Παλινωδίες, κωλοτούμπες και επικίνδυνοι τυχοδιωκτισμοί

Από τις σελίδες αυτές έχουμε επιμείνει ότι η υπό τον Αλέξη Τσίπρα ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, από τη «στιγμή» της υπογραφής του μνημονίου 3 και στη συνέχεια από την ανάληψη της «πατρότητας» των μνημονιακών πολιτικών και την αναγνώριση ότι «Δεν Υπάρχει Εναλλακτική Λύση» απέναντι στη λιτότητα και τις νεοφιλελεύθερες αντιμεταρρυθμίσεις, έχει υποστεί στρατηγική ήττα. Όπως παλιότερα ο Κ. Σημίτης επιτέθηκε στην κοινωνική βάση του ΠΑΣΟΚ, θέτοντας τα θεμέλια για την επί Γ.Α. Παπανδρέου διάλυση του κάποτε ισχυρότερου σοσιαλδημοκρατικού κόμματος στην Ευρώπη, έτσι σήμερα ο Αλ. Τσίπρας επιτίθεται συστηματικά στην κοινωνική βάση που στήριξε την πολιτική νίκη του Γενάρη του 2015, οδηγώντας την στην αποσύνθεση και ανοίγοντας το δρόμο για την επιστροφή στην κυβερνητική εξουσία των «πιο αυθεντικά» καθεστωτικών πολιτικών δυνάμεων.

Η κυβέρνηση αντιτάσσει ότι, παρ’ όλα αυτά, παρέμεινε στην εξουσία επί 3,5 χρόνια, αναδεικνυόμενη στη θέση της μακροβιότερης μνημονιακής κυβέρνησης. Πράγματι. Μόνο που αυτό έγινε ως επιλογή των δανειστών και της ντόπιας κυρίαρχης τάξης. Που «βολεύτηκαν» με τον Τσίπρα στην κυβέρνηση, επιδιώκοντας να προωθήσουν τις αντιμεταρρυθμίσεις σε συνθήκες της μέγιστης εφικτής κοινωνικής ειρήνης. Αυτός ο «αρραβώνας» υπήρξε παρά φύσει και όσο ο Τσίπρας ανταποκρινόταν και έκανε τη βρόμικη δουλειά, τόσο έφερνε κοντύτερα την ώρα της απόσυρσης. Κανείς δεν δικαιούται να ξεχνά ότι η προοπτική της στυμμένης λεμονόκουπας είναι ο σκουπιδοτενεκές.

Το μόνο πεδίο αισιοδοξίας για την ομάδα του Μαξίμου είναι τα χάλια των αντιπάλων του: το μεγάλο κίνημα της προηγούμενης περιόδου, που συγκρούστηκε μετωπικά με τις κυβερνήσεις των μνημονίων 1 και 2, προκάλεσε βαθιά τραύματα στα «παραδοσιακά» καθεστωτικά κόμματα, στη ΝΔ και στο ΠΑΣΟΚ, που υποχρεώθηκαν στα τελευταία 3,5 χρόνια να παρακολουθούν τις εξελίξεις από τον «πάγκο» της αντιπολίτευσης. Οι επιλογές της ΝΔ, που ανέδειξε ως αρχηγό τον μουτζαχεντίν του νεοφιλελευθερισμού Κυριάκο Μητσοτάκη, ενώ παράλληλα ανέχθηκε στο εσωτερικό της την ισχυρή ακροδεξιά πτέρυγα των Βορίδη-Γεωργιάδη κ.ά., έδιναν στον Τσίπρα χώρο και χρόνο για ελιγμούς. 

Όμως στο έδαφος της στρατηγικής ακύρωσης, οι τακτικισμοί είναι καταδικασμένοι σε ήττες. Εδώ και καιρό, όλες οι «κινήσεις» του Μαξίμου, όλα τα σχέδια πολιτικής αντεπίθεσης, καταλήγουν σε φιάσκο. Η απόπειρα «μεταρρύθμισης» των σχέσεων κράτους-εκκλησίας είναι, μετά τη συμφωνία των Πρεσπών, το κορυφαίο παράδειγμα πολιτικής σαπουνόφουσκας. 

Ο Τσίπρας στη ΔΕΘ επιχείρησε να παρουσιαστεί ως ο καθεστωτικός ηγέτης («η οικονομία πάει καλά… περισσότερο από καλά») που, βγάζοντας τον ελληνικό καπιταλισμό από την κρίση, θα μπορούσε να «επιστρέψει» στα κοινωνικά ακροατήριά του, υποσχόμενος μια κάποια χαλάρωση της λιτότητας, αφού, πρώτα, εμπεδωθεί η «ανάπτυξη».

Λίγες εβδομάδες μετά, τίποτα δεν έχει μείνει όρθιο από αυτό το αφήγημα.

Η εκτίναξη των επιτοκίων των ελληνικών ομολόγων έχει ακυρώσει κάθε σενάριο «εξόδου στις αγορές». Αυτή η τόσο δημοφιλής μπούρδα των προηγούμενων μηνών έχει πλέον αποσυρθεί ακόμα και από τα «ψιλά» των εφημερίδων.

Στις τράπεζες (έναν κλάδο που δεν τον λες και δευτερεύοντα μέσα στον καπιταλισμό…) από τα τέλη Αυγούστου μέχρι σήμερα έχει «εξαερωθεί» το 44%(!) της χρηματιστηριακής αξίας τους. Η άλλοτε «υπερήφανη» έναντι του Γ. Στουρνάρα κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ υποχρεώνεται σήμερα σε θερμότατο εναγκαλισμό με την Τράπεζα της Ελλάδας προκειμένου –σε συνεργασία με την ΕΚΤ και τον Μάριο Ντράγκι– να προκύψει ένα σχέδιο που πρέπει να κατατεθεί μέχρι τα τέλη Νοεμβρίου. Τα αισιόδοξα σενάρια μιλούν για «δυσκολίες» (δραστικό ξεφόρτωμα των «κόκκινων δανείων» μέσω καταιγίδας πλειστηριασμών). Τα απαισιόδοξα σενάρια, που υπαινίσσονται νέα υποχρέωση «ανακεφαλαιοποίησης», συνιστούν πολιτικό Βατερλό. 

Συμμαχίες 

Σε αυτά τα πλαίσια εξελίσσονται οι κυβερνητικοί χειρισμοί για τις πολιτικές συμμαχίες και τη διαμόρφωση σχέσεων μεταξύ των κομμάτων και των πολιτικών «οικογενειών». Εδώ, όπως εύστοχα έγραψε ο Αντώνης Λιάκος, «συγκρούονται οι δύο ψυχές του ΣΥΡΙΖΑ». 

Ο Τσίπρας ταξίδευε ανά τας Ευρώπας πουλώντας το σενάριο της στρατηγικής σύγκλισης του ΣΥΡΙΖΑ με τη σοσιαλδημοκρατία. Στο εσωτερικό της χώρας, μέχρι τα τέλη του καλοκαιριού, υποτίθεται ότι ισχυροί σοσιαλδημοκρατικοί παράγοντες (ο Οργανισμός Λιβάνη; ο Κ. Λαλιώτης;) είχαν «διασφαλίσει» ότι το ΚΙΝΑΛ, υπό την ηγεσία της Φ. Γεννηματά, θα απέρριπτε δημόσια την προοπτική κυβερνητικής συνεργασίας με τη ΝΔ, ενώ –αν χρειαζόταν– θα δήλωνε «διαθέσιμο» για να αντικαταστήσει τους ΑΝΕΛ στη συνεργασία με τον Τσίπρα. Η προοπτική αυτή φαινόταν μάλιστα να ικανοποιεί την «αριστερή πτέρυγα» της κυβέρνησης (Βούτσης, Φίλης, 53), που θεωρεί τη συμμαχία με τους ΑΝΕΛ ως το βασικό πρόβλημα «ψυχής» και φυσιογνωμίας…

Όμως ο κυβερνητικός τακτικισμός, με στόχο να παρουσιάσει αντιδεξιά δράση μέσω μιας κάποιας «κάθαρσης», ξέφυγε από τη στοχοποίηση των συνηθισμένων υπόπτων (Τσοχατζόπουλος, Παπαντωνίου κ.ο.κ.) και ξαφνικά προέκυψε θέμα… Σημίτη. Στοχοποιώντας έναν πρώην πρωθυπουργό –και αποφεύγοντας πολύ προσεκτικά να ακουμπήσουν τους ενδιάμεσους χρονικά υπεύθυνους, όπως ο Πρ. Παυλόπουλος(!), του καραμανλικού χώρου– οι κυβερνητικοί χειρισμοί έγιναν… άλλη στρατηγική. Η Φώφη Γεννηματά βγήκε στα κάγκελα, προτιμώντας την «αγκαλιά» του Μητσοτάκη, ο Ν. Φίλης διαφοροποιήθηκε δημόσια και ο Βαξεβάνης ανέλαβε να τον κατακεραυνώσει εξ ονόματος Ν. Παππά. Μια ωραία ατμόσφαιρα!

Με τέτοιες παλινωδίες και διαδοχικές κωλοτούμπες είναι καταδικασμένη η κυβέρνηση να φτάσει μέχρι την παραμονή των εκλογών. Η διαφαινόμενη ήττα της από έναν αντίπαλο όπως ο Κυρ. Μητσοτάκης θα είναι ένα «κατόρθωμα» του Αλ. Τσίπρα και της ομάδας του, μια μεγάλη αποτυχία που ερμηνεύεται όχι κυρίως με βάση τις προσωπικές πολιτικές αδυναμίες των ηγετικών στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά με βάση την προδοσία του καλοκαιριού του 2015.

Νατοϊκή πολιτική

Σε αυτό το κάδρο, η πιο επικίνδυνη πτυχή της πολιτικής του Τσίπρα είναι η απόλυτη πρόσδεσή της στη νατοϊκή πολιτική των ΗΠΑ του Ντόναλντ Τραμπ στην Ανατολική Μεσόγειο. 

Η κυβέρνηση Τσίπρα –μέσα από το φιάσκο της επιβράβευσης της πολιτικής Ν. Κοτζιά στα Δυτικά Βαλκάνια και της ταυτόχρονης απομάκρυνσης του Ν. Κοτζιά από το Υπουργείο Εξωτερικών!– διακήρυξε την πρόθεσή της να «επεκτείνει την εθνική κυριαρχία» και να κηρύξει τα χωρικά ύδατα των 12 μιλίων σε μεγάλο τμήμα των ελληνικών ακτών, κυρίως στο Ιόνιο. Αυτή η μεγάλης στρατηγικής σημασίας κίνηση, που ανέτρεψε σε μια νύχτα τους πιο προσεκτικούς χειρισμούς της ελληνικής διπλωματίας στα τελευταία 40 χρόνια, δεν υπήρχε περίπτωση να μην απαντηθεί από την τουρκική κυβέρνηση. Η οποία, αφού θύμισε το casus belli στην περίπτωση διπλασιασμού των χωρικών υδάτων στα 12 μίλια στο Αιγαίο, έδωσε στη δημοσιότητα τους δικούς της χάρτες για τις τουρκικές ΑΟΖ στην Ανατολική Μεσόγειο. Εκεί προτείνει «ρύθμιση» των ΑΟΖ μεταξύ της Τουρκίας και των Λιβύης, Αιγύπτου, Ισραήλ, Συρίας, Λιβάνου, Κύπρου, με βάση τη γραμμή της «μέσης αποστάσεως» και ειδικές ρυθμίσεις για τα δικαιώματα που κατοχυρώνουν τα νησιά. Ακολουθώντας τη μεθοδολογία που χρησιμοποίησε η ελληνική διπλωματία στο Ιόνιο (για τη ρύθμιση με Αλβανία και Ιταλία), θέτει στους οπαδούς του «διεθνούς δικαίου» δισεπίλυτα νομικά προβλήματα, όπου ακόμα και οι έλληνες εμπειρογνώμονες δεν προεξοφλούν ότι μια απόφαση Διεθνούς Δικαστηρίου θα είναι «φιλική» προς τα θεωρούμενα ως αδιαπραγμάτευτα ελληνικά συμφέροντα. 

Η συγκεκριμενοποίηση των τουρκικών απόψεων για τις ΑΟΖ (κάτι που μέχρι χθες απέφευγε να κάνει η τουρκική διπλωματία) τινάζει στον αέρα το σχέδιο των δυτικών Μεγάλων Δυνάμεων για την περιοχή: διακόπτει τη γεωγραφική συνέχεια μεταξύ της ΑΟΖ του Ισραήλ –μέσω Κύπρου– με την ελληνική ΑΟΖ –και δι’ αυτής με την ΕΕ– κάνοντας ανέφικτο το σχέδιο για τον υποθαλάσσιο αγωγό East Med χωρίς τη συμμετοχή της Τουρκίας. Γενικότερα, βάζει σε ισχυρή αμφισβήτηση τον έλεγχο όλης της Ανατολικής Μεσογείου από τον «άξονα» Ελλάδας-Κύπρου-Ισραήλ-Αιγύπτου. 

Η κυβέρνηση Τσίπρα βρίσκεται πλέον εγκλωβισμένη σε νέα διλλήματα. Είτε να δεχθεί, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, μια καταφυγή σε Διεθνές Δικαστήριο, με εξαιρετικά αμφίβολα αποτελέσματα για τις λεγόμενες «εθνικές θέσεις». Είτε να καταφύγει σε μια κλιμάκωση της αντιπαράθεσης με τη γειτονική χώρα, όπου τα ανεξέλεγκτα «θερμά επεισόδια» δεν θα μπορούν καθόλου μα καθόλου να αποκλειστούν. 

Προς το παρόν, η κυβέρνηση Τσίπρα κρύβεται πίσω από την απόφαση των ΗΠΑ να προωθήσουν τα σχέδια εκμετάλλευσης των υδρογονανθράκων όπως είχαν σχεδιαστεί. Αυτή τη στιγμή το τρυπάνι της Exxon Mobil αρχίζει τις εργασίες του, υπό την παρουσία του Αμερικανού Υφυπουργού Ενέργειας στη Λευκωσία, τις σκληρές δηλώσεις του Τζέφρι Πάιατ στην Αθήνα και τη στρατιωτική προστασία αεροπλανοφόρου του 6ου Στόλου και μικτών (ΗΠΑ, Βρετανία, Ελλάδα, Γαλλία, Ισραήλ) δυνάμεων του «άξονα» στην περιοχή. 

Είναι μια τακτική με στόχο την επιβολή τετελεσμένων, με βάση τη στρατιωτική υπεροπλία που διασφαλίζει η συμμαχία με τις ιμπεριαλιστικές Μεγάλες Δυνάμεις. 

Όμως η ιστορία της περιοχής (π.χ. το 1922) λέει ότι η συμμαχία με αυτές τις δυνάμεις είναι εξαιρετικά ευμετάβλητος παράγοντας. Και τότε ανοίγει η πόρτα του τρελοκομείου…

Στη σύγκρουσή μας με την πολιτική της κυβέρνησης Τσίπρα ξεχωρίζουν τα κοινωνικά-ταξικά ζητήματα της αντιλιτότητας και της αντίστασης στις νεοφιλελεύθερες αντιμεταρρυθμίσεις. Ξεχωρίζει το ζήτημα της δημοκρατίας, της απαίτησης για λαϊκή κυριαρχία απέναντι στο καθεστώς της «επιτήρησης».

Ξεχωρίζει όμως πλέον και η υπεράσπιση της ειρήνης και η απαίτηση για ρήξη με τον ιμπεριαλισμό. 

Γι’ αυτό, τα καθήκοντα αυτά δεν μπορεί να τα αναλάβει κανείς άλλος από ένα μέτωπο της ριζοσπαστικής Αριστεράς.

*Αναδημοσίευση από την Εργατική Αριστερά

ΠΗΓΗ: rproject.gr