Σήμερα: 16/10/2021
Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

bogiopoulos.jpg

Toυ Ν. ΜΠΟΓΙΟΠΟΟΥΛΟΥ*

Μετάτον κ.Μειμαράκη (που τον στηρίζει), μετά τον κύριο Σταύρο Θεοδωράκη (που τον στηρίζει), μετά τον κύριο Στουρνάρα (που τον στηρίζει), μετά τους κκ.Βορίδη, Γεωργιάδη, Ψαριανό, Γιακουμάτο, Χαρδούβελη, Σαμαρά, Βενιζέλο (που τον στηρίζουν και ψηφίζουν μαζί του), μετά την κυρία Βούλτεψη – το μαλλί πως είναι;-  (που τον στηρίζει), ο κ.Τσίπρας επικαλέστηκε χτες και έναν ακόμα για να αποδείξει πόσο δίκιο έχει να ακολουθεί την πολιτική που ακολουθεί. Επικαλέστηκε τον… Λένιν.

«Οι συμβιβασμοί είναι στοιχείο και της επαναστατικής τακτικής. Το έγραψε και ο Λένιν στο βιβλίο του “Αριστερισμός, η παιδική ασθένεια του κομμουνισμού”», είπε ο κ.Τσίπρας. Το είπε στην συνέντευξή στο ρ/σ «Στο Κόκκινο» για να δικαιολογήσει την φαντασμαγορικών διαστάσεων κωλοτούμπα του.

Λόγωτου ότι η συνέντευξη ήταν ραδιοφωνική δεν ξέρουμε αν ο πρωθυπουργός, τη στιγμή που αναζήτησε την δικαίωση του στον… Λένιν, είχε κοκκινίσει μια στάλα από ντροπή. Προσωπικά αμφιβάλουμε.

Ο… επαναστάτης, λοιπόν, πρωθυπουργός, αυτός που θα καταργούσε σε ένα νόμο με ένα άρθρο τα Μνημόνια, αλλά τώρα φέρνει σε ένα νόμο με ένα άρθρο το τρίτο και χειρότερο Μνημόνιο, αυτός που δεν υπάρχει χαμερπής υπαλληλάκος της ντόπιας και ξένης ολιγαρχίας που να μην του φιλοτεχνεί προφίλ «αριστερού εθνάρχη», τι μας λέει; Ότι η προδοσία της αλήθειας και του δίκιου συνιστά συμβιβασμό… επαναστατικού τύπου!

Δυστυχώς για τον κ.Τσίπρα, αυτός που του «σφύριξε» το απόσπασμα από το βιβλίο του Λένιν, το οποίο και ανέφερε στη συνέντευξή του, είναι εξίσου αδιάβαστος με τον πρωθυπουργό.

Απόδειξη: Επειδή ο Λένιν κάτι είχε ακούσει για τους Κερένσκι (σσ: το μικρό όνομα του Κερένσκι ήταν «Αλέξανδρος»), τους πρώην, τους νυν και τους επόμενους Αλέξανδρους Κερένσκι, γι’ αυτό στον «Αριστερισμό», κάτω ακριβώς από το παράδειγμα με τους ληστές στο οποίο αναζήτησε καταφύγιο ο κ.Τσίπρας, ο Λένιν φροντίζει να ξεκαθαρίζει τη διαφορά ανάμεσα σε αυτόν που δίνει τα λεφτά του στον ληστή για να σώσει τη ζωή του και σε αυτόν που αποτελεί συνένοχο του ληστή.

Γράφει ο Λένιν:

«Φανταστείτε πως το αυτοκίνητο σας το σταμάτησαν οπλισμένοι ληστές. τους δίνετε τα λεφτά, το διαβατήριο, το πιστόλι, το αυτοκίνητο σας. Έτσι γλιτώνετε από την ευχάριστη συντροφιά με τους ληστές. Εδώ υπάρχει αναμφισβήτητα συμβιβασμός: “Do ut des” («σου δίνω» τα λεφτά, το όπλο, το αυτοκίνητο, “για να μου δόσεις” τη δυνατότητα να φύγω σώος και  άβλαβης). Είναι όμως δύσκολο να βρει κανείς άνθρωπο που να είναι στα καλά του και να λέει πως ένας παρόμοιος συμβιβασμός είναι “κατ” αρχήν απαράδεκτος”, ή να θεωρεί το πρόσωπο που έκανε έναν τέτοιο συμβιβασμό συνένοχο των ληστών (…)».

Οι… λενινιστικές γνώσεις του Κ.Τσίπρα σταματούν εκεί. Ας πει κάποιος στον κ.Τσίπρα, όμως, ότι αμέσως μετά, στην ακριβώς επόμενη παράγραφο, ο Λένιν φροντίζει να κάνει τη διάκριση ανάμεσα στους συγγνωστούς και στους ασύγγνωστους συμβιβασμούς. Ανάμεσα στους παραδεκτούς και στους απαράδεκτους συμβιβασμούς. Τονίζει, δηλαδή, ότι υπάρχουν αυτοί που κάνουν συμβιβασμούς για να γλιτώσουν από τους ληστές, αλλά υπάρχουν και οι άλλοι. Αυτοί που βαφτίζουν συμβιβασμό την προδοσία, που κορδακίζονται στην πασαρέλα της εξαπάτησης ξεφωνίζοντας την ίδια τους τη γύμνια. «Να τότε όλοι αυτοί οι κύριοι (που) ενεργούσαν σαν συνένοχοι  των ληστών» σημειώνει ο Λένιν και συνεχίζει:

«Το συμπέρασμα είναι καθαρό: το να αρνιέσαι τους συμβιβασμούς “από άποψη αρχών”, το να αρνιέσαι γενικά οποιοδήποτε συμβιβασμό, αποτελεί παιδαριωδία, που είναι δύσκολο ακόμα και να την πάρει κανείς στα σοβαρά. Ο πολιτικός, που θέλει να είναι ωφέλιμος στο επαναστατικό προλεταριάτο, πρέπει να ξέρει να ξεχωρίζειτις συγκεκριμένεςπεριπτώσεις εκείνων ακριβώς των συμβιβασμών που είναι απαράδεκτοι, που εκφράζουν οπορτουνισμό και προδοσία, και να κατευθύνει όλη τη δύναμη της κριτικής του, όλη την αιχμή ενός αμείλικτου ξεσκεπάσματος κι ενός ανειρήνευτου πολέμουενάντια σ” αυτούς τους συγκεκριμένουςσυμβιβασμούς χωρίς να επιτρέπει στους πολύπειρους “καταφερτζήδες” σοσιαλιστές και  στους κοινοβουλευτικούς ιησουΐτες να ξεφεύγουν και να ξεγλιστρούν από τις ευθύνες με πραγματείες για “συμβιβασμούς γενικά”.”»

«Αμειλικτο ξεσκέπασμα» και «ανειρήνευτο πόλεμο» λοιπόν. Αυτή είναι η συμβουλή του Λένιν. Έτσι πρέπει να αντιμετωπίζονται οι «καταφερτζήδες».Οι εκπρόσωποι του οπορτουνισμού και της προδοσίας. Αυτοί που επιδίδονται σε πραγματείες για «συμβιβασμούς γενικά» ώστε – συνεχίζει ο Λένιν – να «ξεφεύγουν από τις ευθύνεςγια  την προδοσία που διέπραξαν, για το συμβιβασμό που έκαναν, ο οποίος είναι,τέτοιοςπου αποτελεί πραγματικά οπορτουνισμό, ατιμία και  προδοσία του χειρίστου είδους».

Προσθέτει ο Λένιν:

«Υπάρχουν συμβιβασμοί και  συμβιβασμοί. Πρέπει να ξέρεις να αναλύεις την κατάσταση και τους συγκεκριμένους όρους κάθε συμβιβασμού, ή κάθε ποικιλίας συμβιβασμών. Πρέπει να μάθεις να ξεχωρίζεις τον άνθρωπο που έδωσε στους ληστές λεφτά και όπλο για να περιορίσει το κακό που θα έκαναν οι ληστές και να διευκολύνει τη σύλληψη και  την εκτέλεση τους, από τον άνθρωπο που δίνει στους ληστές λεφτά και όπλο για να πάρει μέρος στο μοίρασμα της λείας».

Και τρεις γραμμές παρακάτω, ο Λένιν επιμένει: Όποιος δεν κάνει αυτή τη διάκριση «θα ήταν απλούστατα τσαρλατάνος».

Ας έρθουμε, τώρα, στα δικά μας: Την ώρα που η Μέρκελ και ο Σόιμπλε, η εγχώρια πλουτοκρατία, η κλεπτοκρατία, η τραπεζοκρατία και η μιντιακή σαπίλα των νταβατζήδων κανακεύουν την «ωριμότητα» του κυρίου πρωθυπουργού, ο επαναστάτης κ.Τσίπρας τι μας λέει;

Επικαλείται τον… Λένιν για να ισχυριστεί ότι «η αστάθεια μιας τέτοιας επαναστατικότητας, η στειρότητά της, η ιδιότητά της να μετατρέπεται γρήγορα σε υποταγή, σε απάθεια, σε φαντασιοπληξία, ακόμη και σε “μανιασμένο” ενθουσιασμό» (σσ: λόγια του Λένιν είναι κι αυτά στον «Αριστερισμό») αποτελούν… αριστερή (άμα τε και επαναστατική) τακτική!

Αλήθεια, χρειάζεται να είναι κανείς λενινιστής ή μήπως θα ήταν αρκετό να διαθέτει (έστω και λίγο) φιλότιμο ώστε – την ώρα που έχει διαπράξει αυτό που ο Λένιν αποκαλεί «ατιμία και προδοσία του χείριστου είδους» – να μην είναι και πολιτικός τσαρλατάνος;

*Πηγή: imerodromos.gr

Τρίτη 4 Αυγούστου 2015

Ετικέτες

stavropoulos.jpg

Toυ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΥ*

Είναι δύσκολο ν' αντιτάσσεται κανείς στις επιθυμίες του. Γιατί ό,τι θέλει, το αγοράζει με τίμημα την ψυχή του» [θυμώι μάχεσθαι χαλεπόν, ό γάρ αν θέληι, ψυχής ωνείται / αποσπάσματα, 85] έλεγε ο Ηράκλειτος και ίσως ο προκαθήμενος της συγκυβέρνησης, Αλέξης Τσίπρας, να είχε ωφεληθεί αν είχε κάνει τον κόπο να μελετήσει τον Εφέσιο φιλόσοφο προτού προτρέξει να καλέσει τον λαό, με περισσή κομπορρημοσύνη, σε δημοψήφισμα.

Διότι πλέον καθίσταται ολοφάνερο και στον πλέον «ρομαντικό» υποστηρικτή της συγκυβέρνησης ποια ήταν η επιθυμία του πρωθυπουργού: ένα ηχηρό «ΝΑΙ», το οποίο θα του επέτρεπε να φέρει το Μνημόνιο 3 χωρίς πολιτικό κόστος στο άτομό του και να επιρρίψει τις ευθύνες του νέου κύματος ανελέητης «λιτότητας» στην ίδια την λαϊκή βάση που τον ανέδειξε.

Ο λαός όμως πίστεψε, θέριεψε, και το «ΌΧΙ» του αντήχησε μέχρι τις Βρυξέλες, στις αίθουσες όπου «κουτσοί, στραβοί κι ανάποδοι», όπως λέει κι ένα παλιό τραγούδι, απεργάζονταν τον χαμό της χώρας σε βραδινές συνεδρίες.

Και τότε ο κος. Τσίπρας έπεσε μέσα στην παγίδα που ο ίδιος έστηνε στον λαό και αναγκάστηκε να δείξει τα αληθινά χρώματά του. Τελικά «Αλέξη, εδώ έχουμε φίλους» όντως; Όταν είχε ακουστεί αυτή η φράση στα έδρανα του Ευρωκοινοβουλίου ο πρωθυπουργός είχε προσποιηθεί πως όρθωνε αγωνιζόταν να δικαιώσει την λαϊκή εντολή που είχε λάβει, πώς απέρριπτε τέτοιες λυκοφιλίες. Και είχε δίκιο – δεν είχε φίλους εκεί. Είχε εντολοδότες. Μεγάλα αφεντικά.

Αυτός που θα τους «χόρευε στο ταψί» έφερε μεν το ταψί αλλά επάνω του άρχισε να χορεύει ο ίδιος.

Και προτού καν σβήσει ο απόηχος της λαϊκής οργής, του περήφανου «ΟΧΙ» του απλού, εργαζόμενου Έλληνα, οι υπογραφές του τρίτου μνημονίου έπεσαν να αμαυρώσουν κάθε ίχνος δημοκρατίας, λαοκρατίας και εθνικής υπερηφάνειας που μπορεί να είχε απομείνει σ' αυτόν τον τόπο.

Είναι ξεκάθαρο πλέον πως δεν έχουμε να κάνουμε με «κυβέρνηση Αριστεράς», ούτε καν κατ' επίφαση. Όσο κι αν ο κος. Καμμένος κόπτεται πως «δεν θα επιτρέψει να γίνει πραξικόπημα», το πραξικόπημα το έχει διαπράξει ο ίδιος και ο συνεργός του, ο κος. Τσίπρας.

Πόσο νομίζετε θα διστάσει να εφαρμόσει τα αποικιοκρατικά και εξουθενωτικά μέτρα της «νέας συμφωνίας» μια κυβέρνηση που δεν έχει ενδοιασμούς να εξαπατήσει με τέτοιον αισχρό και προφανή τρόπο τα λαϊκά στρώματα που την υποστήριξαν στις πιο κρίσιμες στιγμές της; Πόσο πολύ, αλήθεια, σέβεται τους πολίτες ένας πρωθυπουργός που αγνοεί επιδεικτικά το 62% του λαού; Τι είναι γι' αυτόν ο εργαζόμενος, ο συνταξιούχος, ο φοιτητής και ο άνεργος, παρά νούμερα προς «κούρεμα» και προσαρμογή στα δεδομένα της «πολυπόθητης Ευρωπαϊκής ομαλότητας» του τραπεζικού συστήματος που απαιτούν ανερυθρίαστα οι Γερμανοί πλουτοκράτες – οι δικτάτορες με όπλα του χθες και οι ευρω-φασίστες του σήμερα; Η λύση είναι μια και ο δρόμος ένας. Είναι ο δρόμος της λαϊκής οργής, της αντίστασης και της αξιοπρέπειας. Κανένα τέχνασμα, καμία σαθρή ρητορική και καμία κούφια υπόσχεση δεν μπορεί να καλύψει την λαίλαπα των εθνοκτόνων μέτρων που συμπεριλαμβάνει η συμφωνία που ο κος. Τσίπρας έφερε θριαμβολογώντας από την κομμαντατούρα της ΕΕ. Η λαϊκή συσπείρωση είναι πλέον ζήτημα επιβίωσης και η ταξική πάλη απαίτηση της στοιχειώδους ανθρώπινης αξιοπρέπειας.

Θα κλείσω με μία αναφορά και πάλι στον λεγόμενο «σκοτεινό φιλόσοφο» της Εφέσου, τον Ηράκλειτο: «Η δικαιοσύνη είναι πάλη, και τα πάντα γίνονται με την πάλη και με τρόπο αναγκαίο» [ Και δίκην έριν, και γινόμενα πάντα κατ' έριν και χρεών /αποσπάσματα, 80]

* Ο Θεόδωρος Σταυρόπουλος διδάσκει Μαθηματική Ανάλυση στο Μαθηματικό και Φυσικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Δευτέρα 3 Αυγούστου 2015

Ετικέτες

kaltsonis-dimitris-panteio.jpg

Tου ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΑΛΤΣΩΝΗ*

Πως μπορεί να αλλάξει η κοινωνία εκ βάθρων; Πως μπορεί να επιτευχθεί η επαναστατική αλλαγή έτσι ώστε να απαλλαγούν η εργατική τάξη και ο λαός από την εκμετάλλευση και την καταπίεση; Η χειραφέτηση της εργατικής τάξης μπορεί να είναι έργο μόνο της ίδιας. Αλλά για να φτάσει κανείς εκεί πρέπει να διανύσει ένα δρόμο ανύψωσης της κοινωνικής και πολιτικής συνείδησής της.

Στην προσπάθεια αυτή δεν αρκεί η ιδεολογική αντιπαράθεση. Απαιτούνται δύο ακόμη επίπεδα. Το ένα είναι η οικονομική πάλη της εργατικής τάξης έτσι ώστε μέσα από τις καθημερινές, μικρές διεκδικήσεις να αποκτά εμπειρία στην ταξική πάλη και να αρχίσει να πιστεύει στη δύναμή της. Το δεύτερο είναι η πολιτική πάλη έτσι ώστε η εργατική τάξη και ο πολιτικός εκφραστής της να παρεμβαίνει σε όλα ανεξαιρέτως τα σύγχρονα πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα.

Αυτή η παρέμβαση δεν σημαίνει ότι το κόμμα της εργατικής τάξης πρέπει απλώς να επαναλαμβάνει μονότονα το αυτονόητο ότι δηλαδή τα προβλήματα αυτά, μικρά ή μεγάλα, θα επιλυθούν με την επαναστατική αλλαγή των κοινωνικών σχέσεων. Δεν αρκεί μόνο η διάδοση των θέσεων του επαναστατικού κόμματος της εργατικής τάξης αλλά απαιτείται η συσσώρευση πολιτικής πείρας από τους ίδιους τους εργαζόμενους: «χωρίς μια αλλαγή στις αντιλήψεις της πλειοψηφίας της εργατικής τάξης η επανάσταση είναι ανέφικτη και η αλλαγή αυτή δημιουργείται από την πολιτική πείρα των μαζών και ποτέ με την προπαγάνδα και μόνο» [1].

Για το λόγο αυτό ο Λένιν φρόντιζε διαρκώς για τη διατύπωση μεταβατικών πολιτικών αιτημάτων. Αυτό συνέβαινε όχι μόνο όταν η εργατική τάξη της Ρωσίας είχε ενώπιον της το στόχο της δημοκρατικής επανάστασης αλλά και μετά, όταν ο στόχος ήταν πλέον η σοσιαλιστική επανάσταση.

Έχει σημασία να σημειωθεί πώς ο Λένιν και το κόμμα των μπολσεβίκων μετέβαλλαν τα μεταβατικά αιτήματά τους ανάλογα με την αλλαγή των αντικειμενικών συνθηκών και των διαθέσεων του λαού. Με διαφορετικό τρόπο έθεταν τα πολιτικά αιτήματα πριν την αστικοδημοκρατική επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1917[2] που γκρέμισε τον τσαρισμό και με διαφορετικό τρόπο μετά από αυτήν.

Η επιμονή του Λένιν για τη διατύπωση μεταβατικών αιτημάτων φάνηκε και κατά την ενδιαφέρουσα συζήτηση και αντιπαράθεση απόψεων που υπήρξε ανάμεσα σε εκείνον και στον Μπουχάριν δεκαπέντε μέρες πριν την Οχτωβριανή επανάσταση. Σε αυτή τη συζήτηση ο Μπουχάριν υποστήριζε ότι, λίγο πριν την εκδήλωση της επανάστασης και την κατάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη, δεν υπάρχει ανάγκη διατύπωσης στο πρόγραμμα του κόμματος ενός συνόλου μεταβατικών μέτρων προς το σοσιαλισμό με τη μορφή ενός προγράμματος - μίνιμουμ, όπως χαρακτηριζόταν στην πολιτική γλώσσα της εποχής.

Ο Λένιν υποστήριζε πάγια ότι στο δρόμο προς την επαναστατική κατάκτηση της εξουσίας υπάρχει ανάγκη διατύπωσης μιας δέσμης μεταβατικών μέτρων, ενός προγράμματος μίνιμουμ που θα είναι βέβαια διαλεκτικά δεμένο με το στρατηγικό στόχο της επανάστασης. Πρόκειται για μια γέφυρα που βοηθά να περάσει κανείς στην αντίπερα όχθη του ποταμού. Ο στόχος ήταν να κατανοήσουν ευρύτατα τμήματα της εργατικής τάξης και του λαού την ανάγκη περάσματος σε μια άλλη μορφή κοινωνικο-οικονομικής οργάνωσης. Αυτό όμως προσπαθούσε να το επιτύχει με βάση την υπάρχουσα κατάσταση, προτείνοντας λύσεις για τα υπάρχοντα προβλήματα και λαμβάνοντας υπόψη το επίπεδο συνείδησης του λαού και τις εμπειρίες του.

Έτσι, λοιπόν, ένα μεταβατικό πρόγραμμα περιλαμβάνει μια σειρά μέτρα, μια δέσμη διεκδικήσεων που 1. Παίρνουν υπόψη τους τις υπάρχουσες, αντικειμενικές κοινωνικο-οικονομικές και πολιτικές συνθήκες, τόσο τις εσωτερικές όσο και τις διεθνείς. 2. Λαμβάνουν υπόψη τους το επίπεδο συνείδησης της εργατικής τάξης και του λαού. Εννοείται πως οι ανωτέρω παράγοντες επιβάλλουν τη διαφοροποίηση του περιεχομένου των μεταβατικών αιτημάτων ανάλογα με τη διαφοροποίηση των παραπάνω παραγόντων.

ΤΑ ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΑΙΤΗΜΑΤΑ

Το πρόγραμμα των μπολσεβίκων, όπως τροποποιήθηκε μετά την αστικοδημοκρατική επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1917, περιείχε μια σειρά πολιτικές και οικονομικές διεκδικήσεις. Οι διεκδικήσεις αυτές διατυπώθηκαν με βάση τους δυο παραπάνω άξονες.

Οι πολιτικές διεκδικήσεις περιλάμβαναν μέτρα που έθεταν στο επαναστατικό κόμμα της εργατικής τάξης «το άμεσο καθήκον της πάλης για μια κρατική συγκρότηση που εξασφαλίζει με τον καλύτερο τρόπο τόσο την οικονομική ανάπτυξη και τα δικαιώματα του λαού γενικά, όσο και τη δυνατότητα του πιο ανώδυνου περάσματος στο σοσιαλισμό ιδιαίτερα»[3]. Οι προτάσεις έπαιρναν υπόψη τους την αντικειμενική οικονομική πραγματικότητα της Ρωσίας (το επίπεδο ανάπτυξης του καπιταλισμού), τον επαναστατικό αναβρασμό στον οποίο βρισκόταν ο λαός αλλά και την επιρροή της προσωρινής κυβέρνησης, την εξαγγελία της για σύγκληση Συντακτικής Συνέλευσης, τα οξυμμένα οικονομικά προβλήματα που είχε προκαλέσει ο πόλεμος.

Σε πολιτικό επίπεδο, ο Λένιν και το πρόγραμμα των μπολσεβίκων που τελικά υιοθετήθηκε, είχε 16 σημεία[4]. Το σύνολο των προτάσεων απέβλεπε στο ριζικό εκδημοκρατισμό του κράτους σε βαθμό τέτοιο που συνιστούσε ουσιαστικά μια άλλου τύπου δημοκρατία.

Πρότεινε να υιοθετηθεί ένα «σύνταγμα της λαοκρατικής δημοκρατίας». Η πρόταση για ένα Σύνταγμα γινόταν με το σκεπτικό ότι κάθε Σύνταγμα αποτελεί το θεμελιώδη νόμο, κατοχυρώνει τις γενικές κατευθυντήριες αρχές του νομικού και πολιτικού συστήματος. Το Σύνταγμα αυτό θα είχε τα εξής χαρακτηριστικά: η ανώτατη κρατική εξουσία θα ανήκε σε μια μόνο Βουλή της οποίας οι αντιπρόσωποι θα εκλέγονταν από το λαό με αναλογική, θα ήταν ανακλητοί ανά πάσα στιγμή από αυτόν. Το ίδιο θα έπρεπε να γίνεται και με όλα τα τοπικά όργανα εξουσίας, τους δικαστές. Η αμοιβή όλων των κρατικών στελεχών θα περιοριζόταν σε ένα συνηθισμένο εργατικό μισθό. Το βασικό αίτημα των μπολσεβίκων διαμορφώθηκε στη λογική της ανάπτυξης και εδραίωσης αυτών των χαρακτηριστικών, ιδίως της αιρετότητας παντού, σε όλα τα δημόσια αξιώματα[5]. Παράλληλα, πρότειναν την αντικατάσταση της αστυνομίας και του στρατού από τον καθολικά εξοπλισμένο λαό[6].

Συγκεκριμένα, στο πρόγραμμα του μπολσεβίκικου κόμματος που αναθεωρήθηκε τον Απρίλιο – Μάιο του 1917 και δημοσιεύτηκε τον Ιούνιο του ίδιου έτους, αναφέρονται οι εξής διεκδικήσεις:

1. «Το Σύνταγμα της λαοκρατικής δημοκρατίας της Ρωσίας» έπρεπε να εξασφαλίζει ότι η κρατική εξουσία θα συγκεντρώνεται «σε μια μόνο Βουλή», «δίχρονη διάρκεια των Κοινοβουλίων», «αναλογική αντιπροσώπευση σε όλες τις εκλογές», «οι αντιπρόσωποι και οι εκλεγμένοι να μπορούν να ανακληθούν σε οποιαδήποτε στιγμή με απόφαση της πλειοψηφίας των εκλογέων τους»[7].

2. Όλοι οι δημόσιοι αξιωματούχοι πρέπει να είναι αιρετοί και ανά πάσα στιγμή ανακλητοί και η αμοιβή τους δεν θα πρέπει να ξεπερνά αυτή «τη μέση αμοιβή ενός καλού εργάτη».

3. «Τα κοινοβουλευτικά – αντιπροσωπευτικά σώματα» τα οποία δεν συγκεντρώνουν τα παραπάνω χαρακτηριστικά της πλήρους αιρετότητας και ανακλητότητας,«αντικατασταίνονται βαθμιαία από τα Σοβιέτ των αντιπροσώπων του λαού».

Το τελευταίο αυτό είχε το νόημα ότι η εμπειρία της ταξικής πάλης είχε εμφανίσει τα συμβούλια (σοβιέτ) στα οποία συσπειρωνόταν η μεγάλη πλειοψηφία του λαού. Τα συμβούλια (σοβιέτ) είχαν το χαρακτηριστικό ότι στηρίζονταν στις συνελεύσεις στους χώρους δουλειάς και κατοικίας, έδιναν τη δυνατότητα στο λαό για πολύ πιο άμεση συμμετοχή στις αποφάσεις. Εξασφάλιζαν τη δυνατότητα ελέγχου των αντιπροσώπων σε όλα τα επίπεδα, έδιναν τη δυνατότητα ανάκλησής τους από το λαό.

Η εμπέδωση των δημοκρατικών χαρακτηριστικών στα σοβιέτ δεν είναι μια για πάντα δεδομένη, όπως έδειξε και η μετέπειτα ιστορική εμπειρία. Για τούτο ο Λένιν επισήμαινε τις ατέλειες που σημειώνονταν και καλούσε σε πάλη για τον περαιτέρω εκδημοκρατισμό τους. Για παράδειγμα, έκανε λόγο για την ανάγκη διόρθωσης τέτοιων προβλημάτων όπως η «μη αναλογική αντιπροσώπευση» των κομμάτων στα σοβιέτ, ή οι «όχι ισότιμες  εκλογές»[8].

4. Επειδή όμως όλα τα παραπάνω μπορούν να αναιρεθούν αν ο κρατικός μηχανισμός και ιδίως οι ένοπλες δυνάμεις και τα σώματα ασφαλείας παραμένουν με τις παλιές, αντιδημοκρατικές, γραφειοκρατικές δομές που διασφαλίζουν τον έλεγχο της αστικής τάξης, ο Λένιν και το κόμμα των μπολσεβίκων διευκρίνιζαν ότι «Το Κόμμα παλεύει για μια πιο δημοκρατική προλεταριακή – αγροτική δημοκρατία, στην οποία η αστυνομία και ο τακτικός στρατός καταργούνται ολοκληρωτικά και αντικατασταίνονται από τον καθολικά εξοπλισμένο λαό, από την παλλαϊκή πολιτοφυλακή»[9]. Το μέτρο αυτό είχε εν μέρει υλοποιηθεί ήδη με τη δυναμική της αστικοδημοκρατικής επανάστασης του Φεβρουαρίου. Η παλλαϊκή πολιτοφυλακή υπήρχε ήδη, ο στρατός και η αστυνομία όμως του αστικού κράτους υφίσταντο εξίσου.

5. Μαζί με αυτές τις κομβικής σημασίας προτάσεις υπήρχαν και άλλες για την κατοχύρωση του απαραβίαστου του ατόμου, την πλήρη ελευθερία των συγκεντρώσεων, του τύπου, το χωρισμό της εκκλησίας από το κράτος κλπ.  

ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ ΤΗΣ ΠΟΣΟΤΗΤΑΣ ΣΕ ΑΛΛΗ ΠΟΙΟΤΗΤΑ: Η ΥΠΕΡΒΑΣΗ

Φαίνεται λοιπόν πως ο Λένιν διατύπωνε μια σειρά πολιτικές διεκδικήσεις που, στο σύνολό τους, έτειναν να υπερβούν τη λογική και το πλαίσιο της αστικής δημοκρατίας. Τα διατύπωνε βέβαια με βάση την διαμορφωμένη πραγματικότητα και το επίπεδο συνείδησης του λαού. Κριτήριό του ήταν ότι τα αιτήματα αυτά πρέπει να εισάγουν ένα επίπεδο δημοκρατίας που να μην «περιοριστεί στην αστική-κοινοβουλευτική ρεπουμπλικανική δημοκρατία»[10].

Ο Λένιν δεν αρκούνταν στην προβολή της ανάγκης της επιβολής της κρατικής εξουσίας της εργατικής τάξης αλλά διατύπωνε συγκεκριμένα βήματα, προσαρμοσμένα στις κάθε φορά συνθήκες, που οδηγούν αναπόφευκτα προς αυτή την κατεύθυνση. Στο κορυφαίο θεωρητικό του έργο για το κράτος που έγραψε λίγο πριν την επανάσταση, αναφερόταν στον Ένγκελς για να τονίσει: «ο Ένγκελς επαναλαβαίνει εδώ με εξαιρετικά παραστατική μορφή τη βασική εκείνη ιδέα που περνάει σαν κόκκινη κλωστή μέσα απ’ όλα τα έργα του Μαρξ, και συγκεκριμένα ότι η λαοκρατική δημοκρατία είναι η πιο κοντινή πρόσβαση προς τη δικτατορία του προλεταριάτου. Γιατί αυτή η δημοκρατία, χωρίς να παραμερίζει καθόλου την κυριαρχία του κεφαλαίου, συνεπώς και την καταπίεση των μαζών και την ταξική πάλη, οδηγεί αναπόφευκτα σε τέτιο πλάταιμα, ξετύλιγμα, φανέρωμα και όξυνση της πάλης, που μια και γεννιέται η δυνατότητα να ικανοποιηθούν τα βασικά συμφέροντα των καταπιεζόμενων μαζών, η δυνατότητα αυτή πραγματοποιείται αναπότρεπτα και μοναδικά με τη δικτατορία του προλεταριάτου»[11].

Εξηγώντας ότι οι βαθιές, ριζοσπαστικές δημοκρατικές αλλαγές αποτελούν την ποσότητα που συσσωρεύεται και οδηγεί σε μια άλλη ποιότητα, σε ένα άλλο τύπο δημοκρατίας σημείωνε ότι «σε μια ορισμένη βαθμίδα εξέλιξής της, η δημοκρατία, πρώτο, συσπειρώνει το προλεταριάτο, την επαναστατική τάξη, ενάντια στον καπιταλισμό… Εδώ η «ποσότητα περνάει στην ποιότητα»: ο τέτιος βαθμός δημοκρατισμού συνδέεται με το ξεπέρασμα των πλαισίων της αστικής κοινωνίας, με την έναρξη του σοσιαλιστικού μετασχηματισμού της. Αν πραγματικά όλοι θα συμμετέχουν στη διακυβέρνηση του κράτους, ο καπιταλισμός δεν θα μπορεί πια να κρατηθεί»[12].

Το σημαντικό για τους επαναστάτες, έγραφε ο Λένιν, είναι «η εξεύρεση της μορφής για το πέρασμα ή για το πλησίασμα στην προλεταριακή επανάσταση»[13]. Το ζήτημα δηλαδή κατά τον Λένιν ήταν να βρει κάθε φορά εκείνα τα δημοκρατικά αιτήματα που ήταν κατάλληλα, ξεκινώντας από την εκάστοτε πραγματικότητα, για να οδηγήσουν σε μια βαθιά, επαναστατική δημοκρατία. Η πραγματική συμμετοχή της εργατικής τάξης και του λαού, που διασφαλίζεται μέσα από λαογέννητους θεσμούς που διευκολύνουν τη συμμετοχή αυτή και την κάνουν ουσιαστική, είναι ο δρόμος που οδηγεί στην κατάκτηση της εξουσίας από την εργατική τάξη και τα άλλα λαϊκά στρώματα.

Έγραφε το Σεπτέμβριο του 1917, ένα μήνα πριν την οχτωβριανή σοσιαλιστική επανάσταση και επανέλαβε τη θέση αυτή και μετά τη νίκη της επανάστασης: στις συνθήκες του κρατικομονοπωλιακού καπιταλισμού, «το επαναστατικό-δημοκρατικό κράτος, δηλαδή το κράτος που καταλύει επαναστατικά κάθε λογής προνόμια, που δεν φοβάται να πραγματοποιήσει επαναστατικά τον πιο πλήρη δημοκρατισμό… σημαίνει αναπότρεπτα και αναπόφευκτα ένα βήμα ή μάλλον βήματα προς το σοσιαλισμό!»[14].

Εννοείται πως δεν είναι δυνατό να κατηγορήσει κανείς τον Λένιν για “σταδιοποίηση” και για εισαγωγή μιας ενδιάμεσης εξουσίας ανάμεσα στην αστική και την εργατική. Με αυτές τις σκέψεις ο Λένιν δεν εισήγαγε ένα καινούργιο τύπου κράτους, ανάμεσα στο αστικό και στο εργατικό κράτος. Απλούστατα τόνιζε τη σημασία των μεταβατικών αιτημάτων που οδηγούν στην επαναστατική ρήξη, που καθιστούν κατανοητό στο λαό το δρόμο που πρέπει να βαδίσει, που οδηγούν στην ανατροπή της εξουσίας της αστικής τάξης και στην εγκαθίδρυση της εργατικής εξουσίας. Όπως έγραφε χαρακτηριστικά: «Πάρτε το πρόγραμμα-μίνιμουμ στον πολιτικό τομέα. Το πρόγραμμα αυτό έχει υπόψη του την αστική δημοκρατία. Προσθέτουμε  ότι δεν περιοριζόμαστε  στα πλαίσιά της, αλλά αγωνιζόμαστε  για να περάσουμε αμέσως  στη δημοκρατία των Σοβιέτ, δημοκρατία ανώτερου τύπου»[15]. Άρα, λαμβάνοντας υπόψη το υπάρχον, διατύπωνε προτάσεις που το ξεπερνούν, που οδηγούν σε κάτι νέο, ανώτερο. Και συνέχιζε: «Αυτό πρέπει να το κάνουμε. Προς τη νέα δημοκρατία πρέπει να βαδίζουμε με απεριόριστη τόλμη και αποφασιστικότητα και είμαι βέβαιος, πως θα πάμε προς αυτήν ακριβώς έτσι. Μα σε καμιά περίπτωση δεν επιτρέπεται να πετάμε το πρόγραμμα-μίνιμουμ, γιατί, πρώτο, δεν υπάρχει ακόμη δημοκρατία των Σοβιέτ…».

ΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΑ ΑΙΤΗΜΑΤΑ

Στο οικονομικό επίπεδο οι προτάσεις ξεκινούσαν από άμεσα, κατανοητά στο λαό αιτήματα. Τέτοια ήταν η επιβολή προοδευτικής φορολογίας στο μεγάλο κεφάλαιο, η δήμευση των κερδών που συσσώρευσαν από τον πόλεμο, ο περιορισμός και ο έλεγχος του κεφαλαίου[16]. Αυτά ολοκληρώνονταν με την εισαγωγή της κομβικής σημασίας διεκδίκησης της εθνικοποίησης των τραπεζών και των τραστ («το βασικό από τα μεταβατικά αιτήματα»[17]), των πολύ μεγάλων δηλαδή επιχειρήσεων[18].

Στα οικονομικά αιτήματα, η αιτιολόγηση της διεκδίκησης της εθνικοποίησης των τραπεζών βασιζόταν σε τρία επιχειρήματα:

1. την υψηλή βαθμίδα ανάπτυξης του καπιταλισμού,

2. το χάος και τη δυστυχία που δημιούργησε ο πόλεμος,

3. το γεγονός ότι εξαιτίας των δυο προηγούμενων «προβάλλεται από παντού το αίτημα της επιβολής κρατικού και κοινωνικού ελέγχου στην παραγωγή και τη διανομή των σπουδαιότερων προϊόντων, υποχρεώνει το Κόμμα να ζητάει την εθνικοποίηση των τραπεζών, των καπιταλιστικών συνδικάτων (των τραστ) κτλ.» (υπογρ. ΔΚ)[19]. Είναι φανερό από το παραπάνω κείμενο ότι ο Λένιν χρησιμοποιούσε τις κατάλληλες εκφράσεις και επιχειρήματα προκειμένου να δέσει το αίτημα της εθνικοποίησης με τις ανάγκες και τις διαθέσεις του λαού. Παράλληλα ήξερε πως οι διεκδικήσεις αυτές ανοίγουν το δρόμο για το σοσιαλισμό και την περαιτέρω εθνικοποίηση του μεγάλου κεφαλαίου και όχι μόνο, όπως δείχνει αυτό το «κτλ».

Συνολικά οι οικονομικές διεκδικήσεις περιλάμβαναν 13 σημεία, συν επιπλέον 4 που αφορούσαν τους αγρότες. Σε αυτά περιέχονταν το οκτάωρο, η απαγόρευση των υπερωριών, της νυχτερινής εργασίας (με κάποιες εξαιρέσεις), της παιδικής εργασίας, η επιβολή κοινωνικής ασφάλισης, η οργάνωση επιθεώρησης εργασίας από τους ίδιους τους εργάτες κλπ[20].    

Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΕΛΕΓΧΟΥ  

Ιδιαίτερη σημασία απέδιδαν ο Λένιν και το μπολσεβίκικο κόμμα (ειδικά την περίοδο μετά την αστικοδημοκρατική επανάσταση και λίγους μήνες πριν τη σοσιαλιστική επανάσταση)  στον εργατικό έλεγχο των επιχειρήσεων. Ο εργατικός έλεγχος είχε αναδειχθεί από τον Λένιν ως εκείνο το πεδίο της ταξικής πάλης, εκείνος ο μοχλός, που θα εξασφάλιζε την παρέμβαση της εργατικής τάξης στην οικονομία για την αντιμετώπιση των επειγόντων προβλημάτων. Το αίτημα του εργατικού ελέγχου συνδεόταν με εκείνο του περιορισμού της ασυδοσίας του μεγάλου κεφαλαίου, της δήμευσης των υπερκερδών των ισχυρών καπιταλιστών από τον πόλεμο. Αποτελούσε ένα καίριο πεδίο ταξικής πάλης που μπορούσε να βοηθήσει αποφασιστικά στην κατανόηση της ανάγκης για εθνικοποίηση των τραπεζών και των πιο μεγάλων, στρατηγικής σημασίας επιχειρήσεων[21].

«Τα μέτρα αυτά δεν σημαίνουν ακόμη σοσιαλισμό», τόνιζε ο Λένιν[22]. Όμως, μέσω αυτών διαπαιδαγωγείται η εργατική τάξη στην ανάγκη να αναλάβει η ίδια την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Γι’ αυτό τόνιζε (τον Απρίλιο του 1917) ότι ο εργατικός έλεγχος πρέπει να επιβληθεί και να προετοιμαστεί το έδαφος για την εθνικοποίηση[23]. Στη συνδιάσκεψη των μπολσεβίκων τον Απρίλιο του 1917 υπογράμμιζε επίσης ότι το κύριο λάθος των επαναστατών ήταν ότι «το ζήτημα τοποθετείται πολύ γενικά: πέρασμα στο σοσιαλισμό. Ενώ πρέπει να μιλάμε για συγκεκριμένα βήματα και μέτρα»[24]. «Όχι «εφαρμογή» του σοσιαλισμού, σαν άμεσο καθήκον μας, αλλά πέρασμα αμέσως μόνο στον έλεγχο της κοινωνικής παραγωγής και της διανομής των προϊόντων απομέρους του Σοβιέτ των εργατών βουλευτών»[25].

Ο Λένιν γνώριζε βέβαια ότι η άρχουσα τάξη θα προσπαθήσει να εκφυλίσει τον εργατικό έλεγχο αλλά και συνολικά το πρόγραμμα αυτών των μεταβατικών αιτημάτων, ακόμη και πιο προωθημένα αιτήματα όπως αυτό για τη δημιουργία λαϊκής πολιτοφυλακής. «Οι κκ. καπιταλιστές πάνε να μας προλάβουν. Στους εργατικούς κύκλους αναπτύσσεται η συνείδηση της ανάγκης του προλεταριακού ελέγχου πάνω στις φάμπρικες και στα καπιταλιστικά συνδικάτα. Και στα «μεγαλοφυή» σκυλόψαρα του επιχειρηματικού κόσμου από τους υπουργικούς και παραϋπουργικούς κύκλους ήρθε η «μεγαλοφυής» ιδέα… Θα σκαρώσουμε ένα «κοινωνικό έλεγχο»»[26].

Το γεγονός αυτό δεν οδηγούσε το Λένιν στην απόρριψη των μεταβατικών αιτημάτων. Αντίθετα, υπογράμμιζε τους όρους υπό τους οποίους ο εργατικός έλεγχος μπορεί να γίνει ουσιαστικός. Επισήμαινε ότι έχει σημασία α. η ίδια η εργατική τάξη και ο λαός να αναλάβουν την υλοποίηση του εργατικού ελέγχου και γενικά των αιτημάτων αυτών μόνοι τους. «Οι εργάτες πρέπει να απαιτούν την άμεση πραγματοποίηση του εργατικού ελέγχου στην πράξη και μάλιστα από τους ίδιους τους εργάτες»[27]. β. Τόνιζε την ανάγκη σύνδεσης του εργατικού ελέγχου και των αιτημάτων αυτών με την προοπτική της ανάληψης της εξουσίας από την εργατική τάξη και το λαό.

Για το λόγο αυτό εξειδίκευε το αίτημα του εργατικού ελέγχου στις συγκεκριμένες συνθήκες του Μαϊου – Ιουνίου 1917. «Για ένα τέτιο έλεγχο είναι απαραίτητο, πρώτο, σε όλα τα όργανα που έχουν αποφασιστική σημασία να εξασφαλιστεί στους εργάτες μια πλειοψηφία όχι μικρότερη από τα τρία τέταρτα του συνόλου των ψήφων – με υποχρεωτική πρόσκληση για συμμετοχή τόσο των επιχειρηματιών που δεν αποσύρθηκαν από την επιχείρηση, όσο και του τεχνικού επιστημονικού προσωπικού, δεύτερο, οι επιτροπές στις φάμπρικες και στα εργοστάσια, τα κεντρικά και τα τοπικά Σοβιέτ των εργατών, στρατιωτών και αγροτών βουλευτών, καθώς και τα συνδικάτα να αποκτήσουν δικαίωμα συμμετοχής στον έλεγχο, να μπαίνουν στη διάθεσή τους όλα τα εμπορικά και τραπεζικά βιβλία και να τους δίνονται υποχρεωτικά όλα τα στοιχεία, τρίτο, αυτό το ίδιο δικαίωμα να το έχουν και οι εκπρόσωποι όλων των μεγάλων δημοκρατικών και σοσιαλιστικών κομμάτων»[28].

Ο στόχος τέτοιων προτάσεων ήταν να εισάγουν τον προβληματισμό ότι ο ίδιος ο λαός με τα δικά του δημοκρατικά όργανα πρέπει να αναλάβει μια σειρά πρωτοβουλίες για την αντιμετώπιση της κρίσης.

Τι είδους οικονομικά μέτρα θα έπρεπε να λάβουν τα όργανα του εργατικού ελέγχου; Ο Λένιν, χωρίς φυσικά να αποκρύπτει ότι ο στόχος ήταν η σοσιαλιστική κοινωνία και η εθνικοποίηση των βασικών μέσων παραγωγής, πρότεινε μέσω του εργατικού ελέγχου μια σειρά μέτρα περιορισμού της ασυδοσίας και εξουσίας της αστικής τάξης: ονομαστικοποίηση των μετοχών, την προοδευτική φορολόγηση του μεγάλου κεφαλαίου, κατάργηση του εμπορικού απορρήτου, έλεγχο των λογιστικών βιβλίων και των αποθηκών κλπ[29].

Επισήμαινε επίσης ο Λένιν ότι άλλες πολιτικές δυνάμεις πλειοδοτούσαν σε εξαγγελίες, όπως για παράδειγμα όταν πρότειναν την φορολόγηση των τραπεζών με συντελεστή 100%. Οι μπολσεβίκοι και ο Λένιν παρέθεταν πιο μετριοπαθείς προτάσεις. Έγραφε (το Μάιο του 1917) σχολιάζοντας το πρόγραμμα των μενσεβίκων: «το πρόγραμμα αυτό καθεαυτό δεν είναι μόνο έξοχο και δεν συμπίπτει απλώς με το μπολσεβίκικο, αλλά σε ένα σημείο πάει και πιο πέρα από το δικό μας, και συγκεκριμένα στο σημείο που δίνεται η υπόσχεση «να παρθεί το κέρδος από τα ταμεία των τραπεζών» σε ποσοστά «100% επί των κερδών». Το Κόμμα μας είναι πολύ πιο μετρημένο. Στην απόφασή του ζητάει λιγότερα, και συγκεκριμένα: μόνο την επιβολή ελέγχου στις τράπεζες και το «βαθμιαίο» (άκουσον! άκουσον! οι μπολσεβίκοι είναι υπέρ του βαθμιαίου) «πέρασμα σε μια πιο δίκαιη προοδευτική φορολογία των εισοδημάτων και των περιουσιών»… Ο Σκόμπελιεφ μοιράζει υπερβολικές και μάλιστα υπέρμετρες υποσχέσεις, χωρίς να καταλαβαίνει τους όρους που κάνουν δυνατή την πραγματοποίησή τους στην πράξη»[30].

Αυτό λοιπόν που έχει καθοριστική σημασία είναι η ενεργοποίηση της εργατικής τάξης και του λαού για την επιβολή μέτρων που ανοίγουν το δρόμο στην εθνικοποίηση των βασικών μέσων παραγωγής και όχι γενικά η εξαγγελία ριζοσπαστικών μέτρων. Σε αυτό συνίσταται η σημασία του εργατικού ελέγχου ως μεταβατικού αιτήματος, γεγονός που διατηρεί τη σημασία του σε όλες τις ανάλογες πολιτικές περιστάσεις. Δεν είναι τυχαίο, από την άποψη αυτή, ότι το αίτημα εμφανίζεται σε διάφορες παραλλαγές, άσχετα με το αν κατανοείται η ουσία του και αν προβάλλεται πάντα με τον ενδεδειγμένο τρόπο και σε σύνδεση με την ανάγκη εθνικοποίησης των βασικών μέσων παραγωγής[31].

ΕΙΝΑΙ ΥΛΟΠΟΙΗΣΙΜΑ;

Πολλά από τα αιτήματα αυτά μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να επιτευχθούν στο πλαίσιο του καπιταλισμού, ανάλογα με το συσχετισμό των δυνάμεων. Το σύνολο όμως των αιτημάτων για να υλοποιηθεί, οδηγεί αντικειμενικά, ωθεί προς τη ρήξη με το αστικό σύστημα, θέτει εκ των πραγμάτων το ζήτημα της εξουσίας.

Ο Λένιν είχε επανειλημμένα ασκήσει κριτική σε όσους υποστήριζαν ότι είναι περιττό ή και επιζήμιο για την επαναστατική υπόθεση να προβάλει κανείς τέτοια αιτήματα επειδή η υλοποίησή τους μπορεί να γίνει μόνο στο σοσιαλισμό[32]. Τόνιζε ότι κάποια από τα μεταβατικά αιτήματα μπορεί πράγματι να μην μπορεί να υλοποιηθούν στο πλαίσιο του καπιταλισμού. Αυτό όμως, σημείωνε, δεν πρέπει να οδηγεί στην εγκατάλειψή τους[33].

«Στον καπιταλισμό είναι συνηθισμένες όχι σαν ξεχωριστές περιπτώσεις, αλλά σαν τυπικό φαινόμενο, οι συνθήκες όπου είναι αδύνατο για τις καταπιεζόμενες τάξεις να «ασκήσουν» τα δημοκρατικά τους δικαιώματα… Το δικαίωμα να εκλέγει κανείς τους «δικούς του» λαϊκούς δικαστές, δημόσιους υπάλληλους, δασκάλους, ενόρκους κτλ είναι  επίσης απραγματοποίητο στις συνθήκες του καπιταλισμού, ακριβώς εξαιτίας της οικονομικής καταπίεσης των εργατών και των αγροτών. Το ίδιο ισχύει και για τη λαοκρατούμενη δημοκρατία: το πρόγραμμά μας την «ανακηρύσσει» σαν «λαϊκή κυριαρχία», αν και όλοι οι σοσιαλδημοκράτες ξέρουν θαυμάσια ότι  στον καπιταλισμό και η πιο λαοκρατούμενη δημοκρατία δεν οδηγεί παρά μόνο στην εξαγορά των δημοσίων υπαλλήλων από την αστική τάξη και στη συμμαχία του Χρηματιστηρίου με την κυβέρνηση». Και συνέχιζε ο Λένιν: «Μόνο άνθρωποι εντελώς ανίκανοι να σκέπτονται ή τελείως ανίδεοι από μαρξισμό συμπεραίνουν από δω: άρα το δημοκρατικό πολίτευμα δεν αξίζει τίποτε, η δημοκρατία δεν αξίζει τίποτε»[34].

Ο Λένιν ασκούσε κριτική στις δεξιόστροφες αναγνώσεις της δέσμης των μεταβατικών μέτρων που θεωρούσαν ότι η υλοποίησή τους συνιστά πέρασμα στο νέο κοινωνικό σύστημα. Το Δεκέμβριο του 1916 έγραφε: «ούτε όλο το σύνολο των διεκδικήσεων του μίνιμουμ προγράμματος δεν δημιουργούν «το πέρασμα σε θεμελιακά άλλο κοινωνικό σύστημα» Μπορεί μόνο να πούμε ότι στην πράξη το πιθανότερο απ’ όλα είναι ότι από κάθε σοβαρή πάλη για τις μεγάλες διεκδικήσεις του προγράμματος – μίνιμουμ θα φουντώσει η πάλη για το σοσιαλισμό και ότι εμείς αυτό το επιδιώκουμε οπωσδήποτε»[35].

Αντίθετα, τέτοια αιτήματα αποτελούν το δρόμο που βοηθά την εργατική τάξη και το λαό να κατανοήσει έμπρακτα την ανάγκη της πάλης για το σοσιαλισμό, ανοίγουν το δρόμο προς τη σοσιαλιστική επανάσταση. “Ο καπιταλισμός και ο ιμπεριαλισμός δεν είναι δυνατό να ανατραπούν με κανενός είδους δημοκρατικούς μετασχηματισμούς, ακόμη και με τους πιο “ιδανικούς”, αλλά μόνο με μια οικονομική ανατροπή. Το προλεταριάτο όμως, που δεν διαπαιδαγωγείται στην πάλη για τη δημοκρατία, δεν είναι ικανό να πραγματοποιήσει την οικονομική ανατροπή”[36].

ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΤΑ ΥΛΟΠΟΙΗΣΕΙ;

Αν όμως το σύνολο των μεταβατικών αιτημάτων δεν μπορεί να υλοποιηθεί εντός του υπάρχοντος συστήματος, τότε αρκεί μόνο η διατύπωσή τους και η παραπομπή της εφαρμογής τους μετά τη σοσιαλιστική επανάσταση; Η απάντηση του Λένιν και των ομοϊδεατών του στο ερώτημα αυτό ήταν κατηγορηματική: όχι.

Τα πολιτικά αιτήματα πρέπει να διαμορφώνονται ανάλογα με τις πολιτικές συνθήκες και το επίπεδο επαναστατικής συνείδησης του λαού. Έτσι, στο 4ο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, το τελευταίο που έγινε με τη συμμετοχή του Λένιν, διαμόρφωσε το αίτημα της εργατικής ή εργατοαγροτικής κυβέρνησης. Συγκεκριμένα η Διεθνής προέβη στις ακόλουθες διαπιστώσεις:

Πρώτο, θεωρούσε ότι σε συνθήκες αστικής δημοκρατίας είναι δυνατή η ανάδειξη εργατικής ή εργατοαγροτικής κυβέρνησης. “Η εργατική κυβέρνηση μπορούσε να προκύψει και με βάση το κοινοβούλιο, αλλά σε στενή σχέση με τον επαναστατικό αγώνα κατά της αστικής τάξης, μόνο στην πορεία της μαζικής πάλης, στηριζόμενη στις μάζες και δυναμώνοντας το επαναστατικό κίνημα”.[37] Διαφοροποιούσε με έμφαση αυτές τις κυβερνήσεις από τις κυβερνήσεις της σοσιαλδημοκρατίας στις διάφορες αποχρώσεις της. Αυτές οι τελευταίες “δεν είναι επαναστατικές εργατικές κυβερνήσεις αλλά κυβερνήσεις καμουφλαρισμένης συμμαχίας μεταξύ της μπουρζουαζίας και τωναντεπαναστατών εργατών ηγετών... Οι κομμουνιστές δεν πρέπει να συμμετέχουν σε παρόμοιες κυβερνήσεις”.

Δεύτερο, θεωρούσε ότι «Η εργατική κυβέρνηση (ενδεχόμενα και η εργατοαγροτική κυβέρνηση) πρέπει παντού να μας χρησιμεύσει σαν γενικό προπαγανδιστικό σύνθημα». “Το Συνέδριο υπογράμμισε ότι το σύνθημα της εργατικής κυβέρνησης σαν γενικό σύνθημα ζύμωσης μπορεί να χρησιμοποιηθεί σχεδόν παντού. Σαν επίκαιρο όμως πολιτικό σύνθημα έχει σημασία στις χώρες, όπου ο συσχετισμός των δυνάμεων ανάμεσα στους εργάτες και στην αστική τάξη βάζει στην ημερήσια διάταξη τη λύση του προβλήματος της κυβέρνησης σαν πρακτική ανάγκη”.

Τρίτο, δεν θεωρούσε ωστόσο ότι η επανάσταση θα περάσει νομοτελειακά από την ανάδειξη μιας τέτοιας κυβέρνησης. Η εργατική κυβέρνηση “δεν είναι ακόμα δικτατορία του προλεταριάτου” ούτε αποτελεί “μια αναγκαία μεταβατική μορφή” μπορεί να αποτελέσει όμως “μια αφετηρία για την κατάκτηση” της εξουσίας από την εργατική τάξη.

Τέταρτο, “στα καθήκοντα της εργατικής κυβέρνησης, που δεν έχει γίνει ακόμα κυβέρνηση της προλεταριακής διχτατορίας, ανήκαν ο εξοπλισμός της εργατικής τάξης, ο αφοπλισμός των αστικών αντεπαναστατικών οργανώσεων, η εφαρμογή ελέγχου στην παραγωγή, η μεταβίβαση του κυριότερου βάρους των φόρων στις τάξεις των πλουσίων και η κατάπνιξη της αντίστασης της αντεπανάστασης. Η συνεπής εφαρμογή αυτών των μέτρων, θα συνέβαλλε στην επαναστατική διαπαιδαγώγηση των εργαζομένων και στη συσπείρωσή τους γύρω από το κομμουνιστικό κόμμα, και θα μπορούσε να προετοιμάσει το πέρασμα στη σοσιαλιστική επανάσταση».

Μια εργατική κυβέρνηση που προκύπτει από ένα κοινοβουλευτικό συνδυασμό, μπορεί επίσης να δώσει την ευκαιρία να αναζωογονηθεί το επαναστατικό εργατικό κίνημα. Είναι όμως αυτονόητο ότι  η δημιουργία μιας πραγματικά εργατικής κυβέρνησης και η διατήρηση μιας κυβέρνησης που κάνει επαναστατική πολιτική θα οδηγήσουν αναγκαστικά στον πιο λυσσασμένο αγώνα και ίσως σε εμφύλιο πόλεμο εναντίον της μπουρζουαζίας. Επομένως, το σύνθημα της εργατικής κυβέρνησης μπορεί να εξαπολύσει επαναστατικούς αγώνες”.

Πέμπτο, η συμμετοχή των κομμουνιστών σε μια τέτοια κυβέρνηση υπόκειται στους εξής όρους: “Οι κομμουνιστές που θα αποτελέσουν μέλη της εργατικής κυβέρνησης θα ελέγχονται με τον πιο αυστηρό τρόπο από το κόμμα τους. Τα κομμουνιστικά μέλη της εργατικής κυβέρνησης παραμένουν σε στενή επαφή με τις επαναστατικές οργανώσεις των μαζών. Το κομμουνιστικό κόμμα διατηρεί απόλυτα τη φυσιογνωμία του και την πλήρη ανεξαρτησία της ζύμωσης και της προπαγάνδας του”.

Επιπλέον, η Κομμουνιστική Διεθνής εκτιμούσε ότι “οι κομμουνιστές είναι ακόμη διατεθειμένοι κάτω από ορισμένες συνθήκες και ορισμένες εγγυήσεις, να υποστηρίξουν μια μη κομμουνιστική εργατική κυβέρνηση. Όμως είναι υποχρεωμένοι οπωσδήποτε να εξηγούν στην εργατική τάξη ότι η απελευθέρωσή της μπορεί να εξασφαλιστεί μόνο με τη δικτατορία του προλεταριάτου”[38].

Είναι φανερό από τα παραπάνω ότι η Διεθνής κατανοούσε τα μεταβατικά αιτήματα ως άμεσα συνδεδεμένα με το αίτημα της ανάδειξης, σε συνθήκες αστικής δημοκρατίας, εργατικής (ή εργατοαγροτικής) κυβέρνησης. Μια τέτοια κυβέρνηση θα πρέπει να επιχειρήσει να υλοποιήσει το σύνολο των μεταβατικών αιτημάτων και έτσι να προετοιμάσει και ωθήσει στην επαναστατική ρήξη.

Η ΑΝΑΓΚΗ ΔΙΑΛΕΚΤΙΚΗΣ ΣΥΝΔΕΣΗΣ

ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΩΝ ΑΙΤΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ

Τα μεταβατικά αιτήματα περιλαμβάνουν λοιπόν μεταρρυθμίσεις και μετασχηματισμούς. Η διαφορά με τους ρεφορμιστές είναι ότι είναι έτσι διατυπωμένα ώστε να ανοίγουν το δρόμο για την επαναστατική πάλη του λαού, να διευκολύνουν τη σύνδεσή τους με την προοπτική της επαναστατικής αλλαγής. Βοηθούν το λαό να κατανοήσει την ανάγκη συμμετοχής στον αγώνα και επιπλέον, να κατανοήσει την ανάγκη της επανάστασης[39].

Γι’ αυτό ό Λένιν τόνιζε, λίγο πριν την επανάσταση του 1917, ότι οι μαρξιστές «είμαστε οπαδοί ενός τέτιου προγράμματος μεταρρυθμίσεων που πρέπει να στρέφεται και ενάντια στους οπορτουνιστές. Οι οπορτουνιστές θα ένιωθαν μόνο χαρά, αν αφήναμε μονάχα σ’ αυτούς τον αγώνα για τις μεταρρυθμίσεις»[40].

«Για έναν πραγματικό επαναστάτη ο πιο μεγάλος κίνδυνος –ίσως μάλιστα και ο μοναδικός κίνδυνος- είναι να υπερβάλλει την επαναστατικότητα, να ξεχνά τα όρια και τους όρους για μια κατάλληλη και επιτυχημένη εφαρμογή των επαναστατικών μεθόδων. Πραγματικοί επαναστάτες τις περισσότερες φορές έσπασαν τα μούτρα τους σ’ αυτό το σημείο, όταν άρχιζαν να γράφουν την «επανάσταση» με κεφαλαίο γράμμα, να εξαίρουν την «επανάσταση» σαν κάτι το σχεδόν θεϊκό, να χάνουν τα μυαλά τους, να χάνουν την ικανότητα να σκέπτονται, να ζυγιάζουν, να ελέγχουν με τον πιο ψύχραιμο και νηφάλιο τρόπο σε ποια στιγμή, μέσα σε ποιες συνθήκες, σε ποιον τομέα δράσης πρέπει να ξέρουν να ενεργούν επαναστατικά και σε ποια στιγμή, μέσα σε ποιες συνθήκες, σε ποιον τομέα δράσης πρέπει να ξέρουν να περνούν στη μεταρρυθμιστική δράση»[41].

Το ίδιο ισχύει και για τα υπόλοιπα μέτρα του μεταβατικού προγράμματος. Δεν αρκεί η διατύπωσή τους. Καίρια σημασία έχει η διεκδίκηση εφαρμογής και υλοποίησής τους να γίνεται από τον ίδιο το λαό και τις οργανώσεις του: τα συνδικάτα, τους μαζικούς του φορείς ή και από πιο προωθημένες μορφές οργάνωσης όπως ήταν τα συμβούλια (σοβιέτ), όταν βέβαια αυτά εμφανίζονται μέσα στην ταξική πάλη με όρους μαζικότητας.

Στο πνεύμα αυτό ο Λένιν αναγνώριζε ότι τέτοια μεταβατικά αιτήματα μπορεί υποκριτικά να διατυπώσουν τα αστικά και μικροαστικά κόμματα. «Αναγκάζονται να δεχτούν το πρόγραμμα του «τρομερού» μπολσεβικισμού, επειδή δεν μπορεί να υπάρξει άλλο πρόγραμμα διεξόδου από την πραγματικά επερχόμενη, την πραγματικά φοβερή καταστροφή, όμως … όμως οι καπιταλιστές «αναγνωρίζουν» αυτό το πρόγραμμα για να μην το εκτελέσουν»[42]. Αυτός προφανώς δεν είναι λόγος για να εγκαταλείψουν οι επαναστάτες τη διατύπωση και διεκδίκηση τέτοιων αιτημάτων.

ΜΕΤΑΒΑΤΙΚΑ ΑΙΤΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Η διατύπωση μεταβατικών αιτημάτων είναι απολύτως αναγκαία προϋπόθεση για την επίτευξη της επαναστατικής αλλαγής. Χωρίς αυτά δεν είναι δυνατό να προετοιμαστεί ο λαός για την επανάσταση. Ο Λένιν ασκούσε σταθερά κριτική σε όσους αρνούνταν την ανάγκη των μεταβατικών μέτρων και ήταν «ενάντια στο πρόγραμμα - μίνιμουμ (δηλ. ενάντια στον αγώνα για μεταρρυθμίσεις και δημοκρατία), επειδή αντιφάσκει προς τη σοσιαλιστική επανάσταση»[43].

Στις 21 Οκτωβρίου 1917, δυο εβδομάδες πριν την επανάσταση, ο Λένιν χαρακτήρισε «πολύ «ριζοσπαστική», φαινομενικά, και πολύ αστήρικτη» την πρόταση των Μπουχάριν και Σμιρνόφ να εξαλειφθεί το πρόγραμμα - μίνιμουμ[44]. «Γι’ αυτό είναι ακριβώς γελοίο να πετάμε το πρόγραμμα – μίνιμουμ, που είναι απαραίτητο, όσο ζούμε ακόμη στα πλαίσια του αστικού καθεστώτος, όσο δεν έχουμε ακόμη καταστρέψει αυτά τα πλαίσια, όσο δεν έχουμε πραγματοποιήσει το βασικό για το πέρασμα στο σοσιαλισμό, όσο δεν έχουμε τσακίσει τον εχθρό (την αστική τάξη) και, τσακίζοντάς τον, δεν τον έχουμε συντρίψει»[45].

Μέχρι λοιπόν την κατάληψη της εξουσίας από την εργατική τάξη και το λαό είναι αναγκαίο ένα «πρόγραμμα μεταβατικών μέτρων προς το σοσιαλισμό», η διεκδίκηση «μετασχηματισμών»[46]. «Χωρίς αυτούς τους μεταβατικούς «συνδυασμένους τύπους» δεν θα τα βγάλουμε πέρα» ακόμη και μετά την κατάληψη της εξουσίας ξεκαθάριζε ο Λένιν[47].    

Η σύμπηξη συμμαχιών γύρω από τα μεταβατικά αιτήματα  

Η διατύπωση μεταβατικών αιτημάτων από το επαναστατικό κόμμα της εργατικής τάξης συμβάλλει στην σύμπηξη κοινωνικών και, όπου χρειάζεται, πολιτικών συμμαχιών. Οι κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες είναι εξάλλου απαραίτητες. Το επαναστατικό κόμμα δεν πρέπει να απέχει «από τις συμφωνίες και τους συμβιβασμούς με τους ενδεχόμενους (έστω και προσωρινούς, ασταθείς, ταλαντευόμενους, συμβατικούς) συμμάχους». Αντίθετα, οφείλει να χρησιμοποιεί «υποχρεωτικά, με την πιο μεγάλη επιμέλεια, φροντίδα, προσοχή και επιδεξιότητα κάθε, έστω και την ελάχιστη, «ρωγμή» ανάμεσα στους εχθρούς, κάθε αντίθεση συμφερόντων ανάμεσα στην αστική τάξη των διάφορων χωρών, ανάμεσα στις διάφορες ομάδες ή κατηγορίες της αστικής τάξης στο εσωτερικό της κάθε χώρας – όπως και κάθε, έστω και την ελάχιστη, δυνατότητα να αποκτήσεις μαζικό σύμμαχο, έστω και προσωρινό, ταλαντευόμενο, ασταθή, αβέβαιο και συμβατικό»[48].

Τα μεταβατικά αιτήματα μπορούν από τη φύση τους να προσελκύσουν προς την πλευρά της επαναστατικής εργατικής τάξης και άλλες κοινωνικές τάξεις και στρώματα. Με τον τρόπο αυτό μεγιστοποιείται η πίεση που ασκείται προς την κυρίαρχη τάξη ενώ άλλα στρώματα μπορούν να ουδετεροποιηθούν, έστω και προσωρινά. Οι κοινωνικές αυτές διεργασίες έχουν συχνά την αντανάκλασή τους στο πολιτικό επίπεδο. Τόσο το παράδειγμα των αριστερών εσέρων στη Ρωσία όσο και πολλών άλλων κομμάτων μικροαστικής φύσης σε άλλες χώρες έδειξαν ότι έστω και προσωρινά, παρά τις ταλαντεύσεις τους, τάχθηκαν με το μέρος της επανάστασης. Αυτό αποτέλεσε όφελος καθώς στην κρίσιμη στιγμή βοήθησε να γείρει η πλάστιγγα προς το μέρος της ανατροπής της αστικής εξουσίας.    

Η ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΠΙΒΕΒΑΙΩΣΗ  

Η εγκυρότητα της λενινιστικής ανάλυσης έχει επιβεβαιωθεί από κάθε επαναστατική εμπειρία που γνώρισε έκτοτε η ανθρωπότητα. Όλες οι επαναστάσεις του 20ού αιώνα πραγματοποιήθηκαν μέσω της συνένωσης κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων γύρω από ένα μεταβατικό πρόγραμμα.

Πρώτα απ’ όλα βέβαια αυτό συνέβη στην οχτωβριανή επανάσταση στη Ρωσία το 1917. Δεν υπήρξε ούτε μία επιτυχημένη επαναστατική αλλαγή στον κόσμο που να πραγματοποιήθηκε χωρίς τη συσπείρωση του λαού γύρω από μεταβατικά αιτήματα τα οποία μάλιστα κυμαίνονταν ανάλογα με το επίπεδο ανάπτυξης της χώρας, το επίπεδο συνείδησης του λαού, το συσχετισμό των δυνάμεων, τις φάσεις ανάπτυξης της επαναστατικής διαδικασίας.

Ένα δεύτερο παράδειγμα είναι η κινεζική επανάσταση που επικράτησε το 1949. Τα αιτήματα κάθε φορά μεταβάλλονταν ανάλογα με τις αλλαγές στις συνθήκες[49]. Μετά την ήττα των Ιαπώνων αναδιαμορφώθηκαν οι κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες του ΚΚ Κίνας. Τα αιτήματα προσαρμόστηκαν έτσι ώστε να συσπειρώσουν πλάι στην εργατική τάξη όλες εκείνες τις κοινωνικές και πολιτικές δυνάμεις που ενδιαφέρονταν για το σταμάτημα της καταλήστευσης της Κίνας από τις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, για την κατάργηση του συστήματος της φεουδαρχικής ιδιοκτησίας στη γη και για την εθνικοποίηση εκείνου του τμήματος της αστικής τάξης που ήταν στενά συνδεδεμένο με τον ιμπεριαλισμό και τη φεουδαρχία («γραφειοκρατικό κεφάλαιο», όπως το ονόμαζαν).

Έτσι λοιπόν διατύπωνε αιτήματα που προάσπιζαν τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, των αγροτών, αλλά και των μικροαστών και της μεσαίας αστικής τάξης τα συμφέροντα των οποίων διακηρυσσόταν ότι δεν θα θιγούν αλλά θα προστατευθούν για ένα μεταβατικό ιστορικό διάστημα. Στη βάση αυτή το ΚΚ Κίνας μπόρεσε να συμπήξει πολιτικό μέτωπο με δημοκρατικά μικροαστικά κόμματα τα οποία αποσπάστηκαν από το Κουομιτάγκ[50].

Έχει ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι κατά τη διάρκεια του εμφυλίου οι επαναστατικές δυνάμεις ελίσσονταν αναδιαμορφώνοντας τα αιτήματά τους ανάλογα με τις εξελίξεις. Όταν το Κουομιτάγκ διακήρυξε υποκριτικά πως ενδιαφέρεται για την ειρήνευση, το ΚΚ Κίνας ανταποκρίθηκε συμμετέχοντας στις διαπραγματεύσεις και θέτοντας τους εξής όρους: τιμωρία των εγκληματιών πολέμου, κατάργηση του ψευτοσυντάγματος του Κουομιτάγκ,  ανασχηματισμός του στρατού σύμφωνα με δημοκρατικές αρχές, αγροτική μεταρρύθμιση, δήμευση του γραφειοκρατικού κεφαλαίου, σχηματισμός δημοκρατικής κυβέρνησης συνασπισμού. Το Κουομιτάγκ αρνήθηκε τελικά τους όρους αυτούς με συνέπεια η επαναστατική προσπάθεια να συνεχιστεί με αιχμές τη δημοκρατία και την ειρήνευση που είχε αρνηθεί το Κουομιτάγκ[51]. Το ΚΚ Κίνας κατόρθωσε να πάρει το λαό με το μέρος του και να νικήσει, αν και το 1945 έλεγχε μόνο το 1/3 των εδαφών της χώρας, οι ένοπλες δυνάμεις του ήταν τρισήμιση φορές λιγότερες από εκείνες του Κουομιτάγκ και φυσικά διέθετε πολύ χειρότερο εξοπλισμό[52].

Ανάλογη ήταν η εμπειρία της επανάστασης στην Κούβα το 1959. Τα αιτήματα που συσπείρωσαν το λαό ήταν η κατάργηση της δικτατορίας, η αγροτική μεταρρύθμιση και η εθνική ανεξαρτησία[53]. Το πρόγραμμα της Μονκάδα, γύρω από το οποίο συγκροτήθηκε το «Κίνημα της 26ης Ιούλη» και η μετέπειτα επαναστατική διαδικασία, προωθούσε την ανατροπή της δικτατορίας, την επαναφορά του δημοκρατικού Συντάγματος του 1940, την οικοδόμηση μιας γνήσια δημοκρατικής εξουσίας του λαού, τη διανομή των τσιφλικιών στους αγρότες, μέτρα για την ανύψωση του βιοτικού επιπέδου του λαού, εθνικοποίηση κάποιων σημαντικών επιχειρήσεων. Όλα αυτά είχαν με γλαφυρό τρόπο συνοψιστεί στους πέντε επαναστατικούς νόμους που διακήρυξε ο Φιδέλ Κάστρο στη δίκη του μετά την αποτυχημένη απόπειρα στην Μονκάδα[54].

Αλλά και η επανάσταση στην Τσεχοσλοβακία, χώρα βιομηχανικά αναπτυγμένη, επιβεβαίωσε την ανάγκη μεταβατικών αιτημάτων. Μετά την απελευθέρωσή της από το ναζισμό και το σχηματισμό κυβέρνησης συνασπισμού σοσιαλδημοκρατών - κομμουνιστών και άλλων μικρότερων πολιτικών δυνάμεων, το ΚΚ Τσεχοσλοβακίας έθετε συγκεκριμένα αιτήματα: για την υλοποίηση και περαιτέρω ανάπτυξη της αγροτικής μεταρρύθμισης, για τη βελτίωση των εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων του λαού, για την εθνικοποίηση και άλλων μεγάλων επιχειρήσεων. Τα αιτήματα αυτά προωθούσαν τη συνείδηση του λαού και τον αγώνα του σε ένα ανώτερο επίπεδο και κατέληξαν στην επαναστατική κατάκτηση της εξουσίας το 1948[55].

*Πηγή: kordatos.org

Σάββατο 1 Αυγούστου 2015

Ετικέτες

.jpg

Του ΓΙΑΝΝΗ ΦΩΤΙΑΔΗ**

Είναι εντυπωσιακό ότι μόνο η πολύ μικρή ομάδα της «Κομμουνιστικής Τάσης του ΣΥΡΙΖΑ» έχει ζητήσει αλλαγή ηγεσίας στον ΣΥΡΙΖΑ, ενώ μάλιστα ο Α. Τσίπρας έχει προκαλέσει ανοικτά (σε στυλ «όποιος τολμά») όποιον θέλει να θέσει θέμα ηγεσίας. Μάλιστα στελέχη της Αριστερής Πλατφόρμας επιμένουν ότι θέμα ηγεσίας δεν τίθεται, ενώ την ίδια στάση τηρεί και ο ίδιος ο Παναγιώτης Λαφαζάνης. Αλήθεια τι άλλο πρέπει να συμβεί ώστε να τεθεί θέμα ηγεσίας; Και εδώ θα αναφερθώ στην ηθική διάσταση του ζητήματος και όχι στην πολιτική που θέτει η Κομμουνιστική Τάση. Και η ηθική στάση είναι αυτή: Μετά από μια τόσο μεγάλη αποτυχία, ο ηγέτης που έχει την μεγάλη ευθύνη της αποτυχίας οφείλει να υποβάλλει την παραίτηση του χωρίς δικαιολογίες, υποσημειώσεις και αστερίσκους, αποδεικνύοντας ότι η ηθική στάση υπερτερεί της επιθυμίας για εξουσία. Και γιατί είναι αυτή η ηθική στάση; Διότι στην κοινωνική ζωή η ανάληψη ευθύνης για πράξεις, λάθη και παραλείψεις που έχουν μεγάλη σημασία στο κοινωνικό σώμα είναι απαραίτητος όρος ώστε αυτή να μην καταλήγει στην επικράτηση της δύναμης. Της στυγνής δύναμης της εξουσίας. Και φτάνουμε στο σημείο ο Α. Τσίπρας να υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει άλλος που θα μπορούσε να τα καταφέρει καλύτερα και γι’ αυτό προφανώς δεν θέλει να παραιτηθεί. Πρόκειται όμως για τον ορισμό της αλαζονείας: Το αν υπάρχει άλλος καλύτερος από αυτόν έπρεπε να αφήσει να το κρίνουν οι άλλοι (τα μέλη του ΣΥΡΙΖΑ εν προκειμένω), αφού ο ίδιος έχει πρώτα παραιτηθεί ώστε να δείξει ότι αναλαμβάνει πλήρως την ευθύνη της πολιτικής κατάστασης και για να μην δίνει λαβή στη σκέψη ότι θα προσπαθήσει να χρησιμοποιήσει μηχανισμούς εξουσίας προκειμένου να παραμείνει γαντζωμένος στην εξουσία.

Βέβαια δεν φταίει μόνο ο Τσίπρας. Όπως είπα δεν μιλάει σχεδόν κανείς; Πως γίνεται όμως και οι ριζοσπάστες του ΣΥΡΙΖΑ να σιωπούν; Η εξήγηση που δίνωση κ είναι αυτή: Τα στελέχη, για παράδειγμα, της Αριστερής Πλατφόρμας δεν βάζουν θέμα παραίτησης του Α. Τσίπρα με βάάποιους πολιτικούς υπολογισμούς ή, για να πούμε το ίδιο πράγμα και διαφορετικά, με βάση κάποιους πολιτικούς φόβους. Παίρνουν δηλαδή υπόψη τους το γεγονός ότι ο Α. Τσίπρας απολαμβάνει, ακόμη, σημαντικής δημοφιλίας και φοβούνται να συγκρουσθούν με αυτό το λαϊκό αίσθημα. Έτσι όμως βάζουν τους πολιτικούς υπολογισμούς πάνω από την ηθική στάση.

Ο Α. Τσίπρας έρχεται και μας λέει: «Κανείς δεν είναι αλάνθαστος και βέβαια και εγώ έχω κάνει λάθη». Αυτή η διατύπωση βέβαια υποβαθμίζει τα λάθη του, εννοώντας λάθη του συρμού. Και στη συνέχεια ζητά να κυβερνά σαν ο καλύτερος διαχειριστής της συνεχιζόμενης ταπείνωσης και εξαθλίωσης των πολιτών. Αυτή είναι η λογική του Ηγεμόνα. Το ανθρώπινο, το πολύ ανθρώπινο θα ήταν να απαιτήσει από τον εαυτό του να αποσυρθεί, τουλάχιστον για ένα διάστημα, για να μπορέσει να συλλογισθεί βαθιά πάνω στις κρίσιμες αποφάσεις του που οδήγησαν τα πράγματα ως εδώ και στις συνεπαγόμενες ευθύνες του, μακριά από τους καταναγκασμούς και την τυφλότητα που η εξουσία επιβάλλει στους υπηρέτες και τους αρχιερείς της. Να συλλογισθεί και να πονέσει επίσης βαθιά, για την κατάληξη των πραγμάτων, ακόμη και αν τελικά συμπέραινε ότι ο ίδιος ήταν αλάνθαστος. Αλλά αυτό θα ήταν το ανθρώπινο, το πολύ ανθρώπινο και όχι το ηγεμονικό. Και σαν τύπος Ηγεμόνα, ο Α. Τσίπρας γίνεται μοιραία και καταχραστής. Όχι βέβαια χρηματικού κεφαλαίου, αλλά πολιτικού κεφαλαίου. Καταχραστής εξουσίας.

Θα επαναλάβω, όμως, μεγαλώνοντας τώρα κατά πολύ το πλαίσιο, ότι δεν έχει την αποκλειστική ευθύνη:

Η Αριστερά έχει μακρά παράδοση στην πολιτική μη ηθικότητα. Για μεγάλο χρονικό διάστημα είχε επικρατήσει, με στυγνό τρόπο, η άποψη ότι ηθικό είναι ότι συμφέρει το κόμμα ή στις πιο οραματικές στιγμές, στις απαρχές κυρίως, ότι συμφέρει την επανάσταση, κάτι που οδήγησε σε μεγάλα εγκλήματα. Στις μέρες μας και μετά την παταγώδη αποτυχία του κομμουνιστικού κινήματος, καθώς και του κομματικού προτύπου, έχει υπάρξει μια άμβλυνση στην εκφορά αυτού του δόγματος, αλλά μόνο στην εκφορά. Στην ουσία συνεχίζει η παράδοση που θέλει την ηθική στάση να υποτάσσεται στους πολιτικούς υπολογισμούς. Και τα εγκλήματα συνεχίζονται, αλλά είναι πολλά μικρά και μη αιματηρά. Επομένως, από αυτή την άποψη, ο Α. Τσίπρας συνεχίζει, απλώς, την αριστερή παράδοση. Και οι αριστεροί πολίτες έχουν μεγάλη ευθύνη που επιτρέπουν στις ηγεσίες τους να είναι τόσο συστημικές ώστε να ακολουθούν τον γενικό κανόνα του συστήματος, όπως τον είχε συμπεράνει ο Λένιν: «Στην πολιτική, ηθική δεν υπάρχει, υπάρχει μόνο σκοπιμότητα».

Με τα παραπάνω δεν προτείνω την επιστροφή σε μια κλειστή και τυραννική ηθικότητα. Ωστόσο ζητώ από την αντισυστημική πολιτική να τιμήσει την μεγάλη σημασία και την αυτονομία του ηθικού στοιχείου. Ασφαλώς δεν είναι τυχαίο που στην ανθρώπινη πορεία διαμορφώθηκε στον ανθρώπινο εγκέφαλο «ηθική περιοχή». Μάλιστα, σύμφωνα με κάποιες πρόσφατες έρευνες νευροεπιστημόνων «οι υψηλότερες ικανότητες στην ηθική συλλογιστική σχετίζονται και με περισσότερη φαιά ουσία στις περιοχές του εγκεφάλου που σχετίζονται με τη σύνθετη κοινωνική συμπεριφορά, τη λήψη αποφάσεων και τη διαχείριση συγκρούσεων σε σχέση όχι μόνο με εκείνους που υστερούν αλλά και με εκείνους που βρίσκονται στον μέσο όρο στον «ηθικό» τομέα» (ερευνητές Πανεπιστημίου της Πενσιλβάνια).

Τελικά ζητώ ο κάθε αριστερός πολίτης να βγάλει περισσότερο συστηματικά την Αντιγόνη που έχει μέσα του απέναντι σε κάθε αριστερή εξουσία. Και εδώ έχουμε μιαν άλλη πονεμένη ιστορία: Για την αριστερά καταδικαστέα είναι μόνο η εξουσία των καπιταλιστών, στις καθαρά οικονομικές σχέσεις. Αντίθετα η εξουσία των πολιτικών ελίτ της αριστεράς είναι, σε γενικές γραμμές, στο απυρόβλητο. Τις συνέπειες αυτής της τυφλότητας τις είδαμε, για μιαν ακόμη φορά, καθαρά. Επομένως, η αποκατάσταση της αυτονομίας του ηθικού στοιχείου περνά, σε ότι αφορά την αριστερά, από συγκεκριμένες πολιτικές προϋποθέσεις: Τον δραστικό περιορισμό της εξουσίας των αριστερών πολιτικών ελίτ και ταυτόχρονα την δραστική αύξηση της ισχύος του μεμονωμένου μέλους της αριστερής ή αντισυστημικής πολιτικής οντότητας.

Η νέα αυτή κρίση στην αριστερά θα μπορούσε να έχει ευλογημένο αποτέλεσμα αν γινόταν η απαρχή μιας πραγματικά και όχι κατ’ ευφημισμό, νέας πορείας. Στην πορεία αυτή πρέπει να εγκαταλειφθούν ολέθριες αριστερές παραδόσεις που τελικά λειτουργούν προς όφελος του ευρύτερου συστήματος στο οποίο εντάσσω και τους κομματικούς μηχανισμούς και τις ελίτ της αριστεράς. Είναι το Αριστερό Ρεύμα έτοιμο για μια τέτοια, πραγματικά θεμελιώδη, απόσχιση; Γιατί κατά τη γνώμη μου το Αριστερό Ρεύμα είναι αφενός μεν αυτή τη στιγμή η μόνη υπολογίσιμη οργανωμένη δύναμη της ριζοσπαστικής αριστεράς, αφετέρου το παραπάνω είδος απόσχισης είναι το μόνο είδος απόσχισης που πραγματικά θα μπορούσε να γράψει ιστορία. Και δεν προϋποθέτει απαραίτητα τη διάσπαση του ΣΥΡΙΖΑ.  

*Ο Γιάννης Φωτιάδης είναι Οικονομολόγος και μέλος του τμήματος Οικονομικής Πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ

** Είναι αυτονόητο ότι οι σκέψεις και προτάσεις του κειμένου είναι προσωπικές

Kυριακή 2 Αυγούστου 2015

πηγη: iskra.gr

Ετικέτες
  • Τελευταια
  • Δημοφιλή