Σήμερα: 17/11/2019
Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

Π.Ε.Ν.Ε.Ν.

RobolisSavvas3-696x348.jpg

Από Σάββας Ρομπόλης

Η ελληνική οικονομία, κατά την προηγούμενη δεκαετία 2009-2019, με την εφαρμογή των μνημονίων και των πολιτικών της εσωτερικής υποτίμησης-λιτότητας, μεταμορφώθηκε, όπως προκύπτει εκ του αποτελέσματος, σε οικονομικό σχηματισμό μίας άλλης υποδεέστερης κατηγορίας περιθωριοποιημένης οικονομίας, στο πλαίσιο του διεθνούς και ευρωπαϊκού καταμερισμού εργασίας.

Στις συνθήκες αυτές σημειώθηκε σημαντική μείωση του βιοτικού επιπέδου του πληθυσμού, του επιπέδου παραγωγικότητας, του παραγόμενου πλούτου, των δημοσίων και κοινωνικών δαπανών, του μισθολογικού και μη μισθολογικού κόστους εργασίας, των επενδύσεων, του απασχολούμενου εργατικού δυναμικού. Μειώσεις που προφανώς αντιστοιχούν σε ένα παραγωγικό πρότυπο φτηνής εργασίας, τεχνολογίας και ανάπτυξης. Η οικονομική κατάσταση παραγωγής υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων κατά την επόμενη δεκαετία 2020-2030, επιτυγχάνεται μόνο με την εφαρμογή πολιτικών λιτότητας.

Παρόλα αυτά, σε πρόσφατες (18/10/2019) αντιφατικές δηλώσεις υψηλόβαθμου στελέχους του ΔΝΤ αναγνωρίσθηκε, δυστυχώς με καθυστέρηση, ότι «η δημοσιονομική εξυγίανση επιτεύχθηκε με ένα ιδιαίτερα αντιαναπτυξιακό μείγμα πολιτικής». Ταυτόχρονα, υποστηρίχθηκε η λανθασμένη θεωρητικά και πραγματολογικά σταθερή άποψη του ΔΝΤ ότι «οι περικοπές των συντάξεων και η μείωση του αφορολόγητου» στην ελληνική οικονομία θα ευνοήσουν, μεταξύ των άλλων, μεσομακροπρόθεσμα την ανάπτυξη της.

Παράλληλα, το τιτλοφορούμενο ως “αναπτυξιακό νομοσχέδιο”, το οποίο συζητείται τις τελευταίες ημέρες στο ελληνικό Κοινοβούλιο, αναζητεί μεταξύ των άλλων την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας στις ιδιωτικοποιήσεις. Στόχος είναι η προσέλκυση (εξαιτίας του χαμηλού επιπέδου της αποταμίευσης και της ρευστότητας της ελληνικής οικονομίας) άμεσων ξένων επενδύσεων με την περαιτέρω απορρύθμιση της αγοράς εργασίας.

Αυτό επιδιώκεται με την απορρύθμιση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας (ιδιαίτερα των κλαδικών), σε όφελος των επιχειρησιακών και των ατομικών συμβάσεων εργασίας. Επίσης, με την θεσμοποιημένη απορρύθμιση και την αδράνεια της λειτουργίας και της δραστηριότητας των συνδικάτων, την διατήρηση του χαμηλού επιπέδου των μισθών, των συντάξεων και γενικότερα των κοινωνικών δαπανών.

Ξαναζεσταμένες οικονομικές συνταγές

Έτσι, η ελληνική οικονομία, κατά την επόμενη δεκαετία 2020-2030, υλοποιώντας τις προαναφερόμενες πολιτικές προσέλκυσης του ξένου κεφαλαίου, θα παγιδευτεί στο παραδοσιακό παραγωγικό πρότυπο της φτηνής εργασίας, τεχνολογίας και ανάπτυξης που την οδήγησε στην οικονομική κρίση και ύφεση του 2009. Παράλληλα, στις συνθήκες αυτές θα διατηρηθεί το δομικό και διαρκές χαρακτηριστικό του παραγωγικού και κοινωνικού ελλείμματος.

Κι αυτό, επειδή η δραστηριοποίηση του επενδυτικού ενδιαφέροντος των ξένων επενδυτών (σύμφωνα με την βιβλιογραφική γνώση και την μακρόχρονη ιστορική εμπειρία) θα επηρεάσει τον προσανατολισμό της αναπτυξιακής πολιτικής της χώρας μας προς την κατεύθυνση των επενδυτικών επιλογών, κυρίως, έξι πεδίων οικονομικής δραστηριότητας: των υπηρεσιών, των δικτύων, του τουρισμού, του real state, της ενέργειας-υδρογονανθράκων και του διαμετακομιστικού εμπορίου.

Αυτό θα συμβεί, επειδή σε όρους οικονομικής ανάλυσης, η αύξηση των επενδυτικών δραστηριοτήτων του τριτογενούς τομέα της οικονομίας (υπηρεσίες, εμπόριο) συμβάλλει στην επέκταση της πραγματοποίησης της προστιθέμενης αξίας. Αντιθέτως, στον πρωτογενή και δευτερογενή τομέα της οικονομίας συντελείται η επέκταση των παραγωγικών δυνατοτήτων με πολλαπλασιαστικά αναπτυξιακά-τεχνολογικά αποτελέσματα, η δημιουργία πλούτου και η παραγωγή της προστιθέμενης αξίας.

Κατά συνέπεια, ο πραγματικός και ουσιαστικός τομέας της οικονομικής δραστηριότητας αποτελεί η παραγωγή και η παραγωγική δυναμικότητα της οικονομίας. Αυτή δημιουργεί συνθήκες αύξησης της απασχόλησης, των εισοδημάτων. Αυτή ισχυροποιεί τη σύνδεση των παραγωγικών τομέων της οικονομίας με την ενδιάμεση ζήτηση της ελληνικής οικονομίας και δημιουργεί το παραγωγικό και κοινωνικό πλεόνασμα.

Ανησυχία για παγκόσμια ύφεση


Επιπλέον, σήμερα στην διεθνή οικονομία είναι έντονες και διάχυτες οι ανησυχίες για μία επερχόμενη ύφεση αβέβαιης διάρκειας και βάθους
. Οι διεθνείς επενδυτικές επιλογές προσανατολίζονται, κατά βάση, στην ενέργεια και τον χρυσό. Όταν συμβαίνουν αυτά διερωτάται κανείς για το τι προσδοκίες μπορεί να δημιουργήσει η έντονη επενδυτική επίκληση του ξένου κεφαλαίου να επιλέξει την Ελλάδα;

Οι ίδιες ανησυχίες και αβεβαιότητες εκφράζονται και για την ευρωπαϊκή οικονομία για τρεις επιπλέον συγκεκριμένους λόγους:

  • Πρώτον, την σημερινή προϋφεσιακή κατάσταση.
  • Δεύτερον, το επερχόμενο Brexit.
  • Τρίτον, τους πρόσφατα επιβαλλόμενους δασμούς σε εκτεταμένο αριθμό ευρωπαϊκών προϊόντων που εισάγονται στις ΗΠΑ.

Στις συνθήκες αυτές διαπιστώνεται ότι δεν πραγματοποιείται στην Ελλάδα ο σχεδιασμός και η υλοποίηση συγκεκριμένων μέτρων πολιτικής κινητοποίησης των εγχώριων επενδύσεων (δημόσιες και ιδιωτικές). Έτσι περιορίζεται ο ηγετικός ρόλος που αντικειμενικά μπορούν να αναλάβουν στην ελληνική οικονομία. Στην επενδυτική και αναπτυξιακή αυτή προοπτική της ελληνικής οικονομίας, θα αποδυναμωθούν, κατά την επόμενη δεκαετία (2020-2030) οι δυνατότητες για “εκτίναξη του ελατηρίου”.

Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τα απαιτούμενα υψηλά πρωτογενή πλεονάσματα (3,5% του ΑΕΠ μέχρι το 2022 και 2,2% μέχρι το 2060), θα περιορίσουν τις επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας στο επίπεδο των ήπιων ή αναιμικών ρυθμών ανάπτυξης (1-2%), δεδομένου ότι θα πληγούν δύο κινητήριες δυνάμεις, μεταξύ των άλλων, της ανάπτυξης, η κατανάλωση και η αποταμίευση.

Παθογένειες της ελληνικής οικονομίας

Το ποσοστό αυτό (2%) υπολείπεται σε σημαντικό βαθμό από τον απαιτούμενο (3,5-4%) μέσο ετήσιο ρυθμό μεταβολής του ΑΕΠ, προκειμένου κατά την επόμενη δεκαετία να μειωθεί, ως ένα βαθμό, η βαριά κληρονομιά των μνημονιακών πολιτικών (παραγωγική καθίζηση, ανεργία, ανισότητες, φτωχοποίηση). Στην προοπτική αυτή, προβλέπεται (Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 2018) κατά την επόμενη δεκαετία 2020-2030, η συνέχιση της μετανάστευσης νέων ανθρώπων από τη χώρα μας και το ποσοστό ανεργίας μέχρι το 2030 να διαμορφώνεται στο επίπεδο του 11,4%, με δεσπόζουσα θέση τη flexi-ανασφάλεια της απασχόλησης.

Το εργατικό δυναμικό προβλέπεται να διαμορφωθεί το 2030 στο επίπεδο των 4,3 εκατ. ατόμων από 4,6 εκατ. Παράλληλα, στη βάση αυτών των προβλέψεων, ο πληθυσμός στην Ελλάδα προβλέπεται το 2030 να είναι 10,3 εκατ. άτομα από 10,7 εκατομ. άτομα το 2020 και ο αριθμός των συνταξιούχων προβλέπεται να διαμορφωθεί το 2030 στο επίπεδο των 2,6 εκατ. ατόμων από 2,3 εκατ. άτομα το 2020.

Επιπλέον, ο δείκτης της συνταξιοδοτικής δαπάνης ως ποσοστό του ΑΕΠ προβλέπεται ότι θα μειωθεί από 13,4% του ΑΕΠ το 2020 σε 12% το 2030, γεγονός που αποδεικνύει την δημοσιονομική επιλογή της εμπροσθοβαρούς συρρίκνωσης της συνταξιοδοτικής δαπάνης σε σχέση με τις άλλες χώρες της ΕΕ. Οι εξελίξεις αυτές αποτυπώνουν τον δυσαναπτυσσόμενο χαρακτήρα της ελληνικής οικονομίας κατά την επόμενη δεκαετία 2020-2030. Μεταξύ των άλλων, εγκυμονούν και τον κίνδυνο επώασης των αιτίων απασφάλισης της επόμενης κρίσης και των δυσμενών συνεπειών της.

*Σάββας Ρομπόλης, Καθηγητής Παντείου Πανεπιστημίου

ΠΗΓΗ: iskra.gr

Ετικέτες

germany-sussitia.jpg

Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς οι εργαζόμενοι πληρώνουν για τη στήριξη του κεφαλαίου και σε συνθήκες καπιταλιστικής ανάπτυξης και σε κρίση αποτελεί η Γερμανία, η μεγαλύτερη οικονομία της ΕΕ. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, ένα σημαντικό μέρος των συνταξιούχων δεν μπορούν να εξασφαλίζουν ούτε τα βασικά αγαθά και καταφεύγουν στα συσσίτια των κοινωνικών δομών, καθώς οι συντάξεις τους είναι πολύ χαμηλές. Και αυτό μόνο περίεργο δεν είναι αφού η επίθεση στα δικαιώματα ασφαλισμένων και συνταξιούχων, που βρίσκεται σε εξέλιξη εδώ και δεκαετίες, είναι στρατηγική επιλογή του κεφαλαίου και των κομμάτων του και αφορά όλες τις χώρες της ΕΕ. Δηλαδή, δεν αποτελεί «ελληνικό φαινόμενο» εξαιτίας της κρίσης, όπως ήθελαν να μας πείσουν οι κυβερνήσεις και τα αστικά επιτελεία στη χώρα μας, για να δικαιολογήσουν τις αλλεπάλληλες αντιασφαλιστικές μεταρρυθμίσεις. Κι αν τα θύματα αυτής της επίθεσης είναι γνωστά, το ίδιο ισχύει και για τους ωφελημένους, που είναι βέβαια το κεφάλαιο, καθώς απαλλάσσεται από τις ευθύνες του στην Κοινωνική Ασφάλιση, το κράτος, που εξοικονομεί πόρους για τη στήριξη της κερδοφορίας του και, ιδιαίτερα, οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται ή θα δραστηριοποιηθούν στον τομέα της ιδιωτικής ασφάλισης. Είναι και αυτό ένα συμπέρασμα χρήσιμο στον αγώνα που δίνουν αυτό το διάστημα συνδικαλιστικές οργανώσεις των εργαζομένων και των συνταξιούχων για σύγχρονα ασφαλιστικά δικαιώματα και συντάξεις, ενάντια στο νέο γύρο της επίθεσης στο Ασφαλιστικό.
Θεσπίζεται η «βασική σύνταξη» φτώχειας

Στη θέσπιση της λεγόμενης «βασικής σύνταξης» (Grundrente) για τους πολύ φτωχούς συνταξιούχους που έχουν εργαστεί τουλάχιστον 35 χρόνια κατέληξε τη Δευτέρα η γερμανική κυβέρνηση μεγάλου συνασπισμού Χριστιανοδημοκρατών / Χριστιανοκοινωνιστών (CDU/CSU) και Σοσιαλδημοκρατών (SPD), μπροστά στις ανησυχητικές διαστάσεις που παίρνει η «φτώχεια στα γηρατειά» στην ισχυρή καπιταλιστική χώρα.

Ωστόσο ο γραφειοκρατικός λαβύρινθος, οι αυστηρές προϋποθέσεις, οι πολλές «κατηγορίες» και «υποκατηγορίες» των δικαιούχων, αλλά και τα πενιχρά ποσά που προβλέπονται ως συμπλήρωμα στην κανονική σύνταξη, οδηγούν την πλειοψηφία των αναλυτών στη βεβαιότητα ότι η «βασική σύνταξη» δεν επαρκεί για την αποτελεσματική καταπολέμηση της φτώχειας των ηλικιωμένων.

Είναι χαρακτηριστικό ότι μόλις 1,2 – 1,5 εκατ. ηλικιωμένοι με πολύ χαμηλές συντάξεις θα επωφεληθούν από αυτό το μέτρο, όπως εκτιμούν η CDU/CSU και το SPD, το κόστος αναμένεται να αγγίξει τα 1,5 δισ. ευρώ και θα καταβληθεί από τον κρατικό προϋπολογισμό και όχι από τις εισφορές. Το μέτρο θα αρχίσει να εφαρμόζεται από το 2021.

Σήμερα σχεδόν το 17% των συνταξιούχων στη Γερμανία είναι βυθισμένοι στη φτώχεια ή απειλούνται από αυτήν, και υπολογίζεται πως μέχρι το 2039 το ποσοστό αυτό θα ανέλθει σε 21,6% (πάνω από 1 στους 4). Χωρίς να υπολογίζονται οι χαμηλοσυνταξιούχοι που ζουν λίγο πάνω από το όριο της φτώχειας. Σύμφωνα με υπολογισμούς κοινωνικών επιστημόνων, με το μέτρο της «βασικής σύνταξης» οι φτωχοί συνταξιούχοι μέχρι το 2039 θα ανέρχονται στο 18,4% των συνταξιούχων.

Συμπληρωματική «βασική σύνταξη» θα δικαιούται – σε γενικές γραμμές – όποιος μετά από τουλάχιστον 35 χρόνια ασφαλισμένης εργασίας έχει μηνιαίο εισόδημα μικρότερο από 1.250 ευρώ το μήνα (μεικτά) και 1.950 ευρώ για ένα ζευγάρι συνταξιούχων. Το μέγιστο ποσό θα είναι γύρω στα 404 ευρώ το μήνα στα δυτικά κρατίδια και στα 390 ευρώ στα ανατολικά. Το όριο της φτώχειας στη Γερμανία είναι περίπου 950 ευρώ σύμφωνα με το κόστος ζωής στη χώρα.

Πηγή: Ριζοσπάστης - atexnos.gr

 

Ετικέτες

201911121000576402-640x427.jpg

Σημαντικά αρχαιολογικά τεκμήρια περιλαμβάνονται στα ευρήματα της πρώτης υποβρύχιας ερευνητικής αποστολής στον θαλάσσιο χώρο της νήσου Κάσου. Συνολικά εντοπίστηκαν πέντε ναυάγια, καθώς και μία πιθανή αρχαία λιμενική εγκατάσταση. Ιδιαίτερα αξιόλογο εύρημα αποτελεί ένα ναυάγιο της ύστερης κλασικής περιόδου, το οποίο έφερε πέντε λίθινες πυραμιδοειδείς άγκυρες. Το φορτίο του πλοίου περιλαμβάνει, εκτός από αμφορείς τεσσάρων τουλάχιστον διαφορετικών τύπων, λεπτή κεραμική καθώς και τμήματα αποθηκευτικών πίθων. Με βάση την κεραμική που περισυλλέχθηκε και ανελκύστηκε, το ναυάγιο μπορεί να χρονολογηθεί στα τέλη του 4ου ή τις αρχές του 3ου αιώνα πΧ. Το είδος του φορτίου και οι λίθινες άγκυρες που εντοπίστηκαν παρουσιάζουν ομοιότητες με το ναυάγιο της Αντιδραγονέρας Κυθήρων που χρονολογείται στον ύστερο 4ο αιώνα π.Χ.

201911121001311226.jpg

 

Σε ό,τι αφορά τα υπόλοιπα τέσσερα ναυάγια, πρόκειται για ένα ναυάγιο με φορτίο Ροδιακών αμφορέων του 1ου αιώνα π.Χ., ένα ναυάγιο με αμφορείς και επιτραπέζια κεραμική της βυζαντινής περιόδου, χρονολογούμενο μεταξύ του 8ου και του 10ου αιώνα μ.Χ., ένα ξύλινο σκαρί πλοίου χρονολογούμενο στην μετεπαναστατική περίοδο και ένα ναυάγιο νεότερων χρόνων που​ μετέφερε οικοδομικό υλικό. Εκτός των προαναφερθέντων ναυαγίων, εντοπίστηκε επίσης μεγάλος αριθμός μεμονωμένων ευρημάτων, μεταξύ των οποίων σιδερένια κανόνια, βυζαντινές και νεότερες άγκυρες, καθώς και απορρίψεις κεραμικής, που μαρτυρούν τη συνεχή και αδιάλειπτη χρήση του θαλασσίου χώρου από την αρχαιότητα ως και τους νεότερους χρόνους.

Η απομακρυσμένη, ακριτική Κάσος, αποτέλεσε για πρώτη φορά πεδίο συστηματικής ενάλιας αρχαιολογικής έρευνας στο πλαίσιο ενός τριετούς ερευνητικού προγράμματος (2019 – 2021), το οποίο έχει ως βασικό στόχο τον εντοπισμό, την τεκμηρίωση και τη μελέτη των ενάλιων αρχαιοτήτων μίας περιοχής που αποτέλεσε σταυροδρόμι πολιτισμών, αλλά και σημαντικό κέντρο ναυσιπλοΐας. Κατά την ερευνητική περίοδο του 2019, πραγματοποιήθηκαν συνολικά εξήντα επτά (67) ομαδικές καταδύσεις, με περισσότερες από εκατό (100) ώρες ατομικού χρόνου βυθού, ενώ καλύφθηκε το 1/3 περίπου της συνολικής έκτασης της προγραμματισμένης για έρευνα περιοχής.