Σήμερα: 20/09/2018
Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

_σοκ.jpg

Της Αριάδνης Αλαβάνου

Η εκλογή στην προεδρία της Πολωνίας του ευρωβουλευτή Αντρζέι Ντούντα, 43 ετών, του κόμματος Νόμος και Δικαιοσύνη, και η ήττα του Μπρονισλάβ Κομορόφσκι, του κυβερνώντος κόμματος CivicPlatform, προκάλεσε σοκ. Οι ανατριχίλες είχαν ξεκινήσει από τον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών, όταν ο Κομορόφσκι, για τον οποίο οι δημοσκοπήσεις προέβλεπαν “περίπατο”, ξεπεράστηκε από τον Ντούντα κατά μία μονάδα και ένας πρώην ροκ σταρ, ο Πάβελ Κούκιζ, με θέσεις κατά του πολιτικού κατεστημένου συνολικά, έλαβε το 20% των ψήφων.

Εν όψει και των κοινοβουλευτικών εκλογών του φθινοπώρου, αίφνης όλοι άρχισαν να αναρωτιούνται τι έγινε στη χώρα που φημολογείται ως η πιο επιτυχής περίπτωση μετάβασης στον καπιταλισμό , στη χώρα που σημειώνει επί πολλά χρόνια σημαντικούς ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης και τρέφει φιλοδοξίες να γίνει μια ισχυρή περιφερειακή δύναμη στην Κεντρική Ευρώπη. Γιατί η πλειονότητα των Πολωνών αποξενώθηκε από ένα κόμμα που υποτίθεται ότι, επί μία δεκαετία σχεδόν, καταγράφει μεγάλη οικονομική επιτυχία;

Η μάλλον εύκολη απάντηση θα ήταν ότι στη δεδομένη πολιτική σκηνή της Πολωνίας απουσίαζε άλλη εναλλακτική, ύστερα από τη φυσιολογική φθορά της οκτάχρονης διακυβέρνησης της CivicPlatform. Όμως, οι ενδείξεις της πολωνικής κοινωνικής πραγματικότητας προσανατολίζουν σε βαθύτερες ερμηνείες του εκλογικού αποτελέσματος, κύριο στοιχείο των οποίων φαίνεται να είναι η αμφισβήτηση του “πολωνικού οικονομικού θαύματος” από την πλειοψηφία των Πολωνών, σύμφωνα με τους σχολιασμούς εντός και εκτός της χώρας.

Όπως σημειώνει η αμερικανική εταιρεία συμβούλων και παροχής πληροφοριών Stratfor –γνωστή για τους στενούς δεσμούς της με τη CIA--“η νίκη του Ντούντα δεν θα αλλάξει την εξωτερική πολιτική της Πολωνίας, προτεραιότητα της Βαρσοβίας θα παραμείνουν οι δεσμοί με την ΕΕ, το ΝΑΤΟ και τις ΗΠΑ”. Το κόμμα Νόμος και Δικαιοσύνη είναι ακραία φιλοαμερικανικό και ατλαντικό και διακατέχεται από έντονη εχθροπάθεια απέναντι στη Ρωσία. Σ' αυτά τα πεδία δεν έχει ουσιαστική διαφορά από το κυβερνών κόμμα. Επίσης  τα δύο κόμματα ανήκουν στη Δεξιά και προέρχονται από την ίδια μήτρα, το κίνημα της Αλληλεγγύης. [1] Διαφέρουν όμως σε ορισμένα βασικά σημεία: στο μείγμα της οικονομικής πολιτικής, στην “ειδική σχέση” της Πολωνίας με τη Γερμανία και στη στάση απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση – το κόμμα Νόμος και Δικαιοσύνη θεωρείται “ήπια ευρωσκεπτικιστικό”, αντιτίθεται στην περαιτέρω πολιτική ενοποίηση της ΕΕ και στην ένταξη στην Ευρωζώνη,  υιοθετεί θέσεις παρόμοιες με αυτές των Βρετανών Συντηρητικών.[2]

Ο Ντούντα και το κόμμα του κατόρθωσαν να προσελκύσουν με τη ρητορική τους τα λαϊκά στρώματα που έχουν μείνει στο περιθώριο του “οικονομικού θαύματος”, εν απουσία μιας αριστεράς που να τιμά το όνομά της -– η Δημοκρατική Αριστερή Συμμαχία, που συγκροτήθηκε κυρίως από μέλη του πρώην κομμουνιστικού κόμματος στις αρχές της δεκαετίας του 1990, ενέχεται πλήρως στην εφαρμογή της νεοφιλελεύθερης θεραπείας-σοκ που διέλυσε όλες τις κοινωνικές κατακτήσεις των Πολωνών. Είναι πολύ χαρακτηριστικό ότι η υποψήφιά της για την προεδρία, Μαγνταλένα Ογκόρεκ, υπέστη πραγματική συντριβή, παίρνοντας μόνο το 2,4% των ψήφων.

Ο Α. Ντούντα απευθύνθηκε στα εργατικά και αγροτικά στρώματα, βάζοντας στο επίκεντρο εκείνους που δεν ωφελήθηκαν από την οικονομική μεγέθυνση της Πολωνίας. Στήριξε την εκλογική του καμπάνια πρωτίστως σε προβλήματα όπως οι αλλαγές στο συνταξιοδοτικό καθεστώς, δίνοντας έμφαση στην κατάργηση του ορίου συνταξιοδότησης στα 67 χρόνια, στην αύξηση του αφορολόγητου εισοδήματος, στη φορολόγηση των ξένων εταιρειών, των τραπεζών και των πολυκαταστημάτων. Μίλησε για “πολωνοποίηση” του τραπεζικού τομέα που σχεδόν εξ ολοκλήρου αποτελεί ξένη ιδιοκτησία και επέκρινε σφοδρά τους ξένους επενδυτές και επιχειρήσεις .[3] Κατόρθωσε έτσι να προσεγγίσει πλατιά λαϊκά στρώματα, και ιδίως τους νέους. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι ψηφίστηκε από το 60% των πολύ νεαρών ηλικιών και από τους κατοίκους των ανατολικών περιοχών της χώρας που ανήκουν στην Πολωνία Β κατηγορίας, είναι φτωχές και κατεστραμμένες. Υποστηρίχθηκε επίσης από τα συνδικάταOPZZ (ομοσπονδία επίσημων συνδικάτων επί σοσιαλιστικού καθεστώτος)  και Solidarnosc. Αναμφίβολα ρόλο έπαιξε το γενικό προφίλ του Ντούντα και του κόμματός του που συνδέεται με τις συντηρητικές  αξίες της Καθολικής Εκκλησίας και την προβολή της ιδιαίτερης πολωνικής ταυτότητας. Στο πλαίσιο της αντιρωσικής και πολεμικής υστερίας που δημιουργείται σ' όλες τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, η ακραία εχθρότητα του κόμματος Νόμος και Δικαιοσύνη απέναντι στη Ρωσία πρέπει να  συνέβαλλε στην εκλογική επιτυχία του Α. Ντούντα.

Θα είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον να ερευνήσει κανείς αν εξακολουθεί να παίζει ρόλο η βασική ιδρυτική θέση (2001) του κόμματος αυτού περί “κάθαρσης” των κρατικών υπηρεσιών, των πανεπιστημίων, επαγγελματικών κατηγοριών, όπως οι δικηγόροι, οι διευθυντές των επιχειρήσεων κ.ά., από ανθρώπους οι οποίοι σχετίζονταν με το προ του 1989 καθεστώς, που πριν μια πενταετία περίπου είχε εξελιχθεί σε ένα “κυνήγι μαγισσών” και έγινε η αφορμή για εφαρμογή αντιδημοκρατικών μέτρων εις βάρος των κομμουνιστών. Όμως, έγκυρες αναλύσεις υποδεικνύουν ότι, 26 χρόνια μετά, βαραίνουν τα σύγχρονα κοινωνικά και οικονομικά προβλήματα ιδίως στις νεότερες γενιές. Ο ίδιος ο Ντούντα είναι ένας νέος πολιτικός, που δεν είχε συμμετάσχει στον αντικομμουνιστικό αγώνα του κινήματος της Αλληλεγγύης, και αυτό φαίνεται πως ήταν ένα από τα πλεονεκτήματά του.

***

Η Πολωνία παρουσιάζεται συνήθως σαν η πιο επιτυχής περίπτωση μετάβασης από το σοσιαλισμό στον καπιταλισμό. Από τις χώρες της ΕΕ, στην οποία εντάχθηκε το 2004, ήταν εκείνη που σημείωσε τους μεγαλύτερους ρυθμούς οικονομικής μεγέθυνσης (5,4% στα 2004-2008), η οποία επιβραδύνθηκε μεν, με την έναρξη της οικονομικής κρίσης, αλλά η χώρα δεν εισήλθε σε ύφεση, σε μεγάλο βαθμό επειδή δεν ανήκε στη ζώνη του ευρώ και μπορούσε να χειριστεί τη νομισματική πολιτική της για την αντιμετώπιση της κρίσης. Η ανεργία μειώθηκε από 19%, το 2004, σε 9%, το 2014. Ταυτόχρονα όμως, η οικονομική ανισότητα αυξήθηκε σημαντικά με τη φιλελευθεροποίηση της οικονομίας,τις ιδιωτικοποιήσεις και τη συμπίεση των μισθών (μέσος μισθός, το 2013, 678 ευρώ). Σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, το εισοδηματικά κατώτερο 20% του πληθυσμού παρέμεινε βυθισμένο στη φτώχεια. Επίσης, παρά τη μείωση της ανεργίας, το 25% των νέων της χώρας είναι άνεργοι και η μετανάστευση αυξήθηκε από 19.000, το 2004, στις 276.000, το 2013, κυρίως προς το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γερμανία. [4]

Όπως αναφέρει ο Aleks Szczerbiak, καθηγητής Πολιτικών και Σύγχρονων Ευρωπαϊκών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Σάσεξ που διατηρεί το ThePolishPoliticsBlog: "Εκτός των μεγάλων αστικών κέντρων, πολυπληθή τμήματα του πληθυσμού δεν βελτίωσαν το βιοτικό τους επίπεδο. Ιδίως οι νέοι βρέθηκαν μπροστά στο δίλημμα μετανάστευση και δουλειά κατώτερη των ικανοτήτων τους ή παραμονή στη χώρα χωρίς ευκαιρίες απασχόλησης”. Σ' όλα αυτά προστίθεται ένα οξύτατο δημογραφικό πρόβλημα που δημιουργεί τη δυναμική μεγάλης μείωσης του πληθυσμού την επόμενη 30ετία. Αυτά τα προβλήματα, που αποτελούν προϊόν της πολιτικής λιτότητας την οποία εφάρμοσε το κυβερνών κόμμα από το 2007,  φαίνεται πως καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό την εκλογική συμπεριφορά των Πολωνών, στρέφοντάς τους προς τον Α. Ντούντα που τα έθεσε στην πολιτική ημερήσια διάταξη, ενώ ο αντίπαλός του τα έσπρωχνε κάτω από το χαλί, ή όπως λέει ο Szczerbiak “ [ο Κομορόφσκι έκανε μια] αφηρημένη περιγραφή της μετακομμουνιστικής μετάβασης αποσυνδεδεμένη από την καθημερινότητα πολλών Πολωνών”.

Η, έστω και ρητορική, αμφισβήτηση των όσιων και ιερών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον τομέα των αναδιαρθρώσεων –όπως στο συνταξιοδοτικό και στο κοινωνικό κράτος--, στον έλεγχο της οικονομίας από το εγχώριο σύστημα και στον πιο παρεμβατικό χαρακτήρα του κράτους στην οικονομία, σε συνδυασμό με τη θέση του νυν Πολωνού προέδρου ότι πρέπει να “αναθεωρηθούν οι σχέσεις της χώρας με τη Γερμανία και αρμοδιότητες που έχουν εκχωρηθεί στις Βρυξέλλες να επιστρέψουν στη Βαρσοβία” προκαλούν ανησυχία στα διεθνή κέντρα τα οποία φοβούνται “εθνικιστική στροφή” στην Πολωνία, εν όψει μιας πιθανής νίκης του κόμματός του στις κοινοβουλευτικές εκλογές του φθινοπώρου. “... Μια πιθανή νίκη του κόμματος Νόμος και Δικαιοσύνη στις κοινοβουλευτικές εκλογές του Οκτωβρίου”, αναφέρει το Stratfor, “θα μπορούσε να οδηγήσει σε ευάλωτες πολιτικές συμμαχίες και στην εφαρμογή πιο εθνικιστικής εσωτερικής πολιτικής”. Σε τι συνίσταται αυτή η πολιτική; Στην “ανατροπή των φιλελεύθερων μέτρων που εφάρμοσε η Βαρσοβία την περασμένη δεκαετία”.Το κόμμα Νόμος και Δικαιοσύνη “θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει κρατικές εταιρείες για να δημιουργήσει θέσεις εργασίας, μέτρο που θα ανέτρεπε τα σχέδια της σημερινής κυβέρνησης να αναδιοργανώσει τον ενεργειακό τομέα”. [5]

***

Ο πρόεδρος της Πολωνίας δεν έχει πολλές αρμοδιότητες. Όμως μπορεί να αναπέμψει νόμους , οι οποίοι για να ξαναψηφιστούν χρειάζονται αυξημένη κοινοβουλευτική πλειοψηφία, είναι ο επικεφαλής των ενόπλων δυνάμεων της χώρας και έχει λόγο στην εξωτερική πολιτική, που σημαίνει ότι μπορεί να βάλει εμπόδια στην κυβέρνηση της CivicPlatform, διευκολύνοντας το κόμμα του. Εάν η επιλογή του Α. Ντούντα στην προεδρία στεφθεί και με νίκη του κόμματός του στις κοινοβουλευτικές εκλογές του φθινοπώρου, θα επιβεβαιωθεί και στην περίπτωση της Πολωνίας το φαινόμενο, που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες -- της ανόδου, δηλαδή, ακροδεξιών κομμάτων που αντιτίθενται στην επικυριαρχία των Βρυξελλών, όσον αφορά την οικονομική πολιτική και θέματα κρατικής κυριαρχίας, και προσπαθούν να προσελκύσουν εργαζόμενα και λαϊκά στρώματα που υφίστανται τη βαρβαρότητα της οικονομίας της αγοράς και της παγκοσμιοποίησης, καλύπτοντας έναν κοινωνικό χώρο που έχει εγκαταλείψει η προσηλωμένη τυφλά στην Ευρωπαϊκή Ένωση Αριστερά.

Κανείς λοιπόν δεν μπορεί να αποκλείσει, το αντίθετο μάλιστα, εντάσεις με τις αρχές της ΕΕ σε μια σειρά οικονομικά, πολιτισμικά ή θέματα κυριαρχίας, ιδίως εάν η απογοήτευση του πολωνικού πληθυσμού εκφραστεί πιο καταλυτικά σε πολιτικό επίπεδο.

Η ανησυχία που εκφράζουν Αμερικανοί και Ευρωπαίοι ιθύνοντες ότι ένα κατακερματισμένο πολωνικό κοινοβούλιο μπορεί να απειλήσει “τη θέση της της Πολωνίας στην ευρωπαϊκή ενοποίηση και τη φιλελευθεροποίηση της οικονομίαςδεν είναι καθόλου αβάσιμη. Η τάση που υποδηλώθηκε στον πρώτο γύρο των προεδρικών εκλογών με το 20% του Π. Κούκιζ μπορεί να εκφραστεί και στο κοινοβούλιο, διευρύνοντας τις ρωγμές στο πολιτικό σκηνικό, και να προκαλέσει κλυδωνισμούς στις διευθετήσεις που έχει διαμορφώσει το κατεστημένο της χώρας στη “μετακομμουνιστική” εποχή.

Η Πολωνία είναι η έκτη μεγαλύτερη οικονομία της ΕΕ. Ακόμη και η ελαφρά απόκλιση από την ορθοδοξία των Βρυξελλών και ιδίως του Βερολίνου θα έχει επιπτώσεις. Είναι πιθανό,σε συνδυασμό με το δημοψήφισμα για την παραμονή ή όχι της Βρετανίας στην ΕΕ, που αποτελεί τον πολιορκητικό κριό των Βρετανών για την προώθηση των απαιτήσεών τους στη διαπραγμάτευση με τη Γερμανία και τη Γαλλία, να συντελέσει στην αύξηση της πίεσης προς τις αρχές της ΕΕ για αλλαγές που αποδομούν περαιτέρω τη διαδικασία της ευρωπαϊκής ενοποίησης, τουλάχιστον όπως την έχουμε γνωρίσει.

1.Η Αλληλεγγύη ιδρύθηκε ως ανεξάρτητο συνδικάτο το 1980, επί σοσιαλιστικού καθεστώτος, έγινε μαζικό κίνημα και στη συνέχεια πολιτικό κόμμα τη δεκαετία του 1990. Ως συνδικάτο διατηρούσε εξαρχής στενούς δεσμούς με την Καθολική Εκκλησία και διακρινόταν για τον κοινωνικό συντηρητισμό του.

2.Ο κλασικός διαχωρισμός στην πολωνική πολιτική μετά το 1989 γίνεται μεταξύ πολιτικών και κομμάτων που έχουν τις ρίζες τους στο κίνημα της Αλληλεγγύης αφ' ενός, και στο προ του 1989 κυβερνών Ενοποιημένο Εργατικό Κόμμα Πολωνίας (κομμουνιστικό), αφ' ετέρου. Παρά τη ρητορική τους και τις όποιες διαφορές, τα κόμματα που προέκυψαν από την Αλληλεγγύη και από το ΕΕΚ Πολωνίας ακολούθησαν νεοφιλελεύθερες πολιτικές. Στη διαδρομή τους υπέστησαν διασπάσεις, μεταμορφώσεις και μετονομασίες. Σήμερα κυριαρχούν τα δύο δεξιά κόμματα CivicPlatformκαι Νόμος και Δικαιοσύνη, που προέρχονται από τη μετεξέλιξη των πολιτικών ομάδων που διαμορφώθηκαν στο πλαίσιο του κινήματος Αλληλεγγύη, ενώ η Δημοκρατική Αριστερή Συμμαχία, που προέρχεται από το ΕΕΚ, έχει σχεδόν καταρρεύσει. Σύμφωνα με τους Jane Hardy και Andy Zebrowski, σε άρθρο τους ήδη από το 2005, (http://isj.org.uk/poland-and-the-new-europe/), στην Πολωνία το “Εμείς και Αυτοί” δεν αναφερόταν πλέον στο “Εμείς --η Αλληλεγγύη” και “Αυτοί -– το Κομμουνιστικό Κόμμα”, αλλά στο “Εμείς –- οι απλοί άνθρωποι” και “Αυτοί -– η διεφθαρμένη κυβέρνηση και οι κλέφτες των ιδιωτικοποιήσεων”. Οι πρόσφατες προεδρικές εκλογές , ιδίως ο πρώτος γύρος που ανέδειξε με 20% τον Π. Κούκιζ, ο οποίος προσέλκυσε κυρίως ψηφοφόρους του κυβερνώντος κόμματος με σημαία την αντίθεση στο σύνολο του πολιτικού κατεστημένου και αιτήματα κατά της μετανάστευσης και της κρατικής χρηματοδότησης των κομμάτων, ίσως αποτελούν την πρώτη πολιτική έκφραση αυτών των κοινωνικών διαθέσεων.

3. Αν και τοποθετείται σαφώς υπέρ της ελεύθερης αγοράς, το κόμμα αυτό έχει θέσεις υπέρ του κρατικού παρεμβατισμού στην οικονομία, της μη ιδιωτικοποίησης επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας, της μη μείωσης των κοινωνικών δαπανών, της κρατικής εγγύησης για στεγαστικά δάνεια, του δημόσιου συστήματος υγείας.

4. Από το 1989, η πολωνική οικονομία διήνυσε αρκετές φάσεις βαθιάς αναδιάρθρωσης. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1990, η έκθεσή της στη διεθνή οικονομία οδήγησε σε χρεοκοπία και κλείσιμο των μεγάλων και μεσαίων κρατικών επιχειρήσεων, ακόμη και ολόκληρων κλάδων, σε ταχεία ιδιωτικοποίηση. Στις αρχές της νέας χιλιετίας, ιδιωτικοποιήθηκαν οι δημόσιες υπηρεσίες και η πρόνοια, τα συνταξιοδοτικά ταμεία, η υγεία, έκλεισαν πολλά νοσοκομεία, από το 1995 έως το 2003  χάθηκε το 30% των θέσεων εργασίας. Το 2005, ένας τρίτος γύρος αναδιαρθρώσεων, κυρίως σε τομείς που επέβαλε η πολιτική ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης, άνοιξε το δρόμο για την αρπαγή εκ μέρους των μεγάλων υπερεθνικών ομίλων, στις τηλεπικοινωνίες, στις αερογραμμές, στους σιδηροδρόμους και στα ταχυδρομεία. Στον τραπεζικό τομέα κυριάρχησαν οι ξένες τράπεζες. Η ενσωμάτωση της Πολωνίας στην ΕΕ έγινε στη βάση μιας σχετικά χαμηλής τεχνολογικά παραγωγής και ημικατεργασμένων προϊόντων.

Μια διαφωτιστική εικόνα μεταφέρει ρεπορτάζ του “Guardian” στην 20ή επέτειο της κατάρρευσης του σοσιαλιστικού καθεστώτος, το 2009: “Οι γιορτασμοί της 4ης Ιουνίου αρχικά είχε προγραμματιστεί να γίνουν στο Γκντανσκ, τον τόπο γέννησης του συνδικάτου Αλληλεγγύη και στο σκηνικό των πασίγνωστων ναυπηγείων όπου οι εργάτες με επικεφαλής τον ηλεκτρολόγο Λεχ Βαλέσα αναμετρήθηκαν με το κομμουνιστικό καθεστώς. Αλλά σ' αυτό το λιμάνι της Βαλτικής κυριαρχεί ο θυμός και όχι η νοσταλγία. Τα ναυπηγεία έχουν κλείσει με εντολή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην οποία εντάχθηκε η Πολωνία το 2004, και η κυβέρνηση φοβάται ότι θα γίνουν ταραχές που θα αμαυρώσουν την επέτειο”.

5.Το θέμα των ανθρακωρυχείων είναι περίπλοκο και έχει πολλές πτυχές, οικονομική, ιδιοκτησιακή, πολιτική, γεωπολιτική, εργασιακή, περιβαλλοντική κοκ. Εν συντομία: ηπολωνική κυβέρνηση, βάσει οδηγιών της ΕΕ, σχεδιάζει να κλείσει τέσσερα μεγάλα ανθρακωρυχεία της κρατικής Kompania Weglowa, να πουλήσει άλλο ένα και τα υπόλοιπα κερδοφόρα εννιά να τα εντάξει σε μια νέα εταιρεία αναδιάρθρωσης των ανθρακωρυχείων καθ' οδόν προς την ιδιωτικοποίηση, που σημαίνει απολύσεις χιλιάδων εργαζομένων και πλήγμα στη θεωρούμενη ως ενεργειακή ανεξαρτησία της Πολωνίας (στο κάρβουνο στηρίζεται το 90% της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας). Ύστερα από αντιδράσεις των συνδικάτων και μάλιστα σε έτος εκλογών, ζητήθηκε η έγκριση της ΕΕ για την επιδότησή τους από το κράτος, όμως οι ευρωπαϊκοί κανόνες παροχής κρατικής βοήθειας συνδέονται άρρηκτα με την προετοιμασία για το κλείσιμο, την ιδιωτικοποίηση, τις απολύσεις  και τη μείωση μισθών και επιδομάτων των εργαζομένων(στον κλάδο του κάρβουνου εργάζονται 100.000 εργάτες). Σ' αυτό το κρίσιμο θέμα, το κόμμα του νέου Πολωνού προέδρου προβλέπεται πως θα έλθει σε αντίθεση με την ΕΕ.

Πηγές:

http://www.theguardian.com/world/2005/sep/14/eu.poland,http://www.theguardian.com/world/2009/may/31/poland-communism-twentieth-anniversary,http://isj.org.uk/poland-and-the-new-europe/https://polishpoliticsblog.wordpress.com/https://www.stratfor.com/sample/analysis/polish-elections-casting-doubts-eu-integration,http://www.euractiv.com/sections/energy/poland-seek-eu-approval-state-aid-coal-mines-312242,http://politicalcritique.org/opinion/2015/general-strike-poland-coal-mining/, Euronews, Reuters.

Ετικέτες

ee.jpg

ο τελευταίο διάστημα γίνεται πολύς λόγος για ρήξη, χωρίς βεβαίως να εννοούν όλοι τα ίδια πράγματα, να δίνουν το ίδιο περιεχόμενο και να την εντάσσουν στο ίδιο πρόγραμμα. Η ρήξη σαν έννοια είναι ασύμβατη με την οποιαδήποτε διαχείριση, η οποία κινείται για την αναπαραγωγή του συστήματος, σε αντιδιαστολή με τη ρήξη που επιφέροντας ρήγματα – πλήγματα στο σύστημα προωθεί την ανατροπή του.

του Δημήτρη Γρηγορόπουλου

Ρήξη – Μια λέξη διαφορετικές πολιτικές

Ο όρος ρήξη χρησιμοποιείται ευρύτατα ιδίως στην Αριστερά. Ως σημαίνον δεν έχει μονοσήμαντη και συγκεκριμένη έννοια. Η έννοια του όρου συγκαθορίζεται απ’ τα συμφραζόμενα. Γι’ αυτό γίνεται κατάχρηση του όρου απ’ αυτούς που στην πολιτική επικοινωνία επιδιώκουν τη «δημιουργική ασάφεια», όχι όμως και από αυτούς που επιδιώκουν, πασχίζουν και δεν φοβούνται την επιστημονική ακριβή διατύπωση. Ο όρος ρήξη (κυριολεκτικά σημαίνει σπάσιμο) έχει τελευταία την τιμητική του στη χρησιμοποίησή του με διαφορετικά σημαινόμενα από πολιτικές δυνάμεις, με στοχο τον προσδιορισμό της στάσης τους απέναντι στο ευρώ και την ΕΕ. Ο όρος ρήξη χρησιμοποιείται από στελέχη της κυβέρνησης και του κόμματος με την έννοια της διαπραγματευτικής ρήξης, της διακοπής, λόγω ασυμφωνίας, των διαπραγματεύσεων και της προσφυγής συνακόλουθα σε εκλογές ή δημοψήφισμα, με την προσδοκία επανέναρξης της διαπραγμάτευσης σε καλύτερη βάση. Αυτή η επιλογή συνδέεται, όχι υποχρεωτικά, και κλιμακώνεται με την άρνηση αποπληρωμής μιας ή και περισσότερων δόσεων των δανείων. Αυτή η στάση ριζοσπαστικοποιείται, όταν οι οπαδοί της ρήξης επιλέξουν την έξοδο απ’ το ευρώ με την καθιέρωση διπλού νομίσματος ή την επιστροφή σε εθνικό νόμισμα. Την έξοδο απ’ το ευρώ με ή χωρίς ευρύτερη δέσμη μέτρων υιοθετούν αριστεροί διανοούμενοι και αριστερές δυνάμεις. Το ΚΚΕ παρά την τροποποίηση της συνθηματολογίας του συνδέει τη ρήξη με το ευρώ και την ΕΕ με τη ρήξη με το κεφάλαιο και την εξουσία του, δηλαδή με την εγκαθίδρυση της λαϊκής οικονομίας και εξουσίας, σύμφωνα με την ορολογία που μέχρι πρόσφατα χρησιμοποιούσε. Άρα παραπέμπει την έξοδο απ’ το ευρώ και την ΕΕ στις ελληνικές καλένδες του σοσιαλισμού. Τέλος, σύμφωνα με τις θέσεις του ΝΑΡ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, η ρήξη και η έξοδος (το «έξοδος» σαφώς συγκεκριμενοποιεί το «ρήξη») απ’ το ευρώ και την ΕΕ αποτελεί νευραλγικό στόχο της αντικαπιταλιστικής πρότασης εξόδου απ’ την κρίση, στο πλαίσιο και άλλων αναγκαίων ρηκτικών μέτρων, της πρότασης που συνδέεται μεταβατικά με το σοσιαλισμό, αλλά δεν ταυτοποιείται μ’ αυτόν, όπως ουσιαστικά η πρόταση ρήξης του ΚΚΕ.

Λογικά, η ρήξη εξ ορισμού δεν μπορεί να ταυτιστεί με καμιά εκδοχή διαχείρισης του συστήματος, ακόμη κι αν έχει φιλολαϊκό χαρακτήρα, όπως η πολιτική του ΠΑΣΟΚ το 1981-1985. Πολύ δε περισσότερο δεν αποτελεί ρήξη το Πρόγραμμα της ΔΕΘ, έστω κι αν εφαρμοζόταν στο σύνολό του, που εκφράζει στην οριακή φιλανθρωπία ενός πιο ήπιου νεοφιλελευθερισμού, μιας πιο ήπιας λιτότητας κατά τον κοινοβουλευτικό εκπρόσωπο του ΣΥΡΙΖΑ.

euro21112012Αποδείχτηκε ότι η ΕΕ δεν ανέχεται ούτε την πρόταση μιας πιο ήπιας λιτότητας!

Η οποιαδήποτε διαχείριση είναι ασύμβατη με τη ρήξη, γιατί η πρώτη έχει κοινό γνώρισμα την αναπαραγωγή του συστήματος, σε αντιδιαστολή με τη ρήξη που δεν ανατρέπει μεν τον καπιταλισμό, αλλά επιφέρει στη δομή και τη λειτουργία του ρήγματα – πλήγματα, προωθώντας και τη συγκέντρωση, συνειδητοποίηση και κινηματοποίηση των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων της ανατροπής.

Σύμφωνα με το κριτήριο αυτό, η μεν διαπραγματευτική ρήξη, η διακοπή της διαπραγμάτευσης ή η προσφυγή σ’ εκλογές λόγω ασυμφωνίας δεν οδηγούν σε ρήξη, αλλά αποτελούν ελιγμό με στόχο την επανέναρξη της διαπραγμάτευσης με θετικότερη έκβαση την οποία κατά κανόνα καρπούται ο ισχυρότερος παίκτης, όπως επιβεβαιώνει η «στιγμιαία» ασυμφωνία της Κύπρου, που επέφερε όμως πιο ανάλγητο μνημόνιο. Αν η τακτική αυτή κλιμακωθεί και οδηγήσει, όπως προτείνουν ορισμένοι στον ΣΥΡΙΖΑ, στη μη αποπληρωμή δόσης, δεν θα προκύψει καμιά ρήξη, αλλά στην καλύτερη περίπτωση θα οδηγήσει σε σχετική άμβλυνση της άγριας λιτότητας που προτίθενται να επιβάλουν οι δανειστές, αν και πιθανότερη είναι η επιδείνωση του αποτελέσματος για τον αδύνατο. Αν υπάρξει στάση πληρωμών, όπως προτείνει η Αριστερή Πλατφόρμα, σε περίπτωση που οι δανειστές επιμείνουν σε άτεγκτες απαιτήσεις και επακολουθήσει επιστροφή σε εθνικό νόμισμα, η χώρα θα οδηγηθεί σε ρήξη (αποχώρηση απ’ την Ευρωζώνη) όχι όμως και σε ρήξη με την ΕΕ ούτε ασφαλώς σε ρήξη με τον καπιταλισμό. Αν η ρήξη με την ευρωζώνη δεν διευρυνθεί σε ρήξεις με την ΕΕ και με ισχυρές δομές του συστήματος (όπως η διαγραφή του χρέους, η εθνικοποίηση βασικών παραγωγικών τομέων με εργατικό έλεγχο κ.ά.), τότε το ρήγμα του εθνικού νομίσματος θα απομονωθεί, θα γίνει ευάλωτο σε εκβιασμούς και συμβιβασμούς και θα οδηγήσει σε αφόρητο πληθωρισμό. Αβάσιμο αποδείχτηκε, πριν αλέκτορα φωνήσαι, το ιδεολόγημα του ΣΥΡΙΖΑ, που έλκει την καταγωγή του απ’ την «Ευρώπη των λαών» του ευρωκομμουνισμού, ότι μπορεί να υπάρξει, παρά τη νεοφιλελεύθερη πολιτική της ΕΕ, με αξιοποίηση και μεταρρύθμιση των θεσμών και δομών της και χωρίς ρήξη, κατάργηση της λιτότητας, απλώς απολυτοποιώντας τη φορολόγηση των πλουσίων ως μηχανισμό ταξικής αναδιανομής. Αυτή η προσέγγιση βαυκαλιζόταν χαρακτηρίζοντας τη μεταρρύθμιση της ΕΕ διεθνιστική διαδικασία και τη ρήξη μ’ αυτήν εθνικιστική πολιτική εδρασμένη στην ταξική συμμαχία της αστικής τάξης με την εργατική τάξη! Αυτό το ιδεολόγημα κατέρρευσε παταγωδώς, αφού εν τοις πράγμασι αποδείχτηκε ότι η ΕΕ δεν ανέχεται ούτε την πρόταση μιας πιο ήπιας λιτότητας!

Υπάρχουν στον ΣΥΡΙΖΑ ριζοσπαστικές τάσεις (βλ. ενδεικτική Δημ. Μπελαντής, «Μη έντιμη υποχώρηση ή ρήξη, το πραγματικό δίλημμα», Ίσκρα, 30/5). Γράφει ο αρθρογράφος: «Αυτό που οι εργαζόμενοι, οι υποτελείς τάξεις και η κοινωνία έχουν ανάγκη είναι ένα πολιτικό εναλλακτικό σχέδιο που μπορεί να μη φέρνει το σοσιαλισμό αύριο, αλλά οδηγεί στην ανάκτηση της νομισματικής και δημοσιονομικής κυριαρχίας, συνδέεται με μέτρα ταξικής αναδιανομής και κοινωνικού και εργατικού ελέγχου στις τράπεζες και τις στρατηγικές επιχειρήσεις της χώρας, ανατρέπει τη λιτότητα και εγκαινιάζει ένα αριστερό ριζοσπαστικό μεταβατικό πρόγραμμα». Η αναφορά σ’ ένα αριστερό ριζοσπαστικό μεταβατικό πρόγραμμα και τα μέτρα με τα οποία πλαισιώνεται αναδεικνύουν σημεία προσέγγισης με το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα. Ανακύπτουν βέβαια και ευδιάκριτα ερωτήματα:

Κοινωνικός και εργατικός έλεγχος χωρίς εθνικοποίηση επιχειρήσεων; Αριστερό μεταβατικό πρόγραμμα με μεταρρυθμιστική ή επαναστατική μετάβαση στο σοσιαλισμό; Επιπλέον, ασκείται κριτική στην ταύτιση του μεταβατικού προγράμματος με την επαναστατική ρήξη και την εξουσία των εργαζομένων. Χαρακτηρίζεται λάθος «αριστερό» και αποδίδεται στο ΚΚΕ και σ’ ορισμένες οργανώσεις της άκρας Αριστεράς. Δεν ξέρουμε ποιες οργανώσεις περιλαμβάνει ο αρθρογράφος στην «άκρα Αριστερά» που ενέχονται γι’ αυτό το λάθος. Επειδή όμως στον ΣΥΡΙΖΑ διαχέεται αναπόδεικτα η αντίληψη (όντως λήψη ζητουμένου) ότι δήθεν ΝΑΡ και ΑΝΤΑΡΣΥΑ πρεσβεύουν ως άμεσο στόχο την επανάσταση, θεωρούμε χρήσιμο να εκθέσουμε τη θέση μας, αν και με σαφήνεια διατυπώνεται στα προγραμματικά μας κείμενα. Το αντικαπιταλιστικό μεταβατικό πρόγραμμα έχει βασικούς στόχους – κόμβους, που στο βαθμό που λύνονται επιφέρουν πλήγματα στον καπιταλισμό, χωρίς να τον καταργούν, όπως η διαγραφή χρέους, η έξοδος από ευρώ και ΕΕ, η εθνικοποίηση τραπεζών και στρατηγικών επιχειρήσεων με εργατικό και κοινωνικό έλεγχο, δραστική φορολογία στο κεφάλαιο, ταξική αναδιανομή κ.ά., δημιουργώντας όρους μετάβασης στο σοσιαλισμό, όπου οι στόχοι αυτοί θα ολοκληρωθούν και θα λυθούν όσο δεν λύθηκαν στη μετάβαση. Εξάλλου, το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα δεν έχει οριοθετημένο και κλειστό χαρακτήρα, όπως συμβαίνει στη σταδιολογία. Κύρια αποστολή του είναι η συγκρότηση των βάσεων, αντικειμενικών και υποκειμενικών, για το επαναστατικό άλμα. Όταν εξασφαλιστούν οι αναγκαίοι για το άλμα όροι, αυτό πραγματοποιείται έστω κι αν δεν έχουν υλοποιηθεί όλοι οι προβλεπόμενοι όροι του μεταβατικού προγράμματος.

Η θέση για την ταύτιση τακτικής και στρατηγικής ισχύει για το ΚΚΕ. Το ΚΚΕ έχει κατανοήσει το τεράστιο κενό στην τακτική του, τις επιπτώσεις στην επιρροή του απ’ την έλλειψη άμεσης πρότασης εξόδου απ’ την κρίση υπέρ των λαϊκών συμφερόντων. Διδαγμένο απ’ τον τακτικισμό του ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς να απεμπολεί το στρατηγισμό του (ταύτιση τακτικής στρατηγικής) το ΚΚΕ τροποποιεί τη ρητορική του, δίνοντας προτεραιότητα στη ρήξη με την ΕΕ και την τοποθετεί ως άμεση λύση. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ότι «Αυτή η ρήξη είναι αναγκαία σήμερα, όχι σε κάποιο μακρινό μέλλον».Συνειδητοποιεί τις επιπτώσεις της έλλειψης άμεσης τακτικής πρότασης, χωρίς όμως να τη θεραπεύει. Γιατί τη ρήξη με την ΕΕ όσο και όλους τους προωθημένους στόχους δεν τους θεωρεί επιτεύξιμους εντός του καπιταλισμού και προϋπόθεση για το σοσιαλισμό. Ουσιαστικά, τους παραπέμπει και τους ταυτίζει με το σοσιαλισμό, με τη λαϊκή οικονομία και τη λαϊκή εξουσία. Συγκεκριμένα το σύνθημα «ρήξη με την ΕΕ» ολοκληρωμένα συνεκφέρεται με τους ακόλουθους όρους: «Ρήξη με την ΕΕ, το κεφάλαιο και την εξουσία τους». Άρα, για το ΚΚΕ, ρήξη και έξοδος απ’ την ΕΕ δεν αποτελούν άμεση δυνατότητα, αλλά παραπέμπονται στις ελληνικές καλένδες του σοσιαλισμού…

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Πριν

Ετικέτες

antarsya_mars.jpg

Για την πολιτική συνεργασία των δυνάμεων της ανατροπής

Συνάντηση πραγματοποιήθηκε την Τρίτη 03.06 ανάμεσα σε αντιπροσωπείες της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και της ΜΑΡΣ.

Στην συνάντηση έγινε ανταλλαγή απόψεων σε συντροφικό κλίμα για την τρέχουσα πολιτική περίοδο. Οι δύο αντιπροσωπείες συμφώνησαν ότι:

1. Οι 5μηνες διαπραγματεύσεις επιβεβαιώνουν ότι η ΕΕ και το ΔΝΤ είναι εχθροί των εργαζόμενων, εκπροσωπούν τα συμφέροντα των πολυεθνικών και των τραπεζιτών, καταπατώντας εργατικά και λαϊκά δικαιώματα, παραβιάζοντας την δημοκρατία και την λαϊκή κυριαρχία.

2. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛΛ κινείται σε αντιλαϊκή κατεύθυνση. Η δική της πρόταση προς τους «θεσμούς» είναι μια πρόταση, αντιλαϊκή / νεοφιλελεύθερη / μνημονιακή. Οι εργαζόμενοι και ο λαός πρέπει να παλέψουν να μην περάσει η νέα συμφωνία.

3. Συνολικότερα, με βάση τις εξελίξεις, τίθεται το ζήτημα της ήττας και της ανατροπής αυτής της πολιτικής και του ανοίγματος ενός άλλου δρόμου στην ελληνική κοινωνία, έξω από ευρωζώνη / ΕΕ, με στάση πληρωμών στους δανειστές και διαγραφή του χρέους, με εθνικοποιήσεις τραπεζών και βασικών τομέων της οικονομίας με εργατικό και λαϊκό έλεγχο, με μέτρα άμεσης και ριζικής βελτίωσης της ζωής των εργαζόμενων, με φορολόγηση του μεγάλου πλούτου που μένει έως τώρα ανέπαφος.

4. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και η ΜΑΡΣ θα παλέψουν από κοινού για να αναπτυχθεί ένα μεγάλο κίνημα, που θα αποτρέψει την ψήφιση της συμφωνίας. Για να διαμορφωθεί μια διέξοδος προς όφελος των εργαζόμενων σε σύγκρουση με την πολιτική ΕΕ-ΔΝΤ-κεφαλαίου. Καλούν τους εργαζόμενους και την νεολαία να διαδηλώσουν μαζικά στις 11 του Ιούνη και να κλιμακώσουν τους αγώνες τους αμέσως μετά.

5. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ και η ΜΑΡΣ θα συνεχίσουν στον δρόμο της πολιτικής συνεργασίας που άνοιξε στις εκλογές της 25ης του Γενάρη, με βάση τις πολιτικές ανάγκες της περιόδου και τις αποφάσεις των οργάνων των δύο δυνάμεων.

Η πολιτική συνεργασία των δυνάμεων που συμφωνούν πάνω σε ένα πρόγραμμα ανατροπής μπορεί σήμερα να αποκτήσει νέα δυναμική καθώς σημαντικές κοινωνικές δυνάμεις, ρεύματα και αγωνιστές, θα συνειδητοποιούν την ανάγκη της ρήξης με την πολιτική κεφαλαίου-ΕΕ-ΔΝΤ θα προσανατολίζονται στην πάλη για αυτή την προοπτική.

Σε αυτή τη κατεύθυνση οι δύο χώροι δεσμεύτηκαν να υλοποιήσουν το ερχόμενο διάστημα τις αποφάσεις που έχουν πάρει για την συνέχιση της πολιτικής συνεργασίας όπως την συχνή λειτουργία ενός κοινού γραφείου τύπου και τον συντονισμό των ενεργειών και των πρωτοβουλιών τους σε μόνιμη βάση.

Συζήτησαν ακόμα για το αντι-ΕΕ φόρουμ (26-28/6) που οργανώνεται από την ΜΑΡΣ με την συμμετοχή και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, την αντι-ΕΕ διαδήλωση που θα ολοκληρώσει τις διαδικασίες του στις 28 Ιουνίου και ανταλλάχτηκαν σκέψεις για τις αναγκαίες διεθνιστικές αντιΕΕ πρωτοβουλίες που πρέπει να παρθούν στο επόμενο διάστημα

πηγη: pandiera.gr

Ετικέτες
  • Τελευταια
  • Δημοφιλή