Η μάλλον εύκολη απάντηση θα ήταν ότι στη δεδομένη πολιτική σκηνή της Πολωνίας απουσίαζε άλλη εναλλακτική, ύστερα από τη φυσιολογική φθορά της οκτάχρονης διακυβέρνησης της CivicPlatform. Όμως, οι ενδείξεις της πολωνικής κοινωνικής πραγματικότητας προσανατολίζουν σε βαθύτερες ερμηνείες του εκλογικού αποτελέσματος, κύριο στοιχείο των οποίων φαίνεται να είναι η αμφισβήτηση του “πολωνικού οικονομικού θαύματος” από την πλειοψηφία των Πολωνών, σύμφωνα με τους σχολιασμούς εντός και εκτός της χώρας.
Όπως σημειώνει η αμερικανική εταιρεία συμβούλων και παροχής πληροφοριών Stratfor –γνωστή για τους στενούς δεσμούς της με τη CIA--“η νίκη του Ντούντα δεν θα αλλάξει την εξωτερική πολιτική της Πολωνίας, προτεραιότητα της Βαρσοβίας θα παραμείνουν οι δεσμοί με την ΕΕ, το ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ”. Το κόμμα Νόμος και Δικαιοσύνη είναι ακραία φιλοαμερικανικό και ατλαντικό και διακατέχεται από έντονη εχθροπάθεια απέναντι στη Ρωσία. Σ' αυτά τα πεδία δεν έχει ουσιαστική διαφορά από το κυβερνών κόμμα. Επίσης τα δύο κόμματα ανήκουν στη Δεξιά και προέρχονται από την ίδια μήτρα, το κίνημα της Αλληλεγγύης. [1] Διαφέρουν όμως σε ορισμένα βασικά σημεία: στο μείγμα της οικονομικής πολιτικής, στην “ειδική σχέση” της Πολωνίας με τη Γερμανία και στη στάση απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση – το κόμμα Νόμος και Δικαιοσύνη θεωρείται “ήπια ευρωσκεπτικιστικό”, αντιτίθεται στην περαιτέρω πολιτική ενοποίηση της ΕΕ και στην ένταξη στην Ευρωζώνη, υιοθετεί θέσεις παρόμοιες με αυτές των Βρετανών Συντηρητικών.[2]
Ο Ντούντα και το κόμμα του κατόρθωσαν να προσελκύσουν με τη ρητορική τους τα λαϊκά στρώματα που έχουν μείνει στο περιθώριο του “οικονομικού θαύματος”, εν απουσία μιας αριστεράς που να τιμά το όνομά της -– η Δημοκρατική Αριστερή Συμμαχία, που συγκροτήθηκε κυρίως από μέλη του πρώην κομμουνιστικού κόμματος στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ενέχεται πλήρως στην εφαρμογή της νεοφιλελεύθερης θεραπείας-σοκ που διέλυσε όλες τις κοινωνικές κατακτήσεις των Πολωνών. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι η υποψήφιά της για την προεδρία, Μαγνταλένα Ογκόρεκ, υπέστη πραγματική συντριβή, παίρνοντας μόνο το 2,4% των ψήφων.
Ο Α. Ντούντα απευθύνθηκε στα εργατικά και αγροτικά στρώματα, βάζοντας στο επίκεντρο εκείνους που δεν ωφελήθηκαν από την οικονομική μεγέθυνση της Πολωνίας. Στήριξε την εκλογική του καμπάνια πρωτίστως σε προβλήματα όπως οι αλλαγές στο συνταξιοδοτικό καθεστώς, δίνοντας έμφαση στην κατάργηση του ορίου συνταξιοδότησης στα 67 χρόνια, στην αύξηση του αφορολόγητου εισοδήματος, στη φορολόγηση των ξένων εταιρειών, των τραπεζών και των πολυκαταστημάτων. Μίλησε για “πολωνοποίηση” του τραπεζικού τομέα που σχεδόν εξ ολοκλήρου αποτελεί ξένη ιδιοκτησία και επέκρινε σφοδρά τους ξένους επενδυτές και επιχειρήσεις .[3] Κατόρθωσε έτσι να προσεγγίσει πλατιά λαϊκά στρώματα, και ιδίως τους νέους. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι ψηφίστηκε από το 60% των πολύ νεαρών ηλικιών και από τους κατοίκους των ανατολικών περιοχών της χώρας που ανήκουν στην Πολωνία Β κατηγορίας, είναι φτωχές και κατεστραμμένες. Υποστηρίχθηκε επίσης από τα συνδικάταOPZZ (ομοσπονδία επίσημων συνδικάτων επί σοσιαλιστικού καθεστώτος) και Solidarnosc. Αναμφίβολα ρόλο έπαιξε το γενικό προφίλ του Ντούντα και του κόμματός του που συνδέεται με τις συντηρητικές αξίες της Καθολικής Εκκλησίας και την προβολή της ιδιαίτερης πολωνικής ταυτότητας. Στο πλαίσιο της αντιρωσικής και πολεμικής υστερίας που δημιουργείται σ' όλες τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, η ακραία εχθρότητα του κόμματος Νόμος και Δικαιοσύνη απέναντι στη Ρωσία πρέπει να συνέβαλλε στην εκλογική επιτυχία του Α. Ντούντα.
Θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να ερευνήσει κανείς αν εξακολουθεί να παίζει ρόλο η βασική ιδρυτική θέση (2001) του κόμματος αυτού περί “κάθαρσης” των κρατικών υπηρεσιών, των πανεπιστημίων, επαγγελματικών κατηγοριών, όπως οι δικηγόροι, οι διευθυντές των επιχειρήσεων κ.ά., από ανθρώπους οι οποίοι σχετίζονταν με το προ του 1989 καθεστώς, που πριν μια πενταετία περίπου είχε εξελιχθεί σε ένα “κυνήγι μαγισσών” και έγινε η αφορμή για εφαρμογή αντιδημοκρατικών μέτρων εις βάρος των κομμουνιστών. Όμως, έγκυρες αναλύσεις υποδεικνύουν ότι, 26 χρόνια μετά, βαραίνουν τα σύγχρονα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα ιδίως στις νεότερες γενιές. Ο ίδιος ο Ντούντα είναι ένας νέος πολιτικός, που δεν είχε συμμετάσχει στον αντικομμουνιστικό αγώνα του κινήματος της Αλληλεγγύης, και αυτό φαίνεται πως ήταν ένα από τα πλεονεκτήματά του.
***
Η Πολωνία παρουσιάζεται συνήθως σαν η πιο επιτυχής περίπτωση μετάβασης από το σοσιαλισμό στον καπιταλισμό. Από τις χώρες της ΕΕ, στην οποία εντάχθηκε το 2004, ήταν εκείνη που σημείωσε τους μεγαλύτερους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης (5,4% στα 2004-2008), η οποία επιβραδύνθηκε μεν, με την έναρξη της οικονομικής κρίσης, αλλά η χώρα δεν εισήλθε σε ύφεση, σε μεγάλο βαθμό επειδή δεν ανήκε στη ζώνη του ευρώ και μπορούσε να χειριστεί τη νομισματική πολιτική της για την αντιμετώπιση της κρίσης. Η ανεργία μειώθηκε από 19%, το 2004, σε 9%, το 2014. Ταυτόχρονα όμως, η οικονομική ανισότητα αυξήθηκε σημαντικά με τη φιλελευθεροποίηση της οικονομίας,τις ιδιωτικοποιήσεις και τη συμπίεση των μισθών (μέσος μισθός, το 2013, 678 ευρώ). Σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, το εισοδηματικά κατώτερο 20% του πληθυσμού παρέμεινε βυθισμένο στη φτώχεια. Επίσης, παρά τη μείωση της ανεργίας, το 25% των νέων της χώρας είναι άνεργοι και η μετανάστευση αυξήθηκε από 19.000, το 2004, στις 276.000, το 2013, κυρίως προς το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γερμανία. [4]
Όπως αναφέρει ο Aleks Szczerbiak, καθηγητής Πολιτικών και Σύγχρονων Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Σάσεξ που διατηρεί το ThePolishPoliticsBlog: "Εκτός των μεγάλων αστικών κέντρων, πολυπληθή τμήματα του πληθυσμού δεν βελτίωσαν το βιοτικό τους επίπεδο. Ιδίως οι νέοι βρέθηκαν μπροστά στο δίλημμα μετανάστευση και δουλειά κατώτερη των ικανοτήτων τους ή παραμονή στη χώρα χωρίς ευκαιρίες απασχόλησης”. Σ' όλα αυτά προστίθεται ένα οξύτατο δημογραφικό πρόβλημα που δημιουργεί τη δυναμική μεγάλης μείωσης του πληθυσμού την επόμενη 30ετία. Αυτά τα προβλήματα, που αποτελούν προϊόν της πολιτικής λιτότητας την οποία εφάρμοσε το κυβερνών κόμμα από το 2007, φαίνεται πως καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό την εκλογική συμπεριφορά των Πολωνών, στρέφοντάς τους προς τον Α. Ντούντα που τα έθεσε στην πολιτική ημερήσια διάταξη, ενώ ο αντίπαλός του τα έσπρωχνε κάτω από το χαλί, ή όπως λέει ο Szczerbiak “ [ο Κομορόφσκι έκανε μια] αφηρημένη περιγραφή της μετακομμουνιστικής μετάβασης αποσυνδεδεμένη από την καθημερινότητα πολλών Πολωνών”.
Η, έστω και ρητορική, αμφισβήτηση των όσιων και ιερών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα των αναδιαρθρώσεων –όπως στο συνταξιοδοτικό και στο κοινωνικό κράτος--, στον έλεγχο της οικονομίας από το εγχώριο σύστημα και στον πιο παρεμβατικό χαρακτήρα του κράτους στην οικονομία, σε συνδυασμό με τη θέση του νυν Πολωνού προέδρου ότι πρέπει να “αναθεωρηθούν οι σχέσεις της χώρας με τη Γερμανία και αρμοδιότητες που έχουν εκχωρηθεί στις Βρυξέλλες να επιστρέψουν στη Βαρσοβία” προκαλούν ανησυχία στα διεθνή κέντρα τα οποία φοβούνται “εθνικιστική στροφή” στην Πολωνία, εν όψει μιας πιθανής νίκης του κόμματός του στις κοινοβουλευτικές εκλογές του φθινοπώρου. “... Μια πιθανή νίκη του κόμματος Νόμος και Δικαιοσύνη στις κοινοβουλευτικές εκλογές του Οκτωβρίου”, αναφέρει το Stratfor, “θα μπορούσε να οδηγήσει σε ευάλωτες πολιτικές συμμαχίες και στην εφαρμογή πιο εθνικιστικής εσωτερικής πολιτικής”. Σε τι συνίσταται αυτή η πολιτική; Στην “ανατροπή των φιλελεύθερων μέτρων που εφάρμοσε η Βαρσοβία την περασμένη δεκαετία”.Το κόμμα Νόμος και Δικαιοσύνη “θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει κρατικές εταιρείες για να δημιουργήσει θέσεις εργασίας, μέτρο που θα ανέτρεπε τα σχέδια της σημερινής κυβέρνησης να αναδιοργανώσει τον ενεργειακό τομέα”. [5]
***
Ο πρόεδρος της Πολωνίας δεν έχει πολλές αρμοδιότητες. Όμως μπορεί να αναπέμψει νόμους , οι οποίοι για να ξαναψηφιστούν χρειάζονται αυξημένη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, είναι ο επικεφαλής των ενόπλων δυνάμεων της χώρας και έχει λόγο στην εξωτερική πολιτική, που σημαίνει ότι μπορεί να βάλει εμπόδια στην κυβέρνηση της CivicPlatform, διευκολύνοντας το κόμμα του. Εάν η επιλογή του Α. Ντούντα στην προεδρία στεφθεί και με νίκη του κόμματός του στις κοινοβουλευτικές εκλογές του φθινοπώρου, θα επιβεβαιωθεί και στην περίπτωση της Πολωνίας το φαινόμενο, που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες -- της ανόδου, δηλαδή, ακροδεξιών κομμάτων που αντιτίθενται στην επικυριαρχία των Βρυξελλών, όσον αφορά την οικονομική πολιτική και θέματα κρατικής κυριαρχίας, και προσπαθούν να προσελκύσουν εργαζόμενα και λαϊκά στρώματα που υφίστανται τη βαρβαρότητα της οικονομίας της αγοράς και της παγκοσμιοποίησης, καλύπτοντας έναν κοινωνικό χώρο που έχει εγκαταλείψει η προσηλωμένη τυφλά στην Ευρωπαϊκή Ένωση Αριστερά.
Κανείς λοιπόν δεν μπορεί να αποκλείσει, το αντίθετο μάλιστα, εντάσεις με τις αρχές της ΕΕ σε μια σειρά οικονομικά, πολιτισμικά ή θέματα κυριαρχίας, ιδίως εάν η απογοήτευση του πολωνικού πληθυσμού εκφραστεί πιο καταλυτικά σε πολιτικό επίπεδο.
Η ανησυχία που εκφράζουν Αμερικανοί και Ευρωπαίοι ιθύνοντες ότι ένα κατακερματισμένο πολωνικό κοινοβούλιο μπορεί να απειλήσει “τη θέση της της Πολωνίας στην ευρωπαϊκή ενοποίηση και τη φιλελευθεροποίηση της οικονομίας” δεν είναι καθόλου αβάσιμη. Η τάση που υποδηλώθηκε στον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών με το 20% του Π. Κούκιζ μπορεί να εκφραστεί και στο κοινοβούλιο, διευρύνοντας τις ρωγμές στο πολιτικό σκηνικό, και να προκαλέσει κλυδωνισμούς στις διευθετήσεις που έχει διαμορφώσει το κατεστημένο της χώρας στη “μετακομμουνιστική” εποχή.
Η Πολωνία είναι η έκτη μεγαλύτερη οικονομία της ΕΕ. Ακόμη και η ελαφρά απόκλιση από την ορθοδοξία των Βρυξελλών και ιδίως του Βερολίνου θα έχει επιπτώσεις. Είναι πιθανό,σε συνδυασμό με το δημοψήφισμα για την παραμονή ή όχι της Βρετανίας στην ΕΕ, που αποτελεί τον πολιορκητικό κριό των Βρετανών για την προώθηση των απαιτήσεών τους στη διαπραγμάτευση με τη Γερμανία και τη Γαλλία, να συντελέσει στην αύξηση της πίεσης προς τις αρχές της ΕΕ για αλλαγές που αποδομούν περαιτέρω τη διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης, τουλάχιστον όπως την έχουμε γνωρίσει.
1.Η Αλληλεγγύη ιδρύθηκε ως ανεξάρτητο συνδικάτο το 1980, επί σοσιαλιστικού καθεστώτος, έγινε μαζικό κίνημα και στη συνέχεια πολιτικό κόμμα τη δεκαετία του 1990. Ως συνδικάτο διατηρούσε εξαρχής στενούς δεσμούς με την Καθολική Εκκλησία και διακρινόταν για τον κοινωνικό συντηρητισμό του.
2.Ο κλασικός διαχωρισμός στην πολωνική πολιτική μετά το 1989 γίνεται μεταξύ πολιτικών και κομμάτων που έχουν τις ρίζες τους στο κίνημα της Αλληλεγγύης αφ' ενός, και στο προ του 1989 κυβερνών Ενοποιημένο Εργατικό Κόμμα Πολωνίας (κομμουνιστικό), αφ' ετέρου. Παρά τη ρητορική τους και τις όποιες διαφορές, τα κόμματα που προέκυψαν από την Αλληλεγγύη και από το ΕΕΚ Πολωνίας ακολούθησαν νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Στη διαδρομή τους υπέστησαν διασπάσεις, μεταμορφώσεις και μετονομασίες. Σήμερα κυριαρχούν τα δύο δεξιά κόμματα CivicPlatformκαι Νόμος και Δικαιοσύνη, που προέρχονται από τη μετεξέλιξη των πολιτικών ομάδων που διαμορφώθηκαν στο πλαίσιο του κινήματος Αλληλεγγύη, ενώ η Δημοκρατική Αριστερή Συμμαχία, που προέρχεται από το ΕΕΚ, έχει σχεδόν καταρρεύσει. Σύμφωνα με τους Jane Hardy και Andy Zebrowski, σε άρθρο τους ήδη από το 2005, (http://isj.org.uk/poland-and-the-new-europe/), στην Πολωνία το “Εμείς και Αυτοί” δεν αναφερόταν πλέον στο “Εμείς --η Αλληλεγγύη” και “Αυτοί -– το Κομμουνιστικό Κόμμα”, αλλά στο “Εμείς –- οι απλοί άνθρωποι” και “Αυτοί -– η διεφθαρμένη κυβέρνηση και οι κλέφτες των ιδιωτικοποιήσεων”. Οι πρόσφατες προεδρικές εκλογές , ιδίως ο πρώτος γύρος που ανέδειξε με 20% τον Π. Κούκιζ, ο οποίος προσέλκυσε κυρίως ψηφοφόρους του κυβερνώντος κόμματος με σημαία την αντίθεση στο σύνολο του πολιτικού κατεστημένου και αιτήματα κατά της μετανάστευσης και της κρατικής χρηματοδότησης των κομμάτων, ίσως αποτελούν την πρώτη πολιτική έκφραση αυτών των κοινωνικών διαθέσεων.
3. Αν και τοποθετείται σαφώς υπέρ της ελεύθερης αγοράς, το κόμμα αυτό έχει θέσεις υπέρ του κρατικού παρεμβατισμού στην οικονομία, της μη ιδιωτικοποίησης επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας, της μη μείωσης των κοινωνικών δαπανών, της κρατικής εγγύησης για στεγαστικά δάνεια, του δημόσιου συστήματος υγείας.
4. Από το 1989, η πολωνική οικονομία διήνυσε αρκετές φάσεις βαθιάς αναδιάρθρωσης. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1990, η έκθεσή της στη διεθνή οικονομία οδήγησε σε χρεοκοπία και κλείσιμο των μεγάλων και μεσαίων κρατικών επιχειρήσεων, ακόμη και ολόκληρων κλάδων, σε ταχεία ιδιωτικοποίηση. Στις αρχές της νέας χιλιετίας, ιδιωτικοποιήθηκαν οι δημόσιες υπηρεσίες και η πρόνοια, τα συνταξιοδοτικά ταμεία, η υγεία, έκλεισαν πολλά νοσοκομεία, από το 1995 έως το 2003 χάθηκε το 30% των θέσεων εργασίας. Το 2005, ένας τρίτος γύρος αναδιαρθρώσεων, κυρίως σε τομείς που επέβαλε η πολιτική ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άνοιξε το δρόμο για την αρπαγή εκ μέρους των μεγάλων υπερεθνικών ομίλων, στις τηλεπικοινωνίες, στις αερογραμμές, στους σιδηροδρόμους και στα ταχυδρομεία. Στον τραπεζικό τομέα κυριάρχησαν οι ξένες τράπεζες. Η ενσωμάτωση της Πολωνίας στην ΕΕ έγινε στη βάση μιας σχετικά χαμηλής τεχνολογικά παραγωγής και ημικατεργασμένων προϊόντων.
Μια διαφωτιστική εικόνα μεταφέρει ρεπορτάζ του “Guardian” στην 20ή επέτειο της κατάρρευσης του σοσιαλιστικού καθεστώτος, το 2009: “Οι γιορτασμοί της 4ης Ιουνίου αρχικά είχε προγραμματιστεί να γίνουν στο Γκντανσκ, τον τόπο γέννησης του συνδικάτου Αλληλεγγύη και στο σκηνικό των πασίγνωστων ναυπηγείων όπου οι εργάτες με επικεφαλής τον ηλεκτρολόγο Λεχ Βαλέσα αναμετρήθηκαν με το κομμουνιστικό καθεστώς. Αλλά σ' αυτό το λιμάνι της Βαλτικής κυριαρχεί ο θυμός και όχι η νοσταλγία. Τα ναυπηγεία έχουν κλείσει με εντολή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην οποία εντάχθηκε η Πολωνία το 2004, και η κυβέρνηση φοβάται ότι θα γίνουν ταραχές που θα αμαυρώσουν την επέτειο”.
5.Το θέμα των ανθρακωρυχείων είναι περίπλοκο και έχει πολλές πτυχές, οικονομική, ιδιοκτησιακή, πολιτική, γεωπολιτική, εργασιακή, περιβαλλοντική κοκ. Εν συντομία: ηπολωνική κυβέρνηση, βάσει οδηγιών της ΕΕ, σχεδιάζει να κλείσει τέσσερα μεγάλα ανθρακωρυχεία της κρατικής Kompania Weglowa, να πουλήσει άλλο ένα και τα υπόλοιπα κερδοφόρα εννιά να τα εντάξει σε μια νέα εταιρεία αναδιάρθρωσης των ανθρακωρυχείων καθ' οδόν προς την ιδιωτικοποίηση, που σημαίνει απολύσεις χιλιάδων εργαζομένων και πλήγμα στη θεωρούμενη ως ενεργειακή ανεξαρτησία της Πολωνίας (στο κάρβουνο στηρίζεται το 90% της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας). Ύστερα από αντιδράσεις των συνδικάτων και μάλιστα σε έτος εκλογών, ζητήθηκε η έγκριση της ΕΕ για την επιδότησή τους από το κράτος, όμως οι ευρωπαϊκοί κανόνες παροχής κρατικής βοήθειας συνδέονται άρρηκτα με την προετοιμασία για το κλείσιμο, την ιδιωτικοποίηση, τις απολύσεις και τη μείωση μισθών και επιδομάτων των εργαζομένων(στον κλάδο του κάρβουνου εργάζονται 100.000 εργάτες). Σ' αυτό το κρίσιμο θέμα, το κόμμα του νέου Πολωνού προέδρου προβλέπεται πως θα έλθει σε αντίθεση με την ΕΕ.
Πηγές:
http://www.theguardian.com/world/2005/sep/14/eu.poland,http://www.theguardian.com/world/2009/may/31/poland-communism-twentieth-anniversary,http://isj.org.uk/poland-and-the-new-europe/https://polishpoliticsblog.wordpress.com/https://www.stratfor.com/sample/analysis/polish-elections-casting-doubts-eu-integration,http://www.euractiv.com/sections/energy/poland-seek-eu-approval-state-aid-coal-mines-312242,http://politicalcritique.org/opinion/2015/general-strike-poland-coal-mining/, Euronews, Reuters.

