
του Μιχάλη Χονδροκούκη
Χαρακτηριστικό της περιόδου που διανύουμε είναι η συνύπαρξη δύο αντιθετικών στοιχείων σε πολλούς συναγωνιστές της αριστεράς: από τη μία η γενικευμένη απαισιοδοξία σχετικά με την προοπτική ανάπτυξης και αντεπίθεσης του λαϊκού κινήματος και από την άλλη η αφοπλιστική διστακτικότητα και ανασφάλεια που εμποδίζουν τους συναγωνιστές είτε να έρθουν σε ρήξη με τις όποιες ηγεσίες διεκδικώντας αποτελεσματικές αλλαγές είτε να κόψουν τον ομφάλιο λώρο όπου εκτιμάται ότι δεν υπάρχουν οι συσχετισμοί και η προοπτική αλλαγής είναι ανύπαρκτη.
Η κατάσταση είναι κρίσιμη, διότι δεν υπάρχει ειλικρινής αγωνιστής (και όχι επαγγελματικό στέλεχος) που να εμπνέεται από τις υπάρχουσες κυρίαρχες «γραμμές» της αριστεράς. Ανεξαρτήτως του τι δηλώνουν όλοι στον επίσημο δημόσιο λόγο, στα «πηγαδάκια» και στις παρέες εκφράζεται ανοιχτά η απαισιοδοξία… κακά τα ψέματα!
Είναι καλό πράγμα η απαισιοδοξία; Φυσικά και όχι. Είναι κακό να την επισημαίνουμε, εάν υπάρχει; Φυσικά και όχι. Έχουμε καθήκον να την επισημαίνουμε, να την εξηγούμε και το κυριότερο, να παίρνουμε τα μέτρα μας για να εκλείψουν οι όροι που τη δημιουργούν. Για την ακρίβεια, το μόνο αισιόδοξο στοιχείο σε αυτήν τη γενικευμένη απαισιοδοξία είναι η ίδια η γενίκευσή της. Βρισκόμαστε ένα βήμα πριν τη συνειδητοποίηση του τι πρέπει να κάνουμε, όταν έχουμε απογοητευθεί από αυτό που κάναμε έως τώρα. Μερικά χρόνια νωρίτερα οι περισσότεροι είχαν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στις κυρίαρχες «γραμμές» και στην «πεπατημένη». Τώρα, με τέτοια ήττα του κινήματος, με τέτοια αναποτελεσματικότητα στη δράση της αριστεράς, θα ήταν τρομερό εάν η πλειοψηφία συνέχιζε να είναι αδικαιολογήτως αισιόδοξη. Τουλάχιστον δια της απογοήτευσης δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για την επανεκτίμηση των «πεπατημένων».
- Εάν δεν αναγνωρίσουμε την αδυναμία μας και το πολιτικό αδιέξοδο των κυρίαρχων τάσεων της αριστεράς, πώς θα αναγνωρίσουμε τις αιτίες της αναποτελεσματικότητας της δράσης μας;
- Εάν δεν αναγνωρίσουμε τις αιτίες της αναποτελεσματικότητάς μας, πώς θα προτείνουμε τρόπους υπέρβασης των αδυναμιών και του αδιεξόδου;
- Εάν δεν δοκιμάσουμε στην πράξη άλλους δρόμους από την «πεπατημένη», πώς θα ξεκολλήσουμε από τη σημερινή καθήλωση που χρονίζει και δίνει κρίσιμα πλεονεκτήματα στον ταξικό αντίπαλο;
1. Το πολιτικό αδιέξοδο των κομμάτων και οργανώσεων που αποτελούν τις κυρίαρχες τάσεις στην αριστερά σήμερα
ΚΚΕ: Βάζοντας ψηλά τον «πήχη» της επαναστατικής δράσης, τόσο ψηλά που, πέρα από την τελική έφοδο για το σοσιαλισμό, όλα τα άλλα να θεωρούνται ρεφορμισμός και αστική ενσωμάτωση… το ΚΚΕ δικαιολογείται και προς τα έξω και προς τα μέσα για την άρνησή του να οργανώσει τον αγώνα για τις επείγουσες ανάγκες του λαού και την ανάσχεση της κλιμακούμενης επίθεσης των διεθνών μονοπωλίων, δικαιολογείται για την άρνησή του να συνάψει τις απαραίτητες πολιτικές συνεργασίες σε κάθε δυνατό επίπεδο και να πρωτοστατήσει στη δημιουργία ενός ευρύτατου λαϊκού μετώπου.
Η χαρακτηριστική αδράνεια και κεκαλυμμένη απραξία με ανέξοδες και ανώφελες επαναστατικές κορώνες ή εφετζίδικους ακτιβισμούς για τις κάμερες, ο σεχταρισμός και υπονόμευση της μετωπικής κινητοποίησης και οργάνωσης του λαού, η παραπομπή ακόμη και της εξόδου από την ΕΕ στο σοσιαλισμό… όλα αυτά μαρτυρούν μια ανομολόγητη συνθηκολόγηση της ηγεσίας του ΚΚΕ, την οποία προσπαθούν να παρουσιάσουν στα μέλη της βάσης ως «καθαρή», «επαναστατική» στάση.
Η βάση μπορεί να έχει τις αμφιβολίες της, ωστόσο η γενικότερη ανασφάλεια και η ανυπαρξία κάποιου ισχυρού πολιτικού φορέα ως εναλλακτικής εμποδίζουν τα μέλη να έρθουν σε ρήξη με την κατεστημένη ηγεσία. Μάλιστα, στην κομματική καθήλωση συνέβαλε σημαντικά και η ξεδιάντροπη στάση της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, η οποία επέφερε συσπείρωση των μελών σε μια αντι-ΣΥΡΙΖΑ βάση και δήθεν δικαίωση του υπερεπαναστατικού βερμπαλισμού του κόμματος. Φαίνεται ότι η πρακτική επιβεβαίωση της προδοτικής στάσης του ΣΥΡΙΖΑ λειτούργησε σε ένα βαθμό για πολλά μέλη που ταλαντεύονταν ως γενική «επιβεβαίωση» της κομματικής γραμμής, δηλαδή λειτούργησε ως η απαραίτητη δικαιολογία-πρόφαση για τον παραμερισμό όλων των αμφιβολιών τους για την αποτελεσματικότητα της γραμμής του ΚΚΕ. Όμως το πρόβλημα παραμένει, όσο η κομματική γραμμή θα δίνει έναν και μοναδικό καρπό: την αναπαραγωγή του μηχανισμού και της ρουτίνας του.
ΛΑΕ: Η καθήλωση στις θέσεις του προκυβερνητικού ΣΥΡΙΖΑ, η προκλητική απουσία αυτοκριτικής των στελεχών που συμμετείχαν στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, η συνύπαρξη σε κοινές παρατάξεις με το ΣΥΡΙΖΑ σε σωματεία και δημοτικά (τουλάχιστον μέχρι σήμερα)… όλα αυτά δεν εμπνέουν εμπιστοσύνη κατά τα πρώτα βήματα αυτού του πολιτικού φορέα.
Η πεισματική άρνηση να κάνει το βήμα για το ελάχιστο πολιτικό καθήκον που απαιτεί η συγκυρία, δηλαδή την απαίτηση εξόδου από την ΕΕ, και η επιμονή να βλέπει το μέτωπο μόνο ως αντι-μνημονιακό… καταδεικνύει είτε για κάποιους προσκόλληση σε αυταπάτες για φιλολαϊκές δυνατότητες εντός της ΕΕ είτε ατολμία για κάποιους άλλους να πάρουν δημόσια θέση ενάντια στην ΕΕ και να προπαγανδίσουν αυτήν τη θέση στο λαό. Και αυτά την ίδια ώρα που μεγάλο μέρος του λαού (πολλαπλάσιο των αγωνιστών της αριστεράς) έχει ήδη ξεμπερδέψει με τις αυταπάτες για το χαρακτήρα της ΕΕ (είναι άλλο να έχει κανείς αυταπάτες και άλλο να μην τις έχει αλλά να καθηλώνεται από ανασφάλεια λόγω ανυπαρξίας ενός συγκροτημένου εναλλακτικού σχεδίου). Ο συνδυασμός αυταπατών και ατολμίας αποκρυσταλλώνεται πολιτικά σε υποχώρηση από το ελάχιστο αναγκαίο πολιτικό αίτημα της εξόδου από την ΕΕ.
ΑΝΤΑΡΣΥΑ: Η πεισματική προσκόλληση στον αντικαπιταλιστικό χαρακτήρα του μετώπου που συνεπάγεται σεχταριστικό στένεμα της απεύθυνσης και αυτοπεριορισμό του μετωπικού εγχειρήματος, η βουλησιαρχική απαίτηση να κάνει η εργατική και λαϊκή συνείδηση ένα άλμα από την απόγνωση στο κομμουνιστικό πρόταγμα, η ευκαιριακή καιροσκοπική μετωπική πολιτική σε επιμέρους ζητήματα όπου οι συνεργαζόμενοι αντιμετωπίζονται ως μετωπική βιτρίνα και κυρίως η μετατροπή κομβικών ζητημάτων (π.χ. έξοδος από ΕΕ) σε επιμέρους θνησιγενείς καμπάνιες… δείχνουν ότι κυριαρχεί η αντίληψη ότι «στραβός είναι ο γιαλός».
2. Το κίνημα βρίσκεται μπλοκαρισμένο και η επίθεση των διεθνών και ντόπιων μονοπωλίων διεξάγεται χωρίς αντίπαλο
Είναι άρρηκτα συνδεδεμένη η κατάσταση του κινήματος και η αδυναμία όρθωσης του λαϊκού αναστήματος με το πολιτικό αδιέξοδο και κενό που διαπιστώνεται. Αυτό ακριβώς το πολιτικό αδιέξοδο των κυρίαρχων για την ώρα πολιτικών φορέων της αριστεράς αποτυπώνεται κινηματικά ως έλλειψη αγωνιστικής διάθεσης, έμπνευσης και προοπτικής για όλους.
3. Η απαισιοδοξία μαστίζει και την πλειονότητα της βάσης της αριστεράς, όχι μόνο το λαό
Η στοιχειώδης ειλικρίνεια απαιτεί να παραδεχθούμε ότι η απαισιοδοξία είναι ανομολόγητη στον επίσημο δημόσιο λόγο, αλλά κοινός τόπος στις ανεπίσημες συζητήσεις. Όσο και να διατυμπανίζουν τα κόμματα και οι οργανώσεις ότι δικαιώνεται η «γραμμή» τους και ότι τώρα όσο ποτέ είναι που πρέπει να επιμείνουν σε αυτήν, όλοι αισθάνονται ότι κάτι δεν πάει καλά (εκτός από τους «επαγγελματίες» της αριστεράς, έμμισθους ή μη). Ποιος αισθάνεται αισιόδοξος σήμερα με αυτήν την κατάσταση στην αριστερά; Ποιος πιστεύει ότι σύντομα κάποια από αυτές τις δοκιμασμένες στην πράξη «γραμμές» θα αρχίσουν να δίνουν καρπούς; Ποιος υποστηρίζει μετά λόγου γνώσεως ότι μία από αυτές τις τρεις προσωρινά κυρίαρχες στάσεις αποτελεί την απαιτούμενη για τον υποκειμενικό παράγοντα στο πλαίσιο της συγκεκριμένης αντικειμενικής συγκυρίας; Πέρα από τις μικρές και μεγάλες ηγεσίες, η βάση είναι βαθιά απαισιόδοξη όπως και ο λαός μας.
Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς και να μην παρουσιάζουμε τα πράγματα αλλιώς στον επίσημο δημόσιο λόγο και αλλιώς στις παρέες, οφείλουμε να παραδεχθούμε ότι η απαισιοδοξία κυριαρχεί στα μέλη κάθε οργάνωσης. Πρέπει επίσης να παραδεχθούμε ότι η απαισιοδοξία δίνει το χέρι της και φέρνει από δίπλα την απόγνωση. Και είναι αυτή η απόγνωση που αδρανοποιεί· που δημιουργεί σε κάθε αγωνιστή ένα μούδιασμα που τον καθηλώνει στα «ίδια», ενώ ξέρει ότι πρέπει να βρει μια άλλη λύση. Και είναι η απόγνωση που φέρνει την ανασφάλεια που προσδένει με ισχυρά απολίτικα και περίπλοκα ψυχολογικά δεσμά τους αγωνιστές στην «πεπατημένη»: άλλη μια επιμέρους επιτροπή και καμπάνια με μέσο όρο ζωής δυο μήνες και δυο εκδηλώσεις, άλλο ένα βήμα διαλόγου και προβληματισμού χωρίς καμία πραγματική διάθεση να υπάρξει ρήξη με την «πεπατημένη». Διότι ρήξη με την πεπατημένη σημαίνει και εναντίωση σε καθηλωμένες ηγεσίες και τόλμη για χάραξη νέων δρόμων.
Στεκόμαστε όλοι μπροστά σε μια συγκεκριμένη επιλογή και φέρουμε την ευθύνη της: είτε μένουμε στην όποια «πεπατημένη» και υποστηρίζουμε ότι θα δώσει καρπούς είτε ασκούμε κριτική σε βάθος, εντοπίζουμε τις αιτίες της αναποτελεσματικότητας και δοκιμάζουμε λύσεις.
4. Η αναγέννηση του λαϊκού κινήματος μπορεί να γίνει μόνο δια της υπέρβασης των αδιεξόδων, με αυστηρές επανεκτιμήσεις που δε θα διστάζουν να ξεπεράσουν ό,τι μέχρι σήμερα αποδεικνύεται ότι δεν μπορεί να δώσει καρπούς
Τα στενά κομματικά ή στενά ιδεολογικά «μέτωπα» έδειξαν χαρακτηριστικά την αδυναμία τους. Υπάρχει ανάγκη για συγκρότηση ενός ευρύτατου λαϊκού Μετώπου, με στόχους που να αντιτίθενται στη βασική στρατηγική του κεφαλαίου σήμερα. Το διεθνές μονοπωλιακό κεφάλαιο σήμερα επιδιώκει τη βαθύτερη οικονομική και πολιτική πρόσδεση του ελληνικού κράτους στα ιμπεριαλιστικά κέντρα, την απώλεια και τη δημόσια εμπέδωση της απώλειας κάθε εθνικής ανεξαρτησίας και λαϊκής κυριαρχίας, την περαιτέρω εξαθλίωση του λαού μας.
Συνεπώς, το Μέτωπο πρέπει να θέτει με σαφήνεια αφενός το στόχο της εθνικής ανεξαρτησίας και της λαϊκής κυριαρχίας με αιχμή την αποδέσμευση από ΕΕ και ΔΝΤ και την ανατροπή των κυβερνήσεων-μαριονετών τους, και αφετέρου το στόχο της συγκρότησης και διάδοσης ενός οικονομικού και πολιτικού προγράμματος κεντρικού σχεδιασμού της παραγωγής με γνώμονα τις ανάγκες του λαού και ριζικής αναθεώρησης του Συντάγματος για την εξασφάλιση των στοιχειωδών δημοκρατικών δικαιωμάτων.
5. Ανάγκη συμβολής κάθε συλλογικότητας και κάθε αγωνιστή προς αυτήν την κατεύθυνση
Πρώτο και κύριο καθήκον σήμερα είναι η προσπάθεια να συγκροτηθεί άμεσα ένα Μέτωπο των ευρύτερων δυνατών λαϊκών στρωμάτων, δηλαδή όσων περισσότερων συνειδητοποιούν ότι σήμερα ο κύριος εχθρός της εργατικής τάξης και όλου του λαού είναι οι διεθνείς μηχανισμοί-θεσμοί (ΔΝΤ-ΕΕ) και οι ντόπιοι υποτακτικοί τους, οι οποίοι επιβάλλουν τις πολιτικές που εξυπηρετούν τα διεθνή και ντόπια μονοπώλια και εξαθλιώνουν το λαό.
Στο πλαίσιο αυτό είναι απαραίτητη η συνεργασία σε επιμέρους επίπεδα με ΚΚΕ, ΛΑΕ και ΑΝΤΑΡΣΥΑ, παρά την πολιτική διαφωνία για το χαρακτήρα του Μετώπου.
Όμως, προέχει να αναπτυχθεί αυτοτελώς μια πολιτική κίνηση που να προωθεί τη συγκρότηση του Μετώπου με τα χαρακτηριστικά που περιγράψαμε, ώστε η συνεργασία με τις παραπάνω δυνάμεις (όπου αυτή είναι εφικτή) να γίνεται με όρους ισότητας και αλληλοσεβασμού και όχι κάποιοι να κάνουν το κεφάλι και άλλοι την ουρά.
Ο Σύλλογος Γ. Κορδάτος εργάζεται σε αυτήν την κατεύθυνση και καλούμε όλους όσους έχουν αντίστοιχο προβληματισμό και κάνουν αντίστοιχες διαπιστώσεις για την πολιτική κατάσταση σήμερα, να μην αφήσουμε την αδράνεια της συνήθειας να μας καθηλώνει στην όποια «κομματική σιγουριά». Ήρθε η ώρα να αναμετρηθούμε με τους εαυτούς μας, να κάνουμε σοβαρή αυτοκριτική, να ελέγξουμε τα αποτελέσματα των επιλογών μας και να δοκιμάσουμε νέους δρόμους.
Συγκεκριμένα για τους συναγωνιστές εντός αυτών των πολιτικών φορέων, κάθε συναγωνιστής μπορεί να κάνει μια αυστηρή εκτίμηση της δυναμικής της αντιπαράθεσης στο εσωτερικό τους και αναλόγως να πράξει. Για εμάς δεν πρέπει να καλλιεργούνται αυταπάτες για τους συσχετισμούς. Τόσο στο ΚΚΕ, όσο και στη ΛΑΕ και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ τα πράγματα είναι συγκεκριμένα, μετρήσιμα και για το άμεσο μέλλον μη αναστρέψιμα. Όμως, η στιγμή είναι κρίσιμη και δεν έχουμε το περιθώριο να μη δημιουργήσουμε κάτι νέο, αναμένοντας και ελπίζοντας σε κάποια αλλαγή. Είναι σεβαστό το γεγονός ότι κάποιος μπορεί να συνδέεται συναισθηματικά με ένα εγχείρημα για το οποίο αγωνίστηκε, όμως αυτό δεν πρέπει να στέκεται εμπόδιο στη χάραξη νέας πορείας, όταν το πρότερο εγχείρημα δεν πάει εκεί που θέλουμε και πρέπει.
ΠΗΓΗ: kordatos.org