Σήμερα: 16/10/2021
Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

_αληθεια_για_τις.jpg

Ηλίας Ιωακείμογλου

Σχετικά με τις εκτιμήσεις του υπουργού Μάρδα και του γ.γ. του ΚΚΕ Κουτσούμπα για τις «καταστροφικές» συνέπειες από την επιστροφή στο εθνικό νόμισμα και την υποτίμησή του

Εκστρατεία για να ενημερωθούμε σχετικά με τις καταστροφικές επιπτώσεις που θα είχε στα εισοδήματα μια υποτίμηση του εθνικού νομίσματος φαίνεται ότι έχει ξεκινήσει ο κ. Μάρδας, και λέει πάνω-κάτω ό,τι και ο κ. Κουτσούμπας του ΚΚΕ. Πιο συγκεκριμένα, ο κ. Μάρδας ισχυρίζεται ότι μια υποτίμηση της νέας δραχμής θα οδηγούσε σε μείωση του πραγματικού εισοδήματός της χώρας, ενώ σύμφωνα με τον κ. Κουτσούμπα, που είναι πιο ταξικός, η υποτίμηση θα οδηγούσε σε μείωση της αγοραστικής δύναμης των εργαζόμενων τάξεων ειδικά. Αυτούς τους ισχυρισμούς τους εμφανίζουν δε ως μια ακόμη περίπτωση TINA, δεν-υπάρχει-εναλλακτική-λύση: άπαξ και κάνεις υποτίμηση του εθνικού σου νομίσματος, οπωσδήποτε έχασες εισόδημα. Μονόδρομος.

Ωστόσο, αυτό που διηγούνται οι δύο πολιτικοί μας (δηλαδή η μείωση της αγοραστικής δύναμης των εισοδημάτων είτε των μισθών εξαιτίας μιας νομισματικής υποτίμησης) είναι απλώς το πρώτο βήμα σε μια αρκετά μακρά αλυσίδα οικονομικών επιπτώσεων, το πρώτο βήμα σε ένα αρκετά μακρύ μονοπάτι αποτελεσμάτων, αναδράσεων, διακλαδώσεων και ανοιχτών δυνατοτήτων - διότι η καπιταλιστική οικονομία είναι ένα πολύπλοκο σύστημα, δεν λειτουργεί υπό το καθεστώς «μια αιτία φέρνει ένα αποτέλεσμα και τελειώσαμε», είναι ένα σύνολο μεγεθών που συνδέονται μεταξύ τους με ένα πυκνό δίχτυ σχέσεων αιτιότητας. Έτσι, όταν αλλάζει ένα μέγεθος (π.χ. η συναλλαγματική ισοτιμία) η οικονομία υφίσταται μια διαταραχή που γίνεται το σημείο εκκίνησης σειράς επιπτώσεων που διαχέονται στο οικονομικό κύκλωμα μέσω διάφορων καναλιών. Αυτή η πολυπλοκότητα του κεφαλαιοκρατικού οικονομικού συστήματος αποκλείει κάθε είδους ΤΙΝΑ, πολύ περισσότερο που η λειτουργία του ενσωματώνει και μια αρχή ριζικής αβεβαιότητας που είναι ο βασικός κοινωνικός ανταγωνισμός κεφαλαίου - εργασίας.

Αλλά ας πλησιάσουμε πιο κοντά στο αντικείμενό μας.

Όταν έχουμε υποτίμηση ενός εθνικού νομίσματος, πράγματι, ένα δευτερόλεπτο μετά η αγοραστική δύναμη του ΑΕΠ να αγοράσει ξένα προϊόντα μειώνεται αναλογικά, και το ίδιο ισχύει για τους μισθούς. Είναι αυτό το πρώτο βήμα στο οποίο αναφέρονται οι δύο πολιτικοί μας, αγνοώντας ότι έτσι μπαίνουμε σε ένα μονοπάτι που έχει μάλιστα και διακλαδώσεις:

Υποθέτοντας ότι η υποτίμηση θα πραγματοποιηθεί σε συνθήκες βαθιάς ύφεσης, σαν τη σημερινή, θα πρέπει να περιμένουμε, και μάλιστα σύντομα, μιαν αύξηση στη ζήτηση για εγχώρια προϊόντα και μια μείωση στις εισαγωγές καταναλωτικών προϊόντων (και όχι αυξήσεις των εγχωρίων τιμών[1]). Αυτό θα έχει αποτέλεσμα τη βελτίωση[2] του εμπορικού ισοζυγίου αγαθών και υπηρεσιών της χώρας (που είναι η διαφορά εξαγωγών - εισαγωγών). Από το σημείο αυτό ξεκινούν δύο αλυσίδες επιπτώσεων:

Πρώτη αλυσίδα επιπτώσεων: πώς και πόσο η υποτίμηση θα μειώσει την αγοραστική δύναμη των μισθών

Η πρώτη αλυσίδα επιπτώσεων αφορά στη συναλλαγματική ισοτιμία:

Όσο θα βελτιώνεται το εμπορικό ισοζύγιο αγαθών και υπηρεσιών υπό την επίδραση των ευνοϊκότερων τιμών των προϊόντων, τόσο θα ενισχύεται το εθνικό νόμισμα μέσα από το παιχνίδι των χρηματιστικών αγορών και τόσο η αρχική υποτίμηση θα τείνει να περιοριστεί. Στο τέλος της διαδικασίας η ισοτιμία θα ισορροπήσει στο σημείο εκείνο που αντιστοιχεί στην παραγωγική ισχύ της χώρας και στην ανταγωνιστικότητα των προϊόντων της (κάτι που παρεμπιπτόντως σημαίνει ότι η ανταγωνιστικότητα δεν είναι απλώς «υπόθεση των καπιταλιστών» αλλά και υπόθεση μιας κυβέρνησης της Αριστεράς, όπως είναι και η παραγωγική ανασυγκρότηση - αλλά όλα αυτά είναι μια άλλη ιστορία). Μετά από την αρχική υποτίμηση, λοιπόν, που θα είναι πολύ μεγάλη, θα ακολουθήσει μια περίοδος προσαρμογής της συναλλαγματικής ισοτιμίας που θα καταλήξει σε μια τελική απώλεια, της οποίας το μέσο εκτιμώμενο μέγεθος, σύμφωνα με τους διεθνείς οργανισμούς, είναι της τάξης του 15%. Αυτό θα είναι το μέγεθος της μείωσης της αγοραστικής μας δύναμης όσον αφορά τα εισαγόμενα προϊόντα. Έτσι, για ένα νοικοκυριό μισθωτών του οποίου το καλάθι αγαθών και υπηρεσιών που είναι αναγκαίο για τη διαβίωσή του περιλαμβάνει 30% εισαγόμενα, η απώλεια αγοραστικής δύναμης θα ανέρχεται σε 4,5%. Εάν μάλιστα αποφασίσει να υποκαταστήσει κάποια εισαγόμενα με εγχώρια προϊόντα, η επιβάρυνσή του θα είναι μικρότερη. Σε βάθος δεκαετίας θα υπάρξουν και άλλες μειώσεις, οι οποίες όμως θα βαίνουν μειούμενες. Αυτό, είναι η πρώτη αλυσίδα επιπτώσεων στην αγοραστική δύναμη εξαιτίας της υποτίμησης, αλλά δεν είναι η μοναδική.

Δεύτερη αλυσίδα επιπτώσεων: πώς και πόσο η υποτίμηση θα αυξήσει την αγοραστική δύναμη των μισθών

Ας πάμε τώρα ξανά στο σημείο διακλάδωσης που αφήσαμε πίσω μας, στο σημείο όπου η υποτίμηση είχε συμβεί και είχε καταστήσει ακριβά τα εισαγόμενα και φθηνά τα εγχώρια προϊόντα μας (αγαθά και υπηρεσίες), για να ακολουθήσουμε το δεύτερο κανάλι επιπτώσεων. Το κανάλι αυτό είναι της απασχόλησης και των μισθών. Φθηνότερα εγχώρια προϊόντα και ακριβότερες εισαγωγές οδηγούν σε αύξηση της εγχώριας ζήτησης, και πριν προλάβει να περάσει ένα ολόκληρο έτος, η αύξηση αυτή μετατρέπεται σε μεγέθυνση της παραγωγής, του ΑΕΠ. Οι επιχειρήσεις, έχοντας άφθονο αχρησιμοποίητο παραγωγικό δυναμικό και βλέποντας το βιβλίο των παραγγελιών τους να γεμίζει, θα προχωρήσουν σε προσλήψεις για να αυξήσουν την παραγωγή τους. Θα δούμε τότε την απασχόληση να αυξάνεται, και θα φθάσουμε έτσι σε ένα σημείο διακλάδωσης από το οποίο ξεκινούν άλλα πάλι μονοπάτια επιπτώσεων.

Ας διασχίσουμε ένα από αυτά αφήνοντας τα υπόλοιπα για μιαν άλλη φορά: Όταν είναι αυξημένη η απασχόληση, οι μισθωτοί έχουν μεγαλύτερη διαπραγματευτική δύναμη έναντι των επιχειρήσεων επειδή η αύξηση της απασχόλησης συνήθως συνοδεύεται από μείωση της ανεργίας, και σαν αποτέλεσμα οι πραγματικοί μισθοί αυξάνονται. Έτσι, στο αρνητικό αποτέλεσμα που είχε η υποτίμηση του νομίσματος, και για την οποία ομιλούν οι δύο πολιτικοί μας, θα πρέπει να προσθέσουμε τώρα μια θετική επίπτωση που προέρχεται από το γεγονός ότι η ανεργία μειώθηκε και προκάλεσε αύξηση των πραγματικών μισθών, δηλαδή της αγοραστικής δύναμης των μισθών.[3]

Κάνοντας το άθροισμα, βρίσκουμε… την πάλη των τάξεων

Στο τέλος της διαδικασίας αυτής, όπου θα έχει επέλθει ισορροπία δυνάμεων μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, το εισοδηματικό μερίδιο της εργασίας μπορεί να έχει αυξηθεί ή να έχει μειωθεί, αφού υπάρχουν παράγοντες που ενεργοποιούνται από την υποτίμηση του νομίσματος και έχουν αντίθετα αποτελέσματα επί των μισθών: μερικοί από αυτούς ευνοούν την αύξηση της αγοραστικής δύναμης των μισθών και άλλοι τη μείωσή τους. Όπως είδαμε προηγουμένως, υπάρχει μια αλυσίδα επιπτώσεων που οδηγεί σε μείωση του πραγματικού μισθού και μια άλλη που οδηγεί σε αύξηση. Τίποτα δεν υπάρχει στο οικονομικό σύστημα, στους νόμους που το διέπουν, που να προκαθορίζει ποια από τις δύο επιπτώσεις είναι η ισχυρότερη. Δεν υπάρχει, λοιπόν, η ΤΙΝΑ των κκ. Μάρδα και Κουτσούμπα, υπάρχει απλώς απροσδιοριστία.

Αλλά τότε ποιος αποφασίζει τελικά εάν θα αυξηθεί το εισοδηματικό μερίδιο της εργασίας ή εάν θα μειωθεί; Το σχετικό βάρος που ρίχνουν οι δύο ανταγωνιστικές πλευρές, το κεφάλαιο και η εργασία στη ζυγαριά του συσχετισμού δυνάμεων: Η αύξησή της αγοραστικής δύναμης των μισθών θα είναι ευθέως ανάλογη της προστασίας που θα παρέχουν οι θεσμοί της αγοράς εργασίας στους μισθωτούς, ανάλογη του βαθμού κάλυψης των μισθωτών από συλλογικές συμβάσεις, του βαθμού αποτελεσματικής λειτουργίας της Επιθεώρησης Εργασίας και γενικότερα ολόκληρου του θεσμικού πλαισίου της αγοράς εργασίας. Το θεσμικό πλαίσιο της αγοράς εργασίας είναι η αποκρυστάλλωση του παρόντος και του παρελθόντος συσχετισμού δυνάμεων μεταξύ εργασίας και κεφαλαίου, είναι οι κανόνες με τους οποίους ορίζεται με ποιο τρόπο και με ποιους όρους θα πωλείται και θα καταναλώνεται η εργασιακή δύναμη των εργαζόμενων τάξεων από τους κεφαλαιοκράτες. Για τους λόγους αυτούς, το θεσμικό πλαίσιο της αγοράς εργασίας αποτελεί κατεξοχήν τόπο ταξικού ανταγωνισμού και έχει στρατηγική σημασία για κάθε μεταβατικό πρόγραμμα της Αριστεράς.

Οι ολέθριες επιπτώσεις, λοιπόν, της νέας δραχμής στο εισόδημα των εργαζόμενων τάξεων υπάρχουν μόνον μέσα στο μυαλό του κ. Κουτσούμπα. Αλλά και οι ολέθριες επιπτώσεις μιας υποτίμησης της νέας δραχμής στο ΑΕΠ υπάρχουν μόνο στο μυαλό του κ. Μάρδα, διότι στην αρχική αρνητική επίπτωση επί της δύναμης του ΑΕΠ να αγοράζει εισαγόμενα προϊόντα, που βλέπει ο υπουργός, θα πρέπει να προσθέσει και τη θετική επίπτωση στο πραγματικό ΑΕΠ από τη βελτίωση του ισοζυγίου αγαθών και υπηρεσιών - και αυτήν δεν τη βλέπει (ή εάν τη βλέπει, δεν την υπολογίζει σωστά).

Η διεθνής ιστορική εμπειρία δείχνει  πάντως ότι το τελικό επίπεδο παραγωγής συνήθως είναι υψηλότερο από αυτό που υπήρχε πριν την υποτίμηση. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η προσαρμογή της οικονομίας που πυροδοτείται από την ονομαστική υποτίμηση ενός εθνικού νομίσματος ολοκληρώνεται στη μεσοπρόθεσμη διάρκεια και προλαβαίνει να επιδράσει θετικά στη συσσώρευση κεφαλαίου και την παραγωγικότητα της εργασίας. Αλλάζει δηλαδή την πορεία της κεφαλαιοκρατικής συσσώρευσης.

 

[1] Σε αυτή τη φάση της ύφεσης, οι επιχειρήσεις ενδιαφέρονται να ανακτήσουν χαμένα μερίδια αγοράς και δεν αυξάνουν τις τιμές τους. Στην χειρότερη περίπτωση, θα μεταφέρουν ένα σχετικά μικρό μέρος από την αύξηση του κόστους εργασίας στις τιμές.

[2] Αυτό συμβαίνει υπό όρους, οι οποίοι όμως, όπως δείχνουν οι οικονομετρικές εκτιμήσεις, πληρούνται στην περίπτωση της Ελλάδας όπου υπάρχουν αρκούντως υψηλές ελαστικότητες των εξαγωγών και των εισαγωγών ως προς τις τιμές.

[3] Αυτή η διαδικασία, μείωσης της ανεργίας και αύξησης των μισθών θα συνεχίζεται έως ότου η αύξηση της παραγωγής μειώσει σημαντικά το αχρησιμοποίητο κεφάλαιο, το αχρησιμοποίητο παραγωγικό δυναμικό που έχουν οι εργοδότες. Όταν συμβεί αυτό, οι επιχειρήσεις δέχονται πολλές παραγγελίες σε σχέση με αυτές που μπορούν να ικανοποιήσουν, βρίσκονται λοιπόν σε ισχυρή διαπραγματευτική θέση έναντι των πελατών τους και αυξάνουν τις τιμές τους. Με τον τρόπο αυτόν, κάνοντας πιο ακριβά τα προϊόντα τους, θα βάλουν ένα τέλος στις αυξήσεις των πραγματικών μισθών. Θα βάλλουν εξάλλου τέλος και στην βελτίωση του εξωτερικού ισοζυγίου και στις αλλαγές της συναλλαγματικής ισοτιμίας της δραχμής, που θα έχει φτάσει στην "συναλλαγματική ισοτιμία ισορροπίας ταξικών δυνάμεων".

πηγη: rproject.gr

Ετικέτες

.jpg

Πέτρος Τσάγκαρης

Στην πορεία από το συνέδριο του κόμματος έως τις 25 Γενάρη είχε επανειλημμένως υποστηρίξει θέσεις εντελώς ξένες και πάντοτε δεξιότερες από το πρόγραμμα και τις συνεδριακές θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ. Είχε επίσης συμφωνήσει –αν δεν είχε συμμετάσχει ενεργά στο σχεδιασμό της– στην πορεία καταστροφής, δηλ. στην πορεία από τις 25 Γενάρη μέχρι την ήττα και την υπογραφή του μνημονίου.

Τον Ιούλιο, αντί να πάρει ο ίδιος την ευθύνη της υπογραφής της αιμοσταγούς για τον ελληνικό λαό συμφωνίας, έστειλε τον Ευ. Τσακαλώτο, ο οποίος στη συνέχεια δήλωσε πως «δεν ξέρω αν έκανα το σωστό». Και τώρα, στη συνέντευξή του στη «Real News», έχει το θράσος να επιτίθεται σε όσους συντρόφους αντιστέκονται στη βαριά συνθηκολόγηση και στο τρίτο μνημόνιο.

Την ώρα που κορυφαία στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ δέχονται ομαδικά πυρά από το σύστημα που κυβερνούσε τόσα χρόνια, από τους μεγαλοκαπιταλιστές, τους μεγαλοκαναλάρχες, ακόμη και από τους αυριανιστές, αλλά και από τους δανειστές, ο ίδιος αντί να υπερασπίσει αυτούς τους συντρόφους και τις συντρόφισσες, προσχωρεί πρόθυμα στο εν λόγω στρατόπεδο εκτοξεύοντας αυριανίστικες απειλές του τύπου «όταν έρθει η ώρα, η κυβέρνηση έχει να πει πολλά για φίλους και αντιπάλους και με στοιχεία».

Κορυφώνοντας την επίθεσή του σε όσους αντιστέκονται στο μνημόνιο λέει μάλιστα και τα εξής «ενωτικά» λόγια:

«Η συνεδρίαση της Κεντρικής Επιτροπής έδειξε ότι υπάρχουν άτομα που νιώθουν πρώτα ΚΟΕ και μετά ΣΥΡΙΖΑ, πρώτα ΔΕΑ, Πλατφόρμα κ.λπ. και μετά ΣΥΡΙΖΑ. Κάποια από τα άτομα αυτά ίσως αποχωρήσουν από τον ΣΥΡΙΖΑ, αν και δεν τα διώχνει κανείς. Η ίδια συνεδρίαση όμως έδειξε ότι ένας πυρήνας του νέου ΣΥΡΙΖΑ υπάρχει ήδη».

Το απόσπασμα είναι πράγματι αποκαλυπτικό των «ενωτικών» διαθέσεων και των μνημονιακών προθέσεων της συγκεκριμένης πολιτικής ομάδας. Η χρήση της ορολογίας των μπάτσων («άτομα» και όχι «σύντροφοι») δεν προκύπτει τόσο λόγω του συγχρωτισμού του με τον αρχιερέα της νεομνημονιακής καταστολής Ιωάννη Πανούση, αλλά μάλλον από μια καλά προμελετημένη διάθεση απαξίωσης των συντρόφων ως πρόσωπα και διαστρέβλωσης της πραγματικότητας: στον ΣΥΡΙΖΑ δεν υπάρχουν συλλογικές αντιδράσεις στο μνημόνιο, αλλά να κάποια άτομα έχουν κάποιες περίεργες ιδέες, μας λέει.

Και φυσικά αντιστρέφει την αλήθεια: Αυτοί στους οποίους αναφέρεται παραμένουν πιστοί στο πρόγραμμα και τις αποφάσεις του κόμματος. Πολλοί από αυτούς δε έδωσαν και την ψυχή τους να γίνει ο ΣΥΡΙΖΑ. Η ΔΕΑ, π.χ., είναι ιδρυτική συνιστώσα του ΣΥΡΙΖΑ (που σημαίνει ότι συνέστησε τον ΣΥΡΙΖΑ, τον έφτιαξε). Αντίθετα είναι ο ίδιος που έχει πάρει αποστάσεις από το εγχείρημα «ριζοσπαστική Αριστερά», από το εγχείρημα ΣΥΡΙΖΑ, προσχωρώντας ανοικτά στο (αποτυχημένο σε σειρά χωρών) εγχείρημα της πάση θυσία κυβερνώσας Αριστεράς. Είναι πρώτα δεξιός ΣΥΝ, πρώτα δεξιός ευρωκομουνιστής, πρώτα κυβερνητιστής και μετά (έως καθόλου) ΣΥΡΙΖΑ. Θέλει ανοιχτά να διώξει από το κόμμα όσους εμμένουν στο πρόγραμμα και τα οράματα του ΣΥΡΙΖΑ. Με τη φράση δε «ένας πυρήνας του νέου ΣΥΡΙΖΑ υπάρχει ήδη» αποκαλύπτει το όραμά του για τον μνημονιακό ΣΥΡΙΖΑ, για το κυβερνητικό μέλλον, που… κόντεψε να χαθεί όταν υπήρξε η διάσπαση με τη ΔΗΜΑΡ, αλλά που τώρα χάρη σε… άτομα σαν αυτόν επανέρχεται δριμύτερο.

Φυσικά αυτή η πολιτική πάει χέρι-χέρι με τη φρασεολογία και τις προφητείες του παραδοσιακού μνημονιακού στρατοπέδου: ο κίνδυνος για Grexit «θα υποχωρήσει δραστικά με την ψήφιση της συμφωνίας και κυρίως με την ολοκλήρωσή της που θα καθιστά το δημόσιο χρέος βιώσιμο και εξυπηρετήσιμο σε βάθος χρόνου». Συνειδητά ψέματα μας λέει το άτομο. Με αυτή την πολιτική, το Grexit θα είναι πάντα στο τραπέζι και το χρέος δεν θα γίνει ποτέ βιώσιμο χωρίς βαθιά (και προφανώς πια μόνο μονομερή) διαγραφή του. Με μια έννοια ωστόσο υπάρχει, όσον αφορά το Grexit και το χρέος, ένα είδος «εξυπηρέτησης» εδώ και τώρα: εξυπηρετούν την επιβολή των μνημονίων, τη διαρκή μεταφορά πλούτου από τους φτωχούς στους πλούσιους.

Τα ψέματα δεν σταματούν εδώ. Το άτομο μάς λέει ότι «από το δεύτερο εξάμηνο του 2016 θα μπορούσε να αρχίσει η ανάκαμψη». Πρόκειται για παπανδρεϊκού τύπου προβλέψεις («το 2011 θα βγούμε στις αγορές») που, ακόμη κι αν επιβεβαιωθούν, θα γίνουν πάνω σε κοινωνικά ερείπια που ΠΟΤΕ δεν θα ανορθωθούν. Όποιος έχει αμφιβολίες, ας δει την ανείπωτη φτώχεια στην αναπτυσσόμενη με μεγάλους ρυθμούς Γουατεμάλα (όπου έδρασε συστηματικά το ΔΝΤ).

ΥΓ. Βαστάμε την ελπίδα ότι η εφημερίδα διαστρέβλωσε χονδροειδώς τις δηλώσεις του και, σε τέτοια περίπτωση, αναμένουμε σχετική διάψευση (οπότε θα αναιρέσουμε και εμείς το ύφος μας).

πηγη: rproject.gr

 

Ετικέτες

panagitsa-kolokynth.jpeg

Στις 25 Ιουλίου βρεθήκαμε στην εκκλησία της Παναγίτσας Κολοκυνθούς (Λένορμαν και Κηφισού) για τα τρία χρόνια από την απώλεια του πατέρα ενός φίλου. Στο τέλος της λειτουργίας, ο ιερέας ανακοίνωσε το πρόγραμμα των λειτουργιών των επόμενων ημερών. Εμβρόντητοι τον ακούσαμε να αναγγέλλει ότι στις 30 Ιουλίου θα γινόταν λειτουργία «υπέρ των Ρομανώφ των σφαγιασθέντων υπό των μπολσεβίκων»!!!

Η έκπληξη είχε και συνέχεια. Στην ανακοίνωση που τοιχοκολλήθηκε στο σχετικό πίνακα στην είσοδο της εκκλησίας, διαβάσαμε:

Θεία λειτουργία, Πέμπτη 30 Ιουλίου, «Αγίου μάρτυρος Τσάρου Νικολάου του τελευταίου της Αγίας Ρωσίας και της μαρτυρικής οικογενείας αυτού»!!!

Θα μπορούσαμε να το θεωρήσουμε γραφική ενέργεια του παπά και κάποιων από το «χριστεπώνυμο» πλήθος της περιοχής αν δεν μας φαινόταν ακραία σκοταδιστικό, εκτός βέβαια από αντικομμουνιστικό. Το ψάξαμε λοιπόν.

Απευθύναμε ερώτημα προς την Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών, μέσω της ιστοσελίδας της, για το αν εορτάζεται κάτι παρόμοιο. Απάντηση δεν πήραμε ποτέ. Ψάξαμε, τότε, μόνοι μας στο επίσημο εορτολόγιο. Στις 30 Ιουλίου γράφει «Σίλα, Σιλουανού, Κρήσκεντος, Επαινετού αποστόλων».

Επειδή κανείς δεν έχει δικαίωμα να χρησιμοποιεί ένα σχήμα – το σχήμα του ιερέα, για να προωθεί μιας ανήκουστης στόχευσης προπαγάνδα προς ανυποψίαστους ανθρώπους που απλά εκκλησιάζονται, καταγγείλαμε τη συγκεκριμένη ενέργεια σε μέσα ενημέρωσης και βουλευτές.

Την Πέμπτη 30 Ιουλίου πήγαμε στην εκκλησία. Να παρακολουθήσουμε πώς μια πολιτική προτίμηση κάποιων μετατρέπεται σε «θεία» λειτουργία και μέχρι πού θα έφθανε η πρόκληση.

Οι εκπλήξεις είχαν συνέχεια. Έξω από την εκκλησία είχε παρκάρει μια κλούβα με ΜΑΤ, υπήρχαν δύο περιπολικά, 2-3 βαθμοφόροι αστυνομικοί και κάμποσοι με πολιτικά. Προφανώς εκτιμήθηκε ότι οι «μπολσεβίκοι του Κολωνού» θα έκαναν απόπειρα να καταλάβουν το θερινό ανάκτορο της Παναγίτσας Κολοκυνθούς. Αυτοί, όμως, δεν ήρθαν. Ήρθαν καμιά δεκαριά ηλικιωμένες γυναίκες, δυο τύποι με τατουάζ (δεν ορκιζόμαστε ότι ήταν ελληνικής υπηκοότητας) και ο ένας παπάς. Ο τελευταίος ξεκόλλησε την ανακοίνωση από τον πίνακα και στη συνέχεια ανακοίνωσε ότι «λόγω αδιαθεσίας του ιερωμένου δεν θα τελεστεί θεία λειτουργία».

Το σίγουρο είναι πως η Ι.Α.Α. σταμάτησε τη συγκεκριμένη εκδήλωση. Αποδεικνύεται, όμως, πως μέσα στην εκκλησία υπάρχουν «σταγονίδια» με ιδιαίτερες σχέσεις με ιδιαίτερους κύκλους. Δεν θα μάθουμε ούτε αν διερευνηθεί το ζήτημα, όπως έχει υποχρέωση κατά τη γνώμη μας να κάνει η Ι.Α.Α., ούτε ποια θα είναι τα αποτελέσματα.

Το υπουργείο Πολιτισμού, Παιδείας και Θρησκευμάτων υποχρεούται να ενδιαφερθεί. Και να κάνει σαφές στη διοίκηση της ελληνικής εκκλησίας ότι ο καθένας που ενεργεί στο πλαίσιο και το όνομά της οφείλει να μην προκαλεί το δημοκρατικό αίσθημα του λαού, έστω κι αν νομίζει ότι μπορεί να μην σέβεται το επίσημο πολίτευμα, που όπως λέει και ο υπουργός Πανούσης «δεν άλλαξε».

Κάτοικοι Κολοκυνθούς – Σεπολίων

Πηγή: akadimia-platonos.blogspot.gr

Ετικέτες

gg1.jpg

Ειρήνη Γαϊτάνου – Κώστας Γούσης

«Η ζωή είναι πολύ μακριά – μεταξύ πόθου – και σπασμού – μεταξύ δύναμης – και ύπαρξης – μεταξύ ουσίας – και πτώσης – πέφτει η σκιά – γιατί δικό σου είναι το βασίλειο – γιατί δική σου είναι η ζωή – γιατί η ζωή σου είναι δική σου – δική σου – αυτός είναι ο τρόπος που τελειώνει ο κόσμος – όχι μ’ ένα πάταγο αλλά μ’ ένα λυγμό»

– Τ.S. Eliot

 

Συνήθως το τελευταίο δεκαήμερο του Ιούλη σπανίζουν τα μακροσκελή πολιτικά κείμενα, ακόμα και τα τελευταία πολύ σκληρά χρόνια της κρίσης – ακόμα κι αν είχαν μεσολαβήσει κινήματα όπως των πλατειών ή εκλογικές αναμετρήσεις όπως του ’12. Πριν τρία χρόνια δημοσιευόταν στη Λέσχη ένα σύντομο διήγημα που εξηγούσε αυτή τη μοναδική δυνατότητα της κάψας του θέρους να σβήνει για λίγο τα συνταρακτικά συμβάντα που προηγήθηκαν σε μια «γλυκιά συλλογική αμαρτία όπου σώματα και ψυχές αφήνουν για λίγο τη βαρύτητα της γης και της εποχής για να επιπλεύσουν στο κοινό νερό».

Φέτος όμως, αυτό που μας καίει προσωπικά και συλλογικά, για λόγους ταξικούς και όχι μόνο, αντιστέκεται σθεναρά στην παράδοση σε ό,τι ορίζει το καλοκαίρι πρώτα και κύρια ως «αίτημα ατασθαλίας». Και δεν είναι μόνο τα λεφτά που δεν υπάρχουν, τα χρέη που μεγαλώνουν, τα νέα μέτρα, το ΦΠΑ, η ανεργία, η καταστολή κ.ο.κ. Είναι όλα αυτά μαζί με κάτι πιο βαθύ που μας λερώνει. Αυτό που μας καίει φέτος δε σβήνει από την κάψα του καλοκαιριού. Και όπως μας είχε πει κάποτε ένας αγαπημένος σύντροφος,  το στοίχημα είναι να γράφεις γι” αυτό που σε καίει στ” αλήθεια, αλλά με ματιά σημερινή, της εποχής σου, περιλαμβάνοντας ταυτόχρονα εν σπέρματι τη ματιά της νέας εποχής. Αυτό θα προσπαθήσουμε να καταθέσουμε παλεύοντας να δώσουμε ειρμό σε λέξεις που υπάρχουν μέσα μας και θέλουν να αναμετρηθούνε με τα δύσκολα και σπουδαία που έχουμε μπροστά μας. Είναι βαθιά μας πεποίθηση ότι η υπεκφυγή αυτής της αναμέτρησης σε τέτοιους καιρούς καταλήγει χαζοχαρούμενη αποστασιοποίηση και ασυνείδητη συνενοχή. Από την άλλη, παντού φαίνεται να διαμορφώνονται σύνορα, όρια, μη-τόποι, φανταστικές γραμμές, αλλά και μετέωρα βήματα: πολλές φορές νιώθουμε σαν, μ” ένα βήμα ακόμα να καταφέρουμε να είμαστε ελεύθεροι – ή μήπως νεκροί; Γύρω μας υπάρχουν φόβοι και φυγές, ενώσεις και αποχωρισμοί. Και η ζωή, που κάπως υποψιαζόμαστε ότι βρίσκεται αλλού, έξω από τα όρια, έξω από τα κουτιά. Δανειζόμαστε λοιπόν τα λόγια του βιβλίου στο  «Μετέωρο βλέμμα του πελαργού» για να συμπυκνώσουμε τους σκοπούς του κειμένου: «Με ποιες λέξεις-κλειδιά θα μπορούσαμε να δώσουμε ζωή σ” ένα νέο συλλογικό όνειρο;».

H γενιά μας λοιπόν

Υπάρχει μια ιδιαίτερη ανθρωπογεωγραφία στην οποία αναφέρεται, απευθύνεται κι εγγράφεται αυτό το κείμενο. Επιλέγουμε εδώ να την ορίσουμε με όρους γενιάς. Η αφηρημένη αναφορά στη γενιά φαντάζει ίσως προβληματική έως αταξική, καθώς ενοποιεί με βίαιο τρόπο σύνολα που ούτε αντιδρούν, ούτε συγκροτούνται, ούτε λειτουργούν ενιαία, ενώ ταυτόχρονα διαχωρίζει από άλλα σύνολα που πιθανά να υπάρχουν μεγάλα κοινά. Παρά τις όποιες ενστάσεις, επιλέγουμε τη χρήση του όρου με έμφαση στους κοινούς κοινωνικούς και πολιτικούς όρους ένταξης μας, κοινά βιωματικά συμφραζόμενα, τρόπους σκέψης και πρακτικές. Αφήστε εξάλλου που κάπως πρέπει να συνεννοηθούμε. Ορίζουμε λοιπόν τη γενιά υπό συγκεκριμένους περιορισμούς, ως μια διαδικασία κοινής πολιτικοποίησης που έχει πράγματι συντελέσει στη συγκρότηση μιας «ταυτότητας». Ωστόσο, η ταυτότητα αυτή δε χωράει ούτε σε σχολαστικισμούς και ουσιοκρατίες ούτε όμως και στη διάχυτη ρευστότητα των identity politics. Μια κοινή ταυτότητα ως εξελισσόμενη και αντιφατική πολιτική διαδικασία, με διαφορετικότητες αλλά που τελικά ορίζεται ως σύνθεση, ανεπτυγμένη μέσα από βιωμένες εμπειρίες και συλλογικές πρακτικές, κοινή δράση, θεωρητική και πολιτισμική αναζήτηση κι έκφραση – αλλά και φυσικά κοινές ορίζουσες προσωπικών δυσκολιών, διλημμάτων, αδιεξόδων και αναστοχασμών.

gg2

Αόρατα νήματα – μετέωρα βήματα

Ποιοι/ες είμαστε; Είμαστε αυτοί που πήραν στα σοβαρά εκείνο το σύνθημα του Μάη του ’68 «Τρέξε, ο παλιός κόσμος είναι πίσω σου» και δεν ήταν λίγες οι φορές που τρέχαμε σαν να μην υπάρχει αύριο ή καλύτερα ώστε να υπάρξει αύριο σε μια κεντρική πολιτική μάχη, μια απεργία, ένα περιβαλλοντικό, δημοκρατικό ζήτημα κ.ο.κ. Είμαστε αυτές που δε διακατέχονται από μικροαστική ανυπομονησία αλλά επιμένουμε να χτίζουμε μια απόπειρα αντι-ηγεμονίας έχοντας θητεύσει σε όρους, προϋποθέσεις, συσχετισμούς, στρατηγικές και τακτικές, συχνά και κυρίως ήττες αλλά και υποψίες του γλυκού νέκταρ της νίκης. Αυτοί που ενώ ξέραμε ότι δεν παίζονται όλα σε μια ζαριά θέλουμε να παίξουμε τη ζαριά μας όσο καλύτερα γίνεται. Είμαστε αυτές που βλέπουν τους φίλους τους να φεύγουν ή είμαστε οι ίδιες έξω με εμμονή στην ηλεκτρονική επικοινωνία και πρόγραμμα ολιγοήμερης επιστροφής όπου προσπαθούμε να προλάβουμε να γεμίσουμε το παζλ των ζωών που εξελίσσονται χωριστά. Και πάντα, όταν μια ακτίδα φωτός φέγγει στην πραγματικότητα στην Ελλάδα, βρίσκουμε χίλιους λόγους για να επιστρέψουμε, κι όταν τα πράγματα πάλι καταρρέουν (μα πόσο γρήγορη είναι πια η εναλλαγή;), βρίσκουμε χίλιους λόγους για να μείνουμε έξω. Είμαστε αυτοί που φοβούνται ν” αφεθούν, και συχνά σπαταλιούνται περιμένοντας ένα καλύτερο μετά. Αυτές που ψάχνουν και ψάχνονται διαρκώς, σπουδάζουν, δουλεύουν, στήνονται στις ουρές του ταμείου ανεργίας, κυνηγάνε voucher, αναζητούν το πρωί προσωρινές ή “προσωρινές” θέσεις εργασίας σε σερβιτοριλίκι, μπαρ ή μαγαζιά και το βράδυ προκηρύξεις υποτροφιών σε όλες τις χώρες του κόσμου – ή ανάποδα. Και προσπαθούμε καμιά φορά να πείσουμε τους εαυτούς μας – τι αυταπάτη! –  ότι η ανασφάλεια, η διαρκής αλλαγή και η αστάθεια γενικώς είναι επιθυμητές ή ακόμη και αντισυμβατικές, γιατί τι άλλο να κάνεις όταν σου επιβάλλονται με τέτοιο βίαιο τρόπο;

Είμαστε αυτοί που παρά τους αντιηρωικούς καιρούς μας, έζησαν τι πάει να πει συλλογική στράτευση, σκοπός κι εμπιστοσύνη στις δυνάμεις μας και το διπλανό μας. Που συχνά, υπό το βάρος της αμείλικτης πραγματικότητας αλλά και της βαθιάς ανεπάρκειας της αριστεράς, αποστρατεύτηκαν για λιγότερο ή περισσότερο καιρό, κουράστηκαν, αναρωτήθηκαν αν αξίζουν όλα αυτά. Ή, ρίχτηκαν σε μάχες αλλά με μισή καρδιά, σπατάλησαν αμέτρητες ώρες σε διαδικασίες που τους φαίνονταν αδύναμες, υποσχέθηκαν ότι δε θα το ξανακάνουν και το ξανάκαναν, ξανά και ξανά. Και ταυτόχρονα, είτε ενεργοί είτε αποστρατευμένοι, στα κρίσιμα ραντεβού είναι πάντα εκεί με όλη τους την ψυχή, εκείνες τις γεμάτες νόημα ημέρες.» Αυτοί που άγγιξαν πολλά μεγάλα ξημερώματα περιδιαβαίνοντας στις οάσεις κριτικού λόγου στα κοινωνικά δίκτυα (Λέσχη, Red Notebook, ΤοΠεριοδικό, Barikat κ.α.) ή σε περιοδικά όπως η Λεύγα, που διάβασαν  το «δεν ήμουν» του βυτίου, το Κλέφτικο και τόσα άλλα (όσοι και όσες ξέρουν κατάλαβαν ήδη) και που τις τελευταίες μέρες για να σώσουν την ουτοπία που τόσο λοιδορήθηκε την ονόμασαν «άλμπα». Αυτές που ό,τι απειλείται το κλειδώσαμε σε ένα κουτάκι βαθιά μέσα μας κι όλο χτυπάει το ρημάδι, γιατί πόσα όνειρα να αντέξουν σ’ ένα κουτί;

Γνώριμα βλέμματα

Οι άνθρωποι που περιγράφουμε ανήκουν λοιπόν σε διαφορετικούς πολιτικούς χώρους, αλλά κάπως νιώθουν ότι επικοινωνούν με ένα βαθύ τρόπο που σχεδόν υπερβαίνει τα διαφορετικά πολιτικά σχέδια στην αριστερά. Σίγουρα και οι προηγούμενες γενιές είχαν τέτοιες διαύλους επικοινωνίας. Και είμαστε οι τελευταίοι που στα τόσα χάσματα που μας περιβάλουν θα προσέθεταν το χάσμα γενεών. Όμως, οι συγκυρίες είναι διαφορετικές και όπως και να το κάνουμε είναι πάντα διαφορετικός ο τρόπος που κάθε γενιά εμπλέκεται στην τόσο όμορφη προσπάθεια να φτιάξει ένα κόσμο πιο όμορφο απ’ αυτόν που της παραδόθηκε. Δεν ήταν φυσικά ποτέ ειδυλλιακές οι σχέσεις μεταξύ μας. Δεν ήταν λίγες οι φορές που συγκρουστήκαμε ιδεολογικοπολιτικά ή – δυστυχώς – ακόμη και φυσικά, για μπούλετς σε πλαίσια, αποφάσεις διαδικασιών, δρομολόγια διαδηλώσεων, διάταξη των πανώ, απαντήσεις στην κρατική καταστολή κ.ο.κ. Με μια ενιαία όμως πάντα στάση σε μεγάλες μάχες κι αμέριστη αλληλεγγύη απέναντι στην κρατική καταστολή, τον εργοδοτικό αυταρχισμό και το φασισμό. Στην εξέλιξη της κρίσης δόθηκαν διαφορετικές εμφάσεις: άλλος στα σωματεία και τις εργατικές πρωτοβουλίες, άλλη στην κοινωνική αλληλεγγύη, άλλος στο μαχητικό αντιφασισμό, άλλη στη θεωρία, άλλος στα περιβαλλοντικά ζητήματα, άλλη στην τέχνη κ.ο.κ. Σε τελική ανάλυση όμως, αυτό που ωρίμαζε βαθμιαία είναι η αναγκαιότητα υπέρβασης του κατακερματισμού σε διακριτές σφαίρες και μια επαν-ανακάλυψη της αριστερής πολιτικής ως μια εν δυνάμει ενοποιητική δυναμική, προϋπόθεση μιας νικηφόρας στρατηγικής.

Οργανωμένοι/ες στην ανταρσύα, το συριζα, κνίτες/ισσες (η πλειοψηφία σήμερα χωρίς κομματική στέγη πλέον κομμουνιστές/τριες), σε άλλες οργανώσεις της ριζοσπαστικής αριστεράς, αποχωρήσαντες/σες από οργανώσεις αν και όχι από την πολιτική στράτευση, σε κοινωνικά στέκια, θεωρητικούς ομίλους και αυτόνομες ομάδες, η ζωή πάντα εφευρετική δημιούργησε φυσικά και τεχνητά κοινωνικά δίκτυα όπου ο «χώρος» μας συνυπήρξε και έχτισε από κοινού κουλτούρες αντίστασης και χειραφέτησης. Η σημειολογία των μεγάλων διαδηλώσεων ειδικά της περιόδου 2010-12 είναι ενδεικτική αυτής της ανθρωπογεωγραφίας. Τμήμα των ανθρώπων στους οποίους αναφερόμαστε συμμετέχει στα οργανωμένα μπλοκ πολιτικών συλλογικοτήτων ή σωματείων αλλά (ίσως και κυρίως) καταγράφεται έξω και δίπλα σ’ αυτά μπλοκ σε πολυποίκιλους σχηματισμούς που περπατάνε χωρίς δομημένη κομματική ή σωματειακή στέγη αλλά με εκείνο το συντροφικό έμπειρο βήμα και το γνώριμο αποφασισμένο βλέμμα εκείνου/ης που περπάτησε στη Γένοβα το 2001, τη Θεσσαλονίκη και το Μαρμαρά το 2003, τα εκπαιδευτικά του 2006-7, το Δεκέμβρη του ’08.

Επεξεργασία του πένθους

Τις τελευταίες μέρες βλέποντας τη νέα μνημονιακή δυστοπία να απλώνεται γύρω μας νιώθουμε ασφυξία. Δεν μπορούμε να σηκώσουμε μια νέα περίοδο μνημονιακής λαίλαπας. Δε θα επιβιώσουμε και δεν αντέχουμε άλλη ανεργία, κατάθλιψη, αυτοκτονίες, αστέγους, νέα κύματα χιλιάδων φίλων με τα διαβατήρια στα δόντια. Η φράση «αριστερό μνημόνιο» μας προκαλεί αναγούλα και η νέα απειλή του φασισμού με δήθεν «αντιμνημονιακό μανδύα» ανατριχίλα. Αντιλαμβανόμαστε φυσικά ότι ειδικά για εκείνους/ες που στρατεύτηκαν πιο ενεργά στο πολιτικό σχέδιο του ΣΥΡΙΖΑ, η τωρινή στιγμή συμπυκνώνει ένα φορτίο πολύ βαρύ ατομικό, συλλογικό και υπαρξιακό. Το βάρος και η ένταση όμως της παρούσας κατάστασης μας αφορά όλους/ες. Γνωρίζουμε ότι η μνημονιακή μετάλλαξη θέτει αμείλικτα το δίλημμα «με ποιον θα πας και ποιον θ’ αφήσεις» και ορίζει διαχωριστικές γραμμές. Η ευθύνη είναι ιστορική. Όπως πολύ εύστοχα το εξέφρασε ο Γιώργος Μιχαηλίδης «Μακριά από συνομωσιολογικές θεωρίες δεν αμφισβητεί κανείς τη συντριβή των στελεχών του ΕΑΜ όταν υπέγραφαν στο Λίβανο, την Καζέρτα και τη Βάρκιζα. Κανέναν όμως δεν ενδιέφερε τότε αν έκλαψε ο Σιάντος ή αν έβγαλε έρπη ο Πορφυρογένης ή τέλος αν κοιμήθηκε ο Ζαχαριάδης το βράδυ που διέγραψε τον Βελουχιώτη. Οι πολιτικές πράξεις, αξιολογούνται πολιτικά και μπορεί η κριτική μας να είναι πολύ αυστηρή, αμείλικτη, χωρίς όμως από την άλλη να γινόμαστε κανίβαλοι σε προσωπικό επίπεδο». Ακριβώς έτσι: με όσους/ες αυτή την ύστατη στιγμή ακολουθήσουν τη μνημονιακή μετάλλαξη ό,τι κι αν μας ένωνε στο παρελθόν περνάνε δυστυχώς στην αντίπερα όχθη. Και το πέρασμα, ως γνωστόν, ου γαρ έρχεται μόνον.

Οι άνθρωποι αναφοράς αυτού του κειμένου είναι λοιπόν εκείνοι/ες που αδυνατούν για όλους τους λόγους του κόσμου να εγκλωβιστούν στη μνηνονιακή μετάλλαξη και είναι έτοιμες/οι για μεγάλες τομές προκειμένου να ανταποκριθούμε όλοι μαζί στην οργάνωση της αντίστασης και ανατροπής της μνημονιακής επίθεσης της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ, την οργάνωση της αλληλεγγύης και της κοινωνικής επιβίωσης, την εργατική έκφραση του κόσμου της επισφάλειας, τον αντιφασισμό∙ καθήκοντα αλληλένδετα με τη ριζική αναδιάταξη στην αριστερά και το κίνημα στις νέες συνθήκες. It’s the end of the left as we know it. Είμαστε σε μια οριακή στιγμή που η γενιά της δικής μας πολιτικοποίησης δεν μπορεί να σωπάσει, δεν μπορεί να παραιτηθεί ή να παραδοθεί στην εσωστρέφεια και την αορατότητα. Επομένως, η γενιά μας καλείται να σηκώσει από κοινού το βάρος μιας θετικής υπέρβασης της ήττας. Πράγματι, θα ήταν πολύ διαφορετική η πορεία των πραγμάτων εάν από τα πρώτα χρόνια της κρίσης η αριστερά είχε σηκώσει το γάντι σε σχέση με τα κεντρικά επίδικα: αν για παράδειγμα αποτελούσε κοινή εκτίμηση ότι η διεθνιστική μας στρατηγική οφείλει να περνά μέσα από την αποδέσμευση από την Ευρωζώνη και την ΕΕ, ως αίτημα δημοκρατίας και λαϊκής κυριαρχίας, αλλά και προϋπόθεση για την αμφισβήτηση του νεοφιλελευθερισμού. Δυστυχώς, το πέταγμα της κουκουβάγιας, όπως συχνά συμβαίνει στην ιστορία, ήλθε μετά το σούρουπο του ιστορικού συμβιβασμού, της νέας εθνικής ενότητας και της μνημονιακής συμφωνίας.

Πλην όμως, η αυταρέσκεια της αυτοεπιβεβαίωσης καταντάει σαδομαζοχισμός όσο αντλεί απόλαυση από έγκαιρες προειδοποίησεις στο έδαφος της κοινής ήττας. Ο εύκολος δρόμος είναι η φοβική γραμμή του σταλεγάκια: εκείνος που στην πραγματικότητα πανικοβάλλεται όταν κάποιος τείνει να απεγκλωβίζεται από μια λάθος στρατηγική, και επιδιώκει τελικά να τον επαναφέρει σε εκείνη, συνήθως «αποκαλύπτοντας» το «δεξιό» DNA του. Που προβλέπει τα χειρότερα και αγωνιά να επιβεβαιωθεί, ανεξάρτητα από το τι θα σημαίνει αυτό για την κοινωνία. Σήμερα αυτή η λογική όχι απλά δε χωράει, είναι καταστροφική. Υπάρχουν κριτικές και αυτοκριτικές (που βοηθούν) και οχυρώσεις (που δε βοηθούν). Είναι επίσης γνωστό ότι σε στιγμές κινηματικής και πολιτικής υποχώρησης, οι ευκολίες και το κλείσιμο της συζήτησης είναι αντανακλαστικός αμυντικός μηχανισμός. Είναι τώρα που πρέπει άμεσα να επεξεργαστούμε από κοινού τα δύσκολα με άνοιγμα της συζήτησης σε όλο της το εύρος για την υπεράσπιση μιας εναλλακτικής απέναντι στο χρέος και τα μνημόνια που περνάει μέσα από την τεκμηρίωση μιας βιώσιμης αντικαπιταλιστικής πορείας έξω από Ευρώ – ΕΕ, με ταξικό πρόσημο και γεωπολιτικό αναπροσανατολισμό.

gg3

H απειλητική εισβολή του πραγματικού

Η αριστερή πολιτική δεν είναι υπαρξιακή αναζήτηση, δε βολεύεται σε ελιτίστικες φαντασιώσεις, δεν επιβεβαιώνεται μέσω του ετεροκαθορισμού από τις ήττες των άλλων. Η αριστερή πολιτική πρώτα απ” όλα στοχεύει στο να αλλάζει τον κόσμο γύρω της, σε όλα τα επίπεδα, και μόνο τότε δικαιώνει όντως τον εαυτό της, ως επαναστατική. Ασκεί σκληρή τεκμηριωμένη πολιτική κριτική, έχει αντισώματα στην ανθρωποφαγία κι επιδιώκει να ενώνει στη βάση του αναγκαίου πολιτικού προγράμματος ∙ προγράμματος όχι εξ αποκαλύψεως δοθέντος σαν τις πλάκες του Μωυσή, αλλά συγκεκριμένου, χρονικά καθορισμένου με τρόπο που να απαντά στους κρίσιμους κόμβους που συμπυκνώνονται οι αντιφάσεις, ικανού να αποσταθεροποιεί τις βασικές επιλογές της αστικής τάξης και του ιμπεριαλισμού και ταυτόχρονα να θεμελιώνει έμπρακτα και υλικά τη δυνατότητα του κοινωνικού μετασχηματισμού. Χωρίς να μινιμάρει γενικώς κι αορίστως υποτασσόμενη σε τακτικισμούς και καταλήγοντας να μην απαντά στην ουσία, αλλά και χωρίς να μαξιμάρει τεχνητά σερβίροντας τα όλα εδώ και τώρα, και στοχεύοντας τελικά στο διαχωρισμό.

Δεν είναι στους σκοπούς του κειμένου μια αναλυτική προγραμματική συζήτηση. Ξέρουμε όμως ότι, ενώ ήμασταν αυτοί/ες που συγκλονίστηκαν από το σύνθημα εκείνο του 2008 ότι ο Δεκέμβρης δεν ήταν απάντηση αλλά ερώτηση, και αυτό καθόρισε πολλές φορές την πολιτικοποίηση μας, οι καιροί της κρίσης – και ιδίως η σημερινή συγκυρία – απαιτούν κυρίως συγκεκριμένες απαντήσεις, πρόγραμμα και διέξοδο. Αυτή η συζήτηση είναι σε μεγάλο βαθμό στο επίκεντρο σήμερα. Εδώ, υπαινικτικά μόνο ξεχωρίζουμε τρεις παρατηρήσεις από τη συλλογή κειμένων του Ε. Μπαλιμπάρ των εκδόσεων Εκτός Γραμμής «Κράτος, Μάζες, Πολιτική» που έχουν, κατά τη γνώμη μας, σημασία για την άμεση επεξεργασία μιας νικηφόρας τακτικής και στρατηγικής: α) οι λύσεις στις δυσκολίες δεν επινοούνται θεωρητικά αλλά παράγονται πρακτικά, β) η αντιπαράθεση μεταξύ «κόμματος διακυβέρνησης» και «κόμματος αντιπολίτευσης» είναι άγονη στο βαθμό που και τα δυο μένουν δέσμια της αναπαραγωγής ενός θεμελιωδώς αμετάβλητου συσχετισμού δύναμης και αφήνουν άθικτο το status quo των μορφών κρατικής κυριαρχίας, γ) πρέπει να ηττηθεί η αντιδημοκρατική κουλτούρα στα κόμματα της αριστεράς που αρέσκονται στην «άσκηση εξαναγκασμού για να εξορκιστεί η απειλητική εισβολή του πραγματικού». Ακολουθώντας την υπόμνηση του Ντ. Μπενσαϊντ ότι αν και τα ηττημένα μας βράδια ήταν φυσικά περισσότερα από τα θριαμβευτικά πρωινά, με υπομονή έχουμε κατακτήσει το πολύτιμο δικαίωμα να ξαναρχίζουμε, χρειαζόμαστε μια φιλόδοξη επανεκκίνηση. Μια επανεκκίνηση όμως που δε θα εγκλωβιστεί πάλι σε ένα μπεκετικού τύπου «απότυχε ξανά, απότυχε καλύτερα», αλλά θα αναμετρηθεί με το πώς θα πετύχουμε στις καθοριστικές στρατηγικές πλευρές των προηγούμενων αποτυχιών και όχι πως θα διαχειριστούμε καλύτερα την ίδια πάνω-κάτω στρατηγική. Άλλωστε, «κανείς δε μπορεί να μπει στο ίδιο ποτάμι δυο φορές». Και αν εγγυήσεις επιτυχίας δεν υπάρχουν ούτως ή άλλως στην ταξική πάλη, εγγυήσεις αποτυχίας υπάρχουν και πρέπει πάση θυσία αυτή τη φορά να αποφευχθούν. Σχέση εθνικού – ταξικού, αντιμπεριαλισμός, ρόλος ολοκληρώσεων, ταξική ανασυγκρότηση του εργατικού κινήματος, θεσμοί επιβολής της λαϊκής – εργατικής βούλησης, παραγωγική ανασυγκρότηση σε αντικαπιταλιστική κατεύθυνση, πραγματική δημοκρατία, είναι κάποιες από τις θεματικές που πρέπει εκ νέου να αναπτυχθούν με βάση την εμπειρία του τελευταίου διαστήματος.

Η επίμονη ανακατασκευή του «εμείς» της ρήξης

Στο έργο «Πεθαίνοντας στα τριάντα» ο αφηγητής κάποια στιγμή τονίζει σχετικά με την εμπειρία του Μάη του ’68 ότι καμιά φορά, οι πιο πολιτικοποιημένοι, επειδή οι ίδιοι/ες συνεχίζουν να κάνουν αυτά που θα έκαναν ούτως ή άλλως κάθε μέρα (να συζητάνε πολιτικά, να συμμετέχουν σε συνελεύσεις, να πηγαίνουν σε διαδηλώσεις κ.ο.κ) μπορεί να μην καταλάβουν τη μεταβολή και την ιστορική σημασία που σηματοδοτείται όταν εκατοντάδες χιλιάδες εμπλέκονται σε τέτοιες διαδικασίες. Ίσως κάτι τέτοιο συνέβη πριν το δημοψήφισμα σε μια πρωτότυπη ενεργοποίηση του λαϊκού παράγοντα, σε μια μάχη που έλαβε ταξικά χαρακτηριστικά και δημιούργησε τις βάσεις μιας λαϊκής ενότητας για την ανατροπή. Λίγες ώρες μετά την ανακοίνωση του 62% ο επιφανέστερος εκπροσώπος αυτού που ο Άκης Γαβριηλίδης αποκάλεσε μετά το Δεκέμβρη του ’08 καθηγητές του τίποτα και «πολιτική επιστήμη της αντι – εξέγερσης», ο Στάθης Καλύβας, έκανε το παρακάτω tweet: “Things are moving so fast in Greece that the referendum seems old history already. Will be totally forgotten in a week. What a waste…”

What a waste? Η μια όψη της πραγματικότητας, η κυνική, όσο κι αν μας πονάει, είναι ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ ήρθε εν μέρει να τον επιβεβαιώσει. Τις τελευταίες δύο εβδομάδες έχουν γίνει πολλά βήματα πίσω. Το χειρότερο είναι η επένδυση των εξελίξεων με έναν λόγο περί «απουσίας εναλλακτικής» με αποτέλεσμα ο σάπιος κόσμος εκεί που σάπιζε να ξανατονώνεται με φιλί ζωής απ’ τ’ «αριστερά». Η τραγωδία είναι ότι το φιλί ζωής για το μνημονιακό μπλοκ ισοδυναμεί με άλλη μια σκληρή επίθεση στην κοινωνική πλειοψηφία. Ο Άδωνις Γεωργιάδης επαναλαμβάνει ότι το φαντασιακό αριστερό 61% έχασε τελικά από το πραγματιστικο δεξιό 38%, καθώς η πραγματικότητα πάντα νικάει την ουτοπία. Εμείς λοιπόν, εραστές της ουτοπίας ως το «μη εισέτι υπάρχον», όχι απλώς ρομαντικά ή ως ευχολόγιο αλλά ως καθοδήγηση για δράση θεμελιωμένη στις πραγματικές δυνατότητες, δε θα αφήσουμε το κενό φαντασιακό του νεοφιλελευθερισμού (ΤΙΝΑ) να κατακλύσει τις πολιτικές πραγματικότητες του δύσκολου επόμενου διαστήματος. Υπάρχει εξάλλου και η άλλη όψη στη σημερινή κατάσταση. Η εναλλακτική είναι πάνω απ’ όλα πρακτικό ζήτημα και εύκολες μαγικές λύσεις ανάθεσης «σε αυτόν που υποτίθεται ότι ξέρει» δεν υπάρχουν. H μετάβαση όμως απ’ το “Il n’y a pas de grand Autre” στο “There Is No Alternative” αποτελεί εγκατάλειψη της πραγματικής ζωής και της ταξικής πάλης, παράδοση στο μηδενισμό, την ταπείνωση, την ατομική επιβίωση και το δόγμα του «στο τέλος όλοι θα πεθάνουμε». Η σωρευτική επίδραση της κοινωνικής υποχώρησης και της κοινωνικής ήττας, έλεγε ο David MacNally σε πρόσφατη συνέντευξη, μπορεί να κονιορτοποιήσει τη ριζοσπαστική φαντασία. Όσο μεθυστική είναι η αίσθηση της δυνατότητας των πολλών ότι μπορούμε να κερδίσουμε, τόσο μαζικά αποδιαρθρωτικό είναι το αίσθημα πως ό,τι και να κάνεις δεν κάνει καμιά διαφορά. Εδώ ακριβώς συμπυκνώνεται η διπλή όψη της μεθυστικής νίκης του δημοψηφίσματος και των μαζικά αποδιαρθρωτικών συνεπειών της νέας μνημονιακής συμφωνίας.

g-g-4

«Όχι» μέχρι τέλους

Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ και ο πρωθυπουργός δε διέλυσαν μόνο κάθε κοινωνική προσδοκία για απαλλαγή από μνημόνια και λιτότητα παραβιάζοντας τη βούληση της πλειοψηφίας του εκλογικού σώματος στο δημοψήφισμα. Ακόμη χειρότερα, προσπαθούν σήμερα να βρούνε κοινωνικά στηρίγματα της μνημονιακής μετάλλαξης με χυδαία επιχειρήματα περί αντιστοίχησης «κοινωνικού ΣΥΡΙΖΑ» (;) που συμφωνεί με την κυβερνητική διαχείριση και πολιτικού που κλονίζεται. Το ζήτημα όμως είναι να χτίζεις πολιτικά και κοινωνικά σε μια μεταμόρφωση της «λαϊκής νοοτροπίας» με βάση την καλύτερη εκδοχή αυτού που φαίνεται ότι μπορεί να καταφέρει ένας λαός σε κίνηση και όχι να γλεντάς στα ερείπια της μαζικής αποδιάρθρωσης που παρήγαγε η πολιτική απάτη που έφερες εις πέρας. Υπάρχει άλλωστε μια εναλλακτική οπτική περί κοινωνικής και πολιτικής αντιστοίχησης. Σε όλους τους μεγάλους αγώνες από το Δεκέμβρη του ’08, τις πλατείες, τις απεργίες, τον αντιφασισμό, την Κερατέα και τις Σκουριές κ.ο.κ. εμφανίστηκε ένα αποφασισμένο τμήμα της κοινωνίας έτοιμο να παλέψει μέχρι τέλους ό,τι κι αν χρειαστεί, όπως και πολιτικές δυνάμεις, τάσεις, άνθρωποι που στήριξαν έμπρακτα αυτούς τους αγώνες. Η μάχη του ΌΧΙ συμπύκνωσε σε ανώτερο επίπεδο τη συσσωρευμένη πείρα των τελευταίων χρόνων, τη συλλογική ευφυΐα των πολλών, την εκρηκτική δημιουργικότητα εργατικών αγώνων και εγχειρημάτων αυτοδιαχείρισης, την ομορφιά της αλληλεγγύης, τη λαϊκή αυτοπεποίθηση, τη μαζική οργή ενάντια στη «χούντα της ιδιωτικής τηλεόρασης». Δεν είναι ενιαίο το 62% ΌΧΙ ούτε βοηθούν εξιδανικεύσεις, αλλά εντός του εγγράφεται η λογική της ρήξης, το ΌΧΙ μέχρι τέλους ό,τι κι αν χρειαστεί, ενάντια σε παλιά και νέα μνημόνια κι εκβιασμούς ΕΕ- ΕΚΤ- ΔΝΤ. Με αυτή την έννοια το ΌΧΙ παραμένει μια μεγάλη ανοικτή δυνατότητα για ένα μαζικό κοινωνικό και πολιτικό μπλοκ της ρήξης εδώ και τώρα, ικανό να οργανώσει την αντίσταση και να δρομολογήσει ανατρεπτικές εξελίξεις. Το έδαφος της πολιτικής, σημείωνε ο Μπενσαϊντ, δεν είναι απλά μια αντανάκλαση ή μια προέκταση του κοινωνικού συσχετισμού δυνάμεων, αλλά εκφράζει τον μετασχηματισμό των κοινωνικών σχέσεων (και της ταξικής πάλης) σε πολιτικούς όρους, με τις δικές του – όπως οι ψυχαναλυτές λένε – μεταθέσεις και συμπυκνώσεις. Πρέπει να φανούμε έτοιμοι για αυτές τις μεταθέσεις και συμπυκνώσεις. Πότε αν όχι τώρα θα αντιστοιχηθεί η κοινωνική δυναμική με τις πολιτικές δυνάμεις που στηρίζουν αυτό το ΌΧΙ μέχρι τέλους;

Κάθε φορά οι κρίσιμες διαχωριστικές οφείλουν να επαν-ορίζονται, και η πιστότητα σε μια κομμουνιστική και δημοκρατική υπόθεση περνάει σήμερα από την πιστότητα στο ΌΧΙ μέχρι τέλους και ένα μεταβατικό πρόγραμμα που να το υποστηρίζει. Αυτή είναι η συγκεκριμένη ουτοπία που μπορεί να στείλει το δεξιό πραγματισμό στο σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας. Χρησιμοποιώντας τους όρους του Άγγελου Ελεφάντη, θα λέγαμε ότι το διακύβευμα είναι η έμπρακτη απόδειξη ότι το μνημονιακό καθεστώς της λιτότητας, της χρεοκρατίας, του ξεπουλήματος του δημόσιου πλούτου και της ανακεφαλαιοποίησης των τραπεζών δεν είναι μόνο ηθικά καταδικαστέο και ανατρεπτέο ως κακό αλλά πάνω απ’ όλα υλικά ανατρέψιμο ως τρωτό. Κι αυτό δε θα κριθεί σε ασκήσεις επί χάρτου ή εσωκομματικές αντιπολιτεύσεις αλλά σε πραγματικές δυναμικές, πολιτικές τομές και στον προσανατολισμό της εν εξελίξει λαϊκής διεργασίας. Είναι η ώρα των μεγάλων υπερβάσεων. Το εντυπωσιακό σήμερα είναι ότι ο πολιτικός χρόνος είναι τόσο συμπυκνωμένος που οι στιγμές αυτές, ανάτασης και υποχώρησης, εναλλάσσονται με ταχύτατους ρυθμούς. Δεν υπάρχει λοιπόν η πολυτέλεια του χρόνου, της ανασυγκρότησης και της αυτοπροστασίας.

Η κατάσταση που περιγράφουμε επιφέρει άμεσα σημαντικές πολιτικές μετατοπίσεις, οι οποίες φυσικά θα έχουν αντιφάσεις και θα φέρουν μέσα τους τα σημάδια της προηγούμενης πολιτικοποίησης. Οι τάσεις αυτές όχι απλά δεν πρέπει να μας φοβίζουν, αλλά καλούμαστε, επιδιώκοντάς τες, να τις οξύνουμε και να τις πολιτικοποιούμε. Για να μπορέσουμε όμως να αναμετρηθούμε θετικά με τις παραπάνω προκλήσεις, πρέπει πρώτα να μπορέσουμε να αναμετρηθούμε με τους ίδιους μας τους εαυτούς. Πρέπει να σκεφτούμε έξω από το κουτί, έξω από παραδομένα σχήματα και στείρες αναπαραγωγές. Έξω από τον συντηρητισμό της σκέψης και της πράξης με τον τρόπο που απλά έχουμε συνηθίσει, ακόμα κι αν ντύνεται με εξαιρετικούς νεολογισμούς και επιφαινόμενους νεοτερισμούς. Έχουμε βαρεθεί προ πολλού τη διαρκή επαναφορά του μύθου του Σίσυφου ως ορίου κάθε πολιτικής απόπειρας και του Κρόνου που πάντα τρώει τα παιδιά του. Προτιμούμε την αντάρτισσα Αντιγόνη του Μπρεχτ, εκείνη που έρχεται από το σούρουπο και ζωντανεύει μια ολόκληρη εποχή: «Εσύ που τα πάντα αψήφησες ξέρω πόσο το θάνατο φοβήθηκες μα πιότερο φοβόσουν μιαν ανέντιμη ζωή.» Γιατί χειρότερος από το βιολογικό θάνατο είναι ο κοινωνικός και πολιτικός θάνατος. Και η γενιά μας την Αντιγόνη και όλη την ιστορία την παίρνει στα σοβαρά. Το να πάρουμε τις ζωές στα χέρια μας ενέχει μια εκρηκτική κοινωνική και πολιτική δυναμική. Ό,τι είπαμε ισχύει. Θα μετρηθούμε!

 

Πηγή: toperiodiko.gr

 

Ετικέτες
  • Τελευταια
  • Δημοφιλή