, η Γερμανία και η Ιαπωνία. Μολοταύτα, περισσότερα από τα δύο τρίτα των παρισταμένων κρατών –89 εν συνόλω– επικύρωσαν το έγγραφο.
Πρόκειται για μια κοσμοϊστορική σύγκρουση μεταξύ των υποστηρικτών ενός ανοιχτού διαδικτύου και των επίδοξων σφετεριστών της ελευθερίας και των κυβερνητικών λογοκριτών, όπως υποστήριζαν αρκετοί, μήνες πριν τη Διάσκεψη; Ή απλά για την επιβολή της θέλησης της πρωτοπορίας της παγκοσμιοποιημένης κεφαλαιοκρατίας έναντι των ανταγωνιστών της;
Απάντηση στο ερώτημά μας ίσως δώσει ο νεοφιλελεύθερος θιασώτης της πολιτικής της μη παρέμβασης Λάρι Σάμερς, ο άνθρωπος που ως υπ. Οικ. των ΗΠΑ, μαζί με τον Α. Γκρίνσπαν και τον Ρ. Ρούμπιν, διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην κρίση των subprimes. «Οι νόμοι της οικονομίας», έλεγε, «είναι σαν αυτούς της μηχανικής. Οι ίδιοι νόμοι ισχύον παντού». Kαι αν αναρωτιέστε τι σχέση έχουν τα κελεύσματα ενός κατ’ εξοχήν μονεταριστή με το θέμα μας, μια αρκετά πειστική απάντηση δίνει ο ακαδημαϊκός Μιχάλης Λιανός. Πρόκειται για την κρυφή πλευρά του κυρίαρχου δόγματος, αναφέρει, σύμφωνα με την οποία «δεν μπορεί το κράτος να κυβερνά ενάντια στην οικονομία» και κατ’ επέκταση «δεν μπορεί το κράτος να ελέγχει (…)την κοινωνία χωρίς την οικονομία».
Κάτι τέτοιο δεν προϋποθέτει στρατιές καραβανάδων λογοκριτών ή κάποιον ηλεκτρονικό «γύψο». Ήδη από τη δεκαετία του 1970, η ρητορική της «ελεύθερης ροής των δεδομένων», αυτή η υποδόρια μορφή χειραγώγησης, αποτελεί κεντρικό θεμέλιο τόσο της εσωτερικής, όσο και της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ στοχεύοντας σε έναν ιδιότυπο ομοφρονισμό. Έναν ομοφρονισμό για τον οποίο όλες οι κοινωνικές σχέσεις αποτελούν εμπορεύματα, ενώ οι επιθυμίες και οι συμπεριφορές μας διαπλάθονται από την αγορά. Παράλληλα, η σύνδεση της ιδιωτικότητας με την ελευθερία υλοποιεί και κάτι άλλο, απόλυτα σημαντικό για την καπιταλιστική κοινωνική διαστρωμάτωση. «Να παρουσιάζεται(…) η κοινωνική θέση ως αποτέλεσμα ατομικής επιλογής (…) και όχι ως αποτέλεσμα δομικών συνθηκών και των πολιτισμικών αναπαραστάσεων που τις νομιμοποιούν»**.
****
«Καμία γωνιά του κόσμου δεν είναι αρκετά απομακρυσμένη, κανένα βουνό αρκετά ψηλό, καμία σπηλιά και κανένα καταφύγιο δεν είναι αρκετά βαθύ για να κρύψει τους εχθρούς μας»
Αυτά ήταν τα λόγια με τα οποία ο πρώην υπουργός Άμυνας της πολεμοχαρούς κυβέρνησης Μπους του νεότερου, Ντόναλντ Ράμσφελντ, είχε επιλέξει να δείξει το ιμπεριαλιστικό του θράσος.
Στην ψηφιακή εποχή, η αυτοκρατορία δεν οργανώνει αμέσως πολυαίμακτες πολεμικές επιχειρήσεις προκειμένου να επιβάλλει το δίκαιο. Μπορεί, αρχικά, να επιστρατεύσει άλλα μέσα, όπως τους αλγόριθμους των μέσων κοινωνικής δικτύωσης.
Πρόκειται για «απολίτικους» μηχανισμούς, θα ισχυριστούν κάποιοι. Θα μας επιτρέψετε να αμφιβάλουμε.
Όπως εξηγούσε ο συγγραφέας Φράνκλιν Φόερ στο βιβλίο με τίτλο «World Without Mind», «(…)οι φαινομενικά ουδέτεροι αλγόριθμοι της σημερινής εποχής (…)έρχονται να αντικαταστήσουν την ουτοπία και τον μύθο των πρώτων τεχνοκρατών. (…)Κάθε αλγόριθμος κρύβει τεράστιες ποσότητες πολιτικής (…)και πολιτικής οικονομίας ανάλογα με τις επιδιώξεις των δημιουργών του»-.
***
Κι αν κάποιος έχει ενστάσεις σχετικά με τις φήμες (;) περί αγαστής συνεργασίας εταιρειών όπως η FΒ, η Google, η Twitter, η Αmazon κ.ά. με τις υπηρεσίες πληροφοριών των ΗΠΑ και των συμμάχων τους δεν έχει παρά να ανατρέξει:
«Κάποιος», σημείωνε σε άρθρο του ο δημοσιογράφος Glenn Greenwald, «μπορεί να δημιουργήσει έναν φανταστικό κόσμο, (…) στον οποίο τα στελέχη της Silicon Valley χρησιμοποιούν τη δύναμή τους για να προστατεύσουν τους περιθωριοποιημένους λαούς σε όλο τον κόσμο, λογοκρίνοντας εκείνους που θέλουν να τους βλάψουν, (…) αλλά στον πραγματικό κόσμο, αυτό δεν είναι παρά ένα θλιβερό όνειρο. Όπως ακριβώς οι κυβερνήσεις, αυτές οι εταιρείες θα χρησιμοποιήσουν τη λογοκρισία τους για να εξυπηρετήσουν και όχι για να υπονομεύσουν τις πιο ισχυρές φατρίες του κόσμου».
Μέρος Β’
«Τα δεδομένα είναι η πρώτη ύλη του μέλλοντος»
Άνγκελα Μέρκελ, συνέδριο του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος, Σεπτέμβριος 2015
(Το συνέδριο ήταν μια… ευγενική χορηγία της Google, της Facebook, της Γερμανικής Ένωσης για την Ψηφιακή Οικονομία και του Ομοσπονδιακού Συνδέσμου Γερμανικών Εταιρειών Συμμετοχών).
Όταν ο αλγόριθμος «PageRank» της Google άρχισε να αποκτά τον έλεγχο του διαδικτύου το 1996, σε ένα έργο που χρηματοδοτήθηκε από το αμερικανικό Εθνικό Ίδρυμα Επιστημών, ο Larry Page και ο Sergey Brin ξεκίνησαν μια διαδικασία που έμελλε να ανατρέψει τα πάντα στην πηγή της πληροφορίας. Με την αρχειοθέτηση μιας όλο και πιο διευρυμένης μνήμης cache των διευθύνσεων URL βάσει της πυκνότητας συνδέσεων και των λογιστικών-στατιστικών στοιχείων συμμετοχής των χρηστών, αναπτύχθηκε ένας αλγόριθμος ο οποίος ανέθεσε τη βελτίωση της μηχανής αναζήτησής τους στους ίδιους τους πελάτες. Δηλαδή, τους χρήστες μιας εκ των πολλών δωρεάν υπηρεσιών της Google. Έτσι, οι χρήστες ισχυροποίησαν και βελτίωσαν τον αλγόριθμο απλά «σερφάροντας», προσελκύοντας μ’ αυτόν τον τρόπο περισσότερους καταναλωτές στο βελτιωμένο προϊόν , δημιουργώντας παράλληλα μια μεγαλύτερη βάση για την τελειοποίηση της μηχανής αναζήτησης.
Η κίνηση μέσω του φυσικού χώρου (Google Maps), τα αναμενόμενα μελλοντικά γεγονότα (Google Calendar) και οι μετρήσεις στην καθημερινή χρήση του Διαδικτύου (Google Chrome) είναι τα κοινά κομμάτια ενός βιογραφικού πάζλ που συνθέτουν όσα αναφέρονται στη σελίδα απορρήτου της εταιρείας ως «πράγματα που σας κάνουν αυτό που είστε».
Ομοίως και η Αmazon. O παντοκράτορας του λιανικού εμπορίου, ήδη από το 2003, καθιερώθηκε ως πρωτοπόρος στην στοχοθετημένη διαδικτυακή διαφήμιση, χρησιμοποιώντας μια ογκωδέστατη σειρά από επιμέρους ιστορικά αγοράς προκειμένου να τροφοδοτήσει αλγόριθμους που δημιουργούν δείκτες ομοιότητας (για κάθε ψηφιακό στοιχείο) και εργαλεία δημιουργίας καταναλωτικών προφίλ.
Πρόκειται για μια τεράστια συλλογή μεταδεδομένων με κρυφό και έμμεσο τρόπο, συμφωνούν αρκετοί αναλυτές, δικαιώνοντας, έστω λίγο παραφρασμένα, τη ρήση της κριτικού ταινιών Annette Michelson το 1979 ότι στην «εποχή των ψηφιακών επικοινωνιών, τα δεδομένα σας – και όχι εσείς οι ίδιοι – είναι το προϊόν που παραδίδεται μαζικά».
Εν ολίγοις, τα λεπτομερή προφίλ των χρηστών των διαδικτυακών πλατφορμών συσκευάζονται και πωλούνται στους διαφημιστές μαζικά, χωρίς έσοδα για τους καταναλωτές-παραγωγούς, των οποίων η εργασία τούς αποφέρει κέρδος.
Το φάντασμα της «υπεραξίας» πλανιέται πάνω από τα κεφάλια των ταγών του τέλους της Ιστορίας, ίσως ισχυριζόταν κάποιος σ’ αυτό το σημείο…
Η εκτεταμένη υλική υποδομή που διαθέτουν οι μονοπωλιακοί όμιλοι της πληροφορίας είναι το κλειδί που ανοίγει τα ξέχειλα θησαυροφυλάκιά τους. Όπως εξηγούσε ο Έντουαρντ Σνόουντεν το 2015: «Τα μεγάλα δεδομένα έχουν χαρακτηριστεί ως το νέο πετρέλαιο: είναι άχρηστα στην ωμή μορφή τους, αλλά εξελίσσονται σε ολόκληρη περιουσία με το σωστό ραφινάρισμα». Για να συνεχίσει μετά: «Τα μεταδεδομένα μοιάζουν πολύ με αυτά που κάνει ένας ιδιωτικός ντετέκτιβ όταν ακολουθεί κάποιον. Δεν είναι καν κοντά σας, όταν κάθεται πίσω σας σε ένα καφέ, για να πιάσει κάθε λέξη που λέτε σε μια ψιθυριστή συνομιλία. Αλλά θα ξέρει πού ήσαστε, θα γνωρίζει με ποιον συναντηθήκατε, θα ξέρει πότε συνέβη, θα ξέρει πώς φύγατε, θα ξέρει πού πήγατε. Και αν το δείτε συνολικά, λέτε την πλήρη ιστορία της ζωής κάποιου. Το Facebook δεν γνωρίζει μόνο την κατάσταση της σχέσης σας, τα πράγματα που σας αρέσουν και πού βγάλατε τις φωτογραφίες προφίλ σας – συνδέει επίσης αυτές τις πληροφορίες με οτιδήποτε κάνετε σε μια εξωτερική εφαρμογή στην οποία έχετε πρόσβαση μέσω ενός Facebook login ή σε μια οποιαδήποτε ιστοσελίδα στην οποία έχετε πρόσβαση από εκεί. Αυτό του επιτρέπει να συσχετίζει τις επιλογές σας στο Tinder με τις συναλλαγές σας στο Venmo, τις βόλτες σας με το Uber με τους ακολούθους σας στο Instagram, τις παραγγελίες σας στο Seamless με τις προτιμώμενες πηγές ειδήσεων και τον τρόπο με τον οποίο έχετε πρόσβαση σε αυτές».
https://i2.wp.com/www.nostimonimar.gr/wp-content/uploads/2018/08/mon.jpg?resize=150%2C150 150w, https://i2.wp.com/www.nostimonimar.gr/wp-content/uploads/2018/08/mon.jpg?resize=300%2C300 300w" alt="" width="500" height="500">
Για να γίνει κατανοητή η συσσώρευση κεφαλαίου που υποκρύπτει αυτή η εξαγωγή του πλούτου των δεδομένων, αρκεί μόνο να ειπωθεί ότι:
Ενδεχομένως, τα δαπανώμενα ποσά για τη «διύλιση» των μεταδεδομένων να φαίνονται μεγάλα. Αν λέγαμε όμως, ότι μόνο για το 2016 οι τεχνολογικοί γίγαντες: Facebook, Amazon και Google είχαν απολαβές που ξεπερνούσαν τα 250 δισ. δολάρια, έχοντας παράλληλα «πνίξει» όποιον νέο παίκτη προσπαθούσε να εισέλθει στην αγορά (το 2011, η Google εξαγόραζε μια εταιρεία την εβδομάδα, το 2012, η Facebook εξαγόρασε το Instagram και το 2014 το WhatsApp, ενώ όλοι θυμούνται την ιστορία με τη λιανική εταιρεία πώλησης βρεφικών προϊόντων «diapers.com», την οποία η Amazon εξαφάνισε, αρχικά μειώνοντας τις τιμές της στα ίδια προϊόντα και στη συνέχεια εξαγοράζοντάς την) θα βλέπαμε ότι τα λεφτά που επενδύονται είναι ελάχιστα μπροστά στα υπερκέρδη που αποκομίζουν καθημερινά.
Πρόκειται για «ψηφιακή φεουδαρχία», έγραφε πριν από μερικά χρόνια ο Αντόνι ντε Ρόσα, διευθυντής περιεχομένου στο Ρόιτερς. «Μας πιάνουν κορόιδα για να ταΐζουμε το θηρίο, για να δημιουργούμε περιεχόμενο που καταλήγει να αποφέρει υπέρογκα κέρδη για λογαριασμό άλλων», σχολίαζε δηκτικά.
Ενώ, ο Robert Epstein, ερευνητής ψυχολόγος στο Αμερικανικό Ινστιτούτο Έρευνας Συμπεριφοράς και Τεχνολογίας, σε έρευνά του για τον τρόπο κατάταξης των αποτελεσμάτων αναζήτησης και επηρεασμού της εκλογικής συμπεριφοράς κατέληγε ότι: «(…)Μιλάμε για την πιο ισχυρή μηχανή ελέγχου του νου που ανακαλύφθηκε ποτέ στην ιστορία του ανθρώπινου γένους».
Η πραγματικότητα αδιάψευστος μάρτυράς τους.
Ο μέσος χρήστης του Facebook είχε αξία περίπου 15 δολ/έτος στις αρχές του 2016. Για την Google, ο αριθμός αυτός ήταν περίπου 33 δολάρια. Αυτοί μπορεί να φαίνονται μικροί αριθμοί, όμως γίνονται τεράστιοι όταν πολλαπλασιάζονται σε μια τεράστια βάση καταναλωτών- περίπου 2 δισεκατομμυρίων- και θα συνεχίσουν να αυξάνονται καθώς βελτιώνεται η ικανότητα των εταιρειών να μετατρέπουν «απλές» πληροφορίες σε κερδοφόρες γνώσεις, όπως αναφέραμε προηγουμένως.
Αναρωτιέται μήπως κανείς γιατί μιλάμε για μονοπώλιο;
Μα γιατί οι ίδιοι οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους.
Η Facebook, φερεπείν, κατέχει το 77% της κίνησης κινητής κοινωνικής δικτύωσης στις Ηνωμένες Πολιτείες. Το 2017, σε συνδυασμό με τη Google ήλεγχαν το 70% της παραπομπής εξωτερικής κυκλοφορίας στις ιστοσελίδες ειδήσεων. Οι μετοχές της Amazon και της Alphabet ξεπέρασαν τα 1.000 δολάρια τον μήνα- ενώ η πρώτη, αναμένεται να συγκεντρώσει το ήμισυ των online πωλήσεων των ΗΠΑ μέχρι το 2021.
Παράλληλα, η εταιρεία του Mark Zuckerberg βάζει στη τσέπη, χοντρικά, το ¼ όλων των διαφημίσεων στο διαδίκτυο και την κινητή τηλεφωνία, το οποίο μόνο μία χρονιά ανήλθε γύρω στα 40 δισ. δολάρια.
Ο ιδρυτής του Facebook, αναγνωρίζει ξεκάθαρα πόση εξουσία έχει συγκεντρώσει η εταιρεία του. «Το Facebook μοιάζει περισσότερο με κυβέρνηση παρά με παραδοσιακή εταιρεία», δήλωνε γεμάτος κομπασμό. Για να συνεχίσει: «Έχουμε μια τεράστια κοινότητα ανθρώπων, και περισσότερο από κάθε άλλη τεχνολογική εταιρεία εμείς επιβάλλουμε πολιτικές». Άποψη με την οποία φαίνεται να συμφωνεί και ο άρτι αφιχθείς πρόεδρος της αμερικανικής Ομοσπονδιακής Επιτροπής Εμπορίου (FTC), Joe Simons, ο οποίος έχει καταθέσει ότι πιστεύει ότι τα μονοπώλια της πλατφόρμας έχουν τη δύναμη «να χρησιμοποιήσουν ακατάλληλα μέσα για να παραμείνουν μεγάλα».
Το «επιθετικό» λόμπινγκ κατά του Νόμου περί Έντιμων Διαφημίσεων (Honest Ads Act), μιας απλής πρότασης δημοσιοποίησης που τέθηκε επί τάπητος από τους Γερουσιαστές Amy Klobuchar και Mark Warner, είναι ένα παράδειγμα. Για χρόνια ολόκληρα η Facebook ασκούσε επιτυχώς πίεση με σκοπό να μπλοκάρει κανονισμούς απορρήτου, όπως τους κανονισμούς που θα ρύθμιζαν τις τεχνολογίες αναγνώρισης προσώπου.
Ποιο το κέρδος από μια τέτοια καταφανή καταπάτηση του δημοσίου συμφέροντος; Όταν το Facebook το 2011 υπέγραψε το «διάταγμα συγκατάθεσης» με την FTC, τα ετήσια έσοδά του ανέρχονταν σε 3,7 δισ. δολάρια. Το 2017 ήταν πάνω από 10 φορές μεγαλύτερα.
***
«Η δύναμή σας μερικές φορές με τρομάζει. (…)Το πρόβλημα είναι ότι οι εταιρείες γνωρίζουν πάρα πολλά για εμάς, και πολύ λίγa για τον εαυτό τους»
Γερουσιαστής Τζον Κένεντι της Λουιζιάνα, Οκτώβριος 2017, προς τους γενικούς συμβούλους της Facebook και της Google
Tα λόγια του γερουσιαστή έρχονται να ματώσουν την οικονομίστικη ψυχή κάθε νεοφιλελεύθερου θιασώτη του πρωτοπόρου και καινοτόμου ρόλου των ισχυρών επιχειρήσεων της πληροφορίας. Κι αυτό, διότι, θίγει, έστω έμμεσα, το ζήτημα ελέγχου τέτοιου είδους επιχειρήσεων: Μονοπωλιακών.
Είναι ουρανόμηκες σφάλμα να πιστεύει κάποιος ότι τα προσωπικά δεδομένα, όπως αυτά των δύο εκατομμυρίων Λονδρέζων πολιτών-καταγεγραμμένων στο Εθνικό Σύστημα Υγείας που δόθηκαν στην εταιρεία «DeepMind» δεν θα αποτελέσουν πρώτη ύλη πλουτισμού για την επιχείρηση;
Η απάντηση είναι, ναι! Εντός του υπάρχοντος πολιτικού, κυρίως, όμως, οικονομικού πλαισίου, δεν υπάρχει το περιθώριο για μια επιχείρηση να συλλέξει τα δεδομένα- με όποιο πρόσχημα και αν το κάνει- παρά μονάχα εις βάρος της κοινωνίας.
Και αν δεν πιστεύετε εμάς, που έχουμε κάποια παλιά χρωστούμενα με το κεφαλαιοκρατικό σύστημα, ο Μάικλ Τσέρτοφ, πρώην υπουργός Εσωτερικής Ασφάλειας των κυβερνήσεων Μπους και Ομπάμα (2005-2009) και συσσυγραφέας του περιβόητου PATRIOT ACT, ίσως τα λέει καλύτερα: «(…)O αριθμός των ευαίσθητων δεδομένων που συλλέγονται από τις ψηφιακές εταιρείες είναι πολύ ανησυχητικός. Φανταστείτε ότι οι ασφαλιστικές εταιρείες θα διαφοροποιούν σύντομα την προσφορά τους με βάση τα δεδομένα που σχετίζονται με τον τρόπο ζωής – κάτι που κάνει τον Big Brother του Όργουελ να μοιάζει παιδικός».
****
Άραγε, ποιος ο σκοπός αυτού του σημειώματος; Να ξιφουλκήσει ενάντια στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (ΜΚΔ); Να αναδείξει την πλαστότητα του εταιρικού ψηφιακού κόσμου που εκμεταλλεύεται τη δουλειά άλλων για να πλουτίζει ασύστολα, αψηφώντας ταυτόχρονα κάθε έννοια δημοκρατίας, ηθικής, γνώσης και ορθού λόγου; Να αναρωτηθεί αν η αντικατάσταση του ν. 2472/1997 από τον νέο ευρωπαϊκό Κανονισμό Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων [2016/79]*** είναι αρκετή για την προστασία των Ευρωπαίων; Να προτείνει την κατάργηση των ΜΚΔ ή ακόμη και του ίδιου του διαδικτύου; Του τηλεφώνου, μήπως (!);
Η απάντηση είναι λίγο πιο περίπλοκη.
Δεν θα διαφωνήσει, νομίζουμε, κανείς στο γεγονός ότι η τεχνολογία μπορεί και οφείλει να σταθεί αρωγός στην ανθρωπότητα. Δεν θα διαφωνήσει, νομίζουμε, κανείς ότι σκοπός του κάθε καπιταλιστή είναι η μεγιστοποίηση του κέρδους και ο περιορισμός της ζημίας.
Τι συμβαίνει, όμως, όταν μια σπουδαία τεχνολογική εφαρμογή όπως τα ΜΚΔ τίθενται, ως μονοπώλιο, στην υπηρεσία μιας δράκας ολιγαρχών καθιστώντας παράλληλα την κοινωνία καθημαγμένο δούλο του μέγιστου κέρδους τους;
***
Οι προτάσεις που έχουν πέσει στο τραπέζι μέχρι τώρα για την αντιμετώπιση αυτού του μεγάλου κινδύνου για τους πολίτες είναι ανεπαρκείς. Οι νόμοι προσχηματικοί. Ο αναλυτής Ames McQuivey, αναφέρει ότι οι πρόσφατες δραματικές αυξήσεις στις τιμές των μετοχών θα μπορούσαν να είναι ένα σημάδι ότι οι επενδυτές υποτιμούν την πιθανότητα λήψης μέτρων από οποιαδήποτε ρυθμιστική αρχή.
Τείνουμε να συμφωνήσουμε μαζί του.
Ο Μαρκ Αντρέσεν, επενδυτής της Silicon Valley, έχει δηλώσει ότι ο καπιταλισμός «τρώει τον κόσμο».
Γνώμη του γράφοντος είναι ότι καμία πραγματική λύση δεν μπορεί να δοθεί από ένα κράτος που λειτουργεί ως εμπροσθοφυλακή ιδιωτικών συμφερόντων.
Μα, θα αναρωτηθεί πολύ σωστά κάποιος, ακόμη και αν άλλαζε ο εξουσιαστικός πυρήνας του σύγχρονου κράτους, ποιος μπορεί να μας εγγυηθεί ότι δεν θα συνεχιστεί, τουλάχιστον, η παρακολούθηση και η προσπάθεια πρόληψης και de facto καταστολής οιασδήποτε λαϊκής διεκδίκησης;
Κανείς, είναι η απάντηση. Φευ, μιλάμε για την εξουσία. Για αυτό ενδεχομένως, ακόμη και τώρα- με τον υπάρχοντα αρνητικό συσχετισμό δυνάμεων- η πίεση για αμεσότερη εμπλοκή του κόσμου της εργασίας στον έλεγχο του κράτους και των υπηρεσιών του να ήταν ένα πρώτο βήμα διαμόρφωσης των συνθηκών για το πέρασμα σε μια άλλου είδους εξουσία. Με τους εργαζόμενους στο προσκήνιο. Όχι θεατές.
Τροφή για σκέψη και πολιτική εγρήγορση.
Θα επανέλθουμε.