
Η επίσκεψη της νεοφασίστριας πρωθυπουργού της Ιταλίας Τζόρτζιας Μελόνι στην Αργεντινή αμέσως μετά τη σύνοδο της G20 στη Βραζιλία, για να συναντήσει τον ομοϊδεάτη της πρόεδρο Χαβιέρ Μιλέι δεν αποτελεί μία έκπληξη. Οι δύο ηγέτες, που αμφότεροι θεωρούν εαυτόν ως σημαιοφόρο της ιδεολογικής επέλασης της λαϊκιστικής ακροδεξιάς, είχαν να καταστρώσουν τα οικονομικά και πρακτικά σχέδια για την ολοκλήρωση του πολιτικού προγράμματος του χώρου σε παγκόσμιο επίπεδο, ιδίως μετά την εκλογή του «μέντορά» τους Ντόναλντ Τραμπ στον Λευκό Οίκο.
Αυτός ο ιδεολογικός δεσμός ανάμεσα στα (κατά κυριολεξία «αδελφά έθνη» για τον Μιλέι) ενισχύθηκε περαιτέρω, καθώς στο κύριο επίπεδο του διαλόγου τους βρέθηκαν διεθνή ζητήματα, που απασχολούν την ακροδεξιά διεθνή, όπως ο πόλεμος στην Ουκρανία, η κρίση στη Βενεζουέλα και η υποστήριξη προς το Ισραήλ. Επιπλέον, η Μελόνι επιβεβαίωσε την υποστήριξη της Ιταλίας στη διαδικασία ένταξης της Αργεντινής στον ΟΟΣΑ, έναν από τους κύριους στόχους της κυβέρνησης του Μπουένος Άιρες.

Ο Μιλέι φιλοδοξεί το Μπουένος Άιρες να αποτελέσει το ορμητήριο για την παγκόσμια ακροδεξιά, η δε Μελόνι σχεδιάζει να αλώσει την Ε.Ε. και να αποτελέσει τον πολιορκητικό κριό των ΗΠΑ για την περιοχή της Ευρασίας και της ευρύτερης Ανατολής. Δεν είναι τυχαίο που κι οι δύο -περισσότερο και πιο τολμηρά και ανοικτά ο Μιλέι, αλλά και η Μελόνι μέσω του Μασκ και της Μicrosoft- έχουν ως στόχο να γίνουν κέντρα οι χώρες τους για την Τεχνητή Νοημοσύνη, τις επικοινωνίες και την τεχνολογία αιχμής.
Φυσικά, κατά τις συζητήσεις τους ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στην τεχνητή νοημοσύνη, την εμβάθυνση της τεχνολογικής και βιομηχανικής συνεργασίας ανάμεσα στις δύο χώρες -ιδίως σε στρατηγικούς τομείς όπως η ενέργεια, οι αυτοματισμοί και οι προηγμένες τεχνολογίες. Τομείς όπου το ιταλικό κεφάλαιο, υστερώντας σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο, για να επιβιώσει έχει ανάγκη από επέκταση σε άλλες χώρες. Η καταστροφή που έχει επιβάλλει στους κρατικούς μηχανισμούς ελέγχου, στην αγορά εργασίας και σε όλο το θεσμικό πλαίσιο για τις ξένες επενδύσεις ο Μιλέι, ευνοεί μία ιταλική επιχειρηματική «εισβολή».
Εξάλλου, βοηθά και η ιδεολογική εγγύτητα των δύο ηγεσιών, αλλά επίκληση γίνεται και στην ιταλικής προέλευσης πλειοψηφία του πληθυσμού ( το 60% των Αργεντινών) της αχανούς χώρας της Λατινικής Αμερικής. Άλλωστε, οι οικονομικές και πολιτιστικές σχέσεις ανάμεσα στη Ρώμη και το Μπουένος Άιρες, είναι διαρκείς: είναι περισσότερες από 300 οι ιταλικές εταιρείες δραστηριοποιούνται στην επικράτεια της Αργεντινής, καλύπτοντας 20.000 θέσεις εργασίας και ετήσιο κύκλο εργασιών που υπολογίζεται στα 2,8 δισεκατομμύρια δολάρια .
Μία ενδεικτική στιγμή στη συνάντησή τους, είναι όταν ο Μιλέι της χάρισε ένα δικό του αγαλματίδιο με ηλεκτρικό πριόνι -το σύμβολο της προεκλογικής του εκστρατείας, υπονοώντας ότι και η Ιταλίδα ομογάλακτή του θα πρέπει να εφαρμόσει ένα ανάλογο με το δικό του πρόγραμμα, που έχει κατεδαφίσει κάθε έννοια δημόσιου και κοινωνικού κράτους, βυθίζοντας εκατομμύρια ανθρώπους στη φτώχεια και στην προλεταριοποίηση τη μεσαία τάξη. Βεβαίως, η Μελόνι ήδη έχει φροντίσει για να τον φθάσει: ο προϋπολογισμός της περιλαμβάνει εκτεταμένες περικοπές σε όλους τους δημόσιους και κοινωνικούς τομείς και προσφέρει στο πιάτο τις πλουτοπαραγωγικές πηγές της χώρας στους ιδιώτες, ενώ και η επιδιωκόμενη Διαφοροποιημένη Αυτονομία για τις περιφέρειες αποβλέπει στην περαιτέρω ιδιωτικοποίηση και σφετερισμό των εξουσιών του κράτους. Η «συμμαχία των ελεύθερων εθνών κατά της τυραννίας και της μιζέριας», κατά δήλωση του Μιλέι, ήδη έχει θεμελιωθεί.
Έτσι, η Αργεντινή -που μετά τη νίκη της προοδευτικής παράταξης στην Ουρουγουάη για την προεδρία, μένει ο μόνος δεξιός πόλος στον Νότιος Κώνο της Λατινικής Αμερικής- μπορεί κάλλιστα, με τον πλούτο των φυσικών πόρων και το αυξανόμενο γεωπολιτικό βάρος της, να αντιπροσωπεύσουν μια περιοχή μεγάλου στρατηγικό ενδιαφέροντος για το ιταλικό κεφάλαιο και τους στόχους του. Κι ίσως το εφαλτήριο για άλλες χώρες, της περιοχής -βλέπε Βραζιλία- με ομοειδή οικονομικά χαρακτηριστικά και που συνδέονται με την Bel Paese με ισχυρές πολιτιστικές και κοινωνικές σχέσεις. Ιδίως, ενόψει και του πολέμου των δασμών που κήρυξε ο Τραμπ, προσφέρουν σημαντικές ευκαιρίες για μία διαφοροποίηση του ενεργειακού εφοδιασμού και την αύξηση των ιταλικών εξαγωγών σε βασικούς τομείς όπως η μεταποίηση και η αγροδιατροφή, που αναμένεται να πληγούν από τον αμερικανικό προστατευτισμό.
Στο γεωπολιτικό μέτωπο, η επίσκεψη εντάσσεται στο πλαίσιο μιας ευρύτερης στρατηγικής για την ενίσχυση της ιταλικής παρουσίας στη Λατινική Αμερική. Η Αργεντινή, χάρη στους ιστορικούς δεσμούς της με την Ιταλία, θεωρείται προνομιακή πύλη για την επέκταση του εμπορίου και της συνεργασίας στην περιοχή. Ωστόσο, κεντρικό ζήτημα ήταν η αμφιλεγόμενη συμφωνία ελεύθερων συναλλαγών μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Mercosur. Εκεί, η Αργεντινή είναι έτοιμη να αποδεχθεί ασμένως και χωρίς θεσμικούς ή περιβαλλοντικούς και άλλους περιορισμούς -ακριβώς όπως κι η Ιταλία στην Ευρώπη- να αποτελέσει την αιχμή του δόρατος (και ιδεολογικά εννοείται) στην προσπάθεια της Ευρώπης να αναζωογονηθεί οικονομικά μέσω της εξάπλωσης σε φθηνότερες αγορές, αφ’ ης στιγμής η Κίνα έχει αναγνωρισθεί ως εχθρός της. Η Ε.Ε., παρά τις αντιδράσεις του Γάλλου προέδρου Εμανουέλ Μακρόν στη διάρκεια της G20, υπό την πίεση και των νέων αγροτικών κινητοποιήσεων στη χώρα του, προσβλέπει ιδιαίτερα στην Αργεντινή για την ενεργειακή αυτονομία της από άλλες χώρες -ιδίως τη Ρωσία, με την ανάπτυξη εναλλακτικών πηγών ενέργειας. Ιδίως του πράσινου υδρογόνου, καθώς η Αργεντινή διαθέτει αστείρευτες πηγές για την παραγωγή του στην Παταγονία. Σε αυτόν τον τομέα ήδη έχει υπογραφεί από το 2023 Μνημόνιο Συνεννόησης και τρέχει το πρόγραμμα Τeam Europe για την κατάρτιση τεχνικών στελεχών κι από τις δύο πλευρές. Σε τούτη την προσέγγιση η Μελόνι είναι φυσικό πως θέλει να παίξει τον ηγετικό ρόλο. Αγκαλά κι ακόμη μέσα στο υπουργικό της συμβούλιο ομοϊδεάτης της, όπως ο υπουργός Γεωργίας Φραντσέσκο Λολομπρίτζιντα ως υπέρμαχος του Made in Italy διαφωνεί απέναντι στην προοπτική μεγαλύτερης ανταγωνιστικότητας των αργεντίνικων επιχειρήσεων στον τομέα, ενώ εφεκτικότητα εκφράζει κι ο ΥΠΕΞ της Αντόνιο Ταγιάνι.
Εκείνο που φυσικά δεν συζήτησαν στη συνάντησή τους οι δύο ακροδεξιοί ηγήτορες ήταν το φαύλο παρελθόν της δικτατορίας στην Αργεντινή και στα θύματά της, όπου μεταξύ τους απαριθμούνται και πολλοί ιταλοί υπήκοοι. Περιττό θα πει κανείς γιατί ιστορικά για τους δύο ακροδεξιούς η χούντα επιτελούσε ένα ηθικό καθήκον κατά του παγκόσμιου κομμουνισμού. Ακριβώς αυτού του κινδύνου που εναντίον του θέλει να γίνει ο οπλαρχηγός ο Μιλέι. Ο οποίος στις δηλώσεις του κατακεραύνωσε και πάλι τη «woke και gender ατζέντα» που απειλούν τις ηθικές αξίες του Δυτικού Πολιτισμού που θα πρέπει πάση θυσία να προστατεύσουν οι ακροδεξιοί, ως υπέρμαχοι της ελευθερίας και του κοινού νου.
Οι δύο ηγέτες επιβεβαίωσαν και πάλι τις αμοιβαίες τους απόψεις για τις κοινές αξίες της οικογένειας, τις αμβλώσεις, την υπεράσπιση της ταυτότητας, της θρησκείας από κινδύνους όπως η μετανάστευση (για την Ιταλία και φυσικά την οικονομική ανελευθερία που (κυρίως για την Αργεντινή) οδηγεί ο σοσιαλισμός.
Οι δηλώσεις του Μιλέι ξεσκεπάζουν με τον πιο αφτιασίδωτο και στυγνό τρόπο το πόσο ο νεοφασισμός από πάντα παρέμενε το κύριο εργαλείο του κεφαλαίου, ως κατεξοχήν κατόχου του μονοπωλίου της βίας, πλέον όχι με τη δικτατορική του πυγμή, αλλά στις μέρες μας δια της δημιουργίας μίας μαζικής απολυταρχικής κουλτούρας. Ο νεοφασισμός φιλοτεχνεί μία εικόνα που ταυτίζει τα όποια δεινά και το καπιταλιστικό σύστημα και το μοντέλο παραγωγής συσσωρεύει στις κοινωνίες με τις ανταγωνιστικές δυνάμεις στην μονοπωλιακή κι εκμεταλλευτική του επιρροή: τους Περονιστές και την «παλιά κάστα» -από την οποία τελευταία μάλιστα δεν ξέφυγε κι η ίδια του η αντιπρόεδρος Βικτόρια Βιγιαρουέλ.
Αναχρονιστικά ταυτίζει το έθνος με το κράτος, με αποτέλεσμα κάθε αντίδραση στους καθοδηγούμενους κρατικούς θεσμούς να γίνεται αντιληπτή ως καταλυτική προσπάθεια ενάντια στην ταυτότητα του έθνους. Ο εθνικισμός επικαλείται ειδωλολατρικά, αλλά δεν υπάρχει αγάπη για τη χώρα, υπάρχει το ενδιαφέρον μιας μικρής ομάδας, μιας τάξης. Σημαίνει ότι έχει βρει έναν τρόπο να διαχειρίζεται την εξουσία προς το δικό του αποκλειστικό συμφέρον. Νομιμοποιεί την άρνηση του εξελικτικού κανόνα του ίδιου του κράτους, ως οντότητα που πέρα από το θεσμικό του πλαίσιο, βασίζει την επιβίωσή του και στη ζωτική επίδραση των πιέσεων που υφίσταται από τις ταξικές αντιπαραθέσεις, στο διαρκές γίγνεσθαι της κοινωνικής αναπαραγωγής της σχέσης κυριαρχίας κι εκμετάλλευσης στο επίπεδο των αντιθέσεων.
Οι Μιλέι και Μελόνι αποδεικνύουν πως υπάρχει ένας παγκόσμιος ισομορφισμός στη νέα μορφή του φασισμού που αναδύεται. Σαφώς κι ο σημερινός φασισμός δεν μοιάζει με εκείνον που κυριάρχησε πριν από εκατό χρόνια, αλλά εξακολουθεί να είναι μια ιδεολογική απάντηση που βασίζεται στη δύναμη, τον αποκλεισμό και την αλαζονεία μπροστά σε μια κατάσταση βαθιάς πολιτικής και οικονομικής κρίση.
Μια κρίση που έχει επιπτώσεις στα πιο αδύναμα στρώματα του πληθυσμού, τα οποία σήμερα ο Μιλέι εξουθενώνει με την εφαρμογή της υπερφιλελεύθερης πολιτικής του. Ο Μιλέι επαίρεται πως κατάφερε, δημιουργώντας ορδές ανέργων, να ρίξει προσέτι τον πληθωρισμό. Όμως αποδεικνύει πως δεν ενδιαφέρεται για την Αργεντινή, αντίθετα εξυπηρετεί ανοικτά μία πολιτική ελίτ, που εκμεταλλεύεται οικονομικά όλες τις πηγές πλούτου της χώρας, καταπατά αδυσώπητα τα δικαιώματα των εργαζομένων και εφαρμόζει την κοινωνική καταστολή σε όλα τα επίπεδα, ιδεολογικά και πρακτικά -όπως επιβεβαιώνεται στις διαρκείς διαδηλώσεις εναντίον των μέτρων του.
Πηγή: kosmodromio.gr