Σήμερα: 25/09/2021
Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

του Δημήτρη Καλτσώνη

Οι συνταρακτικές εξελίξεις, παρότι οδυνηρές για το λαό μας, μας προσφέρουν απλόχερα τους καρπούς της εμπειρίας:

            1. Η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν είναι, ποτέ δεν ήταν, αυτό που ισχυριζόταν η ίδια και οι εγχώριοι υποστηρικτές της. Πρόκειται στην πραγματικότητα για ένα μηχανισμό καταπάτησης της δημοκρατίας, της εθνικής ανεξαρτησίας και αξιοπρέπειας των φτωχών και των ανίσχυρων σε όφελος των ισχυρών ιμπεριαλιστικών κρατών και των εγχώριων συνεργατών τους. Πρόκειται για μια δράκα πλουτοκρατών, εκβιαστών, ληστών του πλούτου και του μόχθου του λαού.

            2. Καμιά φιλολαϊκή πολιτική, ειδικά σε καιρούς κρίσης, δεν μπορεί να εφαρμοστεί αν δεν υπάρξει ρήξη και αποδέσμευση όχι μόνο από το ευρώ αλλά από την ΕΕ συνολικά. Με αυτή την έννοια η πορεία από το “πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης” στο 3ο μνημόνιο του ΣΥΡΙΖΑ ήταν προδιαγεγραμμένη. Όποιος ισχυρίζεται ότι θα καταργήσει τα μνημόνια χωρίς αποδέσμευση από την ΕΕ και μονομερή διαγραφή του χρέους αποδεικνύεται αδαής ή απατεώνας.

            3. Κατά συνέπεια, αν θέλουμε να καταργήσουμε τα μνημόνια, να ξεφύγουμε από τη φτώχεια, τη συνεχή εξαθλίωση, την απαξίωση και υποδούλωση της χώρας μας, οφείλουμε να έρθουμε σε ρήξη με την ΕΕ, την εγχώρια και ξένη ολιγαρχία. Οφείλουμε να αναζητήσουμε εναλλακτικές μορφές διεθνούς συνεργασίας με όρους ισοτιμίας.

            4. Η δημοκρατία μας δεν είναι τόσο δημοκρατική, όσο μας την περιγράφουν η κυρίαρχη ιδεολογία και τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης. Όταν ο λαός αποφασίσει με τρόπο διαφορετικό από αυτόν που επιτρέπουν οι ιθύνοντες, τότε οι αποφάσεις και οι δημοκρατικές διαδικασίες πετιούνται στον κάλαθο των αχρήστων, όπως συνέβη με το πρόσφατο δημοψήφισμα.

            5. Χρειαζόμαστε επομένως μια άλλη δημοκρατία, όχι υποκριτική, όχι βιτρίνα της εξουσίας μιας ολιγαρχίας, αλλά μια καινούργια Δημοκρατία, μια δημοκρατία του λαού, χτισμένη με νέα υλικά από τον ίδιο.

            6. Πάνω απ' όλα όμως τις σκληρές μέρες που έρχονται, ας μην ξεχάσουμε. Ας γίνουμε σοφότεροι ξαναφέρνοντας πιο έντονα στην καθημερινότητά μας τα μεγάλα μας όπλα: την ανθρωπιά, την αλληλεγγύη, την ενότητα και τον αγώνα για να ανατρέψουμε τους παλιούς και νέους υπηρέτες της ολιγαρχίας. Για το δικαίωμα στη ζωή. Είμαστε η μεγάλη πλειοψηφία και ερχόμαστε από το μέλλον.

* επ. καθηγητής θεωρίας κράτους και δικαίου

πηγη: kordatos.org

Ετικέτες

enamnim.jpg

Γράφει ο Δ. Δημητριάδης

Το νέο, «αριστερό» αυτή τη φορά μνημόνιο, την Τετάρτη 15/7 ψηφίστηκε στη βουλή και η άθλια αντιλαϊκή πράξη του ΣΥΡΙΖΑ και της κυβέρνησης του ολοκληρώνεται. Είναι αναγκαίο οι εργαζόμενοι της χώρας και μαζί το σύνολο των κομμάτων και των οργανώσεων της αριστεράς να κάνουν τον απολογισμό τους και να βγάλουν τα δικά τους συμπεράσματα. Να καταγράψουν με ακρίβεια τις εξελίξεις και να τις βάλουν στη σειρά, να φανεί τι ακριβώς συντελέστηκε. Να δουν τις τεράστιες αρνητικές επιπτώσεις του νέου μνημονίου στον λαό και τη χώρα, πλην φυσικά της αστικής τάξης, τις ανατροπές που διαμορφώνονται στο πολιτικό σκηνικό και στη διάταξη των πολιτικών δυνάμεων, τους όρους ανάπτυξης των ταξικών αγώνων το επόμενο διάστημα. Να χαράξουν την πολιτική τους στις νέες συνθήκες.

Να πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.

Οι εξελίξεις μετά τη διακοπή από τον Έλληνα πρωθυπουργό των συνομιλιών στις Βρυξέλλες, τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος που ζήτησε η κυβέρνηση, την εξουσιοδότηση που ζήτησε η κυβέρνηση προκειμένου να ολοκληρωθεί η συμφωνία και στην συνέχεια το μνημόνιο που ακολούθησε ως την ψήφιση του από την ελληνική βουλή ήταν ραγδαίες. Κυριολεκτικά ήρθαν τα πάνω-κάτω. Κατά συνέπεια είναι εξαιρετικής σημασίας η ορθή και ολοκληρωμένη εκτίμηση των εξελίξεων και των αλλαγών και η χάραξη ορθής τακτικής. Στην τεράστια πίεση της τρόικας για ένα όσο το δυνατόν πιο αντιλαϊκό μνημόνιο και αφού η ελληνική κυβέρνηση δέχθηκε τελεσίγραφο για να κλείσει τη συμφωνία σε ελάχιστες μέρες, διέκοψε τις συνομιλίες και προκήρυξε το δημοψήφισμα. Το ερώτημα που τέθηκε στο λαό ήταν αποσπασματικό, μερικό και σε τελική ανάλυση παραπλανητικό. Δεν μπορούσε στις συγκεκριμένες συνθήκες να δώσει το κύριο: την κατάσταση που επικρατούσε και τη διέξοδο. Παρόλα αυτά, ο λαός εκφράζοντας τη θέληση του για σταμάτημα της λιτότητας με συντριπτικά ποσοστά εκδήλωσε την αντίθεσή του στην τρόικα και τα μνημόνια, τη θέληση του η χώρα να γυρίσει σελίδα.

Ο πρωθυπουργός, θεωρώντας -και έτσι ήταν- ότι με το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος είχε ανακτήσει την πρωτοβουλία των κινήσεων, ότι συσπείρωσε το κόμμα του και αντέστρεψε το κλίμα στο λαό, το ίδιο βράδυ επισκέφθηκε τον πρόεδρο της δημοκρατίας και του ζήτησε σύσκεψη των αρχηγών των πολιτικών κομμάτων για την επόμενη μέρα. Τα πράγματα είχαν πάρει το δρόμο τους. Δεν ξεχνούμε ότι τον Προκόπη Παυλόπουλο, κορυφαίο στέλεχος της ΝΔ, τον υπέδειξε η κυβέρνηση για την προεδρία της δημοκρατίας και επίσης ότι όλο το προηγούμενο διάστημα είχε παίξει το ρόλο του στο να διαμορφωθούν οι προϋποθέσεις για την υπογραφή του νέου μνημονίου. Τίποτε φυσικά δεν είναι τυχαίο, ούτε και η εκλογή Παυλόπουλου στην προεδρία της δημοκρατίας, ούτε και η πορεία των γεγονότων. Η σύσκεψη των αρχηγών των πολιτικών κομμάτων, κατά βάση των τριών αστικών κομμάτων και της κυβέρνησης, διαμόρφωσε το κλίμα και το πλαίσιο της άμεσης παράδοσης στους τροϊκανούς. Εξάλλου τα κόμματα αυτά ολόκληρο το προηγούμενο διάστημα πίεζαν για την υπογραφή συμφωνίας από την πρώτη στιγμή, ανεξαρτήτως του περιεχομένου που αυτή θα είχε. Η πορεία ήταν πλέον μονόδρομος.

Η σύσκεψη των αρχηγών των πολιτικών κομμάτων με τον πρόεδρο της δημοκρατίας ήταν το περιβάλλον, ώστε ο πρωθυπουργός και η κυβέρνηση να απαλλαγούν από τις όποιες αντιμνημονιακές δεσμεύσεις τους, από το όποιο αριστερό περιεχόμενο υπήρχε στην πολιτική και στις προθέσεις τους και να ενδυθούν τον μανδύα της «εθνικής συναίνεσης» για την «σωτηρία» της χώρας, να διαμορφώσουν την «εθνική ενότητα» με τη ΝΔ, το Ποτάμι και το ΠΑΣΟΚ και να μετατρέψουν το μεγαλειώδες ΟΧΙ του δημοψηφίσματος σε ΝΑΙ, ελάχιστες ώρες μετά το κλείσιμο της κάλπης.

Είναι χαρακτηριστική η κίνηση του Βαγγέλη Μεϊμαράκη από το βήμα της βουλής να βάλει τον Αλέξη Τσίπρα στο κάδρο με τους ηγέτες των κομμάτων του μνημονίου, μαζί με τους τροϊκανούς και την ηγεσία της ΕΕ «Αντιλαμβάνομαι τις δυσκολίες του κ. Τσίπρα, τι πέρασε ώστε να κάνει τόση μεγάλη στροφή και το εκτιμώ. Αυτά τα προβλήματα και εμείς τα είχαμε, τα περάσαμε για αυτό το εκτιμούμε και θα στηρίξουμε την προσπάθεια αυτή όσο μπορούμε».

Η συνέχεια δόθηκε με μια συμφωνία χειρότερη από τους δύο προηγούμενες, έναν μνημόνιο που θύμιζε Καστελόριζο και μέρες του Μαΐου του 2010, το οποίο όμως διαμόρφωσε και έφερε στη βουλή ένα κόμμα που δήλωνε «αντιμνημονιακό αριστερό» κόμμα που έγινε κυβέρνηση με τη σημαία της απαλλαγής από τα μνημόνια, την επιτήρηση και τη λιτότητα.

Η έγκριση της βουλής για τη συνέχιση και την ολοκλήρωση της συμφωνίας έγινε με 251 ψήφους υπέρ. Έτσι εκφράστηκε η νέα συμμαχία των φιλοευρωπαϊκών δυνάμεων, όπως θα την αντιμετωπίζουμε το επόμενο διάστημα και μαζί τελείωσε και ο ψεύτικος αντιμνημονισμός, με τον οποίον πορεύονταν αστικές και μικροαστικές δυνάμεις το προηγούμενο διάστημα. Οι αστικές δυνάμεις τάχθηκαν καθαρά πλέον στην υπεράσπιση των συμφερόντων της αστικής τάξης και των ευρωπαϊκών μονοπωλίων, στον αγώνα για την υπεράσπιση της κυρίαρχης τάξης πραγμάτων και φυσικά εναντίον κάθε ουσιαστικής φιλολαϊκής εξέλιξης. Δημιουργήθηκε το μπλοκ των αστικών δυνάμεων που απαρτίζεται από την κυβέρνηση με κύριο συμμέτοχο το ΣΥΡΙΖΑ, διαχειριστή της κυβερνητικής εξουσίας, τη ΝΔ, το Ποτάμι και το ΠΑΣΟΚ και από κοντά άλλες μικρότερες αστικές δυνάμεις εκτός βουλής. Στον αντίποδα είναι η εργατική τάξη και ο λαός, όπως εκφράστηκε με το ΟΧΙ και όσες πολιτικές δυνάμεις πάρουν το βάρος της πολιτικής εκπροσώπησης του.

Το τίμημα αυτής της στροφής για το ΣΥΡΙΖΑ φαίνεται ότι θα είναι μεγάλο. Πολιτικά μετατράπηκε σε μνημονιακό κόμμα καπιταλιστικής διαχείρισης, τα αστικά και φιλοευρωπαϊκά στοιχεία επικράτησαν πλέον ολοκληρωτικά. Θα έχει όμως μεγάλες επιπτώσεις στην ενότητα, τη δύναμη και την επιρροή του. Η πορεία διάσπασης του, που άρχισε και μένει να δούμε την ολοκλήρωση της, θα του αποσπάσει σημαντικές δυνάμεις, το πιο αγωνιστικό τμήμα του και η κυβερνητική διαχείριση του μνημονίου, για όσο διάστημα είναι στην κυβέρνηση, θα τον οδηγήσει σε ολοκληρωτική μετάλλαξη και σε μεγάλα αδιέξοδα.

Τα μέτρα του νέου μνημονίου

Έχουν ειπωθεί και γραφεί πολλά για τα αντιλαϊκά μέτρα που περιλαμβάνει το νέο μνημόνιο. Μια πραγματική καταιγίδα. Συνειδητοποιείται από το σύνολο του λαού το μέγεθος της αντιλαϊκότητάς του, η νέα επίθεση στα εισοδήματα, στις όποιες κατακτήσεις και δικαιώματα του, έχουν απομείνει. Για το λόγο αυτό θα αναφερθούμε εν τάχει σε ορισμένα μόνο βασικά στοιχεία του:

  • Ο ΕΝΦΙΑ παραμένει στη θέση του και ο στόχος είναι να εισπραχθούν 2,6 δισεκατομμύρια ευρώ κάθε χρόνο.
  • Αυξάνει η φορολόγηση των αγροτών, όπως και η εισφορά κοινωνικής αλληλεγγύης.
  • Από το ΦΠΑ, μέσω της μετάταξης βασικών προϊόντων στο 23% και της εξάλειψης του μειωμένου συντελεστή (π.χ. νησιά), υπολογίζεται να εισπραχθεί επιπλέον 1% του ΑΕΠ, δηλαδή 1,8 δις ευρώ ετησίως.
  • Η επίθεση στις συντάξεις και τους συνταξιούχους είναι πρωτοφανής. Στόχος είναι η μείωση της δαπάνης για τις συντάξεις κατά 1% του ΑΕΠ ετησίως. Η ρήτρα μηδενικού ελλείμματος δεν καταργείται με αποτέλεσμα τεράστιες περικοπές στις επικουρικές συντάξεις, ενώ σύντομα καταργείται ολοκληρωτικά του ΕΚΑΣ. Μειώνονται οι συντάξεις, κύριες και επικουρικές μέσω της αύξησης των ασφαλιστικών εισφορών υγείας, καθώς επίσης και τα όρια συνταξιοδότησης στα 67 χρόνια και στα 62 χρόνια με 40 χρόνια εργασία.
  • Προβλέπει ανακεφαλαίωση και εξυγίανση των τεσσάρων συστηματικών τραπεζών με χρέωση του λογαριασμού στον ελληνικό λαό και την απόδοσή τους στην ιδιωτική πρωτοβουλία να τις διαχειρίζεται.
  • Η αύξηση του κατώτατου μισθού και η επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων μετατίθεται στο μακρινό μέλλον.
  • Αυξάνει στο 29% το φόρο των επιχειρήσεων και διπλασιάζει την προκαταβολή του φόρου. Το μέτρο αυτό για δεκάδες χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις θα σημάνει λουκέτο, ενώ και η πρόβλεψη για επιβολή έκτακτης εισφοράς 12% στις επιχειρήσεις με πάνω από 500.000 € κέρδη, μια ελάχιστη επιβάρυνση των μεγαλοεπιχειρηματιών παραπέμφθηκε από τους θεσμούς στις ελληνικές καλένδες, αφού οι μεγάλες επιχειρήσεις σύμφωνα με τη λογική τους πρέπει να φορολογούνται όσο το δυνατόν λιγότερο, καθότι είναι ο φορέας της ανάπτυξης της οικονομίας και της χώρας.
  • Προβλέπεται πάρτι ιδιωτικοποιήσεων, (ΑΔΜΗΕ, ΟΛΠ, ΟΛΘ, αεροδρόμια, σιδηρόδρομος), ολόκληρη η περιουσία που έχει περάσει στο ΤΑΙΠΕΔ και ότι άλλο προστεθεί σε αυτή. Φιλοδοξεί σε 50 δισ. € από ιδιωτικοποιήσεις κι αυτά θα συγκεντρώνονται σε ένα ξεχωριστό ταμείο του οποίου τη διαχείριση θα έχει η τρόικα που θα παίρνει και τις αποφάσεις.

Αυτά είναι ένα μόνο μέρος από τα μέτρα που περιλαμβάνονται. Στα τρία χρόνια του νέου μνημονίου τα μέτρα αυτά κοστολογούνται στα 12- 13 δισ. €. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν μπορεί το πρόγραμμα αυτό να υλοποιηθεί. Η απάντηση είναι ότι πέραν της ολοκληρωτικής συντριβής του λαού, η ύφεση την οποία θα φέρει στην οικονομία θα είναι τεράστια. Νέες εκατοντάδες χιλιάδες άνεργοι, μείωση του ΑΕΠ κατά ορισμένες επιπλέον μονάδες, δεκάδες χιλιάδες λουκέτα. Το πρόγραμμα αυτό δεν μπορεί να υλοποιηθεί και πάνω στα μέτρα αυτά θα ληφθούν νέα. Η κατάσταση θα ανακυκλώνεται, η κρίση θα βαθαίνει, ενώ το χρέος από 330 δισ. € θα πάει πάνω από 400 δισεκατομμύρια ευρώ και βλέπουμε.

Για το πώς θα πρέπει να αντιδράσει το λαϊκό κίνημα σε όλα αυτά θα μιλήσουμε σε επόμενο άρθρο

πηγη; ergatikosagwnas.gr

Ετικέτες

dthed.jpg

του Emile Schepers

Τη Δευτέρα, αφού πρώτα υποβλήθηκε σε μια άγρια ​​εκστρατεία πίεσης που κάποιοι συγκρίνουν με τον «εικονικό πνιγμό[1]», ο Έλληνας πρωθυπουργός Αλέξης Τσίπρας συμφώνησε σε ένα δρακόντειο και ταπεινωτικό πακέτο απαιτήσεων από τις 18 χώρες του «Eurogroup» που, εκτός από την Ελλάδα, συμμετέχουν στο νόμισμα του ευρώ.

Όπως απαιτήθηκε από το Eurogroup, ο Τσίπρας υπέβαλε ένα πρώτο νομοσχέδιο για την άμεση έγκριση των μέτρων από τη Βουλή των Ελλήνων, αν και ο ίδιος λέει ότι «δεν πιστεύει» σ’ αυτά, αλλά τα αποδέχεται μόνο κάτω από πίεση, παρόλο που δεν υπάρχει εγγύηση ότι θα εγκριθούν από τα κοινοβούλια των άλλων χωρών, ιδιαίτερα της Γερμανίας.
Προκαλώντας μεγάλη αναστάτωση και οργή σε αρκετά μέλη του υπουργικού συμβουλίου και 32 βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ που ψήφισαν «Όχι», το νομοσχέδιο πέρασε με 229 ψήφους υπέρ, 64 κατά και έξι αποχές.
Μόλις μια εβδομάδα πριν, στις 5 Ιουλίου, οι Έλληνες είχαν ψηφίσει σε δημοψήφισμα απορρίπτοντας ένα ηπιότερο σύνολο απαιτήσεων με ποσοστό 61% υπέρ προς 39% κατά.
Αλλά οι ελληνικές τράπεζες βρίσκονται στο σημείο όπου τους τελειώνουν τα χρήματα και όλοι οι τομείς της οικονομίας είναι σε δεινή θέση.
Χωρίς χρήματα, η Ελλάδα δεν θα είναι σε θέση να εισάγει ακόμα και τα τρόφιμα για τα οποία απέχει πολύ από το να είναι αυτάρκης, ούτε τα φάρμακα ή τα καύσιμα. Αυτό χρησιμοποιήθηκε από τις πλούσιες χώρες της Βόρειας Ευρώπης, που καθοδηγούνται από τον Γερμανό υπουργό Οικονομικών δρα Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, ως το αμόνι πάνω στο οποίο θα σφυροκοπούσαν τον Τσίπρα μέχρι να υποταχτεί.
Ο Τσίπρας ήρθε στην εξουσία, όταν το αριστερό κόμμα του ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε μεγάλη πλειοψηφία στις εκλογές του Ιανουαρίου.
Είχε υποσχεθεί να πολεμήσει ενάντια στον άγριο πρόγραμμα λιτότητας που επιβλήθηκε το 2010 στην Ελλάδα από την «Τρόικα» -το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή (εκτελεστικό όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης)- ως προϋπόθεση για τη διάσωση της χώρας από τα δυσβάσταχτα χρέη του 2010 και του 2012.
Ωστόσο, ο Τσίπρας και η κυβέρνησή του έπρεπε επίσης να αντιμετωπίσουν το γεγονός ότι οι δημοσκοπήσεις έδειξαν πως η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων σε αυτό το εμπορικό κράτος δεν ήθελε να φύγει από την Ευρωζώνη και να πάει πίσω στο παλιό ελληνικό νόμισμα, τη δραχμή.
Έτσι, έθεσε τον εαυτό του το καθήκον της καταπολέμησης του προγράμματος λιτότητας, ενώ έκανε ό,τι μπορούσε για να κρατήσει την Ελλάδα μέσα στο ευρώ.
Αυτό ίσως να μην ήταν αδύνατό, αλλά κατέστησε την Ελλάδα ευάλωτη σε μια φαύλη εκστρατεία εξαναγκασμού, ιδίως από τη γερμανική άρχουσα τάξη, που δουλεύει μέσα από την Τρόικα και το Eurogroup.
Ίσως ο Τσίπρας να έλπιζε ότι το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου θα τον ενίσχυε, αλλά οι απόψεις των Ελλήνων ψηφοφόρων δε μετράνε καθόλου στα μυαλά των ηγεμόνων της Ευρώπης.
Υπάρχει μαζική λαϊκή αντίσταση κατά του προγράμματος λιτότητας που επέβαλε η Τρόικα στις φτωχές χώρες της Ευρώπης.
Αυτή αποτελεί μια πιθανή εκλογική απειλή για τις δεξιές κυβερνήσεις στην Πορτογαλία, την Ισπανία και ίσως και σε άλλες χώρες. Ωστόσο, οι ελληνικές τράπεζες, που κοντεύουν να ξεμείνουν από χρήματα, έχουν αναστείλει τις δραστηριότητές τους και επιτρέπεται στους καταθέτες να κάνουν ανάληψη μόνο 60 € την ημέρα, με την πιθανότητα του πλήρους κλεισίματος των τραπεζών να πλησιάζει. Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, υπό την ισχυρή επιρροή της γερμανικής κυβέρνησης, έχει αρνηθεί να εγκρίνει μια νέα εισροή μετρητών στην Ελλάδα, αυξάνοντας την πίεση στην κυβέρνηση του Τσίπρα. Επίσης, τη Δευτέρα 20 Ιουλίου, η Ελλάδα αναμένεται να πληρώσει 3,5 δισεκατομμύρια δολάρια στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, έχοντας αθετήσει την υποχρέωση πληρωμής στο ΔΝΤ στις 30 Ιουνίου.
Η ελληνική κυβέρνηση έχει αμφισβητήσει τη νομιμότητα του μεγαλύτερου μέρους αυτού του χρέους, και έχει κατ' επανάληψη υποστηρίξει ότι είναι ανεξόφλητο και επιπλέον ότι τα μέτρα λιτότητας χειροτερεύουν την κατάσταση.
Από το 2010 η Ελλάδα έχει δει την οικονομία της να συρρικνώνεται τουλάχιστον κατά 24%, με άνεργο το ένα τέταρτο των εργαζομένων της, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται οι μισοί νέοι εργαζόμενοι. Οι μισθοί και οι συντάξεις έχουν περικοπεί, χιλιάδες έχουν απολυθεί, και πολλές επιχειρήσεις έκλεισαν, καθώς η οικονομία έχει συρρικνωθεί. Ο Τσίπρας υποστήριξε ότι είναι τρέλα να προσπαθήσει να «λύσει» το πρόβλημα προσθέτοντας περισσότερη λιτότητα και συρρικνώνοντας την οικονομία ακόμη περισσότερο.
Τώρα θα πρέπει να απολύσει ξανά όσους δημοσίους υπαλλήλους είχε επαναπροσλάβει στις αρχές του έτους, να αυξήσει απότομα το φόρο προστιθέμενης αξίας (παρόμοιο με τους φόρους επί των πωλήσεων στις ΗΠΑ και εξαιρετικά οπισθοδρομικό επίσης), να μειώσει τις συντάξεις, να αυξήσει αύξηση τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης,
και να θέσει πολλά κρατικά περιουσιακά στοιχεία της Ελλάδας, συμπεριλαμβανομένων ολόκληρων των παράκτιων νησιών καθώς και των λιμανιών και άλλων βασικών υποδομών σε πώληση στα ιδιωτικά συμφέροντα (και όλα αυτά υπό τον έλεγχο της τρόικας, μια άμεση προσβολή στην εθνική κυριαρχία της Ελλάδας).
Ένα μεγάλο μέρος της γλώσσας του μνημονίου που συμφωνήθηκε για τη Δευτέρα είναι ασαφές και θα γίνει αφορμή για νέα διελκυστίνδα.
Υπάρχει δυσοίωνη γλώσσα για «εκσυγχρονισμό» της εργατικής νομοθεσίας στην Ελλάδα. Αυτό σημαίνει ότι είναι σχεδόν βέβαιη η αποδυνάμωσή της εις βάρος των Ελλήνων εργαζομένων και των συνδικάτων τους.
Μια πρόσφατη ανάλυση από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, συμφωνεί με την ελληνική θέση ότι το χρέος είναι αδύνατο να εξοφληθεί και ότι η επιπλέον λιτότητα θα κάνει την κατάσταση χειρότερη.
Αν το πρόβλημα είναι ότι το ελληνικό κράτος δεν έχει ροή εισοδημάτων για να πληρώσει τους λογαριασμούς του, συρρικνώνοντας την οικονομία θα μειώσει τη ροή εισοδήματος ακόμη περισσότερο.
Η έκθεση του ΔΝΤ δείχνει ότι οι πιστωτές της Ελλάδας μπορεί να χρειαστεί να αποδεχθούν απώλειες ή να επεκτείνουν το πρόγραμμα των πληρωμών στην Ελλάδα, και περιέχει την απειλή ότι, σε διαφορετική περίπτωση, το ΔΝΤ θα αρνηθεί τη χρηματοδότηση για τη διάσωση.
Ο πρώην υπουργός Οικονομικών Βαρουφάκης, σε μια συνέντευξη στο βρετανικό περιοδικό New Statesman, είπε ότι όταν έφερνε τέτοια κοινής λογικής οικονομικά επιχειρήματα στους συναδέλφους του υπουργούς Οικονομικών του Eurogroup, δεν έδιναν απολύτως καμία σημασία
. Άρα, η σκληρότητα του νέου καθεστώτος της λιτότητας που επιβλήθηκε στην Ελλάδα υπαγορεύεται τόσο από την πολιτική όσο και από την οικονομία.
Ο Σόιμπλε σε γενικές γραμμές είχε υπαινιχθεί ότι ένα Grexit, δηλαδή η έξοδος της Ελλάδας από την Ευρωζώνη, τουλάχιστον προσωρινά, θα μπορούσε να είναι μια καλύτερη προοπτική.
Αυτός και άλλοι από τις κυβερνήσεις των πλούσιων χωρών του ευρώ έχουν κατηγορήσει τους Έλληνες ότι είναι αναξιόπιστοι και ήταν ιδιαίτερα έξω φρενών από το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου, το οποίο έβλεπαν ως ένα τέχνασμα του Τσίπρα για να ξεφύγει από τις δεσμεύσεις που έχουν συμφωνηθεί με τις προηγούμενες ελληνικές κυβερνήσεις, και όχι ως ένα στοιχειώδες δημοκρατικό δικαίωμα του ελληνικού έθνους να εκφραστεί σχετικά με το μέλλον του.
Οι γερμανικές εταιρείες έχουν μεγάλη συμμετοχή στην ελληνική οικονομία και θα κερδίσουν από ένα νέο γύρο ιδιωτικοποιήσεων.
Για παράδειγμα, η Κατασκευαστική Hochtief, ένας όμιλος με βαθιές ρίζες στη ναζιστική περίοδο της γερμανικής ιστορίας (χρησιμοποιήθηκε για καταναγκαστική εργασία), τώρα έχει υποδειχτεί ως ένας από τους χειρότερους φοροφυγάδες[2] στην Ελλάδα, καθώς οφείλει στο Ελληνικό Δημόσιο ένα ποσό που κυμαίνεται ανάμεσα στα 654 εκατομμύρια δολάρια (περίπου 604 εκατομμύρια ευρώ) και 1 δισεκατομμύριο δολάρια (περίπου 923,5 εκατομμύρια ευρώ). Σε μια θυγατρική της Hochtief έχουν εκχωρηθεί τα δικαιώματα εκμετάλλευσης του αεροδρομίου της Αθήνας. Τώρα θα υπάρξουν προσφορές για περισσότερες συμβάσεις τέτοιου τύπου.
Η Ελλάδα είχε μηδενική στήριξη από τις κυβερνήσεις της Πορτογαλίας και της Ισπανίας, δύο ακόμα χωρών που βρίσκονται κάτω από την επιβεβλημένη από την Τρόικα λιτότητα.
Οι «λαϊκίστικες» πολιτικές της καταδικάστηκαν επίσης από τους εκπροσώπους των πρώην σοσιαλιστικών χωρών στο Eurogroup. Οι δεξιές κυβερνήσεις σε όλες αυτές τις χώρες είναι συνένοχες στον κατακερματισμό των διχτυών ασφαλείας και τη διάλυση των συνδικάτων των δικών τους των λαών και δεν θέλουν να ευημερήσει η Ελλάδα και «να βάλει ιδέες» στις δικές τους πλειοψηφίες που μοχθούν.
Εμείς στις ΗΠΑ θα πρέπει αυτό να το πάρουμε σοβαρά υπόψη μας. Πρόκειται για το ίδιο μεγαθήριο που κυβερνά κι εμάς.

Ο Emile Schepers είναι ένας βετεράνος ακτιβιστής των αγώνων για πολιτικά δικαιώματα και για τα δικαιώματα των μεταναστών. Γεννήθηκε στη Νότια Αφρική και έχει διδακτορικό στην κοινωνική ανθρωπολογία από το Πανεπιστήμιο Northwestern. Έχει εργαστεί ως ερευνητής και ακτιβιστής στις αστικές κοινότητες της εργατικής τάξης στο Σικάγο από το 1966. Δραστηριοποιείται στον αγώνα για τα δικαιώματα των μεταναστών, στην εκστρατεία αλληλεγγύης με την Κουβανική Επανάσταση και σε μια σειρά από άλλα ζητήματα. Γράφει σήμερα από τη Βόρεια Βιρτζίνια.

Πηγή: peoplesworld.org - iskra.gr

Μετάφραση – Επιμέλεια: Παναγιώτης Ζαβουδάκης


[1] Ο «εικονικός πνιγμός» είναι μία από τις πολλές μορφές τρομοκρατίας (με τη μορφή των βασανιστηρίων) που χρησιμοποιούνται από τον στρατό των ΗΠΑ με στόχο «να μπει τέλος στην τρομοκρατία». Ο εικονικός πνιγμός (που ονομαζόταν «βασανιστήριο του νερού» τον 16ο αιώνα όταν τον χρησιμοποιούσαν για να ελέγχουν τη «σατανικότητα των μαγισσών») προϋποθέτει την ακινητοποίηση του θύματος, την κάλυψη του προσώπου του με ύφασμα και τη ρίψη νερού στο ύφασμα. Το υγρό ύφασμα καθιστά αδύνατη την αναπνοή και το άτομο αισθάνεται σα να είναι έτοιμο να πνιγεί και πανικοβάλλεται, σε βαθμό που θα έκανε τα πάντα για να αποφύγει τα βασανιστήρια.

Η CIA και ο στρατός των ΗΠΑ χρησιμοποιούν τον εικονικό πνιγμό για «την προώθηση της δημοκρατίας σε όλο τον κόσμο». (πηγή: urbandictionary.com)

[2] Στο αγγλικό κείμενο χρησιμοποιείται ένας βαρύτερος όρος: tax scofflaw. Ως scofflaw περιγράφεται κάποιος που περιφρονεί το νόμο, κυρίως αρνούμενος να συμμορφωθεί με ένα νόμο που είναι δύσκολο να επιβληθεί αποτελεσματικά.

Ετικέτες

dmetop.jpg

Γράφει ο Δ. Δημητριάδης

Η χώρα εισήλθε σε συνθήκες που χαρακτηρίζονται από τη μεγάλη επιτάχυνση των εξελίξεων και τη μεγάλη ρευστότητα στο πολιτικό επίπεδο. Με μια έννοια τα μνημόνια και η παρουσία του ΔΝΤ το επόμενο διάστημα θα επιφέρουν πολύ μεγαλύτερες πολιτικές ανατροπές από ότι μέχρι σήμερα. Η ουσιαστική κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ και η καταβύθιση της ΝΔ, η δημιουργία νέων κομμάτων, τα περισσότερα εκ των οποίων ήταν θνησιγενή, η ανάδειξη ενός αριστερού μικροαστικού κόμματος στη ισχυρότερη πολιτική δύναμη της χώρας και στην κυβέρνηση, μάλλον θα υστερούν σε σχέση με τις ανατροπές που έρχονται.

Σημειώνουμε ορισμένα βασικά στοιχεία που διαμορφώνουν τις εξελίξεις: Την ακόμη μεγαλύτερη απαξίωση του αστικού πολιτικού συστήματος και κορυφαίων θεσμών του με τη στάση και τη συμπεριφορά του, η οποία το τελευταίο διάστημα επιδεινώνει την κατάσταση. Τη μετατροπή του περήφανου ΟΧΙ του ελληνικού λαού από τη μια στιγμή στην άλλη σε ΝΑΙ και σε ολοκληρωτική παράδοση του λαού και της χώρας από τον πρωθυπουργό και την κυβέρνηση στις ορέξεις του πολυεθνικού κεφαλαίου. Τη στάση των αστικών πολιτικών κομμάτων. Η συμπεριφορά τους ολόκληρο το προηγούμενο διάστημα, που πρακτικά λειτουργούσαν ως εκπρόσωποι του μεγάλου κεφαλαίου και της ευρωπαϊκής ολιγαρχίας και μάλιστα με τρόπο προκλητικό πιέζοντας την κυβέρνηση να υπογράψει τις απαιτήσεις της τρόικας από την πρώτη στιγμή, έχει δημιουργήσει ένα πολύ μεγάλο χάσμα ανάμεσα στα κόμματα αυτά και το λαό. Τη λειτουργία της βουλής και συνολικά τους όρους λειτουργίας της αστικής κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Την άθλια στάση των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Την ολοκληρωτική απαξίωση στη συνείδηση του λαού της ΕΕ και του περίφημου «ευρωπαϊκού ιδεώδους». Στα μάτια του κόσμου φάνηκε ανάγλυφα αυτό που πάντα η ΕΕ ήταν, ιμπεριαλιστική και αδίστακτη, ιδιαίτερα όταν αντιμετωπίζει έστω και ελάχιστη αντίσταση. Οι συνθήκες διαβίωσης εκατομμυρίων ανθρώπων θα χειροτερεύσουν απότομα, ως συνέπεια της εφαρμογής των μέτρων αυτών και θα δώσουν ώθηση στη δυσαρέσκεια, θα φέρουν σε ευθεία αντίθεση το λαό με την κυβέρνηση, το κράτος και τα αστικά πολιτικά κόμματα και μάλιστα σε συνθήκες ενός εντελώς απαξιωμένου πολιτικού συστήματος που αδυνατεί να ελέγξει τις λαϊκές διαθέσεις και να ενσωματώσει τις αντιδράσεις.

Αυτά είναι ορισμένα βασικά στοιχεία που συνθέτουν το κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον, εντός του οποίου θα εξελιχθεί η πολιτική ζωή και οι αγώνες το επόμενο διάστημα. Είναι μια καλή βάση για την άνοδο ενός νέου ριζοσπαστισμού που μπορεί να εκφραστεί στο κίνημα και στους αγώνες και υπό προϋποθέσεις να διαμορφώσει νέα δεδομένα.

Θα ήταν όμως σοβαρή παράλειψη να μην ληφθούν υπόψη οι δυσκολίες για το λαό και το λαϊκό κίνημα. Η αστική τάξη θα πάρει οπωσδήποτε τα μέτρα της και έχει λύσεις και εφεδρείες, διαθέτει εμπειρία και σοβαρούς μηχανισμούς εντός της χώρας, στην ΕΕ και γενικότερα. Ένας επιπλέον κίνδυνος είναι η πιθανή άνοδος της λαϊκής απογοήτευσης, συνεπεία κυρίως του ξεπουλήματος του λαού μετά τη μετατροπή του ΟΧΙ σε ΝΑΙ και επιπλέον να ενισχυθεί η αντίληψη περί παντοδύναμου αστικού συστήματος και του μάταιου των εργατικών και λαϊκών αγώνων.

Οι εξελίξεις στον ΣΥΡΙΖΑ, ιδιαίτερα η πιθανή δημιουργία ενός αριστερού ριζοσπαστικού κόμματος και η μετατροπή του υπολοίπου σε κεντρώο αστικό κυβερνητικό κόμμα αυτόνομα ή σε συμμαχία με άλλα κόμματα, κάτι σαν νέα ΔΗΜΑΡ, θεωρούμε ότι είναι καταρχήν θετικό γεγονός. Η ύπαρξη του ενιαίου ΣΥΡΙΖΑ και μάλιστα με δύναμη 27%, ήτοι 37% ήταν σοβαρό εμπόδιο στη ριζοσπαστικοποίηση των εργαζομένων και την ανάπτυξη του κινήματος και αυτό το ζήσαμε μετά τον Ιούνιο του 2012. Φυσικά δεν ήταν η μοναδική και πιθανόν ούτε η κυρία αιτία. Ουσιαστικότερο ρόλο έπαιξε η ανεπάρκεια της κομμουνιστικής αριστεράς.

Η διαμόρφωση ενός αριστερού ριζοσπαστικού κόμματος με κορμό την αριστερή πλατφόρμα μπορεί να δώσει ώθηση στους αγώνες και στη βελτίωση του πολιτικού συσχετισμού. Η καταγγελία που επιχειρείται από ορισμένες πλευρές της αριστερής τάσης του ΣΥΡΙΖΑ, ως το μελλοντικό ανάχωμα που θα εμποδίσει τους εργαζόμενους να πάνε στην κομμουνιστική αριστερά και να διαμορφώσουν επαναστατική συνείδηση είναι η χειρότερη πρακτική που μπορεί να χρησιμοποιηθεί. Τα κόμματα δεν δημιουργούνται, ούτε ισχυροποιούνται ως συνέπεια της θέλησης της ηγεσίας τους, ούτε παρεμποδίζεται η ανάπτυξή τους αν κάποιοι τα καταγγέλλουν. Αν εκφράζουν οι υπαρκτές τάσεις και υπαρκτές πολιτικές ανάγκες ορισμένων κοινωνικών δυνάμεων, αν έχουν δηλαδή ρόλο στην πολιτική ζωή, μόνο τότε επιβιώνουν και αναπτύσσονται. Ο ΣΥΡΙΖΑ του 4% έγινε μεγάλο κόμμα και κυβέρνηση όχι γιατί οι υπόλοιπες πολιτικές δυνάμεις δεν κατήγγειλαν το χαρακτήρα και τις κρυφές επιδιώξεις του, αλλά γιατί στο τεράστιο κενό που άφησε το 2010-2012 η κομμουνιστική αριστερά κατάφερε να εκφράσει, προφανώς με ρεφορμιστικό τρόπο, τις λαϊκές ανάγκες και επιδιώξεις και φυσικά οδήγησε τη λαϊκή υπόθεση στην υποταγή. Η αντιμετώπιση του ΣΥΡΙΖΑ τότε και αντίστοιχα σήμερα δεν μπορούσε να ήταν η καταγγελία και το ξεσκέπασμα, αλλά η χάραξη της πολιτικής εκείνης που, ερμηνεύοντας τη συγκυρία και τα διακυβεύματά της, συνενώνει αρμονικά τον αγώνα για τις άμεσες ανάγκες του λαού με τις στρατηγικές επιλογές και στόχους.

Σήμερα είναι λάθος να καταγγέλλεται η αριστερή πλατφόρμα και να θεωρείται ότι έτσι θα καθηλωθεί. Πρέπει να αξιοποιείται η παρουσία της για την ανάπτυξη των ταξικών αγώνων και του λαϊκού κινήματος, ενώ παράλληλα η κομμουνιστική αριστερά θα θέτει τις ιδεολογικές και πολιτικές παραμέτρους, ανοίγοντας τα αναγκαία ιδεολογικά μέτωπα, τη σύνδεση της δράσης σήμερα με την προοπτική. Μόνο τότε ωφελείται το λαϊκό κίνημα και η κομμουνιστική αριστερά. Αυτά καταρχήν. Μένει να δει κανείς την εξέλιξη των γεγονότων, πώς διαμορφώνεται, ποιες είναι οι θέσεις και η συμπεριφορά του νέου φορέα, οι ιδεολογικές βάσεις του κ.λπ.

Με βάση όλα τα προηγούμενα το πλαίσιο της δράσης του εργατικού κινήματος και της κομμουνιστικής αριστεράς πρέπει να είναι η επιμονή, χωρίς εκπτώσεις, στο πλαίσιο στόχων που έχει συζητηθεί εκτενώς τα προηγούμενα χρόνια, το οποίο πρέπει να περιλαμβάνει:

Τον αγώνα για τη μη εφαρμογή του νέου μνημονίου, την ανατροπή των μνημονίων και των μνημονιακών νόμων, συγκεκριμένα μέτρα και διεκδικήσεις για τη βελτίωση της ζωής των εργαζομένων. Οι διεκδικήσεις αυτές συνδέονται με την προοπτική με μεγάλους πολιτικούς στόχους και αιτήματα, οι οποίοι αντιστρατεύονται την αστική κυριαρχία, βελτιώνουν υπέρ του εργατικού κινήματος τον ταξικό συσχετισμό, υπονομεύουν τα βάθρα της αστικής στρατηγικής και διευρύνουν την ενότητα της εργατικής τάξης και τη συμμαχία της με τα ενδιάμεσα μικροαστικά στρώματα. Η ανάπτυξη των αγώνων για τα άμεσα ζητήματα και για την ανατροπή των μνημονίων είναι πολύ μεγάλης σημασίας κρίκος που μπορεί να οδηγήσει σε γενικότερη αμφισβήτηση της αστικής κυριαρχίας.

Κόκκινη γραμμή σε αυτό το πλαίσιο διεκδικήσεων, η οποία διαχωρίζει το αστικό στρατόπεδο από τις πολιτικές δυνάμεις και το μπλοκ του εργαζόμενου λαού, αποτελεί η σύγκρουση με την ΕΕ και η αποδέσμευση. Ανεξαρτήτως της τακτικής με βάση την οποία θα διεκδικηθεί ο στόχος αυτός, αν θα προβληθεί καταρχήν η σύγκρουση και η αποχώρηση από την ευρωζώνη, ο στόχος είναι η ΕΕ και θα πρέπει να διεκδικηθεί χωρίς ταλαντεύσεις. Τυχόν υποχώρηση απ' αυτόν μπορεί να αποδειχθεί το όχημα της διολίσθησης προς τον ρεφορμισμό. Το ζήτημα της διαγραφής του δημόσιου χρέους, ένα πρόγραμμα εθνικοποίησης επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας και καταρχήν των τραπεζών, χωρίς αποζημίωση και με εργατικό ελέγχου, ένα κοινωνικά δίκαιο φορολογικό σύστημα, ένα πλαίσιο διεκδικήσεων για τα δημοκρατικά δικαιώματα και συνολικά για τα ζητήματα της δημοκρατίας, η ανάπτυξη του αγώνα εναντίον του ιμπεριαλισμού και της κάθε είδους εξάρτησης, είναι ορισμένοι από τους άξονες αυτού του πλαισίου. Η πολιτική αυτή και οι στόχοι που την απαρτίζουν πρέπει να γίνεται αντιληπτή όχι αποσπασματικά, αλλά ως το όχημα που αφενός μεν αντιμετωπίζει σημερινές λαϊκές ανάγκες και αφετέρου οδηγεί, πρέπει να οδηγεί, στο στρατηγικό στόχο.

Τις διεκδικήσεις αυτές τις αναπτύσσει και της καθοδηγεί ένα ενιαίο μέτωπο κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων εναντίον των μονοπωλίων και του ιμπεριαλισμού και ο αγώνας κατευθύνεται σε βαθιές αντικαπιταλιστικές αλλαγές στην κατεύθυνση του σοσιαλισμού. Η συμμαχία στη βάση, μέσα στην κοινωνία, είναι συμπαράταξη της εργατικής τάξης, των αγροτών, των ενδιάμεσων μικροαστικών στρωμάτων των πόλεων, της νεολαίας που το περιεχόμενό της ποικίλει, ανάλογα με τις συνθήκες κάθε χώρου, υπηρετεί όμως το γενικό πλαίσιο και τις επιδιώξεις του Μετώπου. Στο πολιτικό επίπεδο συσπειρώνονται στο μέτωπο όλες οι πολιτικές δυνάμεις και οργανώσεις που θέτουν τέτοιους στόχους. Με βάση τα σημερινά δεδομένα στο πλαίσιο αυτό μπορούν να συμπαραταχθούν το ΚΚΕ, η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, οι δυνάμεις του Αριστερού Ρεύματος και άλλες μικρότερες οργανώσεις και συλλογικότητες.

Στην πορεία, αναπτύσσεται η κοινή δράση και η συνεργασία όλων αυτών των πολιτικών δυνάμεων και διαμορφώνονται οι προϋποθέσεις αλληλοκατανόησης και σύγκλισης σε κοινή προγραμματική βάση, ώστε να διαμορφωθεί το μέτωπο. Το εργατικό κίνημα στη χώρα μας έχει πλούσια θετική και αρνητική πείρα μετωπικής πολιτικής και των κινδύνων τους οποίους διατρέχει. Υπερβολικές υποχωρήσεις σε κρίσιμα ζητήματα, ώστε να επιτευχθεί συμφωνία, στρογγυλέματα στα κεντρικά πολιτικά και ιδεολογικά ζητήματα π.χ. ΕΕ και η διαμόρφωση των προϋποθέσεων για το σοσιαλισμό μέσω αυτής της δράσης είναι ζητήματα στα οποία οι υπερβολικές υποχωρήσεις υπάρχει κίνδυνος να οδηγήσουν την προσπάθεια σε εκτροπή. Ο κίνδυνος του ρεφορμισμού, ο κίνδυνος να επικρατήσει η λογική του μικρότερου κακού είναι υπαρκτός, ιδιαίτερα στις σημερινές συνθήκες. Τον ζήσαμε το 2010-2012 και μπορούμε να τον αποφύγουμε.

Ορισμένες επισημάνσεις για την τακτική του ΚΚΕ το τελευταίο διάστημα

Οι περίοδοι που χαρακτηρίζονται από μεγάλη ρευστότητα και μεγάλες ανακατατάξεις είναι και περίοδοι σημαντικών δυνατοτήτων για το εργατικό κίνημα και την κομμουνιστική Αριστερά. Εκεί φαίνονται τα προτερήματα και οι αδυναμίες κάθε πολιτικής και κάθε ηγεσίας. Στις συνθήκες αυτές δύο δρόμοι υπάρχουν για τη δράση της κομμουνιστικής αριστεράς. Ή θα διαμορφώσει σχέδιο δράσης με μεγάλες παρεμβάσεις και πρωτοβουλίες που θα απηχούν τα εργατικά συμφέροντα και τις διεκδικήσεις στις συνθήκες αυτές και μαζί την προοπτική της επαναστατικής πάλης και αυτό σημαίνει πέραν των άλλων την ανάληψη σημαντικού ρίσκου ή θα συνεχίσει στο ίδιο πλαίσιο, στον ίδιο ρυθμό με τις προηγούμενες συνθήκες, οπότε την προσπερνούν οι εξελίξεις και ο εργαζόμενος λαός. Ο πρώτος δρόμος είναι αυτός που χαρακτηρίζει ζωντανές πολιτικές δυνάμεις, που έχουν πολύ ισχυρούς δεσμούς με την εργατική τάξη και εκφράζουν με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα της και ο δεύτερος εκφράζει συνήθως γραφειοκρατικές σε σημαντικό βαθμό δυνάμεις που τρομοκρατούνται από το άγνωστο και θέλουν να προφυλάξουν τα κεκτημένα, να μην αναλάβουν κανένα ρίσκο και επιτίθενται σε καθετί που τους αντιτίθεται και θεωρούν ότι αποτελεί πιθανό κίνδυνο.

Η συμπεριφορά αυτή σε ένα λίγο πολύ σταθερό πλαίσιο, σε συνθήκες παγιωμένων εξελίξεων δεν έχει πολιτικό κόστος, σε φάσεις όμως μεγάλης ρευστότητας τα αποτελέσματα μπορεί να αποδειχθούν ακόμη και καταστροφικά. Απ' ό,τι μέχρι σήμερα είδαμε, το ΚΚΕ συνεχίζει μια τακτική ανάλογη με αυτή των τελευταίων ετών, η οποία φυσικά δεν ανταποκρίνονταν ούτε στις παλαιότερες ούτε στις σημερινές συνθήκες. Χαρακτηρίζεται από συντήρηση των δυνάμεων του, από περιχαράκωση, ξεχωριστή κινητοποίηση των δυνάμεων του και οξύτατες πολιτικές αντιπαραθέσεις με την υπόλοιπη Αριστερά και μέσα στο κίνημα. Σε τελική ανάλυση καμία αξιοποίηση των δυνατοτήτων που υπάρχουν.

Χαρακτηριστική είναι η στάση του στο πρόσφατο δημοψήφισμα και συνολικά στις τελευταίες εξελίξεις. Με το επιχείρημα ότι το ερώτημα του δημοψηφίσματος ήταν αποσπασματικό και υπήρχε ο κίνδυνος να αξιοποιήσει το αποτέλεσμα του η κυβέρνηση επέλεξε αυτό που, για όσους γνωρίζουν, ήταν το αναμενόμενο με βάση την πολιτική του, επέλεξε το άκυρο, θέτοντας τη θέση «όχι» στα μέτρα της τρόικας, ούτε σε αυτά της κυβέρνησης και τα συμπλήρωνε με τη γνωστή θέση εξόδου από την ΕΕ με εργατική εξουσία. Αυτό σημαίνει ότι στο δημοψήφισμα και σε κάθε δημοψήφισμα το ΚΚΕ καλεί για την ψήφιση της συνολικής στρατηγικής του.

Αποτέλεσμα, ο λαός απάντησε με ένα μεγάλο περήφανο ΟΧΙ, στο 61,3% των ψηφοφόρων, που τουλάχιστον η κυβέρνηση δεν το περίμενε και δεν το ήθελε, γιατί δυσκόλευε τους χειρισμούς που είχε κατά νου, δηλαδή να οδηγήσει τα πράγματα στο συμβιβασμό και την υπογραφή μνημονίου. Στο 61,3% συγκεντρώθηκε η συντριπτική πλειοψηφία της εργατικής τάξης και του εργαζομένου λαού εκφράζοντας τη θέληση της για απαλλαγή από τα μνημόνια και τη λιτότητα και από την άλλη πλευρά ήταν η αστική τάξη, το σύνολο του ντόπιου και ευρωπαϊκού κατεστημένου. Ήταν ένας πρωτοφανής για τα μεταπολιτευτικά χρονικά ταξικός διαχωρισμός. Με τη στάση του το ΚΚΕ βρέθηκε έξω από το λαϊκό στρατόπεδο, ορισμένες φορές μάλιστα με διάφορα προσχήματα το λοιδόρησε. Η εργατική τάξη είδε το ΚΚΕ όχι ως το κόμμα της, αλλά κάτι πέρα και έξω από αυτήν, ξένο προς τα συμφέροντα της. Είναι φυσικό ότι τα μέλη και οι ψηφοφόροι του πλειοψηφικά δεν ακολούθησαν τις κομματικές επιλογές, με αποτέλεσμα έναν νέο βαθύ ρήγμα ανάμεσα στην ηγεσία και την πολιτική της και στον κόσμο του κόμματος.

Την ώρα που μπορούσε να αναδειχθεί σε κινητήρια δύναμη της συντριπτικής πλειοψηφίας της εργατικής τάξης και του λαού, του 61,3%, να το εκφράσει πολιτικά και να προωθήσει την ενότητα της εργατικής τάξης και την κοινωνική συμμαχία, το ΚΚΕ βρέθηκε απομονωμένο, αποσπώντας τη δυσαρέσκεια της εργατικής τάξης και τους επαίνους των αστικών δυνάμεων περί του σταθερού και συνεπούς χαρακτήρα του. Αναρωτιέται κανείς ποια τύχη μπορεί να έχει μακροπρόθεσμα ένας πολιτικός σχηματισμός που η ηγεσία του αδυνατεί να δει σωστά κατ' επανάληψη την αντικειμενική πραγματικότητα και τοποθετείται κατ’ επανάληψη διαιρώντας τους ψηφοφόρους του.

Δυστυχώς η στάση αυτή δεν είναι λάθος και προϊόν κάποιων λανθασμένων εκτιμήσεων, είναι το συνεπακόλουθο των ιδεολογικών και προγραμματικών αντιλήψεων που διαμόρφωσε τα τελευταία χρόνια το ΚΚΕ και των επιδιώξεων της ηγεσίας του, οι οποίες συμπυκνώνονται στα εξής:

Όχι μεγάλες πρωτοβουλίες και ανάληψη δράσης που διαμορφώνουν προϋποθέσεις συσπείρωσης μεγάλων λαϊκών τμημάτων και φυσικά θέτουν την αναγκαιότητα της πολιτικής συνεργασίας και του μετώπου με άλλες πολιτικές δυνάμεις, σημαίνει ότι δεν γίνεται καμία προσπάθεια αξιοποίησης της συγκυρίας για την ισχυροποίηση του εργατικού κινήματος και φυσικά δεν αμφισβητείται ουσιαστικά η αστική τάξη και η κυριαρχία της. Απλά συντηρεί τις δυνάμεις του, επιδιώκει «να μη το έχει ο αντίπαλος στο χέρι την κρίσιμη ώρα, να έχει την ανεξαρτησία του», όπως ανέφερε χαρακτηριστικά παλαιότερη κομματική απόφαση, εννοώντας ως κρίσιμη ώρα την επαναστατική κατάσταση. Επιπλέον την επαναστατική κατάσταση την συναρτά αποκλειστικά και μόνο από ένα γενικευμένο πόλεμο[1] και τα μέσα για την κατάληψη της εξουσίας είναι μόνο, κατά την αντίληψή του, η εξέγερση και ο εμφύλιος πόλεμος[2].

Αυτή η στρατηγική είναι φανερό ότι δεν απαιτεί μεγάλους ταξικούς αγώνες με επιδίωξη να διαμορφωθεί και καθημερινά να ισχυροποιείται το μέτωπο των επαναστατικών δυνάμεων και του εργατικού κινήματος, δεν απαιτεί πλατύ ταξικό κίνημα στο οποίο το ΚΚΕ θα αγωνιστεί να αποκτήσει ηγεμονική θέση. Η έννοια της ηγεμονίας του είναι άγνωστη, διότι ηγεμονία κάποιου στον εαυτό του δεν έχει κανένα νόημα. Η στρατηγική αυτή απαιτεί ένα μικρό, κλειστό, αυστηρά οριοθετημένο κόμμα που αναμένει την επαναστατική κατάσταση για να ηγηθεί της εξέγερσης για την εξουσία. Ο Αύγουστος Μπλανκί σε έκδοση του 2015. Μόνο που ο Μπλανκί και οι Γάλλοι επαναστάτες της εποχής του είχαν ένα επαναστατικό άρωμα σε μια εποχή μάλιστα που η εξέγερση και τα οδοφράγματα ήταν ο κανόνας, τακτική που οι κλασικοί του μαρξισμού την αντιμετώπισαν αποτελεσματικά και την απαξίωσαν και αργότερα στις αρχές του 20ου αιώνα το ίδιο αποτελεσματικά την αντιμετώπισε και ο Λένιν.

Όποιος αρνείται την πιθανότητα της εξέγερσης για την εξουσία σαφέστατα δεν έχει σχέση με το μαρξισμό. Οι κομμουνιστές πρέπει να είναι προετοιμασμένοι για τη χρήση όλων των μορφών πάλης, ανάλογα με τις συνθήκες. Η φιλολογία όμως για την εξέγερση και τον εμφύλιο πόλεμο σήμερα, αυτή τη στιγμή, είναι η καλύτερη πρόφαση να μην κάνει κανείς τίποτα για να προετοιμάσει την επανάσταση και ενδεχομένως την εξέγερση. Είναι η συνταγή της ήττας.


[1] Θέσεις της ΚΕ του ΚΚΕ για το 19ο συνέδριο σ. 59

[2] Θεωρητικά ζητήματα στο πρόγραμμα του ΚΚΕ , σ. 105-116

ΠΗΓΗ: ergatikosagwnas.gr

Ετικέτες
  • Τελευταια
  • Δημοφιλή