Σήμερα: 22/08/2019
Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

pho70b4547c-b217-11e4-ae15-33bd0d749c0c-805x453.jpg

Με βάση μια λογική που λέει ότι το ΟΧΙ οδηγεί όχι σε μια επιστροφή στη διαπραγμάτευση -ή τουλάχιστον στη διαπραγμάτευση του τύπου που είχαμε ως την Πέμπτη- αλλά στην έναρξη μιας διαδικασίας ρήξης με τους δανειστές, πρέπει να οικοδομήσουμε επιτροπές και μετωπικές πρωτοβουλίες του ΟΧΙ σε όλα τα επίπεδα, σε όλους τους χώρους εργασίας και σε όλους τους τόπους διαμονής. Πρέπει να αναδείξουμε την καταστροφική λογική και τον νέο Μεσαίωνα όπου μας οδηγεί η τρόικα και η ηγεσία των ΔΝΤ, Ε.Ε. και ευρωζώνης.

Η από­φα­ση της ηγε­σί­ας του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ και του Αλέξη Τσί­πρα να βάλει το σχέ­διο των δα­νει­στών σε δη­μο­ψή­φι­σμα απο­τε­λεί, ανε­ξάρ­τη­τα από κί­νη­τρα και προ­θέ­σεις, την πι­θα­νή έναρ­ξη της με­τά­βα­σης σε ένα απο­λύ­τως νέο και πολύ θε­τι­κό πο­λι­τι­κό σκη­νι­κό. Ο λαός με ηρε­μία και εμπι­στο­σύ­νη μέχρι τώρα  αντα­πο­κρί­νε­ται σε αυτήν την πρό­κλη­ση. Η πρό­τα­ση δη­μο­ψη­φί­σμα­τος θέτει σε ενερ­γο­ποί­η­ση το λαϊκό πα­ρά­γο­ντα και την κοι­νω­νία, τη βγά­ζει από το ρόλο του θεατή και του πα­θη­τι­κού απο­δέ­κτη απο­φά­σε­ων μιας «φω­τι­σμέ­νης ηγε­σί­ας» και μιας «σοφής ομά­δας δια­πραγ­μά­τευ­σης». Βάζει τέλος, έστω προ­σω­ρι­νά, σε μια αδιέ­ξο­δη δια­δι­κα­σία δια­πραγ­μά­τευ­σης με τους δα­νει­στές, η οποία είχε κα­τα­ντή­σει ανέκ­δο­το και η οποία με­τα­τό­πι­ζε μια ασθε­νή και υπο­χω­ρη­τι­κή θέση της ελ­λη­νι­κής κυ­βέρ­νη­σης ολο­έ­να προς τις ιτα­μές και κοι­νω­νι­κά προ­κλη­τι­κές θέ­σεις των δα­νει­στών για την εξα­θλί­ω­ση των ερ­γα­ζο­μέ­νων και την κοι­νω­νι­κή κα­τα­στρο­φή της χώρας, ολο­έ­να και πε­ρισ­σό­τε­ρο προς μια απο­λύ­τως επώ­δυ­νη και κα­τα­στρο­φι­κή συμ­φω­νία. Βάζει, δυ­νη­τι­κά του­λά­χι­στον, ένα πο­λι­τι­κό όριο, το οποίο μας επα­να­φέ­ρει στο προ­ε­κλο­γι­κό και συ­νε­δρια­κό μας πρό­γραμ­μα και μας απο­μα­κρύ­νει από τις απα­ρά­δε­κτες κυ­βερ­νη­τι­κές υπο­χω­ρή­σεις των τε­λευ­ταί­ων μηνών.

 Ένα πολύ με­γά­λο ΟΧΙ πρέ­πει να κα­τα­γρα­φεί σε πο­σο­στά πάνω από το 60 και το 70% του εκλο­γι­κού σώ­μα­τος που θα με­τά­σχει στο δη­μο­ψή­φι­σμα. Όμως, αυτό το ΟΧΙ πρέ­πει τόσο η βάση και τα στε­λέ­χη του ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ όσο και οι με­τω­πι­κές πρω­το­βου­λί­ες της Αρι­στε­ράς -όλης κυ­ριο­λε­κτι­κά της Αρι­στε­ράς- να το νοη­μα­το­δο­τή­σουν με έναν τρόπο βαθιά ρι­ζο­σπα­στι­κό και ανα­τρε­πτι­κό και όχι ως έναν απλό ελιγ­μό για να «γυ­ρί­σου­με πε­ρή­φα­να στο τρα­πέ­ζι της δια­πραγ­μά­τευ­σης». Αυτό, άλ­λω­στε, δεν έχει κα­νέ­να απο­λύ­τως νόημα. Και με 99%, αν γυ­ρί­σου­με στο τρα­πέ­ζι αυτής της δια­πραγ­μά­τευ­σης, θα ει­σπρά­ξου­με ένα πε­ρισ­σό­τε­ρο ή λι­γό­τε­ρο κα­τη­γο­ρη­μα­τι­κό «όχι», μια ρι­ζι­κή άρ­νη­ση από την τρόι­κα και τους δα­νει­στές. Συ­νε­πώς, κα­ταρ­χήν, πρέ­πει να «μη­δε­νί­σου­με το κο­ντέρ», όπως εύ­στο­χα το δια­τύ­πω­σε ο σ. Φίλης στη Βουλή το Σάβ­βα­το 27/6. Όλες οι πα­ρα­χω­ρή­σεις που έχου­με κάνει, από τη συμ­φω­νία της 20ής Φλε­βά­ρη και από τις 47 + σε­λί­δες ως την τε­λι­κή πρό­τα­ση, που δη­μο­σιεύ­θη­κε στην «Αυγή» την προη­γού­με­νη Τε­τάρ­τη, πρέ­πει να θε­ω­ρη­θούν άκυ­ρες και μη  γε­γε­νη­μέ­νες. Δεν μπο­ρείς να ζητάς από το λαό να κα­τα­ψη­φί­σει τις ιτα­μές αξιώ­σεις των δα­νει­στών αντι­προ­τεί­νο­ντάς του το «ήπιο» ή το «καλό» μνη­μό­νιο των 47+ σε­λί­δων. Δεν μπο­ρείς να ζητάς από το λαό να υπο­στη­ρί­ξει τη με­ρι­κή και όχι την ολική κα­τα­στρο­φή του. Δεν μπο­ρείς να ζητάς από το λαό να επα­νέλ­θει στην αδιέ­ξο­δη λο­γι­κή της κυ­βέρ­νη­σης από το Γε­νά­ρη ως τον Ιούνη ότι οι «εταί­ροι» μας είναι κα­λό­πι­στοι άν­θρω­ποι που θα πει­στούν από τα λο­γι­κά και εύ­γλωτ­τα επι­χει­ρή­μα­τά μας. Ο λαός για να νι­κή­σει στη μάχη αυτή χρειά­ζε­ται έμπνευ­ση, χρειά­ζε­ται όραμα, χρειά­ζε­ται σχέ­διο και στρα­τη­γι­κή. Με βάση μια λο­γι­κή που λέει ότι κάθε δια­πραγ­μά­τευ­ση που δεν προ­τάσ­σει τα βα­σι­κά και ισχυ­ρά ση­μεία του προ­γράμ­μα­τός μας (751, 13η σύ­ντα­ξη, αφο­ρο­λό­γη­το στα 12.000 ευρώ,όχι ιδιω­τι­κο­ποι­ή­σεις, κοι­νω­νι­κο­ποί­η­ση τρα­πε­ζών, αύ­ξη­ση κοι­νω­νι­κών δα­πα­νών, όχι αύ­ξη­ση ΦΠΑ σε βα­σι­κά κα­τα­να­λω­τι­κά είδη, όχι πρω­το­γε­νή πλε­ο­νά­σμα­τα, τα οποία κά­πο­τε χα­ρα­κτη­ρί­ζα­με σαν «βαμ­μέ­να στο αίμα», μο­νο­με­ρής δια­γρα­φή του χρέ­ους  κ.ά.) είναι όχι μόνο άνευ αντι­κει­μέ­νου αλλά και επι­κίν­δυ­νη. Με βάση μια λο­γι­κή που λέει ότι το ΟΧΙ οδη­γεί όχι σε μια επι­στρο­φή στη δια­πραγ­μά­τευ­ση -ή του­λά­χι­στον στη δια­πραγ­μά­τευ­ση του τύπου που εί­χα­με ως την Πέμ­πτη- αλλά στην έναρ­ξη μιας δια­δι­κα­σί­ας ρήξης με τους δα­νει­στές, πρέ­πει να οι­κο­δο­μή­σου­με επι­τρο­πές και με­τω­πι­κές πρω­το­βου­λί­ες του ΟΧΙ σε όλα τα επί­πε­δα, σε όλους τους χώ­ρους ερ­γα­σί­ας και σε όλους τους τό­πους δια­μο­νής. Πρέ­πει να ανα­δεί­ξου­με την κα­τα­στρο­φι­κή λο­γι­κή και τον νέο Με­σαί­ω­να όπου μας οδη­γεί η τρόι­κα και η ηγε­σία των ΔΝΤ, Ε.Ε. και ευ­ρω­ζώ­νης.    

Όμως, ανα­κύ­πτουν δύο ση­μα­ντι­κά προ­βλή­μα­τα. Το πρώτο αφορά τη δια­χεί­ρι­ση αυτής της με­γά­λης κρί­σης, που μπο­ρεί να διαρ­κέ­σει και πάνω από μία εβδο­μά­δα. Δεν είναι δυ­να­τή μια ενερ­γη­τι­κή και φι­λο­λαϊ­κή δια­χεί­ρι­ση αυτής της κρί­σης χωρίς την αντι­κα­τά­στα­ση του κ. Στουρ­νά­ρα στην Τρά­πε­ζα της Ελ­λά­δος και χωρίς την ανά­λη­ψη των διοι­κή­σε­ων των τρα­πε­ζών από το Ελ­λη­νι­κό Δη­μό­σιο, πράγ­μα­τα που νο­μι­κά και πο­λι­τι­κά είναι απο­λύ­τως εφι­κτά. Με τους «αν­θρώ­πους του εχθρού» σε καί­ριες θέ­σεις δεν μπο­ρού­με να πάμε μα­κριά. Δεν είναι δυ­να­τή μια ενερ­γη­τι­κή δια­χεί­ρι­ση της κρί­σης χωρίς ση­μα­ντι­κά πρό­στι­μα και κυ­ρώ­σεις σε όσα ΜΜΕ πα­ρα­πλη­ρο­φο­ρούν το κοινό και δη­μιουρ­γούν κα­τα­στά­σεις πα­νι­κού και τρο­μο­κρα­τί­ας. Δεν είναι δυ­να­τή μια ενερ­γη­τι­κή δια­χεί­ρι­ση της κρί­σης και του πο­λέ­μου όπου βρι­σκό­μα­στε χωρίς μια Με­γά­λη Επι­τρο­πή υπέρ του ΟΧΙ με δυ­νά­μεις, κι­νή­σεις, ομά­δες, πρω­το­βου­λί­ες και κοι­νω­νι­κές προ­σω­πι­κό­τη­τες από όλη τη χώρα. Ήδη η ΑΝΤΑΡ­ΣΥΑ έχει λάβει μια πολύ θε­τι­κή από­φα­ση προς αυτήν τη σύ­γκλι­ση.  Αυτή τη με­γά­λη μάχη δεν μπο­ρεί ούτε και πρέ­πει να τη στη­ρί­ξει ο ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ μόνος του και χωρίς μια ευ­ρύ­τε­ρη λαϊκή και κοι­νω­νι­κή συμ­μα­χία. Η ενό­τη­τα της Αρι­στε­ράς, η ενό­τη­τα των αρι­στε­ρών και δη­μο­κρα­τι­κών πο­λι­τών, των ερ­γα­ζο­μέ­νων που πα­λεύ­ουν για το ψωμί και το μισθό, την γη και το σπίτι τους, την κοι­νω­νι­κή και εθνι­κή υπε­ρη­φά­νεια και ανε­ξαρ­τη­σία, για μια άλλη πο­ρεία της χώρας σε αντι­ι­μπε­ρια­λι­στι­κή και σο­σια­λι­στι­κή κα­τεύ­θυν­ση μπο­ρεί τώρα, επι­τέ­λους, να πάρει σάρκα και οστά, να πάψει να είναι μια ρη­το­ρι­κή επί­κλη­ση και ένα «αδεια­νό που­κά­μι­σο». Η κα­ρα­μέ­λα της ρήξης μπο­ρεί να δώσει χώρο σε μια πραγ­μα­τι­κή, έντο­νη αλλά και ρε­α­λι­στι­κή ρήξη. Η λύσσα των συ­στη­μι­κών δυ­νά­με­ων απο­δει­κνύ­ει την ανά­γκη μιας ενό­τη­τας για τη ρήξη με τους δα­νει­στές.

Το δεύ­τε­ρο ση­μα­ντι­κό πρό­βλη­μα αφορά το αν θα γίνει όντως το δη­μο­ψή­φι­σμα. Δεν πρέ­πει να υπάρ­ξουν δεύ­τε­ρες σκέ­ψεις από­συρ­σης του δη­μο­ψη­φί­σμα­τος, λο­γι­κές κλει­σί­μα­τος άμεσα της από­στα­σης με τους δα­νει­στές, λο­γι­κές με­τα­τρο­πής ενός πε­ρή­φα­νου ΟΧΙ σε ένα τα­πει­νω­τι­κό ΝΑΙ, λο­γι­κές ανα­γω­γής του «δη­μο­ψη­φί­σμα­τος» απλώς σε ένα επι­κοι­νω­νια­κό παι­χνί­δι. Αν συμ­βεί κάτι τέ­τοιο, η τα­πεί­νω­ση και η ήττα τόσο για τον ΣΥ­ΡΙ­ΖΑ όσο και για όλη την ευ­ρω­παϊ­κή Αρι­στε­ρά θα είναι τρα­γι­κές και εξαι­ρε­τι­κά επώ­δυ­νες. Η τα­πεί­νω­ση και αυτού ακόμη του Κοι­νο­βου­λί­ου θα είναι υπέρ­με­τρη και ορια­κή. Δεν πρέ­πει να στή­σου­με αυτί σε τέ­τοιες αντι­λή­ψεις και να συρ­θού­με σε μια ακόμη -τε­λι­κή , όμως- με­γά­λη υπο­χώ­ρη­ση.

Τέλος, είναι βέ­βαιο το γε­γο­νός ότι τα όρια του δη­μο­ψη­φί­σμα­τος δεν είναι τα όρια της αντι­πα­ρά­θε­σης «ευρώ» ή «δραχ­μή». Θέ­λου­με μαζί μας τόσο τους πο­λί­τες που πι­στεύ­ουν σε μια ρι­ζο­σπα­στι­κή ανα­δια­νο­μή εντός του ευρώ -παρά το ότι αυτή η άποψη έχει δο­κι­μα­στεί σκλη­ρά από την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα και έχει δια­ψευ­στεί- όσο και τους πο­λί­τες που ανα­ζη­τούν μια λύση τέ­τοιου τύπου έξω από την Ευ­ρω­ζώ­νη. Δεν απο­κλεί­ου­με κα­νέ­να πο­λί­τη με καλές και ρι­ζο­σπα­στι­κές προ­θέ­σεις αντί­στα­σης στους δα­νει­στές. Δεν υπο­κύ­πτου­με, όμως, και στον τρόμο, στον ίδιο τρόμο που μας πα­ρέ­λυ­σε και έδωσε τη νίκη στις μνη­μο­νια­κές δυ­νά­μεις τον Ιού­νιο του 2012. Αν μπο­ρεί να υπάρ­ξει εφαρ­μο­γή του προ­γράμ­μα­τός μας εντός του ευρώ, έχει καλώς. Αν δεν μπο­ρεί ή αν τί­θε­ται ως όριο το σχέ­διο των δα­νει­στών ή κά­ποιο άλλο σχέ­διο με το ίδιο βα­σι­κά τα­ξι­κό πρό­ση­μο, μπο­ρού­με να τα κα­τα­φέ­ρου­με και να επι­βιώ­σου­με πολύ καλά και με μα­κρο­πρό­θε­σμες δυ­να­τό­τη­τες και εκτός Ευ­ρω­ζώ­νης, ανοί­γο­ντας νέες ρι­ζο­σπα­στι­κές και αντι­κα­πι­τα­λι­στι­κές δυ­να­τό­τη­τες για τους λαούς και τις κοι­νω­νί­ες της Ευ­ρώ­πης και παύ­ο­ντας την πλη­ρω­μή του χρέ­ους. Δεν εί­μα­στε δογ­μα­τι­κά προ­σκολ­λη­μέ­νοι σε κά­ποιο νό­μι­σμα, αλλά και δεν φο­βό­μα­στε το «ευρώ» ως τα­ξι­κό όριο και ως τα­ξι­κό νε­ο­φι­λε­λεύ­θε­ρο πρό­γραμ­μα, το οποίο μας θέ­τουν εδώ και χρό­νια οι τα­ξι­κοί μας αντί­πα­λοι, ντό­πιοι και ξένοι. Αντι­πα­λεύ­ου­με τα σχέ­δια εξά­λει­ψης της χώρας , σχέ­δια συ­νερ­γα­σί­ας της αστι­κής τάξης μας με τον ιμπε­ρια­λι­σμό και την ηγε­σία της Ε.Ε. χωρίς όρια και χωρίς καμία θυσία για το ευρώ.

Όσο για το ποιοι είναι Ευ­ρω­παί­οι και ποιοι «μέ­νουν Ευ­ρώ­πη», ας καγ­χά­σου­με. Είναι «Ευ­ρώ­πη» η άρ­νη­ση της αστι­κής δη­μο­κρα­τί­ας, η ακύ­ρω­ση  της βού­λη­σης ενός λαού, η λο­γι­κή των diktats των Βρυ­ξελ­λών και της Ουά­σιγ­κτον, η κα­τάρ­γη­ση των ερ­γα­τι­κών δι­καιω­μά­των και των κοι­νω­νι­κών κα­τα­κτή­σε­ων; Είναι «Ευ­ρώ­πη» η κυ­ριαρ­χία των τρα­πε­ζών και των το­κο­γλύ­φων; Είναι «Ευ­ρώ­πη» η απόρ­ρι­ψη του Δια­φω­τι­σμού και των αστι­κών και σο­σια­λι­στι­κών επα­να­στά­σε­ων ή ακόμη και του ίδιου του με­τριο­πα­θούς κεϊν­σια­νι­σμού, όπως αυτός που δια­περ­νού­σε το πρό­γραμ­μα της ΔΕΘ; Μια τέ­τοια «Ευ­ρώ­πη» να τη χαί­ρο­νται. Μοιά­ζει πολύ με τα φαιά χρώ­μα­τα του φα­σι­σμού και της αποι­κιο­κρα­τί­ας, με μια Ακρο­δε­ξιά που δεν πε­ριο­ρί­ζε­ται στο μαύρο φα­σι­σμό και τον εθνι­κι­σμό αλλά μπο­ρεί να πάρει και τα γα­λά­ζια  χρώ­μα­τα του υπερ­φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού και του ακραί­ου κο­σμο­πο­λι­τι­σμού, των νέων «αυ­το­κρα­το­ριών». Μοιά­ζει πολύ με τις με­θό­δους των κα­νο­νιο­φό­ρων και του τρι­το­κο­σμι­κού δυ­τι­κό­φερ­του ολο­κλη­ρω­τι­σμού. Αυτή η Ευ­ρώ­πη δεν είναι δική μας και δεν θα «μεί­νου­με» σε αυτήν. Θα πάμε στη δική μας Ευ­ρώ­πη και στη δική μας οι­κου­με­νι­κό­τη­τα, που δεν έχει τί­πο­τε το κοινό με την Ευ­ρώ­πη των αντι­πά­λων μας.

ΠΗΓΗ:rproject.gr

Ετικέτες

ergazomenoi.jpg

Από το πρωί έχει ξεκινήσει το κλίμα τρομοκράτησης από την πλευρά των εργοδοτών υπέρ του ΝΑΙ. Αυτό γίνεται είτε με ανακοινώσεις για αναστολή έργων, είτε με το κλείσιμο των εταιριών (loc out), είτε με την μη καταβολή της μισθοδοσίας.

Σε πολλές εταιρείες ανακοινώθηκε ότι δεν θα καταβληθεί η μισθοδοσία μέχρι νεοτέρας. Επίσης διαρρέεται ότι οι μεγαλο-εργολάβοι θα προχωρήσουν στη διακοπή των τεσσάρων μεγάλων έργων παραχώρησης (Ολυμπία Οδός, Ιονία Οδός, Κεντρική Οδός, Αυτοκινητόδρομος Αιγαίου). Σε άλλες εταιρείες ανακοινώνεται ότι δίνεται άδεια άνευ αποδοχών, ενώ αλλού δίνεται υποχρεωτική άδεια, μαζί με εκφοβισμούς για απολύσεις Πληθαίνουν τα κηρύγματα προς τους εργαζόμενους ότι εδώ δεν θα γίνουμε σοβιετία. Από μεριάς των διευθυντών υπάρχει ξεκάθαρη πίεση για να ψηφιστεί το ΝΑΙ. Μάλιστα σε μεγάλες εταιρείες καλούν τους εργαζόμενους να συμμετέχουν στην συγκέντρωση των «Μένουμε Ευρώπη», ενώ για όσους απουσιάσουν, αφήνουν σαφέστατα υπονοούμενα με απειλές για απόλυση.

Η επιδίωξη της εργοδοσίας πίσω από αυτή την συντονισμένη κίνηση είναι η τρομοκράτηση των εργαζομένων. Επιδιώκουν να δημιουργήσουν ένα κλίμα φόβου και να πιέσουν τους εργαζόμενους για να μην ψηφίσουν ΟΧΙ την Κυριακή. Ο εκφοβισμός και η τρομοκρατία των εργοδοτών θα κλιμακωθεί τις επόμενες μέρες. Οι εργαζόμενοι, τα σωματεία, τα εργατικά σχήματα, πρέπει άμεσα να καταγγείλουν την εργοδοτική τρομοκρατία, με συγκεκριμένες πρωτοβουλίες, ώστε οι εργαζόμενοι να μην υποκύψουν στα άθλια διλλήματα. Το ΟΧΙ αποκτά ξεκάθαρο ταξικό πρόσημο.

ΠΗΓΗ: pandiera.gr

Ετικέτες

.jpg

«Καλούμε τον κόσμο να ψηφίσει μαζικά «Όχι» την Κυριακή.

Το Σχέδιο Β έχει πει το «Όχι» εδώ και χρόνια.

Έχει προειδοποιήσει με σαφήνεια και τεκμηριωμένα ότι η Ευρωζώνη είναι το Μνημόνιο. Μιλήσαμε με ειλικρίνεια και με συγκεκριμένες εναλλακτικές θέσεις για τη μεγάλη αλλαγή και το δύσκολο άλμα που συλλογικά αξίζει να κάνουμε. Το πληρώσαμε ακριβά στις εκλογές. Ο λαός επέλεξε ανεδαφικές εύκολες υποσχέσεις.

Η θέση αυτή επιβεβαιώνεται δραματικά σήμερα μια ακόμη φορά.

Ο περιορισμός από την κυβέρνηση του ερωτήματος στα νεφελώδη κείμενα των διαπραγματεύσεων σημαίνει σημειωτόν στο πλήρες αδιέξοδο. Με αυτή τη λογική, αν επικρατήσει το «Όχι», ακόμα κι αν οι δανειστές δεχτούν αυτούσιο το κείμενο της κυβέρνησης με τα 8 δις, θα παραμείνουμε στον κύκλο της ύφεσης. Αν επικρατήσει το «Ναι», θα έχουμε το γελοίο φαινόμενο μια προοδευτική κυβέρνηση να εφαρμόζει τα αντιδραστικά προγράμματα των δανειστών.

Για τον τόπο το δημοψήφισμα αποκτάει νόημα μόνο ως απάντηση στο δίλημμα «ευρώ και διάλυση» ή «εθνικό νόμισμα και εναλλακτικό σχέδιο ανασυγκρότησης».

«Όχι», λοιπόν στην ανεργία, «Όχι» στη φτώχεια, «Όχι» στο ευρώ.

«Όχι» την Κυριακή το βράδυ, «Όχι» και την Δευτέρα το πρωί».

ΠΗΓΗ: sxedio-b.gr

Ετικέτες

chain11-199x118.jpg

Παναγιώτης Μαυροειδής

Πριν δυόμιση μήνες νωρίτερα, γράφαμε τούτο: «Η ρήξη έρχεται ως αναπότρεπτη καταιγίδα (αβέβαιης έκβασης), ακριβώς επειδή η ευρωζώνη και γενικά τα αρπακτικά του κεφαλαίου, δεν μπορούν παρά, σε εποχή κρίσης και ισχνών αγελάδων, να τα θέλουν όλα».(Να βάλουμε εμείς τον πήχη…). Σε πολλούς είχαν φανεί ως λόγια παρηγοριάς και ακόμη περισσότεροι προτιμήσαμε να κρατούμε μικρά καλάθια, σαν εκείνους που φοβούνται να ερωτευθούν από το φόβο της ματαίωσης.

Να λοιπόν που έγινε σκόνη η περιβόητη πολιτική στρατηγική του ΣΥΡΙΖΑ «ούτε αμοιβαία καταστροφική ρήξη, ούτε απόλυτη υποταγή». Όσο και αν ο ΣΥΡΙΖΑ πίστευε, ορκιζόταν και διαπραγματευόταν να απαλύνει τις επιπτώσεις των μνημονίων και της πληρωμής του χρέους, μέσα στην ευρωζώνη, βρέθηκε να είναι η ίδια πολιτική δύναμη που λούστηκε τα φτυσίματα και τις αλαζονείες γκαιμπελίσκων τύπου Ντάισελμπλουμ και Σόϊμπλε. Απέναντι σε μια κυβέρνηση σαφώς «φιλοευρωπαϊκή», ορθώθηκε το πραγματικό και απαίσιο πρόσωπο της  ΕΕ του κεφαλαίου και της ιμπεριαλιστικής επιβολής.

Ο πρωθυπουργός, συχνά-πυκνά επαναλάμβανε τη θεωρία ότι όλα αυτά συμβαίνουν επειδή οι «συντηρητικοί κύκλοι», έχουν απέναντί τους μια «αριστερή κυβέρνηση». Είναι δευτερεύον αυτό το στοιχείο. Ας θυμηθούμε ότι ξήλωσαν νύχτα την ακροδεξιά, υπερ-συντηρητική,  απόλυτα και πρόθυμα δοσμένη κυβέρνηση Σαμαρά, για πολύ λιγότερα είναι αλήθεια…. Θα καταλάβουμε ότι το κύριο στοιχείο δεν είναι  ο «αριστερούτσικος» χαρακτήρας της ελληνικής κυβέρνησης, αλλά η εγγενής αντιδραστικότατη και αντεργατική φύση της ευρωζώνης και της ΕΕ, που επιτείνεται σε συνθήκες οικονομικής της στασιμότητας και γενικότερης καπιταλιστικής κρίσης.

Είχαμε λοιπόν επιτέλους, έστω από καραμπόλα, μια επιλογή ρήξης από μεριάς της κυβέρνησης;  Όσο και αν θα το ήθελε σημαντικό μέρος της βάσης του ΣΥΡΙΖΑ, η απάντηση είναι αρνητική.

Δύο πράγματα,  είπε ο Πρωθυπουργός στο διάγγελμά του. Πρώτο, ότι θα γίνει δημοψήφισμα με πρόταση απόρριψης της πρότασης των δανειστών. Δεύτερον, ότι η Ελλάδα ζητάει νέα παράταση της δανειακής συνθήκης και του αντίστοιχου μνημονιακού προγράμματος.

Ο Γ. Βαρουφάκης, χωρίς τα βάρη της κομματικής ιδιότητας, το διατύπωσε με ειλικρίνεια στις δηλώσεις του, μετά την ταπεινωτική εκδίωξή του από τους δικτατορίσκους της «δημοκρατικής» ΕΕ από το Eurogroup:

«εξηγήσαμε στους εταίρους μας ότι μια συμφωνία σαν αυτή που είχαμε φτάσει κοντά, δεν θα γινόταν δεκτή από την Βουλή, δε θα περνούσε…»

Έχει απόλυτο δίκιο. Μια ματιά αν ρίξει κανείς στην τελευταία εκδοχή της «ελληνικής πρότασης», θα διαπιστώσει ότι πράγματι, η κυβέρνηση είχε σχεδόν δεχτεί τα πάντα από την δικαίως επονομαζόμενη «άθλια πρόταση των δανειστών» (εδώ το κείμενο στα αγγλικά: GR PROPOSAL).

Ενδεικτικά σταχυολογούμε:

Στο ασφαλιστικό η κυβέρνηση  αποδεχόταν  μείωση  στη συνταξιοδοτική δαπάνη 0,25%-0,5% του ΑΕΠ για το 2015 και 1% για το 2016, πλήρη εξάλειψη των πρόωρων συντάξεων μέχρι το 2022  και συμφωνούσε με την πρόταση των “θεσμών” για σύνταξη στα 67 χρόνια ανεξάρτητα από χρόνια εργασίας ή στα 62 χρόνια με 40 χρόνια εργασίας!

Για το ΕΚΑΣ η  κυβέρνηση  αποδεχόταν  τη σταδιακή «αντικατάστασή» του μέχρι το τέλος Δεκεμβρίου 2018, ενώ δεσμευόταν για  αύξηση των εισφορών υγείας των συνταξιούχων, δηλαδή για μείωση των συντάξεων.

Για τις  ιδιωτικοποιήσεις η ελληνική πλευρά δεσμευόταν  να ανακοινώσει συγκεκριμένες ημερομηνίες  για ΟΛΠ και ΟΛΘ το αργότερο έως το τέλος Οκτωβρίου 2015 και  να προχωρήσει τις εκκρεμείς δράσεις που απαιτούνται για τις ιδιωτικοποιήσεις των περιφερειακών αεροδρομίων, της ΤΡΑΙΝΟΣΕ, της Εγνατίας Οδού, των ΟΛΠ, ΟΛΘ, αλλά και του Ελληνικού.

Όσο για τον ΕΝΦΙΑ, η αποδοχή της πρότασης των δανειστών ήταν απόλυτη: Διατήρηση του φόρου και είσπραξη 2,65 δις ετησίως ‘’ανεξάρτητα από τη μείωση των αντικειμενικών αξιών’’.

Και όμως η συμφωνία για την οποία ήταν πεισμένη η ελληνική κυβέρνηση δεν ήλθε! Οι «εταίροι» της, θεώρησαν πως θα ήταν ανόητο, έτσι όπως υποχωρεί κατά κράτος η κυβέρνηση, να μην τα πάρουν όλα, εξευτελίζοντάς την μάλιστα πολιτικά. Αλλά και «δεν μπορούσαν» να κάνουν πίσω  σε συνθήκες τριγμών της ευρωζώνης που δεν επιτρέπει χαραμάδες.

Αλλά και στο εσωτερικό δεν ήταν λίγοι αυτοί που είχαν βιαστεί να συμβουλέψουν τον Τσίπρα, άμεσα ή έμμεσα, να κλείσει την συμφωνία, προσφέροντας το επιχείρημα πως η πιο ουσιαστική «κόκκινη γραμμή» ήταν η παραμονή της «αριστερής κυβέρνησης» στη θέση της.  Λες και η  πολιτική που εφαρμόζεται είναι …τεχνικό ζήτημα. Με άλλα λόγια, αντικατάσταση της ουσίας μιας   αριστερής κυβέρνησης με μια αριστερά που θα ζει και θα πεθαίνει για την κυβέρνηση.

Τα σάρωσε όμως όλα αυτά τα φτηνά και ασυλλόγιστα, η αμείλικτη λογική της  πολιτικής διαπάλης, της οποίας το ταξικό βάθος και δυναμική,  σε μεγάλο βαθμό υπερβαίνουν τους πολιτικούς φορείς της.

Ο Υπ. Οικονομικών στην ίδια συνέντευξη, κατέληξε στο πολιτικό «δια ταύτα»:

«ελπίζουμε και προσδοκούμε να αλλάξουν στοιχεία της πρότασης των δανειστών, έτσι ώστε, να μπορέσουμε εμείς σαν κυβέρνηση, να αλλάξουμε θέση και να ψηφίσει ΝΑΙ στην πρόταση των θεσμών στο δημοψήφισμα»!

Με όλη την ορμή που παίρνει η αντιπαράθεση, το παραπάνω ακούγεται σαν τραγικό παιδαριώδες ανέκδοτο. Ωστόσο αποδίδει την πολιτική ουσία της κυβερνητικής στόχευσης:  Από μεριάς της κυβέρνησης ήρθε ένα μισό, αναγκαστικό, αγχώδες ΌΧΙ, με στόχο όχι τη ρήξη αλλά τη συνέχιση της διαπραγμάτευσης με την ελπίδα μιας δυνατότητας αποτελεσματικής πολιτικής διαχείρισης μιας συμφωνίας που «να μπορεί να περάσει στον κόσμο». Λίγες ώρες νωρίτερα ο Ν. Παππάς κατήγγειλε «όσους επιδιώκουν να συνδέσουν το όχι στην πρόταση των δανειστών με την αμφισβήτηση της ευρωζώνης και της ΕΕ».

Το μισό αυτό ΟΧΙ, δεν ήρθε από το «γενναίο» Αλέξη Τσίπρα, όπως βιάστηκαν να σημειώσουν οι ΣΥΡΙΖΟφύλακες, αλλά υπαγορεύτηκε από την ιδιόμορφη, βουβή αλλά υπαρκτή λαϊκή αντίσταση και διαμαρτυρία στη διαφαινόμενη κυβερνητική προσυπογραφή μιας νέας εργατικής γενοκτονίας.  Αυτό «περιποιεί  τιμή» στο λαϊκό παράγοντα, που δεν έχει πει την τελευταία λέξη και δεν ξεπλένει τις ευρωυποταγμένες ηγεσίες.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ ήταν και είναι υποχρεωμένη από αυτό τον παράγοντα, να «διαπραγματευτεί». Ναι, μέσα στα όρια, αλλά να «διαπραγματευτεί». Έξω από αυτό δεν έχει καμία απολύτως πολιτική «αξία χρήσης». Η επιδίωξη εφαρμογής από πλευράς της μιας αστικής συστημικής πολιτικής εντός πλαισίου ΕΕ και κεφαλαίου, δεν σημαίνει ταύτιση με τη ΝΔ, ούτε παρέχει ελευθερία κινήσεων. Η ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ, επαίνεσαν τον κοινωνικό βιασμό ως θεόσταλτη ευλογία και είχαν προτείνει την «απόλαυσή» του. Ο ΣΥΡΙΖΑ τον κατήγγειλε και στόχευσε στο να πείσει τους βιαστές σε μια σώφρονα συμπεριφορά έναντι των κοινών κινδύνων για βιαστή και θύμα. Οι πρώτοι ξέμπλεξαν ξαπλώνοντας κατ’ ευθείαν. Οι δεύτεροι είναι δέσμιοι της προσδοκίας αναίρεσης της μνημονιακής καταιγίδας, αλλά και των τραγικών συνεπειών της αυταπάτης τους.

Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, σαν την στριμωγμένη  γάτα, επιχείρησε να διαφύγει προσωρινά στο μεγαλύτερο δωμάτιο, κερδίζοντας λίγο χρόνο και χώρο. Τα αρπακτικά της ευρωζώνης απάντησαν ΟΧΙ. Τηρώντας τη φυσική τάση που θέλει τους σκύλους να  επιτίθενται, ειδικά όταν είναι  και οι ίδιοι πεινασμένοι και έχουν το δικό τους εγκλωβισμό…

Η άτεγκτη στάση της ευρωζώνης, δεν είναι προϊόν απερίσκεπτης χρήσης μιας αδιατάρακτης παντοδυναμίας της. Το αντίθετο: υπαγορεύεται από την οικονομική καχεξία, τους εσωτερικούς κλυδωνισμούς, τους πολιτικούς κλυδωνισμούς, ενός αντιδραστικού οικοδομήματος που κάθε άλλο παρά έχει βέβαιο μέλλον. Αποτελεί αδήριτη ανάγκη του, μια επιθετική στρατηγική, ασφυκτικά σχεδιασμένη από τον πυρήνα της ΕΕ, που να υπηρετεί το δίπτυχο «εργασιακή κινεζοποίηση-ιμπεριαλιστική επιβολή με τσάκισμα κάθε έννοιας λαϊκής κυριαρχίας».

Όπως και να έχει, την Κυριακή, εκτός απροόπτου (διότι δίνουν μάχη ματαίωσης τόσο η ΕΕ όσο και εγχώριοι συστημικοί, μαζί και τμήμα της ηγεσίας του ΣΥΡΙΖΑ), θα διεξαχθεί δημοψήφισμα με ερώτημα «ΝΑΙ ή ΟΧΙ στην πρόταση των δανειστών;».

Μήπως δεν έχουμε δουλειά με αυτό το μισό ΟΧΙ, μιας και  μέσω αυτού η κυβέρνηση παίζει παιχνίδι σε μια απέλπιδα προσπάθεια να αποσπάσει ένα έμμεσο ΝΑΙ στη δική της εκδοχή μνημονιακής συμφωνίας με τους δανειστές και στην παραμονή στην ευρωζώνη; Κάπως έτσι φάνηκε να τοποθετείται αρχικά το ΚΚΕ, για να κάνει  μια  διόρθωση στη συνέχεια (όχι σαφή ως τη στιγμή που γράφεται αυτό το σημείωμα).

Ας πούμε τα πράγματα με όση σαφήνεια απαιτείται: Είμαστε στο στρατόπεδο του ΟΧΙ, «με τα χίλια». Ψηφίζουμε ΟΧΙ, παλεύουμε για τη νίκη του (που δεν είναι δεδομένη ούτε εύκολη), για τους παρακάτω λόγους:

Πρώτο, διότι αυτή η πολιτική διαδικασία, αντικειμενικά αποτελεί ένα περιβάλλον ρήξης, κυοφορεί τη δυνατότητα ρήξης, εμπεριέχοντας την παρέμβαση του λαϊκού παράγοντα.

Δεύτερο, διότι ένα νικηφόρο ΟΧΙ στην πρόταση της τρόικας, θα αποτελέσει μια λυτρωτική εκδήλωση μαζικής λαϊκής αυθάδειας στους αυτοκράτορες της ευρωζώνης, της ΕΕ και της ΕΚΤ.

Τρίτο, διότι μια μάχη με το ΟΧΙ μας φέρνει απέναντι στους μισητούς μνημονιακούς βρυκόλακες της ΝΔ, του ΠΑΣΟΚ και του ΠΟΤΑΜΙΟΥ.

Τέταρτο, διότι το ΟΧΙ στην πρόταση των δανειστών έχει συγκεκριμένο περιεχόμενο, που δεσμεύει, ισχυροποιεί τη δράση της επόμενης μέρας, κονταίνει τα πόδια για κάθε προσπάθεια υπογραφής οποιασδήποτε μνημονιακής συμφωνίας.

  • Είναι ΟΧΙ στις ιδιωτικοποιήσεις, που έχει η πρόταση των δανειστών
  • Είναι ΟΧΙ στη διατήρηση του ΕΝΦΙΑ, που απαιτούν
  • Είναι ΟΧΙ στην ένταση της φοροληστείας μέσω αύξησης εσόδων ΦΠΑ, που επιμένουν
  • Είναι ΟΧΙ στην άμεση ή μείωση συντάξεων και μισθών, που θέλουν να επιβάλλουν
  • Είναι ΟΧΙ στα πρωτογενή πλεονάσματα, που σημαίνουν διατήρηση του αιματηρού μνημονιακού κεκτημένου
  • Είναι ΟΧΙ στην πληρωμή του ληστρικού δημόσιου χρέους
  • Είναι όχι στη συνέχιση της ταπεινωτικής επιτροπείας

Πέμπτο, ένα βροντερό ΟΧΙ, με αυτό το συγκεκριμένο πολιτικό περιεχόμενο, εμπεριέχει ένα ταυτόχρονο δεσμευτικό ΟΧΙ, σε κάθε προσπάθεια της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, για υπογραφή συμφωνίας που θα περιέχει τα παραπάνω μέτρα. Θα αποτελέσει μια ΗΤΤΑ για την κυβερνητική πολιτική, και αυτός ο στόχος από μεριάς της αντικαπιταλιστικής κομμουνιστικής αριστεράς πρέπει να τεθεί με σαφήνεια.

Έκτο, ένα αποτέλεσμα υπέρ του ΟΧΙ, θα ψηλώσει αντικειμενικά το μπόι του ρεύματος που προτάσσουν το ΟΧΙ και ΕΞΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΥΡΩΖΩΝΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΕΕ, καθώς, πράγματι, τα αστικά κόμματα, βάζουν εκεί τον πήχη και δεν πρέπει να το φοβηθούμε. Μην έχουμε αμφιβολία ότι θα πολωθούν τα πράγματα, ακριβώς πάνω σε αυτό το ερώτημα.

Έβδομο, διότι η μάχη για το ΟΧΙ και τη νίκη του, είναι μεγάλο ΝΑΙ στο ρόλο του λαϊκού παράγοντα, το δικαίωμα των εργαζόμενων τάξεων και των λαών να καθορίζουν  την τύχη τους και το μέλλον τους, χωρίς επιτροπείες και ιμπεριαλιστικές υπαγορεύσεις, υπερασπίζοντας τη δημοκρατία και τη λαϊκή κυριαρχία από τη σκοπιά της εργαζόμενης κοινωνικής πλειοψηφίας.

Τέλος, το εργατικό λαϊκό ‘‘όχι’’ συνδέεται με το μεγάλο ‘‘ναι’’ στον άλλο δρόμο της συνειδητής ρήξης με ΕΕ – ΔΝΤ, της αντικαπιταλιστικής ανατροπής της επίθεσης του μαύρου μετώπου.  Η επόμενη μέρα για μας δεν είναι ένας νέος γύρος διαπραγμάτευσης μέσα στην ευρωζώνη όπως αυταπατάται και στοχεύει η κυβέρνηση, αλλά μέρα συνειδητής και σχεδιασμένης ρήξης για τον άλλο αντικαπιταλιστικό δρόμο.

Είναι της μόδας η συζήτηση για τα «αχαρτογράφητα νερά», αλλά και η εποχή της συντριβής της γραμμικής αντίληψης για την εξέλιξη των πραγμάτων. Η ταξική και πολιτική διαπάλη έχει απότομες στροφές και εξάρσεις, διακρίνεται από άλματα και σε αυτά στοχεύουμε.

Τον άλλο δρόμο δεν τον διαλέγεις, αλλά τον περπατάς διανοίγοντάς τον. Με ορθολογική σκέψη και σχεδιασμό, αλλά και πάθος και όνειρο.

ΥΓ1: Πράγματι, το ΟΧΙ είναι παρά όλα αυτά και λίγο μπερδεμένο, αντιφατικό, διφορούμενο. Το «χρώμα» του αποτελεί αντικείμενο διαπάλης. Αλλά ας μην ξεχνιόμαστε: Τι θα σημαίνει άραγε ένα ΝΑΙ;

ΥΓ2: Τελικά το ΚΚΕ κατέληξε σε μια εξαιρετικά αρνητική στάση, προκρίνοντας το άκυρο έναντι του ΟΧΙ στην κάλπη του δημοψηφίσματος. Βλέπε σχετικά σχόλιο σε άλλη ανάρτηση.

ΠΗΓΗ: pandiera.gr

Ετικέτες
  • Τελευταια
  • Δημοφιλή