Σήμερα: 16/05/2021
Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

piratis-45678_220_220.jpg

Σαράντα περιστατικά πειρατικών επιθέσεων έχουν καταγραφεί επισήμως μέχρι ώρας εντός του πρώτου εξαμήνου του τρέχοντος έτους από το ReCAAP’s Information Sharing Centre (ISC).

Σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις καταγράφεται αύξηση της τάξης του 15% σε σχέση με τα περιστατικά που είχαν σημειωθεί την ίδια περίοδο πέρσι . Συγκριτικά το 2017 το πρώτο εξάμηνο είχε αύξηση της τάξης του 16% σε σχέση με το 2016 ενώ το 15% του τρέχοντος έτους σε σχέση με το προηγούμενο καταδεικνύει αυξητικές τάσεις γεγονός που έχει σημάνει συναγερμό στα αρμόδια κέντρα που ασχολούνται με την «πάταξη» της πειρατείας.

πηγη: theseanation.gr

Ετικέτες

xreos-768x660.jpg

Στο 180,4% του ΑΕΠ ανήλθε το δημόσιο χρέος της Ελλάδας (322,568 δισ. ευρώ) το πρώτο τρίμηνο του 2018, καταγράφοντας αύξηση κατά 11,907 δισ. ευρώ σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2017, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat που δόθηκαν στη δημοσιότητα. Τα νέα στοιχεία φανερώνουν για πολλοστή φορά ότι τα κάθε «χρώματος» κυβερνητικά αφηγήματα περί «ελάφρυνσης του χρέους» αποτελούν μια ακόμα απάτη με την οποία το κρέας βαφτίζεται ψάρι. 

Ειδικότερα, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat για το πρώτο τρίμηνο του 2018, η Ελλάδα καταγράφει το υψηλότερο δημόσιο χρέος στην ΕΕ και ακολουθούν η Ιταλία (133,4%), η Πορτογαλία (126,4%) και το Βέλγιο (106,3%). Το χαμηλότερο επίπεδο δημόσιου χρέους κατέγραψαν η Εσθονία (8,7%), το Λουξεμβούργο (22,2%) και η Βουλγαρία (24,1%).

Σε σχέση με ένα χρόνο πριν (το πρώτο τρίμηνο του 2017), μόνο η Ελλάδα κατέγραψε αύξηση του δημόσιου χρέους (+2,7 ποσοστιαίες μονάδες, ήτοι αυξημένο κατά 11,907 δισ. ευρώ), ενώ 27 κράτη-μέλη κατέγραψαν μείωση του δημόσιου χρέους. Επίσης σε σχέση με το τέταρτο τρίμηνο του 2017, δώδεκα κράτη-μέλη κατέγραψαν αύξηση του δημόσιου χρέους. Η μεγαλύτερη αύξηση σημειώθηκε στο Βέλγιο (+2,9 ποσοστιαίες μονάδες), στην Ελλάδα (+1,8 ποσοστιαίες μονάδες), στην Ιταλία (+1,6), στη Σλοβενία (+1,4) και στην Τσεχία (+1,1).

Μετά από οκτώ χρόνια άγριας λιτότητας! Τέσσερα μνημόνια, πλήθος μεσοπρόθεσμων προγραμμάτων και αντιλαϊκών εφαρμοστικών νόμων, το χρέος συνεχίζει να αυξάνεται με αλματώδεις ρυθμούς. 

Το χρέος σήμερα είναι στα 322,568 δι. ευρώ, στο 180,4% του ΑΕΠ. Το Μάρτιο του 2010, πριν τη προσφυγή στα μνημόνια, το χρέος ήταν στα 310,3 δισ. ευρώ, σύμφωνα με το Δελτίο Δημοσίου Χρέους και στο 146% του ΑΕΠ της χώρας. Με δεδομένο ότι το ΑΕΠ της Ελλάδας το 2010 ήταν στα 222 δισ. ευρώ, και το 2009 στα 231 δισ. ευρώ, διαπιστώνει εύκολα κανείς ότι παρά την φτωχοποίηση και την εξαθλίωση του εργαζόμενου λαού, το δημόσιο χρέος ανεβαίνει την ανηφόρα. 

Το δημόσιο χρέος φουσκώνει αντί να περιορίζεται, παρά τα πολυδιαφημιζόμενα «κουρέματα» (PSI+, «επαναγορά ομολόγων») που τελικά λεηλάτησαν μόνο τα αποθεματικά των ασφαλιστικών ταμείων και άλλων δημόσιων οργανισμών. 

Τα στοιχεία για τα επίπεδα χρέους είναι αποκαλυπτικά για την αποτυχία των …«προγραμμάτων διάσωσης» πέντε χρόνια μετά. Αποδεικνύουν ότι τα μνημόνια δεν επιβλήθηκαν για να επιτευχθεί μείωση του ελληνικού χρέους, αλλά για να επιβληθούν οι αντιδραστικές καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις  με στόχο την μείωση μισθών, την πλήρη διάλυση των εργασιακών σχέσεων, την ανατροπή συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων, την καρατόμηση παροχών υγεία – πρόνοιας, το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας.  

Το χρέος είναι μεγαλύτερο στο τέλος του α’ τριμήνου του 2018, από όσο ήταν το 2010, όταν ξεκινούσαν τα μνημόνια παρά τις …«ενέσεις σωτηρίας» των δανειστών που έφτασαν τα 240 δισ. ευρώ. Βέβαια οι «ενέσεις», δεν ήταν τίποτα περισσότερο από νέα δάνεια, που φορτώθηκαν στις πλάτες του λαού, την ίδια ώρα που Ευρωπαίοι και ντόπιοι τραπεζίτες αξιοποιούσαν τα χρήματα για διασώσουν τις χρεωκοπημένες τράπεζες τους… 

πηγη: imerodromos.gr

Ετικέτες

fraport1-1-696x419.jpg

Θησαυρίζει ακόπως και με ελληνικά δάνεια η Γερμανική Fraport από τα αεροδρόμια μας που ξεπούλησαν οι παραδομένες εθελόδουλες κυβερνήσεις της χώρας μπανανίας.

Συνολικά έσοδα 233,3 εκατ. ευρώ παρουσίασαν οι δύο επιχειρήσεις Fraport που διαχειρίζονται τα 14 περιφερειακά αεροδρόμια της χώρας το 2017. Σύμφωνα με τις οικονομικές καταστάσεις, οι δύο εταιρείες, Fraport Περιφερειακά Αεροδρόμια της Ελλάδος Α και Β, κατά το πρώτο έτος εκμετάλλευσης των 14 περιφερειακών αεροδρομίων πέτυχαν έσοδα ύψους 187,8 εκατ. ευρώ από αεροπορικές υπηρεσίες και 45,5 εκατ. ευρώ από τις λοιπές εμπορικές δραστηριότητες (καταστήματα αφορολογήτων κ.λπ.).

Παράλληλα, οι δύο επιχειρήσεις πέτυχαν λειτουργικά κέρδη (EBITDA) ύψους 117,3 εκατ. ευρώ, καθαρά κέρδη προ φόρων ύψους 20,4 εκατ. ευρώ και καθαρά κέρδη μετά από φόρους ύψους 14,4 εκατ. ευρώ. Τις καλύτερες επιδόσεις από τις δύο επιχειρήσεις εμφανίζει η εταιρεία Fraport A, η οποία εκμεταλλεύεται τα αεροδρόμια Ακτίου, Ζακύνθου, Καβάλας, Θεσσαλονίκης, Κέρκυρας, Κεφαλονιάς και Χανίων. Η συγκεκριμένη εταιρεία πέρυσι είχε έσοδα ύψους 128,9 εκατ. ευρώ (55% των εσόδων), κέρδη EBITDA 67,2 εκατ. ευρώ (57% των EBITDA) και κέρδη μετά από φόρους 13,3 εκατ. ευρώ (92% των κερδών). Η Fraport B διαχειρίζεται τα αεροδρόμια Κω, Μυκόνου, Μυτιλήνης, Ρόδου, Σκιάθου, Σάμου και Σαντορίνης.

Με βάση τις προαναφερόμενες επιδόσεις, η Fraport στην Ελλάδα εφέτος αναμένεται να ξεπεράσει σημαντικά τα 300 εκατ. ευρώ σε ό,τι αφορά τα έσοδα! Προς την κατεύθυνση αυτή συνηγορούν αφενός μεν η αύξηση της τουριστικής κίνησης στη χώρα, αφετέρου δε το γεγονός ότι τα μεγέθη του 2017 απεικονίζουν τα αποτελέσματα της διαχείρισης των αεροδρομίων για τα τρία τελευταία τρίμηνα του έτους. Υπενθυμίζεται ότι ο έλεγχος και η εκμετάλλευση των 14 περιφερειακών αεροδρομίων περιήλθε στη Fraport στις 12 Απριλίου 2017.

Την ίδια αισιοδοξία εκφράζει και η διοίκηση της επιχείρησης. Η τελευταία χαρακτηρίζει θετικές τις προοπτικές του ελληνικού τουρισμού, γεγονός που θα απεικονιστεί στα αεροδρόμια της Fraport Greece και ότι οι δύο εταιρείες της θα διατηρήσουν την κερδοφόρο πορεία τους με αύξηση εσόδων που θα συμβαδίζει με εκείνη της επιβατικής κίνησης. Σημειώνεται ότι η Fraport Greece έχει ήδη ανακοινώσει αύξηση της επιβατικής κίνησης κατά 11% στο α΄ εξάμηνο του 2018.

πηγη: iskra.gr

Ετικέτες

kouzis-GIANNIS.jpg

Από Γιάννης Κουζής
 

Η πρόσφατη νομοθέτηση του 12ωρου και του 60ωρου ως ανώτατου ημερήσιου και εβδομαδιαίου αντίστοιχα χρόνου εργασίας από την κυβέρνηση ακροδεξιών στην Αυστρία συνοδεύτηκε από την έκπληξη του ελληνικού Τύπου αλλά και πολιτικών και κυβερνητικών παραγόντων, που κατήγγειλαν το «πρωτοφανές» του περιεχομένου της για τα ευρωπαϊκά δεδομένα.

Κατ’ αρχάς το μέτρο αυτό συνιστά αναμφίβολα σοβαρή υποβάθμιση των εργασιακών σχέσεων στην Αυστρία. Επίσης, είναι δεδομένος και διαχρονικός ο κίνδυνος της Ακροδεξιάς απέναντι στα εργασιακά και κοινωνικά δικαιώματα. Μιας Ακροδεξιάς που, ωστόσο, τροφοδοτείται από τη γενικευμένη κοινωνική δυσφορία που δημιουργούν οι νεοφιλελεύθερες πολιτικές των κυβερνήσεων που κατατάσσονται στις αποκαλούμενες δυνάμεις του δημοκρατικού τόξου.

Από την άλλη πλευρά, όμως, εύλογα ερωτήματα χρήζουν απαντήσεων. Το νομοθετημένο αυστριακό 12ωρο είναι ξένο προς τα αντίστοιχα ελληνικά δεδομένα; Μήπως, επίσης, αντίκειται στην κοινοτική νομοθεσία και στην εργασιακή εικόνα των άλλων ευρωπαϊκών χωρών; Δυστυχώς οι απαντήσεις διαψεύδουν κατηγορηματικά τις όποιες εκπλήξεις. Πρώτον, η προ πολλών δεκαετιών νομοθετημένη εικόνα των ωραρίων στην ελληνική αγορά εργασίας αντιστοιχεί πλήρως σε αυτό που συμβαίνει σήμερα στην Αυστρία, ενώ επιδεινώνεται τελευταία με τους μνημονιακούς νόμους. Δεύτερον, το αυστριακό μέτρο εντάσσεται πλήρως στο πλαίσιο της κοινοτικής νομοθεσίας.

Στην Αυστρία μέχρι πρότινος ίσχυε η υπέρβαση του ημερήσιου ωραρίου των 7,45 ωρών μέχρι τις 10 ώρες, κατόπιν συμφωνίας εργαζομένου και εργοδότη. Κατ’ εξαίρεση ο ημερήσιος χρόνος εργασίας μπορούσε να επεκταθεί μέχρι τις 12 ώρες έπειτα από συλλογική σύμβαση και βεβαίωση του ιατρού εργασίας. Με την πρόσφατη ρύθμιση καταργούνται οι δύο αυτοί όροι, ώστε η εφαρμογή του 12ωρου να εναπόκειται πλέον στην ατομική συμφωνία εργοδότη και εργαζομένου.

Δηλαδή, όπως ακριβώς ισχύει στην Ελλάδα με το 12ωρο ως ανώτατο ημερήσιο ωράριο κατόπιν ατομικής συμφωνίας! Με τη διαφορά ότι στην ελληνική αγορά εργασίας έχει νομοθετηθεί το «υποχρεωτικό» ημερήσιο 9ωρο ως υπερεργασία και μόνο η υπέρβασή του να θεωρείται υπερωρία που απαιτεί τη συναίνεση του εργαζομένου. Επίσης το νέο αυστριακό μέτρο δεν αντιτίθεται στην κοινοτική νομοθεσία, ώστε εύλογα να μην έχει υπάρξει καμία σχετική αρνητική δήλωση από τα αρμόδια κοινοτικά όργανα.

Και τούτο διότι και στην ΕΕ το ημερήσιο 8ωρο έχει απολέσει τη σημασία του από την καθημερινή πρακτική και των νόμιμων υπερβάσεών του. Η κοινοτική νομοθεσία προβλέπει το 48ωρο ως ανώτατο εβδομαδιαίο ωράριο κατά μέσο όρο σε διάστημα 4 μηνών, με τη χρήση υπερωριών και ευέλικτων διευθετήσεων αυξομείωσης των ωραρίων ανάλογα με τις ανάγκες της επιχείρησης. Με αυτό τον τρόπο η εργάσιμη εβδομάδα είναι δυνατόν να επεκτείνεται πολύ πέραν και του 48ωρου με ανάλογες μειώσεις σε άλλες χρονικές περιόδους.

Πρόκειται για νομοθετημένες πρακτικές, που διατηρούν τυπικά μεν το 8ωρο, αλλά με όρους πλήρους ελαστικοποίησης που ανατρέπει την ουσία του. Ετσι, λοιπόν, 6 χώρες της ΕΕ έχουν ήδη καθιερώσει το 12ωρο και 6 το 13ωρο(!) εκ των οποίων οι 2 (Γερμανία, Ολλανδία) εφαρμόζουν την 60ωρη εβδομαδιαία εργασία!

Και επειδή το αυστριακό 12ωρο προκαλεί στην Ελλάδα πολλές εκπλήξεις λόγω άγνοιας, ηθελημένης και μη, δυστυχώς η Αυστρία εξακολουθεί να βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση απέναντι στην Ελλάδα σε θέματα νομοθεσίας για τον εργάσιμο χρόνο, ιδιαίτερα μάλιστα μετά την επιβολή σχετικών μνημονιακών διατάξεων.

Πρώτον γιατί αυτές ευνοούν τις περαιτέρω υπερβάσεις του ωραρίου όταν το κόστος των νόμιμων προσαυξήσεων της υπερεργασίας και της υπερωρίας μειώθηκε κατά 20% (όταν βέβαια πληρώνονται οι υπερωρίες).

Δεύτερον, διότι το 8ωρο ελαστικοποιείται με ευέλικτες διευθετήσεις, που καταλήγουν σε παρατεταμένα 10ωρα με αντίστοιχες μειώσεις ωραρίων ώστε νόμιμα πλέον να μην πληρώνονται οι υπερωρίες. Αυτό το μέτρο εφαρμόζεται και με συμφωνία μεταξύ του εργοδότη και των μνημονιακών ενώσεων προσώπων με μόνη τη συναίνεση του 15% των εργαζομένων σε επιχειρήσεις μέχρι 20 ατόμων(!) χάριν της δημοκρατίας στους χώρους εργασίας!

Αν επίσης υπολογίσουμε τον ετήσιο εργάσιμο χρόνο με βάση το κανονικό ωράριο πλήρους απασχόλησης, αφαιρουμένων των αργιών και των ημερών αδείας, οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα εργάζονται 90 και 110 ώρες περισσότερες συγκριτικά με την ΕΕ28 και την ΕΥΡΩΖΩΝΗ  αντίστοιχα (και 70 ώρες από την Αυστρία). Τέλος, εαν αναζητήσουμε τον πραγματικό χρόνο εργασίας, που συμπεριλαμβάνει και τις υπερωρίες, η Ελλάδα βρίσκεται στην τέταρτη υψηλότερη θέση στην ΕΕ μετά τις Βρετανία, Κύπρο και Αυστρία.

Για την τελευταία χώρα που βρίσκεται στο επίκεντρο της επικαιρότητας το μέτρο για το 12ωρο δημιουργεί και εύλογες ανησυχίες για την περαιτέρω επιβάρυνση της εργασίας. Ωστόσο, η καταγγελία ενός αντεργατικού μέτρου μιας άλλης χώρας προϋποθέτει την καλή γνώση της ελληνικής πραγματικότητας αλλά και του σύγχρονου ευρωπαϊκού γίγνεσθαι, εφόσον η ροή μέτρων εργασιακής απορρύθμισης αποτελεί συνεχή πρακτική κατά τις τελευταίες δεκαετίες στη «γηραιά ήπειρο». Απορρύθμιση που σε εκτεταμένη κλίμακα περιέχεται και στην ατζέντα του Γάλλου Μακρόν, ως συνέχεια του σοσιαλιστή προκατόχου του, οι οποίοι για ορισμένους συγκαταλέγονται σε προνομιακούς συμμάχους για μια άλλη Ευρώπη…

* κοσμήτορας Σχολής Πολιτικών Επιστημών Παντείου Πανεπιστημίου

πηγη: iskra.gr

Ετικέτες
  • Τελευταια
  • Δημοφιλή